Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ (γ΄μέρος)



   

Κλείνοντας το αφιέρωμα στην ποίηση του Σολωμού, δεν θα έπρεπε να παραλείψoυμε τα μικρά λυρικά του ποιήματα.
Αποτελούν μία ξεχωριστή νότα και αγαπήθηκαν αμέσως από το λαό του νησιού του, μελοποιήθηκαν από συγχρόνους του όπως ο Νίκος Μάντζαρος, Παύλος Καρρέρ, Σπύρος Ξύνδας,                                                                                                                                                                                            κλπ και τραγουδήθηκαν απ' όλους τους Έλληνες όσο λίγα κομμάτια της ποίησής μας.Κυριαρχεί η μορφή της εξιδανικευμένης και κάπως απόμακρης γυναίκας , όπως ήταν και η παρουσία της γυναίκας στη ζωή του Σολωμού. Μεταγενέστεροι συνθέτες όπως ο Δημήτρης Λάγιος, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Ν.Ξυδάκης με έμπνευση και σεβασμό στην ποίηση του Σολωμού μας έδωσαν έξοχες μελοποιήσεις.


Α) Το όνειρο .Μια αξέχαστη ερμηνεία του Δημήτρη Ψαριανού απ΄το Μεγάλο Ερωτικό του Μάνου Χατζηδάκη το 1972.


Άκου έν' όνειρο, ψυχή μου,
Και της ομορφιάς θεά∙
Μου εφαινότουν οπώς ήμουν
Μετ' εσένα μία νυχτιά.

Σ' ένα ωραίο περιβολάκι
Περπατούσαμε μαζί,
Όλα ελάμπανε τ' αστέρια
Και τα κοίταζες εσύ.

Εγώ τσώλεα: «Πέστε, αστέρια,
Είν' κανέν' από τ' εσάς,
Που να λάμπη από 'κει απάνου
Σαν τα μάτια της κυράς;

Πέστε αν είδετε ποτέ σας
Σ' άλλη, τέτοια ωραία μαλλιά,
Τέτοιο χέρι, τέτοιο πόδι,
Τέτοια αγγελική θωριά;

[...]

Εσύ έκαμες ετότες
Γέλιο τόσο αγγελικό,
Που μου φάνηκε πως είδα
Ανοιχτό τον ουρανό.

Και παράμερα σ' επήρα
Εισέ μια τρανταφυλλιά
Κι έπεσά σου αγάλι αγάλι
Στην ολόλευκη αγκαλιά.

Κάθε φίλημα, ψυχή μου,
Όπου μώδινες γλυκά,
Εξεφύτρωνε άλλο ρόδο
Από την τρανταφυλλιά.

Όλη νύχτα εξεφυτρώσαν,
Ως οπού 'λαμψεν η αυγή,
Που μας ηύρε και τους δυο μας
Με την όψη μας χλωμή.

Τούτο είν' τ' όνειρο, ψυχή μου∙
Τώρα στέκεται εις εσέ,
να το κάμης ν' αληθέψη
και να θυμηθής για μέ.



Β)Γαλήνη,
Μουσική Δημήτριος Λάγιος


Δεν ακούεται ουτ’ ένα κύμα
εις την έρμη ακρογιαλιά·
λες και η θάλασσα κοιμάται
μες της γης την αγκαλιά



Γ))Ξανθούλα,
μουσική Νικόλαος Μάντζαρος
 

Ερμηνεία Αλίκη Καγιαλόγλου


Την είδα την ξανθούλα,
την είδα 'ψες αργά
που εμπήκε στη βαρκούλα
να πάει στην ξενιτιά.

Εφούσκωνε τ' αέρι
λευκότατα πανιά
ωσάν το περιστέρι
που απλώνει τα φτερά.

Εστέκονταν οι φίλοι
με λύπη με χαρά
κι αυτή με το μαντίλι
τους αποχαιρετά.

Και το χαιρετισμό της
εστάθηκα να ειδώ,
ως που η πολλή μακρότης
μου το 'κρυψε κι αυτό.

Σ' ολίγο, σ' ολιγάκι
δεν ήξερα να πω
αν έβλεπα πανάκι
ή του πελάγου αφρό.

Και αφού πανί, μαντίλι
εχάθη στο νερό
εδάκρυσαν οι φίλοι
εδάκρυσα κ' εγώ.

Δεν κλαίγω για τη βαρκούλα
δεν κλαίγω τα πανιά
μόν' κλαίγω την Ξανθούλα
που πάει στην ξενιτιά.

Δεν κλαίγω τη βαρκούλα
με τα λευκά πανιά
μόν' κλαίγω την Ξανθούλα
με τα ξανθά μαλλιά.



Δ) Η ΑΓΝΩΡΙΣΤΗ.
σε μουσική Δημήτρη Λάγιου 
 


 

Ποια είναι τούτη
που κατεβαίνει
ασπροεντυμένη
οπ το βουνό;

Τώρα που τούτη
η κόρη φαίνεται,
το χόρτο γένεται
άνθι απαλό'

κι' ευθύς ανοίγει
τα ωραία του κάλλη,
και το κεφάλι
συχνοκουνεί'

κι' ερωτεμένο
να μη το αφήση,
να το πατήση,
παρακαλεί.

Κόκκινα κι' όμορφα
έχει τα χείλα,
ωσάν τα φύλλα
της ροδαριάς,

όταν χαράζη,
και η αυγούλα
λεπτή βροχούλα
στέρνει δροσιάς.

Και των μαλλιώνε της
τ' ωραίο πλήθος
πάνου στο στήθος
λάμπει ξανθό.

Έχουν τα μάτια της,
οπού γελούνε,
το χρώμα που 'ναι
στον ουρανό.

Ποια είναι τούτη
που κατεβαίνει
ασπροεντυμένη
οπ το βουνό;

Ε) Παύλος Καρρέρ, Η ΦΑΡΜΑΚΩΜΕΝΗ

 

Τὰ τραγούδια μοῦ τἄλεγες ὅλα
Τοῦτο μόνο δὲν θέλει τὸ πεῖς,
Τοῦτο μόνο δὲν θέλει τ᾿ ἀκούσεις,
Ἄχ! τὴν πλάκα τοῦ τάφου κρατεῖς.

Ὦ παρθένα! ἂν ἠμπόρειαν οἱ κλάψαις
Πεθαμένου νὰ δώσουν ζωή,
Τόσαις ἔκαμα κλάψαις γιὰ σένα,
Ποὺ θελ᾿ ἔχεις τὴν πρώτη πνοή.
Συφορά! σὲ θυμοῦμ᾿ ἐκαθόσουν
Σ᾿ τὸ πλευρό μου μὲ πρόσωπο ἀχνὸ
«Τί ἔχεις» σοῦ ῾πα καὶ σὺ μ᾿ ἀποκρίθης
«Θὰ πεθάνω, φαρμάκι θὰ πιῶ».
Μὲ σκληρότατο χέρι τὸ πῆρες,
Ὡραία κόρη, κι αὐτὸ τὸ κορμί,
Ποὺ τοῦ ἔπρεπε φόρεμα γάμου,
Πικρὸ σάβανο τώρα φορεῖ.
Τὸ κορμί σου ἐκεῖ μέσα στὸν τάφο
Τὸ στολίζει σεμνὴ παρθενιά,
Τοῦ κακοῦ σὲ ἀδικοῦσεν ὁ κόσμος,
Καὶ σοῦ φώναζε λόγια κακά.
Τέτοια λόγια ἂν ἠμπόρειες ν᾿ ἀκούσεις,
Ὂχ τὸ στόμα σου τ᾿ ἤθελε βγεῖ;
«Τὸ φαρμάκι ποὺ ἐπῆρα, καὶ οἱ πόνοι,
Δὲν ἐστάθηκαν τόσο σκληροί.
Κόσμε ψεύτη! ταὶς κόραις ταὶς μαύραις
κατατρέχεις ὅσο εἶν᾿ ζωνταναίς,
Σκληρὲ κόσμε! καὶ δὲν τοὺς λυπᾶσαι
Τὴν τιμήν, ὅταν εἶναι νεκραίς.
Σώπα, σώπα! θυμήσου πὼς ἔχεις
Θυγατέρα, γυναίκα, ἀδελφή,
Σώπα ἡ μαύρη κοιμᾶται στὸ μνῆμα
καὶ κοιμᾶται παρθένα σεμνή.
Θὰ ξυπνήσει τὴν ὕστερη ἡμέρα,
Εἰς τὸν κόσμον ὀμπρὸς νὰ κριθεῖ,
Καὶ στὸν Πλάστη κινώντας μὲ σέβας
Τὰ λευκά της τὰ χέρια θὰ πεῖ:
«Κοίτα μέσα στὰ σπλάχνα μου, Πλάστη!
τὰ φαρμάκωσα ἀλήθεια ἡ πικρή,
καὶ μοῦ βγῆκε ὂχ τὸ νοῦ μου, Πατέρα
Ποὺ πλασμένα μοῦ τἄχες Ἐσύ.
Ὅμως κοίτα στὰ σπλάχνα μου μέσα,
Ποῦ τὸ κρίμα τοὺς κλαῖνε, καὶ πές,
Πὲς τοῦ κόσμου, ποὺ φώναξε τόσα,
Ἐδῶ μέσα ἂν εἶν᾿ ἄλλες πληγαίς».
Τέτοια ὀμπρὸς εἰς τὸν Πλάστη κινώντας
Τὰ λευκά της τὰ χέρια θὰ πεῖ.
«Σώπα, κόσμε! κοιμᾶται στὸ μνῆμα,
καὶ κοιμᾶται παρθένα σεμνή».


Στ) Η Αυγούλα , μουσική Ν. Μάντζαρος από το ποίημα "Λάμπρος"
 

Ἡ Αὐγοῦλα ποῦ νά ναι;
Κοντεύει τὸ βράδυ,
Ποῦ μαῦρο σκοτάδι
Ξαπλώνει 'ς τὴ γῆ.

Πηγαίνει ἐκεῖ ποῦ ναι
Ψηλὸ κυπαρίσσι,
Πηγαίνει 'ς τὴ βρύση·
Δὲν εἶναι οὐδ' ἐκεῖ.

'Σ τ' ἁλῶνι, 'ς τ' ἀμπέλι,
'Στὸ δρόμο κυττάζει,
Καὶ τέλος φωνάζει·
Αὐγοῦλα μου, Αὐγή!

«Αὐγή μου» συχνότατα
Τοῦ βγῆκε ἀπ' τὰ στήθη,
Καὶ «Αὐγή μου» ἀπεκρίθη
Μία ἄλλη φωνή.

Πῶς εἶν' τῆς Αυγοῦλας
Ὁ Ἀνθὸς ἐστοχάσθη,
Καὶ πρόθυμα ἐβιάσθη
Κατὰ τὴν Αὐγή.

Ἐγύρευε ἀνήσυχος,
Ὡσὰν περιστέρι,
Γιὰ νἂβρῃ τὸ ταῖρι,
Καὶ δὲν τοῦ βολεῖ.

Καὶ τρέχει, καὶ τρέχει
Παντοῦ νὰ κυττάξῃ,
Καὶ δίχως νὰ κράξῃ
Δὲ μνέσκει στιγμή.

'Στὸ μάτι μακρόθεν
Ὁ τοῖχος ἀσπρίζει,
Καὶ γύρω του ἀνθίζει
Ἡ δάφνη, ἡ μυρτιά.

Ἁλλὰ ἄνανθη κλαίει,
Ὀμπρὸς εἰς τὴ θύρα,
Τοῦ ἀνθρώπου ἡ μοῖρα
Κλωνόγυρτη ἐτιά.

Τὴν εἶδε προβαίνοντας
'Στὴ μέση, κ' ἐφώναξε·
«Αὐγοῦλα μου, ἐτρόμαξε
Ὁ Ἀνθός σου πολύ.»

Ἐτοῦτα λαλῶντας,
Κοντά της πηγαίνει·
Ἡ Αὐγοῦλα σωπαίνει,
Καὶ δὲν τοῦ μιλεῖ.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου