Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

ΕΡΑΤΟΣΘΕΝΗΣ Ή ΠΕΝΤΑΘΛΟΣ

 
(Κυρήνη 276 π.Χ. – Αλεξάνδρεια 194 π.Χ.)

Στην Αλεξάνδρεια υπάρχει ένας άνδρας τον οποίον οι πιό μετρημένοι ονομάζουν Πένταθλο λόγω της αξιοθαύμαστης επδεξιότητάς του σε όλους τους τομείς, και οι πιο ζηλόφθονοι επονομάζουν Βήτα για να του θυμίσουν ότι ποτέ δεν θα γίνει ΄Αλφα , ότι ποτέ δεν θα είναι σε τίποτα πρώτος. Ο Πένταθλος ή Βήτα, έβαλε σκοπό να επιχειρήσει κάτι που όλοι θεωρούν αδύνατον : να υπολογίσει το μέγεθος του κόσμου.
Από τους καιρούς των Ιώνων φιλοφόσων, κανείς με το χάρισμα της λογικής δεν θέτει υπό αμφισβήτηση ότι η Γη είναι μιά σφαίρα, ή τουλάχιστον ένα σχήμα με καμπύλες επιφάνειες. ΄Ετσι το αποδεικνύει το γεγονός ότι ο έναστρος ουρανός της Ελλάδας είναι διαφορετικός από αυτόν της Αιγύπτου, ότι η σκιά που πέφτει πάνω στη σελήνη κατά τις εκλείψεις είναι κυκλική και ότι, ενώ πλέουμε στη θάλασσα, βλέπουμε στον ορίζοντα τις κορυφές των νησιών πριν από τις ακτές τους. Ξέρουμε πως ο κόσμος είναι μια σφαίρα, όπως είναι επίσης τα άλλα ουράνια σώματα. αγνοούμε ωστόσο το μέγεθός του.
Σήμερα, τη μέρα του θερινού ηλιοστασίου, ο Πένταθλος αναμένει την έλευση της μεσημβρίας καθισμένος κάτω από μια αυτοσχέδια καλαμωτή δίπλα σ΄έναν πάσσαλο γερά καρφωμένο στο έδαφος. ' Εχει διαβάσει πως στην πόλη της  Συήνης περίπου πέντε χιλιάδες στάδια νότια της Αλεξάνδρειας, υπάρχει ένα πηγάδι  τον πάτο του οποίου φωτίζουν οι ακτίνες του ήλιου όταν φτάνει αυτή η μέρα του χρόνου, χωρίς να προβάλλουν καμιά σκιά στα τοιχώματά του. Στην Αλεξάνδρεια δεν συμβαίνει το ίδιο, γι΄αυτό ο πολυσχιδής σοφός περιμένει τώρα να φτάσει ο ήλιος στο ζενίθ του για να μετρήσει κατά πόσες μοίρες η σκιά του πασσάλου χωρίζεται από την απόλυτη κάθετο. Σύμφωνα με τη θεωρία του πολλαπλασιάζοντας επί της τριακόσιες εξήντα μοίρες της περιμέτρου την απόσταση που χωρίζει τις δύο πόλεις και διαιρώντας αυτό το σύνολο δια των μοιρών της γωνίας που θα σχηματίσει η σκιά του πασσάλου στο έδαφος, θα μπορέσει να μάθει την περίμετρο του πλανήτη και βασιζόμενο σ΄αυτήν , να υπολογίσει την ακτίνα του.
΄Οταν έρχεται η στιγμή, ο διαβήτης του δείχνει 7,2 μοίρες. Ο Πένταθλος γυρίζει γρήγορα στο υπόστεγο και , ακουμπώντας ένα πινάκιο στα γόνατά του, λύνει την πολυπόθητη εξίσωση : η περίμετρος της Γής είναι 252.000 στάδια.(157,50 μ= 1 οδοιπορικό στάδιο Χ252.000=39690000 μέτρα)

Αργότερα, στην οικία του πλέον, σκέφτεται πως η μέτρηση μιας γωνίας σύμφωνα με τη σκιά που προκύπτει από έναν πάσσαλο στο έδαφος δεν μπορεί παρά να είναι πρόχειρη. πως, όσο και να προσπάθησε να αποσπάσει την πιο αξιόπιστη πληροφορία, δεν γνωρίζει την ακριβή απόσταση που χωρίζει τον πάσσαλο της Αλεξάνδρειας από το πηγάδι της Συήνης, πως ούτε καν μπορεί να διαπιστώσει άν οι δυο πόλεις βρίσκονται ακριβώς πάνω στην ίδια νοητή γραμμή Βορρά- Νότου. πως δεν έλαβε υπόψη του το υψόμετρό τους από την επιφάνεια της θάλασσας.
Στα ογδόντα δύο του χρόνια, ο Ερατοσθένης από την Κυρήνη-ο επονομαζόμενος Πένταθλος- θα αφεθεί στο θάνατο από ασιτία χωρίς να μάθει με βεβαιότητα την ακρίβεια των υπολογισμών του. Θα αφήσει στις επόμενες γενιές το επαναστατικό σύστημα των μεσημβρινών και των παραλλήλων, ένα βιβλίο περί αστερισμών και ένα πανέμορφο ποίημα για τον ουρανό. Περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, οι άνθρωποι επιτέλους θα ανακαλύψουν ότι η περίμετρος της Γής είναι 40,074 χιλιόμετρα, μόλις μερικές μέρες πεζοπορίας μικρότερη απ΄όσο ο ανήσυχος ΄Ελληνας ερευνητής είχε τότε υπολογίσει.

Pedro Olalla
Ελλάδος Ελάσσων Ιστορία
Εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

Ο ΝΕΡΑΪΔΟΣΠΗΛΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΑΚΩΝ



Σε απόσταση 23 χλμ. από το Ηράκλειο, κοντά στο χωριό Μυρτιά βρίσκεται το Νεραϊδόσπηλιο, το οποίο, όπως λέγεται, αποτελούσε ιερό της Αθηνάς. Είναι διώροφο και μέσα σε αυτό υπάρχει πηγή από το υδραγωγείο των Αστράκων. Οι ντόπιοι λένε έναν μύθο για μια νεράιδα και έναν λυράρη. (http://heraklio.topodigos.gr) 

Ο θρύλος όπως τον καταγράφει ο Νικόλαος Πολίτης :

Λίγο παρακάτω από τους Κάτω Αστρακούς είναι ο Νεραϊδόσπηλος. Απ΄αυτό το σπήλιο βγαίνει αρκετό νερό, καθαρό και κρύο. Εκεί είναι Νεράιδες, και όταν λούζονται, βγαίνουν τα νερά θολά. Και κάθε οκτώ- δέκα χρόνια στερεύει λίγο και ύστερα βγαίνουν μαζί με το νερό πορτοκάλια με πορτοκαλόφυλλα.
΄Ενας χωριάτης από το Σγουροκεφάλι έπαιζε τη λύρα πολύ ωραία, και τον έπαιρναν στο σπήλιο οι Νεράιδες και τους διασκέδαζε. Αυτός αγάπησε μία από τις Νεράιδες, και για να γιατρεψει τον έρωτά του πήγε σε μια γρα του χωριού του και της εξομολογήθη το πάθος του. Και αυτή τον ορμήνεψε πως τη στιγμή που κοντεύουν να φωνάξουν οι πετεινοί, ν΄αρπάξει την αγαπητικιά του από τα μαλλιά και να την κρατεί καλά. Αυτή μπορεί να μεταμορφωθεί σε διάφορα ζώα, αλλά να μη δειλιάσει και να την βαστά ώσπου να φωνάξουν οι πετεινοί.
΄Ετσι λοιπόν πήγε ο νέος όπου συνήθιζε , τον πήραν οι Νεράιδες και τον έφεραν στο σπήλιο, και εκεί άρχισε καθώς άλλοτε να παίζει τη λύρα, και αυτές να χορεύουν. ΄Αμα όμως επλησίαζε η ώρα που θα έκραζαν οι πετεινοί, χύνεται και αρπά την αγαπητικιά του από τα μαλλιά. Αυτή άρχισε ευθύς να γίνεται πότε σκύλος, πότε φίδι, πότε γκαμήλα και πότε φωτιά, αλλά ο νέος εις όλα αυτά δεν εδείλιασε και την εκράτησε όσο που άκουσε τους πετεινούς να φωνάζουν, και οι άλλες Νεράιδες έγιναν άφαντες. 
Τότε και η αγαπητικιά του έγινε όπως πρώτα, νέα και όμορφη, και τον ακολούθησε στο χωριό του. ΄Εζησε μαζί του ένα χρόνο, του εγέννησε κι ένα γιο, δεν έβγαλε όμως ποτέ ούτε γρυ.
Αυτή η βουβαμάρα της η παράξενη κι ανυπόφορη τον εβίασε πάλι να πάγει στην ίδια γρα και να της πει τον πόνο του. Και η γρα τον ορμήνεψε ν΄ανάψει καλά ένα φούρνο, να πάρει το παιδί τους στα χέρια και να ειπεί στη Νεράιδα. "Δε θέλεις να με μιλήσεις, να κι εγώ πως καύγω το παιδί σου". Κι εκεί που θα τα λέγει να καμωθεί πως θα το ρίξει το παιδί στο φούρνο. Εκείνος έκαμε καταπώς τον ορμήνεψε η γρα. Και η Νεράιδα, καθώς τ΄άκουσε, του φώναξε "Μη, σκύλε, το παδί μου!" και αμέσως στη στιγμή τ΄άρπαξε και έγινε άφαντη από τα μάτια του.
Οι άλλες Νεράιδες όμως δεν την εδέχτηκαν στη συντροφιά τους γιατί είχε καμωμένο παιδί. Και έτσι αναγκάστηκε και κατοίκησε σε μιά βρύση που την λέν Λούτρα, κοντά στο Νεραϊδόσπηλο,. Και την βλέπουν δυο-τρεις φορές το χρόνο εκεί που κρατεί το παιδί στην αγκαλιά της. Και τις άλλες Νεράιδες συχνά τις ακούν να χορεύουν και να τραγουδούν στο Νεραϊδόσπηλο, χωρίς όμως να έχουνε πλιο λύρα.

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ ΜΟΙΡΑΣΜΕΝΟ ΦΛΟΥΡΙ


                                                                           
                                                                           

                                    

Το πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου ’πεσε – ένα αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο, πριν φτωχύνει ακόμη, όπως φτώχυνε στα υστερνά του, συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή εγγλέζικη λίρα- βγήκε μοιρασμένο. Πώς έρχονται τα πράματα καμιά φορά! Ο πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο αγιοβασιλιάτικο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κατεβάσει το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού. Αφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των αγίων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει τα κομμάτια των παιδιών, σταμάτησε σαν να θυμήθηκε κάτι.
«Ξεχάσαμε» είπε «το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε να ’ρθει ύστερ’ από τους αγίους. Ας είναι όμως. Θα το κόψω τώρα και ύστερα θ’ αρχίσω τα παιδιά. Πρώτα ο φτωχός».
Κατέβασε το μαχαίρι. «Του φτωχού…» ονομάτισε. Έπειτα ερχότανε το δικό μου το κομμάτι, που ήμουν ο μεγαλύτερος από τα παιδιά. Καθώς τραβούσε όμως το κομμάτι του φτωχού, για να κόψει το δικό μου, το χρυσό φλουρί κύλησε απάνω στο τραπεζομάντιλο. Το κόψιμο της πίτας σταμάτησε. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον, κι ο πατέρας όλους μας. «Ποιανού είναι τώρα το φλουρί;» είπε η μητέρα μου. Του ζητιάνου ή του Πέτρου; Εγώ λέω πως είναι του Πέτρου». Η καημένη η μητέρα. Το είχε καημό να μου πέσει εμένα το φλουρί, γιατί ήμουν άτυχο παιδί. Ποτέ μου δεν είχα κερδίσει τίποτε. «Ούτε του ζητιάνου είναι» είπε ο πατέρας μου «ούτε του Πέτρου». Το σωστό σωστό. Το φλουρί μοιράστηκε. Ήτανε ανάμεσα στα δυο κομμάτια. Καθώς τα χώρισε το μαχαίρι, έπεσε κάτω. Το μισό είναι του ζητιάνου, το μισό του Πέτρου.» «Και τι θα γίνει τώρα;» ρώτησε στεναχωρημένη η μητέρα μου. «Τι θα γίνει;…» συλλογιζόμαστε κι εμείς. « Μην πονοκεφαλάτε…» είπε ο πατέρας. Άνοιξε το πορτοφολάκι του, έβγαλε από μέσα δύο μισές χρυσές λίρες –το χρυσάφι τότε δεν είχε κρυφτεί ακόμα- και τις ακούμπησε στο τραπέζι: «Να τι θα γίνει. Αυτή φυλάχτε τη να τη δώσετε στον πρώτο ζητιάνο που θα χτυπήσει την πόρτα μας. Είναι η τύχη του. Η άλλη μισή είναι του Πέτρου». Και μου την έδωκε. «Καλορίζικη! Και του χρόνου, παιδί μου. Είσαι ευχαριστημένος;» Ήμουν και με το παραπάνω. Η ιδέα, μάλιστα, πως είχα συντροφέψει με το ζητιάνο με διασκέδαζε πολύ. «Θα του τη δώσω εγώ, με το χέρι μου...» είπα. Γελούσαμε όλοι με την παράξενη τύχη μου. Τα άλλα παιδιά με πειράζανε: «Ο σύντροφος του ζητιάνου». Μονάχα ο πατέρας μου δε γελούσε. Εκείνος με τράβηξε κοντά του, με φίλησε και μου είπε: «Μπράβο σου. Είσαι καλό παιδί». Το άλλο πρωί, μόλις ξυπνήσαμε, χτύπησε η πόρτα. Κάτι μου έλεγε πως ήταν ο ζητιάνος, που έφτασε βιαστικός να πάρει το μερίδιό του. Έτρεξα στην πόρτα, με τη μισή λίρα. Ήταν ένας γέρος ζητιάνος με κάτασπρη γενειάδα, γειρτός από τα χρόνια. Και μουρμούριζε ευχές τρέμοντας από το κρύο. «Πάρε, παππού…» του είπα. Ο γέρος, που δεν έβλεπε καλά και που του είχε γυαλίσει, φαίνεται, παράξενα από μακριά το χρυσό νόμισμα, το ’φερε κοντά στα μάτια του, για να το κοιτάξει καλύτερα. Δε μπορούσε να πιστέψει πως κρατούσε χρυσάφι στα χέρια του τον καιρό εκείνο, που όλοι δίνανε στους ζητιάνους δίλεφτα και μονόλεφτα. «Τι είν’ αυτό, παιδάκι μου;» με ρώτησε. «Δυάρα γυαλισμένη;»
«Μισή λίρα είναι, παππού…» του είπα. «Πάρ’ τηνε. Δικιά σου είναι».
Ο καημένος ο ζητιάνος δεν ήθελε να το πιστέψει: «Μήπως έκανες λάθος, παιδάκι μου; Για ρώτησε τους γονιούς σου. Δεν έχω όρεξη να με παίρνουν στις αστυνομίες για κλέφτη, μέρα που είναι». Του εξήγησα με τι τρόπο είχαμε μοιρασθεί το φλουρί της βασιλόπιτας. Ο γέρος έτρεμε τώρα περισσότερο. Μα έτρεμε από τη χαρά του. Σήκωσε ψηλά τ’ αρρωστημένα του μάτια και είπε: «Ο Θεός είναι μεγάλος. Να ζήσεις, παιδάκι μου, να σε χαίρονται οι γονείς σου. Και ο Θεός να σ’ αξιώσει να ’χεις πάντα όλα τα καλά, να τα μοιράζεις με τους φτωχούς και τους αδικημένους. Την ευχή μου να ’χεις». Μου ’δωσε την ευχή του, σήκωσε πάλι ψηλά, κατά τον ουρανό τα αρρωστημένα του μάτια και κατέβηκε, με το ραβδί του, τη σκάλα. Έτσι τέλειωσε η ιστορία του φλουριού της βασιλόπιτας εκείνη τη χρονιά. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Μα από τότε, όσες φορές δίνω μια βοήθεια σ’ έναν φτωχό, συλλογίζομαι: Τάχα εγώ μοιράζω τα λεφτά μου με το φτωχό ή ο φτωχός μοιράζεται τα λεφτά του μ’ εμένα; Αυτό δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε τότε, που μοίρασα με τον παλιό ζητιάνο το φλουρί της βασιλόπιτας.

Παύλος Νιρβάνας

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

Το πλανηταρούδιν και οι πλανήταροι (Κυπριακές παραδόσεις)




Το πλανηταρούδιν 
 Όποια γυναίκα αποβάλει, το παδί γίνεται πλανηταρούδιν ή καλικαντζαρούδιν. Γι ΄αυτό το καιν ή με ό,τι άλλο τρόπο το καταστρέφουν. Τα πλανηταρούδια που γίνονται τα δωδεκαήμερα τ΄αρπάζουν οι πλανήταροι.

Οι πλανήταροι
Οι πλανήταροι, που σε μερικά μέρη της Κύπρου τους λεν και καλικαντζάρους, έρχονται στη γη τα Χριστούγεννα και μένουν όλα τα δωδεκαήμερα. Τους βλέπουν οι αλαφροστοίχειωτοι. Πότε παρουσιάζονται σα σκυλιά, πότε σα λαγού, πότε σα γαϊδούρια και σαν καμήλες, και συχνά σαν κουβάρια. Οι αλαφροστοίχειωτοι σκοντάφτουν απάνω τους, σκύβουν να τα πιάσουν, αλλ'άξαφνα το κουβάρι τρέχει μοναχό του και φεύγει. Παραπέρα γίνεται γάδαρος ή καμήλα και πάγει μπροστά. Γελιέται ο άνθρωπος, τον καβαλικεύει, και ο γάδαρος τότε ψηλώνει σα βουνό και τον ρίχνει από ψηλά, και γυρίζει εκείνος μισοπεθαμένος στο σπίτι του, κι αν δεν πεθάνει, θα είναι όμως αρρωστιάρης σ'όλη του τη ζωή.
Αν μπορέσει κανείς τα δωδεκαήμερα και δέσει τον πλανήταρο από πόδι με μόλινο, με λινή κόκκινη κλωστή, θα τον έχει δούλο του να τον στέλνει όπου θέλει σε δύσκολες δουλειές, και να τον διατάζει να του φέρνει ό,τι θέλει. Και όποιος δέσει πλανήταρο, τον βάζει κοντά σ'ένα κόσκινο και του παραγγέλνει να μετρήσει τις τρύπες του. Αυτός μετρά, ένα, δύο, και δε μπορεί να προχωρήσει στα τρία, γιατί φοβάται την Αγία Τριάδα ' σιωπαίνει και πάλι ξαναρχίζει το ένα-δύο.
Την τελευταία ημέρα τα δωδεκαήμερα, που θα φύγουν οι πλανήταροι, τους περιποιούνται και τους κάνουν ξεροτή'ανα. Και αυτοί, από πάνω απ'την τρούπα του καπνολόγου, γυρεύουν τα ξεροτή'ανα και λουκάνικα, που συνηθίζουν να τα κρεμούν στους καπνολόγους, και λέγουν:
Τιτσίν, τιτσίν λουκάνικον,
κομμάτι ξεροτή'ανον,
να φαν' οι καλικάντζαροι,
να πάσιν εις στον τόπον τους.
Τα ξεροτή'ανα τα ρίχνουν απάνω στα δώματα, να τα φάν' οι πλανήταροι που γυρίζουν τότε από σπίτι σε σπίτι και χαιρετιόνται που θα φύγουν.

" Οι παραδόσεις του ελληνικού λαού" Νικόλαος Πολίτης

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

ΟΝΕΙΡΟΝ Ή ΑΛΕΚΤΡΥΩΝ (ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ)



φωτό :cyprusmania.net
ΜΙΚΥΛΛΟΣ. Κακό χρόνο νάχης, αναθεματισμένε πετεινέ, φωνακλά και φθονερέ. Τη στιγμή που ήμουν πλούσιος κι' έβλεπα, ένα πολύ ευχάριστον όνειρον και ήμουν σε μεγάλη ευτυχία, μ' εξύπνησες με μια τρομερά φωνή. Ούτε την νύκτα λοιπόν δε μπορώ να γλυτώσω εξ αιτίας σου από την αναθεματισμένη τη φτώχεια; Αν κρίνω από τη μεγάλη ησυχία που είνε έξω και από το κρύο που δεν άρχισε ακόμη, όπως συμβαίνει κατά τις πρωινές ώρες, να με παγόνη — αυτό σαν τον καλλίτερο ωροδείκτη με ειδοποιεί ότι πλησιάζει να ξημερώση — δεν είνε ακόμη μεσάνυχτα, και όμως αυτός ο ξενύχτης, ως να τον έχουν βάλη να φυλάττη το χρυσούν δέρας, ήρχισε από νωρίς να κράζη. Αλλά θα μου το πληρώσης. Ας ξημερώση μόνον και θα δης τι ξύλο έχεις να φας, διότι τώρα θα πηδάς και θα μου ξεφεύγης στο σκοτάδι.
ΠΕΤΕΙΝΟΣ. Γιατί θυμώνεις, αφέντη Μίκυλλε; Εγώ νομίζω ότι σου κάνω χάρι αν σου συντομεύσω όσο μπορώ την νύχτα, για να πιάσης δουλειά από την αυγήν και προφθάσης τις πολλές εργασίες που έχεις. Αν πριν βγη ο ήλιος τελειώσης ένα παπούτσι, θα βγάλης το ψωμί σου. Αλλ' αν προτιμάς να κοιμάσαι, εγώ θα ησυχάσω και θα γείνω πιο άφωνος από τα ψάρια· όμως πρόσεξε μήπως εις τα όνειρα σου είσαι πλούσιος και όταν ξυπνήσης πεθάνης της πείνας.

ΜΙΚ. Ω Ζευ θαυμαστέ και Ηρακλή αλεξίκακε, τι είνε αυτό που συμβαίνει; Σαν άνθρωπος ελάλησε ο πετεινός;
ΠΕΤ. Παράδοξο σου φαίνεται ότι μιλώ σαν άνθρωπος;
ΜΙΚ. Παράδοξο λέει; Κάποιο κακό θα μου συμβή και οι θεοί ας με σώσουν.

ΠΕΤ. Μου φαίνεται, Μίκυλλε, ότι είσαι πολύ αμαθής και δεν εδιάβασες εις τα ποιήματα του Ομήρου ότι και του Αχιλλέως το άλογο Ξάνθος αφήκε το χρεμέτισμα και ήρχισε μέσα εις την μάχην ν' απαγγέλλη στίχους και όχι, όπως εγώ τώρα, λόγους πεζούς. Αλλά και μάντις ήτο εκείνος ο ίππος και επροφήτευε τα μέλλοντα και τούτο δεν εφαίνετο εις κανένα παράδοξον, ούτε κανείς από κείνους που τον ήκουαν επεκαλέσθη τον αλεξίκακον διά να τον σώση από το απαίσιον άκουσμα. Τι θα έκανες αν σου μιλούσε η καρίννα της Αργούς ή αν ήκουες αυτόφωνον χρησμόν  της Δωδώνης, ή έβλεπες πετσιά να έρπουν και κρέατα βοδεινά να μουγκρίζουν, μισοψημένα και περασμένα εις τα σουβλιά;  Εγώ δε που μένω πλησίον του Ερμού του πολυλογωτέρου και ρητορικωτέρου των θεών και ζω μαζή με σας τους ανθρώπους είνε πολύ φυσικόν να μάθω εύκολα την ανθρωπίνην γλώσσαν. Αλλ' αν μου υποσχεθής να κρατήσης μυστικόν ό,τι θα σου πω, θα σου φανερώσω την αληθινήν αιτίαν που ομιλώ ως άνθρωπος και πώς μου συνέβη αυτό.

ΜΙΚ. Μωρέ, μήπως εξακολουθώ να ονειρεύωμαι και σ' ακούω στον ύπνο μου να μου μιλάς έτσι; Αλλά τέλος πάντων πες μου, σε παρακαλώ, καλέ μου κόκορα, πώς απέκτησες την ανθρωπίνην φωνήν. Δεν πρέπει δε να φοβάσαι μήπως φανερώσω το μυστικόν, διότι ποίος θα με πιστεύση αν πω ότι το ήκουσα από ένα πετεινόν;

ΠΕΤ. Άκουσε λοιπόν· αυτό το οποίον θα σου πω είνε πολύ παράδοξον· η αλήθεια όμως είνε ότι αυτός που τον βλέπεις σήμερον πετεινόν ήτο μια φορά, όχι προ πολλού καιρού, άνθρωπος.
ΜΙΚ. Ήκουσα και άλλοτε κάτι τέτοιο· ένας νέος που ελέγετο Αλεκτρυών έγεινε φίλος του Άρεως και διεσκέδαζε μαζή του και τον είχε σύντροφον εις τους έρωτάς του. Όταν ο Άρης επήγαινε να κοιμηθή με την Αφροδίτην, έπαιρνε και τον Αλεκτρυόνα και επειδή υπώπτευε και εφοβείτο τον Ήλιον, μήπως τον ίδη και τον μαρτυρήση εις τον Ήφαιστον, άφηνε τον νέον ως σκοπόν έξω από την πόρτα διά να τον ειδοποιή άμα ανέτελλεν ο Ήλιος. Αλλά κάποτε απεκοιμήθη ο Αλεκτρυών και χωρίς να το θέλη αφήκεν αφρούρητον τον φίλον του· ο Ήλιος χωρίς να εννοηθή επλησίασε και είδε την Αφροδίτην και τον Άρην, ο οποίος εκοιμάτο αμέριμνα, διότι επίστευεν ότι ο Αλεκτρυών θα τους ειδοποιεί, αν ήρχετο κανείς· και ούτω ο Ήφαιστος ειδοποιήθη από τον Ήλιον και τους συνέλαβε, και τους έδεσε με τα δεσμά που είχε κατασκευάση προ πολλού γι' αυτόν το σκοπό. Ο Άρης εθύμωσε για την αμέλεια του Αλεκτρυόνος και τον έκαμε πουλί, όπως σήμερον, αλλά τον αφήκε να διατηρήση την πανοπλίαν που φορούσε, και έτσι διατηρεί ακόμη την περικεφαλαίαν στο κεφάλι. Σεις δε κατόπιν για να δικαιολογηθήτε εις τον Άρην εξακολουθείτε από τότε να κράζετε, χωρίς ανάγκην, άμα νοιώσετε ότι ο Ήλιος πλησιάζει να φανή, και να ειδοποιήτε.

ΠΕΤ. Αυτά λέγονται, Μίκυλλε, αλλ' η δική μου η ιστορία συνέβη διαφορετικά και πολύ αργότερα εγώ μετεμορφώθηκα εις αλεκτρυόνα.
ΜΙΚ. Πώς; Είμαι περίεργος να το μάθω.
ΠΕΤ. Έχεις ακούση για κάποιον Πυθαγόραν Μνησαρχίδην από την Σάμον;
ΜΙΚ. Εννοείς τον σοφιστήν εκείνον τον αγύρτην που ενομοθέτει ούτε κρέατα να τρώγωμεν οι άνθρωποι, ούτε κουκιά, τα οποία εις εμένα αρέσουν υπερβολικά, και παρήγγελλε στους ανθρώπους που ακολουθούν τας ιδέας του να μη μιλήσουν εις το διάστημα πέντε ετών;
ΠΕΤ. Μάθε λοιπόν και ότι πριν να γίνη Πυθαγόρας υπήρξεν Εύφορβος.
ΜΙΚ. Λέγουν ότι ήτο μεγάλος κατεργάρης και απατεών, κυρ κόκορα.
ΠΕΤ. Είμαι εγώ αυτός, ώστε παύσε, φίλε μου, να με υβρίζης, αφού δεν γνωρίζεις ακριβώς τι άνθρωπος ήμουν.

ΜΙΚ. Αυτό που μου λες είνε ακόμη παραδοξώτερο. Πετεινός φιλόσοφος! Ειπέ μου όμως, υιέ του Μνησάρχου, πώς μας έγινες από άνθρωπος πουλί και πώς από Σάμιος έγινες Ταναγρικός διότι αυτά μου φαίνονται σαν παραμύθια και δεν είνε εύκολο να τα πιστεύση κανείς, αφού μάλιστα έχω παρατηρήση σ' εσένα και δύο πράγματα που δεν ταιριάζουν με την διδασκαλίαν του Πυθαγόρα.
ΠΕΤ. Ποία;

ΜΙΚ. Το ένα είνε ότι είσαι φλύαρος και φωνακλάς, ενώ εκείνος εδίδασκε να μένουν άφωνοι πέντε ολόκληρα χρόνια· το δε άλλο είνε εντελώς παράνομον. Χθες επειδή δεν είχα τίποτε άλλο να σου δώσω να φας, σου έρριξα κάτι κουκιά που είχα όταν ήρθα και συ τα πήρες και τάφαγες χωρίς να διστάσης· ώστε ή ψέμματα λες ή είσαι ο Πυθαγόρας και έκαμες την παρανομίαν να φας κουκιά, πράγμα το οποίον, σύμφωνα με όσα εδίδασκες, είνε ως να έφαες το κεφάλι του πατέρα σου.
ΠΕΤ. Δεν εννοείς, Μίκυλλε, γιατί το έκαμα αυτό, γιατί δεν γνωρίζεις ότι κάθε ζωή έχει και δική της δίαιτα. Εγώ όταν ήμουν άνθρωπος δεν έτρωγα κουκιά, διότι εφιλοσόφουν· τώρα όμως δεν μ' εμποδίζει τίποτε να τρώγω, διότι αυτή η τροφή είνε των πουλιών και δεν μας απαγορεύεται. Αλλ' αν έχης όρεξι, θα σου διηγηθώ πώς από τον Πυθαγόραν έγινα όπως είμαι τώρα και από ποίας προηγουμένας μετεμψυχώσεις επέρασα και πώς έζησα εις εκάστην από αυτάς.

ΜΙΚ. Λέγε. θα μου είνε τόσον ευχάριστον αυτό, ώστε αν μου έλεγε κανείς τι προτιμώ, να ακούσω αυτήν του την διήγησιν ή να ξαναδώ το γλυκύτατον τούτο όνειρον που έβλεπα προ ολίγου, δεν ξέρω τι θα προτιμήσω· τόσον εξ ίσου ευχάριστα μου φαίνονται και τα δύο και σου κάνω την τιμήν να σε εκτιμώ όσον και το πολυτιμότατον εκείνο όνειρον.

ΠΕΤ. Ακόμη το θυμάσαι εκείνο το όνειρον και διατηρείς εις την μνήμην σου μάταια πράγματα και, ως ο ποιητής λέγει, καταδιώκεις με την φαντασίαν σου μίαν ευτυχίαν που ήτο καπνός και διελύθη;
ΜΙΚ. Ούτε θα λησμονήσω ποτέ, κυρ κόκορα, τα πράγματα που είδα· τόση πολλή γλύκα μου αφήκε εις τα μάτια το όνειρο, ώστε μόλις δύναμαι ν' ανοίγω τα βλέφαρα μου που κολλούν από το μέλι. Τα πράγματα που είδα με γαργαλίζουν όπως το φτερό που στριφογυρίζομε στ' αυτί μας.
ΠΕΤ. Πολύ θαυμαστόν ήτο αυτό το όνειρον. Λέγουν ότι τα όνειρα πετούν, αλλ' η πτήσις των περιορίζεται εις τον ύπνον· βλέπω όμως ότι το δικό σου υπερβαίνει τα όρια και εξακολουθείς να το βλέπης με ανοικτούς οφθαλμούς. Τόσο καθαρόν ήτο και τόσο σ' εγοήτευσε. θέλω λοιπόν ν' ακούσω τι ήτο αυτό το όνειρον, το οποίον σ' έκαμε τόσον ευτυχή.

ΜΙΚ. Σου λέγω ευχαρίστως, διότι μου είνε ευχάριστον να το ενθυμούμαι και να μιλώ γι' αυτό. Αλλά συ, Πυθαγόρα, πότε θα μου διηγηθής τας μετεμψυχώσεις σου;
ΠΕΤ. Όταν παύσης να ονειρεύεσαι και σπογγίσης από τα μάτια σου το μέλι. Λοιπόν άρχισε πρώτος και πες μου από πού σου ήλθε το όνειρον, από τας Ελεφαντίνας ή από τας Κερατίνας πύλας  ;
ΜΙΚ. Από καμμιά τέτοια, Πυθαγόρα.
ΠΕΤ. Και όμως ο Όμηρος λέγει ότι υπάρχουν μόνον αυταί αι δύο πύλαι από τας οποίας έρχονται τα όνειρα.

ΜΙΚ. Άφησε τον αυτόν τον ξεκουτιάρη που δεν ξέρει τίποτε για όνειρα. Ίσως τα φτωχικά όνειρα που έβλεπε εκείνος — και δεν θα τάβλεπε και καλά γιατ' ήτο στραβός — να βγαίνουν από αυτές τις πόρτες· το δικό μου όμως το γλυκύτατον όνειρον βγήκε από χρυσή πόρτα και ήτο χρυσόν και αυτό, ήτο κατάχρυσα στολισμένον και είχε μαζή του του κόσμου το χρυσάφι.
ΠΕΤ. Παύσε, Μίδα νεώτερε, να χρυσολογής· διότι το όνειρόν σου πολύ ομοιάζει με τους πόθους εκείνου και μου φαίνεται ότι από τον ύπνον σου επέρασαν ολόκληρα μεταλλεία χρυσού.
ΜΙΚ. Είδα πολύ χρυσάφι, Πυθαγόρα, πολύ, και δεν φαντάζεσαι πόσον ήτο ωραίον και πόσον έλαμπε. Τι λέγει ο Πίνδαρος εκεί που επαινεί το χρυσάφι; Αν ξέρης τους στίχους, όπου λέγει για το νερό ότι είνε άριστον και έπειτα θαυμάζει τον χρυσόν, σε παρακαλώ να μου τους θυμίσης. Θυμάσαι, είνε στην αρχή του βιβλίου και εις το καλλίτερο του ποίημα.

ΠΕΤ. Εννοείς εκείνο που λέγει,
    Άριστον μεν ύδωρ, ο δε χρυσός αιθόμενον πυρ
    άτε διαπρέπει νυκτί μεγάνορος έξοχα πλούτου;

ΜΙΚ. Αυτό ακριβώς· σαν να είδε το ίδιο όνειρο ο Πίνδαρος, επαινεί το χρυσάφι. Και τώρα για να σου το διηγηθώ, Πετεινέ, πρέπει να σου πω ότι χθες, όπως ξέρεις, δεν έφαγα εδώ. Διότι ο Ευκράτης ο πλούσιος με συνήντησεν εις την αγοράν και μου είπε να λουσθώ και να πάω να δειπνήσω μαζή του.
ΠΕΤ. Αυτό το ξέρω καλά, διότι έμεινα νηστικός όλην την ημέραν έως αργά την νύκτα που ήλθες πιομένος και μου έφερες εκείνα τα πέντε κουκιά, τα οποία δεν είνε πολύ πλούσιον δείπνον δι' ένα πετεινόν ο οποίος υπήρξεν αθλητής και ηγωνίσθη όχι αδόξως εις τους Ολυμπιακούς αγώνας.
ΜΙΚ. Μετά το δείπνον ήλθα και αμέσως έπεσα να κοιμηθώ, αφού σου έρριψα τα κουκιά, και σε λιγάκι με επεσκέφθη θείον όνειρον, ως λέγει ο Όμηρος....

ΠΕΤ. Πρώτα να μου διηγηθής, Μίκυλλε, τι συνέβη εις του Ευκράτους, πώς επεράσατε εις το δείπνον και όλα τα καθέκαστα του συμποσίου· έτσι θα δειπνήσης δύο φορές, μίαν πραγματικώς και μίαν διά της φαντασίας, σαν να ονειρεύεσαι και ν' αναμασάς εις την μνήμην σου εκείνα που έφαγες.

ΜΙΚ. Εφοβούμην μήπως σε ζαλίσω με αυτάς τας διηγήσεις· αλλ' αφού το θέλεις, θα σου διηγηθώ. Δεν είχα ποτέ εις την ζωήν μου, Πυθαγόρα, καθίση σε τραπέζι πλουσίου και είχα την καλήν τύχην χθες να συναντήσω τον Ευκράτην. Τον εχαιρέτησα όπως συνειθίζω και τον είπα αφέντην και αμέσως ετράβηξα για να μη περπατώ μαζή του, όπως ήμουν κακοντυμένος, και τον ντροπιάζω· αυτός όμως μου φώναξε και μούπε· Μίκυλλε, σήμερον έχω τραπέζι, γιατί εορτάζω τα γενέθλια της κόρης μου, κι' εκάλεσα πολλούς από τους φίλους μου. Επειδή δε ένας από αυτούς είνε άρρωστος και δεν μπορεί νάρθη να φάγη μαζή μας, να λουσθής εσύ και να ελθής, εκτός αν ο προσκεκλημένος ειδοποιήση ότι θα έλθη, διότι τώρα είνε αμφίβολον αν θα έλθη. Εγώ εχαιρέτησα και έφυγα, ευχόμενος σ' όλους τους θεούς να στείλουν κανένα πυρετόν, καμμιά πλευρίτιδα ή ποδάγραν εις εκείνον τον αδιάθετον του οποίου ήμουν εγώ αναπληρωτής και αντίδειπνος και διάδοχος. Από της στιγμής εκείνης μέχρι του λουτρού μου εφάνη ότι επέρασε ένας αιώνας και διαρκώς παρετήρουν την ώραν εις το ηλιακόν ωρολόγι και ανυπομονούσα να φθάση η ώρα του λουτρού. Όταν δε τέλος πάντων ήλθε η ώρα επλύθηκα βιαστικά κ' εφόρεσα τα καλά μου, δηλαδή εγύρισα το φορεμά μου, ώστε να φαίνεται η καθαρή του μεριά. Αλλ' όταν έφθασα εις του Ευκράτους είδα εις την είσοδον πολλούς άλλους και εκείνον τον άρρωστον που μ' εκάλεσαν ν' αντικαταστήσω. Τον έφερναν τέσσεροι δούλοι πάνω σε φορείο. Εφαίνετο δε ότι πραγματικώς δεν ήτο καλά, διότι και ανεστέναζε κ' εσιγόβηχε κι' αγωνιζότανε τα βγάλη από τα πλεμόνια του φλέγμα που δεν έβγαινε· ήτο δε και κατακίτρινος και πρισμένος και περίπου εξηντάρης. Ήκουσα ότι ήτο φιλόσοφος από κείνους που κάθονται και φλυαρούν με τα παιδαρέλια. Εννοείς ότι η γενειάδα του ήτο μεγαλοπρεπής και είχε χρόνια να ψαλιδισθή. Όταν δε ο ιατρός Αρχίβιος του έκαμε την παρατήρησιν ότι έκαμε άσχημα νάρθη εις την κατάστασι που ήτο, είπε· Δεν πρέπει κανείς να παραμελή τα καθήκοντά του, μάλιστα όταν είνε φιλόσοφος, και αν ακόμη όλα του κόσμου τα νοσήματα τον εμποδίζουν. Αν δεν ερχόμουν, θα το εθεώρει ο Ευκράτης περιφρόνησιν. Εξ εναντίας, είπα εγώ, θα σου εγνώριζε χάρι αν έμενες ναποθάνης στο σπίτι σου, αντί να βγάλης τη ψυχή σου μαζή με το φλέγμα εις το γεύμα του. Αλλ' εκείνος από περιφάνεια έκαμε ότι δεν άκουσε. Σε λιγάκι παρουσιάσθη ο Ευκράτης ερχόμενος από το λουτρόν· και όταν είδε τον Θεσμόπολιν — διότι αυτό είνε το όνομα του φιλοσόφου — Διδάσκαλε, του είπε, σ' ευχαριστώ που ήλθες στο σπίτι μας· αλλά και αν δεν ήρχεσο, θα σου 'στέλναμε από όλα σπίτι σου και δεν θα εκοπίαζες. Κ' ενώ έλεγε αυτά, επήρε από το χέρι τον Θεσμόπολιν και τον εβοήθησε νάμπη· τον υπεστήριζαν δε και οι υπηρέται. Εγώ ετοιμαζόμουν να φύγω· ο δε Ευκράτης εστράφη και εφαίνετο ότι δεν ήξευρε τι να κάμη· αλλ' επειδή με είδε πολύ σκυθρωπόν, μου είπε· Έλα μέσα και συ, Μίκυλλε, να φας μαζή μας. Θα πω στο γυιό μου να πάη να φάη με τη μητέρα του στο γυναικωνίτη, για να γίνη θέσις για σένα. Εμπήκα λοιπόν σα λύκος που κινδύνευσε να μείνη με το στόμα ανοικτό· αλλ' ήμουν ντροπιασμένος, γιατί έγινα αφορμή να διωχθή από το τραπέζι το παιδί του Ευκράτους. Όταν δε ήτο καιρός ν' αρχίση το δείπνον, πρώτα εσήκωσαν τον Θεσμόπολιν πέντε υπηρέται δυνατοί και αυτοί όχι χωρίς δυσκολίαν και τον ετοποθέτησαν εις ένα από τα ανάκλιντρα και τούβαλαν δεξιά και αριστερά μαξιλάρια διά να τον στηρίζουν στην ίδια θέσι. Και επειδή κανείς δεν ήθελε να κατακλιθή κοντά του, έβαλαν εμένα εις εκείνην την θέσιν κι' έτσι ήμεθα γειτόνοι εις το τραπέζι. Το δείπνον ήτο πλούσιον, η ποικιλία των φαγητών μεγάλη και όλα τα σκεύη ήσαν χρυσά και αργυρά· ποτήρια χρυσά, υπηρέται ωραίοι και ενώ ετρώγαμε έπαιζαν μουσικοί και γελωτοποιοί και εν γένει επεράσαμε λαμπρά. Εμένα όμως δεν μ' αφήκεν ο Θεσμόπολις ν' απολαύσω το γεύμα, διότι συχνά με ενοχλούσε με ομιλίες περί αρετής και μ' εδίδασκεν ότι αι δύο αποφάσεις κάνουν μίαν κατάφασιν και ότι αν είνε ημέρα δεν είνε νύκτα ή μου έλεγε ότι έχω κέρατα και αλλά πολλά τοιαύτα μου έψαλλε, χωρίς να τον παρακαλέσω και χωρίς να έχω ανάγκην και έτσι μου κατέστρεψε την διασκέδασιν και δεν μ'άφηνε ν' ακούσω την μουσικήν και τα τραγούδια. Έτσι επέρασα εις το γεύμα, κυρ κόκορα.

ΠΕΤ. Δεν εκαλοπέρασες, ταλαίπωρε Μίκυλλε, αφού η τύχη σου σ' έρριξε κοντά εις εκείνον τον φλύαρον γέροντα.
ΜΙΚ. Άκουσε τώρα και το όνειρον. Έβλεπα ότι ο Ευκράτης ήτο άτεκνος και απέθανε. Εις την διαθήκην του με αφήκε κληρονόμον όλης της περιουσίας του· άμα δε απέθανε έγινα κύριος της περιουσίας και ήρχισα να ξοδεύω το χρήμα και με τα δυο μου χέρια, χωρίς να υπάρχη φόβος να το εξαντλήσω. Όλα δε τα άλλα, φορέματα και έπιπλα και σκεύη και υπηρέται, έγιναν, ως ήτο επόμενον, δικά μου. Όταν έβγαινα έξω, εκαθόμουν σε αμάξι με λευκά άλογα, μισοξαπλωμένος και όλοι μ' εκύταζαν και μ' εζήλευαν. Εφορούσα τα φορέματα του Ευκράτους και δακτυλίδια μεγάλα πάνω από δεκαπέντε και διέταξα να ετοιμασθή λαμπρό γεύμα για να υποδεχθώ τους φίλους μου. Αυτοί, όπως γίνεται στα όνειρα, ήλθαν, το γεύμα ήρχισε και το ποτήρι εδούλευε. Αλλά την στιγμήν που έκανα προπόσεις με χρυσά ποτήρια για καθένα από τους παρόντας και οι υπηρέται έφερναν το γλύκυσμα, έκραξες και μας έκανες άνω κάτω το συμπόσιον, αναποδογύρισες τα τραπέζια και όλα εκείνα τα πλούτη διελύθησαν ως όνειρον. Βλέπεις λοιπόν ότι δεν εθύμωσα εναντίον σου άδικα. Και τρεις νύκτες αν διαρκούσε αυτό το όνειρο, θα το έβλεπα ευχαρίστως.

ΠΕΤ. Τόσον φιλοχρήματος και φιλόπλουτος είσαι, Μίκυλλε, και ως ευτυχίαν νομίζεις μόνον και θαυμάζεις το να έχη κανείς πολύ χρυσάφι;
ΜΙΚ. Δεν το νομίζω αυτό μόνον εγώ, Πυθαγόρα, αλλά και συ ο ίδιος όταν ήσουν Εύφορβος εστόλιζες τα μαλλιά σου με χρυσόν και άργυρον για να πηγαίνης να πολεμάς εναντίον των Αχαιών και πού; εις τον πόλεμον όπου είναι προτιμότερον να σιδηροφορή κανείς παρά να χρυσοφορή· όμως συ και τότε ενοούσες να έχης δεμένα με χρυσόν τα μαλλιά σου και να πηγαίνης εις τας μάχας. Και μου φαίνεται ότι ο Όμηρος λέγει για τα μαλλιά σου ότι ήσαν όπως των Χαρίτων διότι «χρυσώ τε και αργύρω εσφήκωντο». Πολύ καλλίτερα και ωραιότερα εφαίνοντο όπως συνεπλέκοντο με το χρυσάφι και έπαιρναν την λάμψιν του. Αλλά τέλος πάντων αν συ, Χρυσοκόμη, ο οποίος ήσο υιός του Πάνθου, τόσον εξετίμας τον χρυσόν, δεν είνε και τόσον παράδοξον αλλά και ο πατέρας όλων των ανθρώπων και των θεών, ο υιός του Κρόνου και της Ρέας, όταν αγάπησε την κόρην εκείνην από το Άργος, δεν ευρήκε άλλο πράγμα ωραιότερον από αυτό εις το οποίον να μεταμορφωθή και να διαφύγη την φύλαξίν του Ακρισίου — διότι θα έχης βέβαια ακούση ότι μετεμορφώθη εις χρυσόν και εχύθη από την στέγην και έτσι συνευρέθη με την κόρην που αγαπούσε. Είνε δε περιττόν να σου αναφέρω πόσας ανάγκας των ανθρώπων υπηρετεί ο χρυσός και πως όλους που τον έχουν τους αναδεικνύει ωραίους και σοφούς και δυνατούς και πως τους δίδει τιμήν και δόξαν και πολλάκις από αφανείς και αδόξους τους κάνει εντός ολίγου περιβλέπτους και ξακουστούς. Γνωρίζεις βέβαια τον γείτονά μου και ομότεχνον, τον Σίμωνα, ο οποίος όχι προ πολλού καιρού εδείπνησε στο σπίτι μου, όταν κατά την εορτήν των Κρονίων είχα μαγειρεύση φάβα και είχα ρίξει μέσα δύο κομμάτια λουκάνικο.
ΠΕΤ. Τον ξέρω εκείνον τον κοντόν τον πατσομύτην, που άμα έφαγε έκλεψε το μόνο πιάτο που είχαμε το χωματένιο, τώκρυψε κάτω από τη μασχάλη του και έφυγε. Τον είδα με τα μάτια μου εγώ, Μίκυλλε.

ΜΙΚ. Αυτός το έκλεψε και έπειτα έκανε όρκους σ' όλους τους θεούς ότι δεν ήξευρε τίποτε; Αλλά γιατί δεν εφώναζες τότε, κυρ Πετεινέ, και δεν με ειδοποιούσες όταν έβλεπες ότι μας ελήστευαν;
ΠΕΤ. Δεν μπορούσα τότε να μιλήσω, αλλ' έκραξα. Τέλος πάντων τι ήθελες να πης για τον Σίμωνα;
ΜΙΚ. Είχε ένα ανεψιόν υπερβολικά πλούσιον που λεγότανε Δριμύλλος. Αυτός εν όσω ζούσε δεν έδωκε ποτέ ούτε οβολόν εις τον Σίμωνα. Αλλά πώς να του δώση αφού ούτε αυτός άγγιζε τα χρήματά του; Προ ολίγου καιρού όμως απέθανε και όλα εκείνα τα πλούτη τα εκληρονόμησεν ο Σίμων και τώρα εκείνος ο κουρελής που έγλυφε τα πιάτα σαν σκυλί, φορεί ωραία και μεγαλοπρεπή φορέματα, έχει αμάξια και χρυσά ποτήρια και τραπέζια με πόδια από ελεφαντοκόκκαλο και όλοι τον χαιρετούν, εμάς δε ούτε στρέφεται να μας δη. Προ ολίγων ημερών τον συνήντησα και του είπα, χαίρε Σίμων αυτός δε με θυμόν είπε εις τους ακολούθους του· Πέστε σ' αυτόν τον φτωχόν να μη μικραίνη το όνομά μου, διότι δεν ονομάζομαι Σίμων, αλλά Σιμωνίδης. Τώρα δε τον ερωτεύονται και η γυναίκες και αυτός κάνει τον δύσκολον και τας περιφρονεί και αν πλησιάζη μερικές, φαίνεται ως να το κάνη από συγκατάβασιν και οίκτον και αυτές φοβερίζουν ότι αν τας αρνηθή θ' αυτοκτονήσουν. Βλέπεις πόσα ευτυχήματα δίδει ο χρυσός, αφού και τους άσχημους μεταβάλλει εις αξιεράστους, όπως η περίφημος ζώνη της Αφροδίτης. Ξέρεις δε και αυτά που έχουν πη οι ποιηταί·
    Ω χρυσέ δεξίωμα κάλλιστον 
και
    Χρυσός γαρ έστιν ο βρωτών έχει κράτη ;
Αλλά γιατί εγέλασες, κυρ Πετεινέ;

ΠΕΤ. Διότι ομοίως με τους άλλους και συ, Μίκυλλε, έχεις ψευδή ιδέαν περί των πλουσίων, ενώ έπρεπε να ξέρης, ότι η ζωή των είνε πολύ δυστυχεστέρα από τη δική μας. Σου τα λέγω αυτά εγώ που έγινα πολλάκις και φτωχός και πλούσιος και εγνώρισα όλων των ειδών τη ζωή· μετ' ολίγον καιρόν δε και συ θα γνωρίσης όλα αυτά.
ΜΙΚ. Τώρα είνε η σειρά σου να μου διηγηθής και συ πώς μετεμορφώθης και πώς επέρασες την κάθε σου ζωήν.
ΠΕΤ. Θα σου πω με λίγα λόγια ότι δεν είδα άλλον να ζη πιο ευτυχισμένος από σένα.
ΜΙΚ. Από μένα; Την ευτυχία μου να κάμης! Με αναγκάζεις να σε βρίζω. Αλλ' άρχισε από τον Εύφορβον και πε μου πώς έγινες Πυθαγόρας και έπειτα τα άλλα μέχρι του Πετεινού· διότι θα έχης ιδή και πάθη πολλά εις τις τόσες διαφορετικές ζωές που πέρασες.
ΠΕΤ. Θα εχρειάζετο πολλή ώρα να σου διηγηθώ πώς εις την αρχήν η ψυχή μου εστάλη από τον Απόλλωνα και εισήλθεν εις σώμα ανθρώπου διά να τιμωρηθή. Αυτά ούτε εις εμέ επιτρέπεται να σου είπω, ούτε εις εσέ να τ' ακούσης. Έπειτα έγινα Εύφορβος...
ΜΙΚ. Να μου πης προηγουμένως εάν κι'εγώ μετεμορφώθην άλλοτέ ποτε, όπως εσύ.
ΠΕΤ. Βέβαια.

ΜΙΚ. Και τι ήμουν; Αν μπορής να μου το πης, επιθυμώ πολύ να το μάθω.
ΠΕΤ. Εσύ; Ήσουν μυρμήγκι των Ινδιών από κείνα που βγάζουν το χρυσάφι από την γην.
ΜΙΚ. Και δεν κρατούσα ο κακομοίρης ολίγα κομμάτια από κείνο το χρυσάφι για να τάχω σ' αυτή τη ζωή να μπορέσω να ζήσω; Έπειτα απ' αυτή τη ζωή τι θα γίνω; Θα το ξέρης βέβαια και αυτό, διότι αν μου μέλλεται τίποτε καλλό, θα σηκωθώ τώρα αμέσως να κρεμασθώ από το πάτερο που στέκεσαι.
ΠΕΤ. Δεν υπάρχει τρόπος να το μάθης αυτό. Αφού έγινα Εύφορβος — επανέρχομαι εις την διήγησίν μου — επολέμησα εις την Τρωάδα και αφού μ' εφόνευσε ο Μενέλαος ύστερα από χρόνια έγινα Πυθαγόρας. Έως τότε έμενα άστεγος και επερίμενα να μου φτιάση νέαν κατοικίαν ο Μνήσαρχος.
ΜΙΚ. Κι' εζούσες χωρίς να τρως και να πίνης;

ΠΕΤ. Βέβαια, διότι η τροφή και το ποτόν μόνον στο σώμα χρειάζονται.
ΜΙΚ. Λοιπόν να μου διηγηθής πρώτα τα συμβάντα της Τρωάδος. Όπως τα λέγει ο Όμηρος έγιναν;
ΠΕΤ. Πώς μπορούσε να τα ξέρη αυτός, Μίκυλλε, που όταν εγίνοντο ήτο Καμήλα εις τα Βάκτρα; Εγώ σου λέγω ότι τίποτε δεν υπήρξε τόσον υπερφυσικόν όσον ο Όμηρος τα περιγράφει· ούτε ο Αίας ήτο τόσο μεγαλόσωμος, ούτε και αυτή η Ελένη ήτο τόσον ωραία. Την είδα· ήτον άσπρη με μακρό λαιμό, όπως δύναται κανείς και να συμπεράνη αφού ήτο κόρη κύκνου· κατά τα άλλα ήτο πολύ ηλικιωμένη και σχεδόν ομήλικος με την Εκάβην, αφού ο Θησεύς την έκλεψε πρώτος και την είχεν εις τας Αθήνας κατά την εποχήν του Ηρακλέους, ο δε Ηρακλής είχε κυριεύση προ των Αχαιών την Τροίαν. Αυτά μου τα διηγείτο ο πατέρας μου Πάνθος, ο οποίος εις πολύ νεαράν ήλικίαν είδε, ως έλεγε, τον Ηρακλέα.

ΜΙΚ. Και ο Αχιλλεύς ήτο τόσο τέλειος, ή μύθος είνε και όσα αναφέρουν γι' αυτόν οι ποιηταί;
ΠΕΤ. Με αυτόν δεν συνηντήθην ποτέ εις τας μάχας, Μίκυλλε, ούτε γνωρίζω ακριβώς όσα συνέβαινον μεταξύ των Ελλήνων. Πώς να τα ξέρω που ήμουν εχθρός των; Τον φίλον όμως του Αχιλλέως τον Πάτροκλον δεν εδυσκολεύθηκα να φονεύσω με μια κονταριά.
ΜΙΚ. Έπειτα εσένα σ' εφόνευσε ο Μενέλαος πολύ ευκολώτερα. Αλλά γι' αυτά είπαμε αρκετά, τώρα δε να μου πης για τον Πυθαγόρα.

ΠΕΤ. Διά να είμαι ειλικρινής, πρέπει να σου ομολογήσω ότι ήμουν μάλλον σοφιστής παρά φιλόσοφος· δεν ήμουν όμως απαίδευτος, αλλά εγνώριζα από όλα, εταξείδευσα δε και εις την Αίγυπτον διά να γνωρίσω τους σοφούς και τους προφήτας της χώρας εκείνης κι' εκατέβηκα εις τα άδυτα των ναών, όπου ανέγνωσα και εσπούδασα τας βίβλους του Ώρου και της Ίσιδος· έπειτα επήγα εις την Ιταλίαν, όπου τόσην εντύπωσιν έκαμα εις τους εκεί Έλληνας, ώστε μ' εθεώρησαν ως θεόν.
ΜΙΚ. Τα έχω ακούση αυτά και ότι εθεωρείσο ότι απέθανες και ξανάζησες και ότι μίαν φοράν τους έδειξες ότι είχες μηρόν χρυσόν. Αλλά δεν μου λες πώς σου επήλθεν η ιδέα ν' απαγορεύσης να τρώγουν κρέας και κουκιά οι οπαδοί σου;

ΠΕΤ. Μη εξετάζης αυτά τα πράγματα, Μίκυλλε.
ΜΙΚ. Διατί, κυρ Πετεινέ;
ΠΕΤ. Διότι ντρέπομαι να σου πω την αλήθεια γι' αυτό το πράγμα.
ΜΙΚ. Και όμως δεν έπρεπε να κρύπτης τίποτε από άνθρωπον φίλον και συγκάτοικον· δεν λέγω αφέντην.

ΠΕΤ. Δεν είχε κανένα λόγον σπουδαίον αυτή η απαγόρευσις, αλλ' έβλεπα ότι αν έλεγα τα συνειθισμένα και όμοια με τα λεγόμενα υπό των πολλών, δύσκολα θα προσείλκυα τους ανθρώπους και δύσκολα θα τους έκανα να με θαυμάζουν, ενώ όσον πλέον παράξενα έλεγα και έκανα, τόσον σοβαρώτερος και σοφώτερος θα εθεωρούμην. Διά τούτο επροτίμησα να καινοτομήσω και να λέγω μυστηριώδη πράγματα, ούτως ώστε να τα εξηγούν ο μεν ούτω ο δε άλλως και να θαυμάζουν, όπως συμβαίνει με τους σκοτεινούς χρησμούς. Αλλά δεν σου τώλεγα; Τώρα με περιφρονείς και συ.
ΜΙΚ. Όχι τόσον όσον τους Κροτωνιάτας, τους Μεταποντίνους και Ταραντίνους και τους άλλους που σε ακολουθούσαν άφωνοι από θαυμασμόν κι' επροσκυνούσαν τα ίχνη των ποδιών σου. Αφού δε 'γδύθηκες τον Πυθαγόραν ποίους ενδύθηκες κατόπιν;

ΠΕΤ. Την Ασπασίαν την Μιλησίαν εταίραν.
ΜΙΚ. Τι λες! Ώστε και γυναίκα εκτός των άλλων έγινε ο Πυθαγόρας; Και υπήρξε εποχή που έκανες αυγά συ ο σημερινός πετεινός και συνέζης με τον Περικλήν ως Ασπασία και του εγέννας παιδιά και έξενες μαλλιά και έγνεθες και εφιλαρεσκεύεσο ως εταίρα;
ΠΕΤ. Αυτά δεν συνέβησαν μόνον σ' εμένα, αλλά και εις τον Τειρεσίαν προηγουμένως και εις τον Καινέα τον υιόν του Ελάτου· ώστε αν εμπαίξης εμέ και εκείνους εμπαίζεις.
ΜΙΚ. Και δε μου λες, σου ήτο πλέον ευχάριστον όταν ήσουν άνδρας ή όταν ο Περικλής σε οικονομούσε;

ΠΕΤ. Είνε τώρα ερωτήσεις αυταί; Εις αυτά ούτε ο Τειρεσίας ενόμισε πρέπον ν' απαντήση.
ΜΙΚ. Κι' αν δε μου το πης εσύ, ο Ευριπίδης το εξήγησεν αρκετά, όταν είπεν ότι θα επροτιμούσε να λάβη μέρος εις τρεις μάχας παρά να γεννήση μίαν φοράν.
ΠΕΤ. Και όμως θα έλθη ημέρα, Μίκυλλε, και δεν θα βραδύνη, που θα δοκιμάσης και συ τους πόνους του τοκετού· διότι θα γίνης και συ γυναίκα και μάλιστα πολλές φορές εις το μέλλον.
ΜΙΚ. Μίλα καλά, μωρέ πετεινέ, που νομίζεις ότι όλοι είνε Μιλήσιοι και Σάμιοι. Για σένα λένε ότι όταν ήσουν Πυθαγόρας και ωραίος έφηβος εχρησίμευσες πολλάκις ως Ασπασία εις τον τύραννον της πατρίδος σου. Και μετά την Ασπασίαν άνδρας ή γυναίκα έγινες;
ΠΕΤ. Ο κυνικός Κράτης.

ΜΙΚ. Πολύ απότομος η μεταβολή από εταίρα να γίνης φιλόσοφος.
ΠΕΤ. Έπειτα βασιλεύς, κατόπιν πτωχός, μετ' ολίγον σατράπης, έπειτα άλογο και καλλιακούδα και βάτραχος και χίλια δυο άλλα, τα οποία βαρύνομαι να σου αναφέρω. Επί τέλους έγινα πολλάκις πετεινός, διότι μου αρέσει αυτή η ζωή, και αφού υπηρέτησα πολλούς βασιλείς και πτωχούς και πλουσίους, συζώ τώρα και μ' εσένα και γελώ μαζή σου· διότι σε ακούω καθ' εκάστην να παραπονήσαι και να κλαίγεσαι διά την πενίαν σου και να θαυμάζης τους πλουσίους, διότι δεν γνωρίζεις τι υποφέρουν και αυτοί. Αν ήξευρες τι φροντίδες έχουν, θα γελούσες και μόνος σου με τον εαυτό σου που ενόμισες ότι ο πλούτος δίδει την ευτυχίαν.

ΜΙΚ. Λοιπόν, Πυθαγόρα, ή όπως άλλως θέλεις να σε λέγω — και σε παρακαλώ να μου πης το όνομα που προτιμάς διά να μη σου λέγω διάφορα και γίνεται σύγχυσις.
ΠΕΤ. Το ίδιο κάνει είτε Εύφορβον, είτε Πυθαγόραν ή Ασπασίαν με λες, είτε Κράτητα· διότι όλα αυτά εγώ είμαι. Αλλά το καλλίτερον επί του παρόντος είνε να με λες πετεινόν, αφού πετεινός φαίνομαι, διά να μη υποτεθή ότι περιφρονείς το πουλί ως ασήμαντον, ενώ έχει μέσα του τόσας ψυχάς.
ΜΙΚ. Λοιπόν, πετεινέ, αφού εδοκίμασες όλων σχεδόν των ειδών τις ζωές και εγνώρισες τα πάντα, να μου πης τώρα καθαρά πώς ζουν οι πλούσιοι και έπειτα πώς ζουν οι φτωχοί, διά να ίδω αν λες αλήθεια που θέλεις να με πείσης ότι είμαι πλέον ευτυχής από τους πλουσίους.

ΠΕΤ. Θα σου πω και θα συμφωνήσης μαζή μου. Εσύ, και αν γίνη πόλεμος και οι εχθροί εισβάλλουν, δεν πολυσκοτίζεσαι, ούτε φοβείσαι ότι θα σου θερίσουν τα χωράφια σου και θα σου καταστρέφουν τον κήπον σου και θα σου ερημώσουν τ' αμπέλια σου. Άμα ακουσθή σάλπισμα, δεν έχεις παρά να εξετάσης και να δης πού θα τραβήξης για να σωθής. Οι πλούσιοι όμως και για την ζωήν των φοβούνται και λυπούνται όταν βλέπουν από τα τείχη να διαρπάζωνται τα πλούτη που έχουν εις τους αγρούς. Και αν πρόκειται να γείνη εισφορά, μόνον αυτοί καλούνται να συνεισφέρουν· αν πρόκειται να γίνη εκστρατεία, εκτίθενται πρώτοι εις τον κίνδυνον ως στρατηγοί και αρχηγοί του ιππικού. Συ θα έχης ασπίδα ελαφράν πλεγμένην από λιγαριάν και, αν μεν νικηθήτε, θα είσαι ευκίνητος και ελαφρός διά να σωθής, εάν δε νικήσετε, θα φθάσης να καθήσης πρώτος εις το επινίκειον γεύμα, το οποίον θα παραθέση μετά την θυσίαν ο στρατηγός. Εν καιρώ ειρήνης πάλιν συ θ'ανήκης εις το λαϊκόν κόμμα και εις την συνέλευσιν του λαού θα είσαι τύραννος των πλουσίων, οι οποίοι θα σε φοβούνται και θα σε τρέμουν και με διαφόρους παροχάς θα προσπαθούν να σ' εξευμενίσουν. Εκείνοι φροντίζουν διά να έχης πάντοτε λουτρά και αγώνας και θεάματα και παν ό,τι σ' ευχαριστεί, συ δε είσαι ελεγκτής και επικριτής αυστηρός ως αυθέντης και ούτε γνώμην επιτρέπεις εις αυτούς να έχουν, και, αν σου καπνίση, θα τους λιθοβολήσης ή θα δημεύσης τας περιουσίας των. Ούτε συκοφάντην φοβείσαι συ, ούτε ληστήν μήπως ανέβη τον αυλόγυρον ή τρυπήση τον τοίχον του σπιτιού σου, ούτε κοπιάζεις και σκοτίζεσαι να λογαριάζης ή να ζητής τα οφειλόμενα, ούτε με τους διαχειριστάς και καταχραστάς οικονόμους τσακώνεσαι. Αλλ' άμα ράψης ένα παπούτσι και πάρης επτά οβολούς, σηκώνεσαι το βράδυ και λούεσαι αν θέλης και αγοράζεις μία ρέγκα ή μερικές μαρίδες και ολίγα κρεμμύδια και τρως με όρεξι, πολλάκις δε και με τραγούδια, και φιλοσοφείς με την αγαπητήν πενίαν. Και ακριβώς με αυτήν την ζωήν είσαι υγιής και δυνατός και το σώμα σου αντέχει εις το κρύο· διότι η κακοπάθειες σε τονώνουν και σε κάνουν να υποφέρης εύκολα όσα οι άλλοι θεωρούν ανυπόφορα. Εν γένει δεν σε πιάνει κανέν από τα σοβαρά νοσήματα, αλλά, και αν σούρθη καμμιά φορά κανένας ελαφρός πυρετός δεν τον αφήνεις να σε κυριεύση, αλλ' αφού τον υποφέρεις ολίγον, σηκώνεσαι και τον τινάζεις πέρα, αυτός δε φεύγει τρομασμένος που σε βλέπει να πίνης κρύο νερό και ν' αδιαφορής τελείως δι' όσα λέγουν οι γιατροί. Οι πλούσιοι όμως τι δεν παθαίνουν από την πολυφαγίαν των, τι ποδάγρες, τι φθίσεις, τι περιπνευμονίας και υδροπικίας; Διότι αυτά είνε αποτελέσματα των πολυτελών γευμάτων. Οι περισσότεροι από αυτούς υψώνονται όπως ο Ίκαρος και πλησιάζουν εις τον ήλιον, χωρίς να σκέπτωνται ότι τα πτερά των είνε κολλημένα με κερί και ούτω πολλάκις πίπτουν με πολύν πάταγον και κατακέφαλα στη θάλασσα. Όσοι όμως, μιμούμενοι τον Δαίδαλον, δεν ψηλοπετούν, αλλά πηγαίνουν χαμηλά, ώστε να διατηρήται υγρό το κερί, ως επί το πολύ πετούν ασφαλώς.
ΜΙΚ. Εννοείς τους μετριόφρονας και τους φρονίμους.

ΠΕΤ. Των άλλων όμως τα ναυάγια, Μίκυλλε, είνε πολύ αξιοθρήνητα και πολύ γελοία. Ούτω ο Κροίσος εκίνησε τον γέλωτα των Περσών, όταν ηττημένος και χωρίς πτερά πλέον ανέβη εις την πυράν, και ο Διονύσιος ο τύραννος, όταν κατελύθη η τυραννίς εις την Κόρινθον και ηναγκάσθη να γίνη δάσκαλος, και να διδάσκη τα παιδιά να συλλαβίζουν.
ΜΙΚ. Πες μου τώρα, κυρ πετεινέ, όταν ήσουν βασιλιάς — διότι ως είπες και εβασίλευσες κάποτε — πώς σου εφάνη αυτή η ζωή; Βέβαια θα ήσουν πολύ ευτυχής, αφού αυτή είνε η μεγαλειτέρα ευτυχία.
ΠΕΤ. Μη μου τα ενθυμίζης, Μίκυλλε, διότι ήμουν πολύ δυστυχής τότε· οι άλλοι με ενόμιζαν, όπως είπες, πολύ ευτυχή, εγώ δε είχα του κόσμου τας στενοχωρίας.
ΜΙΚ. Τι είδους στενοχωρίας; Αυτά μου φαίνονται παράξενα και απίστευτα.

ΠΕΤ. Εβασίλευα εις χώραν εκτεταμένην και πλουσίαν, η οποία διεκρίνετο και διά τον πληθυσμόν της και διά τας ωραίας της πόλεις, είχε δε και ποταμούς πλωτούς και θάλασσαν με καλούς λιμένας. Είχα και στρατόν πολύν και ιππικόν συντεταγμένον και σωματοφύλακας όχι ολίγους και πολεμικόν ναυτικόν και χρήματα αναρίθμητα και πολυπληθή χρυσά σκεύη και πολύν μεγαλοπρέπειαν και πολυτέλειαν. Όταν εξηρχόμουν, ο λαός μ' επροσκύνα και μ' εθεώρει ως θεόν και έτρεχαν πατείς με πατώ σε διά να με δουν, άλλοι δε ανέβαιναν εις τις στέγες και εθεώρουν ως σπουδαίον κατόρθωμα να ίδουν από κοντά το αμάξι μου, τον μανδύαν μου τον βασιλικόν, το διάδημα και τους προπορευόμενους και ακολουθούντας δορυφόρους. Εγώ δε, που εγνώριζα πόσας θλίψεις και στενοχωρίας είχα, εσυγχωρούσα εκείνους διά την άγνοιάν των, αλλ' ελεεινολογούσα τον εαυτόν μου και τον παρωμοίαζα με τα κολοσσιαία αγάλματα που έκαμαν ο Φειδίας, ο Μύρων και ο Πραξιτέλης· και από αυτά έκαστον απ' έξω μεν είνε Ποσειδών ή Ζευς από χρυσόν και ελέφαντα κατεσκευασμένος, ο οποίος κρατεί κεραυνόν ή αστραπήν ή τρίαιναν· αλλ' αν εξετάσης το εσωτερικόν του, θα ίδης μοχλούς και γόμφους και καρφιά, οι οποίοι τον διατρυπούν, και ξύλα και σφήνας και πίσσαν και πηλόν και πολλήν άλλην ασχημίαν κρυπτομένην εντός αυτού. Παραλείπω το πλήθος των ποντικών και των μυγαλών που κατοικεί εντός αυτών ενίοτε. Κάτι παρόμοιον είνε και η βασιλεία.

ΜΙΚ. Δεν μου είπες όμως ποιά είνε όσα αποτελούν τον πηλόν και τους μοχλούς και τους γόμφους της εξουσίας, ουδέ τι είνε η πολλή εκείνη ασχημία. Το να σε θαυμάζουν όταν εξέρχεσαι, να βασιλεύης επί τόσων ανθρώπων και να σε προσκυνούν, τελείως ταιριάζει εις το κολοσσιαίον παράδειγμα που είπες. Αλλά λέγε τώρα και τα εσωτερικά του κολοσσού.
ΠΕΤ. Τι να σου πω πρώτον και τι δεύτερον, Μίκυλλε; Τους φόβους και τας ανησυχίας, τας υποψίας, το μίσος και τας επιβουλάς εκείνων που σε πλησιάζουν και σε περιστοιχούν; Εξ αιτίας τούτων κοιμάσαι ολίγον και διακεκομμένον ύπνον και βλέπεις όνειρα ταραχώδη, αι σκέψεις σου είνε τεταραγμέναι πάντοτε, γεμάται από φόβους και ανησυχίας. Έπειτα έχεις τόσους περισπασμούς και φροντίδας διά την απονομήν της δικαιοσύνης και διαπραγματεύσεις και εκστρατείας και διαταγάς και συνθήκας και συμβούλια, τα οποία δεν σ' αφήνουν ούτε εις τα όνειρά σου ν' απολαύσης καμμίαν ευχαρίστησιν, αλλ' είνε ανάγκη μόνος σου να εξετάζης τα πάντα και να έχης του κόσμου τις σκοτούρες.
    Ουδέ γαρ Ατρείδην Αγαμέμνονα
    ύπνος έχε γλυκερός πολλά φρεσιν ορμαίνοντα, 

ενώ όλοι οι άλλοι Αχαιοί ερροχάλιζαν. Και ο μεν βασιλεύς των Λυδών λυπείται διότι ο υιός του είνε κωφάλαλος, τον δε βασιλέα των Περσών ανησυχεί ο Κλέαρχος συναθροίζων μισθοφόρους υπέρ του Κύρου. Άλλος ηγεμών ταράσσεται επειδή βλέπει τον Δίωνα να κρυφομιλή με μερικούς από τους Συρακουσίους και άλλος δεν υποφέρει ακούων να επαινήται ο Παρμενίων και ο Πτολεμαίος διά τον Περδίκκαν και ο Σέλευκος διά τον Πτολεμαίον. Εκτός τούτου σε λυπεί η ιδέα ότι το πρόσωπον το οποίον αγαπάς, εξ ανάγκης και όχι από αγάπης δέχεται τον έρωτά σου και ότι η παλλακίς σου αγαπά άλλον· ή μανθάνεις ότι σου ετοιμάζουν στάσιν ή τινές εκ των δορυφόρων σου εθεάθησαν να κρυφομιλούν. Και το σπουδαιότερον είνε ότι ευρίσκεσαι εις την ανάγκην να υποπτεύης και τους φιλτάτους σου και να φοβήσαι πάντοτε ότι κάποιος μέγας κίνδυνος θα σου έλθη εξ αυτών, διότι γνωρίζεις βασιλείς τους οποίους εδηλητηρίασαν τα παιδιά των ή το πρόσωπον το οποίον ερωτεύοντο και φοβείσαι μήπως αποθάνης κατά τον αυτόν τρόπον.

ΜΙΚ. Αλήθεια είνε φοβερά αυτά που λες, κυρ πετεινέ. Και τώρα εννοώ ότι είμαι πολύ ασφαλέστερος να κόφτω και να ράβω παπούτσια παρά να πίνω από χρυσήν φιάλην κρασί εις το οποίον έχει αναμιχθή κώνειον ή άλλο δηλητήριον. Ο μόνος κίνδυνος που διατρέχω εγώ είνε να ξεφύγη το σουβλί να μου τρυπήση το δάκτυλον και να βγάλω ολίγον αίμα· αυτοί όμως, ως λες, συντρώγουν με τον Θάνατον και η ζωή των είνε γεμάτη από δυστυχίαν. Και όταν ξεπέφτουν, ομοιάζουν με τους τραγικούς ηθοποιούς, τους όποιους βλέπομεν άλλοτε μεν ως Κέκροπας, Σισσύφους ή Τηλέφους στολισμένους με διαδήματα και ξίφη ελεφαντοκόσμητα και μανδύαν χρυσοκέντητον και μαλλιά μακρυά που κυματίζουν· αν δε συμβή — και συμβαίνει πολλάκις — να σκοντάψη κανείς από αυτούς και να πέση εις το μέσον της σκηνής, αρχίζουν και γελούν οι θεαταί, διότι το προσωπείον του μαζή με το διάδημα σπάζει και η αληθινή κεφαλή του ηθοποιού ματώνει, συγχρόνως δε τα σκέλη του παρουσιάζονται γυμνά και φαίνονται μέσα από το βασιλικόν ενδύμα τα πραγματικά του φορέματα, τα οποία είνε κουρέλια ελεεινά, φαίνονται δε και τα θεατρικά υποδήματα, τα οποία είνε τόσον άσχημα και τόσον δυσανάλογα προς το πόδι. Βλέπεις, αγαπητέ πετεινέ, ότι μ' εδίδαξες και κάνω και εγώ τώρα καλάς παρομοιώσεις; Τέλος πάντων τοιαύτη είνε η βασιλεία· αλλά δεν μου λες τώρα, όταν ήσουν άλογο ή σκύλλος, ψάρι ή βάτραχος, πώς σου εφαίνετο εκείνη η ζωή;

ΠΕΤ. Μου κάνεις ερώτησιν η οποία απαιτεί μακράν απάντησιν και δεν έχομεν καιρόν. Αλλ' αν θέλης να σου ειπώ με λίγα λόγια, δεν υπάρχει ζωή που να μη είνε ευτυχεστέρα από την ζωήν του ανθρώπου και περισσότερον σύμφωνος με την φύσιν και περιωρισμένη εις τα φυσικά όρια· ίππον τοκογλύφον ή συκοφάντην βάτραχον ή καρακάξαν σοφιστήν ή μάγειρον κώνωπα ή πετεινόν κίναιδον δεν θα εύρης, ούτε τίποτε άλλο από τα γελοία τα οποία βλέπομεν μεταξύ των ανθρώπων.
ΜΙΚ. Αυτά ίσως είνε αληθινά, κυρ πετεινέ. Αλλ' εγώ δεν 'ντρέπομαι να σου ομολογήσω τι μου συμβαίνει· μου είνε αδύνατον να ξεμάθω την επιθυμίαν που είχα από τα παιδικά μου χρόνια να γείνω πλούσιος· και το όνειρον μου μένει ακόμη μπροστά στα μάτια μου με όλο εκείνο το χρυσάφι. Σκάζω δε από ζήλεια, όταν συλλογίζωμαι ότι απολαμβάνει τόσα πλούτη ο παλιάνθρωπος ο Σίμων.
ΠΕΤ. Εγώ θα σε θεραπεύσω από αυτήν την αρρώστεια, Μίκυλλε· και αφού είνε νύκτα ακόμη, σήκω και ακολούθησε με· θα σε πάω εις το σπίτι αυτού του Σίμωνος και εις τα σπίτια άλλων πλουσίων, για να 'δης ποία είνε η κατάστασίς των.

ΜΙΚ. Πώς θα 'δω αφού είνε κλειστά τα σπίτια; μήπως θα με βάλης να τρυπήσω τοίχους;
ΠΕΤ. Όχι, αλλ' ο Ερμής, εις τον οποίον είμαι αφιερωμένος, μου έχει δώση ένα χάρισμα· εάν κανείς αφαιρέση το μακρότερον πτερόν της ουράς μου, το οποίον είνε τόσο μαλακόν, ώστε είνε λυγισμένον. . . .
ΜΙΚ. Μα έχεις δύο τέτοια.
ΠΕΤ. Εννοώ το δεξιόν. Εις όποιον επιτρέψω να το αποσπάση και να το κρατή, θα έχη την δύναμιν ν' ανοίγη κάθε θύραν που θέλει και να βλέπη τα πάντα χωρίς να τον βλέπουν.
ΜΙΚ. Δεν τώξερα ότ' είσαι και μάγος. Αλλ' αν μου δώσης τέτοια δύναμιν, θα 'δης εντός ολίγου όλα τα αγαθά του Σίμωνος να έλθουν εδώ· θα τα μετακομίσω· αυτός δε πάλιν θ' αρχίση να δαγκώνη τα πετσιά για να τα τεντώνη.
ΠΕΤ. Αυτό δεν επιτρέπεται να γίνη· διότι ο Ερμής μου παρήγγειλε, αν κάμη τίποτε τοιούτον αυτός που έχει το πτερόν, να κράξω και να τον προδώσω.
ΜΙΚ. Δυσκολεύομαι να το πιστεύσω αυτό· αφού ο Ερμής είνε κλέπτης, πώς δεν θέλει να κλέπτουν οι άλλοι; Ας πάμε όμως και θα προσπαθήσω να μη 'γγίξω στο χρυσάφι.
ΠΕΤ. Τράβηξε πρώτα το πτερόν. . . . Τι έκαμες; Και τα δυο τα έβγαλες;
ΜΙΚ. Έτσι είμαι πιο σίγουρος και για σένα θα είνε μικρότερα η ασχημία, γιατί δεν θα γέρνης και δεν θα κουτσαίνης από το ένα μέρος της ουράς.
ΠΕΤ. Ας είνε. Εις του Σίμωνος θα πάμε πρώτα ή εις άλλον πλούσιον;
ΜΙΚ. Όχι στου Σίμωνος, που, αφού επλούτισε, του φαίνεται μικρόν το δισύλλαβον όνομά του και τώκαμε τετρασύλλαβον. Αλλ' εφθάσαμεν εις την πόρτα του. Τι πρέπει να κάμω τώρα;
ΠΕΤ. Βάλε το πτερόν στην κλειδαρότρυπα.
ΜΙΚ. Ορίστε. Ω Θεέ μου, άνοιξε η πόρτα σαν να ήτο το φτερό κλειδί.
ΠΕΤ. Πήγαινε 'μπρός. Τον βλέπεις πώς αγρυπνεί και λογαριάζει;
ΜΙΚ, Τον βλέπω· δίπλα σ' ένα λυχνάρι διψασμένο που μόλις φέγγει. Είνε κατακίτρινος, αδύνατος και λυωμένος, από τις φροντίδες βέβαια· δεν ήκουσα να είνε άρρωστος.
ΠΕΤ. Άκουσε τι λέγει και θα εννοήσης πως είν' έτσι.

ΣΙΜΩΝ. Τα εβδομήντα τάλαντα είνε καλά κρυμμένα και θαμμένα κάτω από το κρεββάτι και κανείς δεν ξέρει τίποτε· τα δεκάξη όμως μου φαίνεται ότι τα είδε ο Σωσύλος όταν τάκρυβα κάτω από την φάτνην και γι' αυτό όλο στο σταύλο βρίσκεται, ενώ άλλοτε ήτο τεμπέλης και πολύ ολίγον εφρόντιζε για τη δουλειά του. Φαίνεται δε ότι μου έχουν κλέψη πολλά, αλλοιώτικα που βρήκε τα χρήματα ο Τίβιος και αγόρασε χθες, ως ήκουσα, τόσο μεγάλα παστόψαρα κ' επήρε της γυναίκας του σκουλαρίκια πέντε δραχμών; ω δυστυχία μου, με ληστεύουν. Αλλά και τα σκεύη μου τα πολύτιμα δεν είνε ασφαλισμένα εκεί που τα έχω και είνε τόσα πολλά. Φοβούμαι μήπως κανείς τρυπήση τον τοίχον και τα κλέψη. Πολλοί με φθονούν και με κατατρέχουν και περισσότερον από όλους ο Μίκυλλος ο γείτονας.

ΜΙΚ. Σου μοιάζω· σαν κι' εσένα κλέβω κι' εγώ τα πιάτα.
ΠΕΤ. Σώπα, Μίκυλλε, να μη μας ακούση.
ΣΙΜ. Το καλλίτερο είνε να μη κοιμούμαι και να κάθωμαι να τα φυλάττω όλα. Και τώρα ας σηκωθώ να κάμω ένα γύρο στο σπίτι. Ποιος είνε εκεί; Σε βλέπω κλέφτη... αλλ' όχι είνε στύλος. Καλά. Πρέπει να ξεθάψω και να μετρήσω πάλιν τα χρήματα για να δω μήπως έχω κάμη κανένα λάθος. Αλλ' ακούω πάλιν θόρυβον· τι συμβαίνει; με πολιορκούν και με κατατρέχουν όλοι. Πού είνε το μαχαίρι μου; Αν πιάσω κανένα... Ας θάψω πάλιν τα χρήματα.
ΠΕΤ. Είδες, Μίκυλλε, την κατάστασιν του Σίμωνος. Ας πάμε τώρα και εις άλλον, ενόσω είνε ακόμη ολίγη νύκτα.
ΜΙΚ. Τι ζωή περνά ο κακομοίρης! Μόνο οι εχθροί μου θα ήθελα να έχουν τέτοια ευτυχία. Αλλά πριν φύγω θέλω να του δώσω ένα σκαμπίλι.
ΣΙΜ. Ποιός μ' εκτύπησε; Με ληστεύουν τον δυστυχή.
ΜΙΚ. Σκούζε και ξενύχτα, λυώνε κοντά στο χρυσάφι και παίρνε το χρώμα του. Εμείς δε ας πάμε, αν θέλης, εις του Γνίφωνος του τοκιστού. Δεν είνε μακράν απ' εδώ το σπίτι του.-Μας άνοιξε και αυτή η θύρα.

ΠΕΤ. Τον βλέπεις και αυτόν πώς αγρυπνά από τας φροντίδας. Κάθεται, και λογαριάζει τους τόκους και βλέπει τα δάκτυλα του πώς έχουν μείνη πετσί και κόκκαλο. Και μετ' ολίγον καιρόν θα ταφήση όλα αυτά για να γίνη βρωμούσα ή σκνίπα ή σκυλόμυγα.
ΜΙΚ. Τον βλέπω τον κακομοίρη και ανόητον άνθρωπον, που και τώρα δεν ζη καλλίτερα από την βρωμούσαν ή την σκνίπαν. Πάμε τώρα εις άλλον.
ΠΕΤ. Πάμε, αν θέλης, εις τον δικόν σου τον Ευκράτην.-Ιδού ήνοιξε και αυτή η θύρα· ώστε πάμε μέσα.
ΜΙΚ. Όλα αυτά προ ολίγου ήσαν δικά μου.
ΠΕΤ. Ακόμη ονειρεύεσαι τα πλούτη; Λοιπόν κύτταξε τον Ευκράτην τι παθαίνει από τον δούλον του, γέρων άνθρωπος.
ΜΙΚ. Τι αίσχος και ατιμία τερατώδης! Και από το άλλο μέρος η γυναίκα του τον κερατόνει με τον μάγειρον.
ΠΕΤ. Λοιπόν θέλεις να τα κληρονομήσης και αυτά και να γίνης καθ' όλα όμοιος με τον Ευκράτην;
ΜΙΚ. Όχι, αδερφέ, όχι· καλλίτερα να πάω από πανούκλα· αν πρόκειται να καταντήσω έτσι. Στον άνεμο το χρυσάφι και τα πλούσια γεύματα. Προτιμώ να έχω μόνο δυο οβολούς, παρά να με κλέφτουν οι υπηρέται.
ΠΕΤ. Επειδή αρχίζει να ξημερώνη, ας πάμε πίσω στο σπίτι μας· κι' άλλη φορά βλέπεις και άλλων πλουσίων την κακομοιριά.

Λουκιανός, σε απόδοση Ιω.Κονδυλάκη

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΟΥΛΑΣ "ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ"

Από τις εκδόσεις ΑΓΓΕΛΑΚΗ κυκλοφορεί μιά νέα ποιητική συλλογή του ιδιαιτέρως ταλαντούχου, αντισυμβατικού, συγγραφέα, ποιητή και λογοτέχνη Γιώργου Κατσούλα, ενός νέου ανθρώπου, μόλις 34 ετών που ήδη έχει καταγράψει αξιόλογο έργο με 15 θεατρικά, 2 νουβέλες, 1 μυθιστόρημα, 2 πιλότους για τηλεοπτικές σειρές , μονολόγους, δοκίμια, μελέτες, κριτικές και περίπου 80 ποιήματα.
Η περίπτωσή του είναι πραγματικά ξεχωριστή και έχοντας την ευκαιρία να γνωρίσουμε το έργο του , ομολογούμε πως εντυπωσιαστήκαμε από την ευαισθησία και την τρυφερότητα ενός νέου ανθρώπου που κατάφερε να διατηρήσει την μαχητικότητα, τον κοινωνικό προβληματισμό του , την ιδεολογική του ταυτότητα ,αλλά και το όνειρό του , χωρίς να συνθλιβεί από την ασφυκτική και εξοντωτική καθημερινότητα του  ανθρώπου της βιοπάλης στην Ελλάδα των μνημονίων και της ανθρωπιστικής κρίσης.
Απ΄το βιογραφικό του διαβάζουμε " Γεννήθηκε στις 16-2-1981 στην Αθήνα και τελείωσε το τεχνικό λύκειο Ν. Ιωνίας σαν πολύ µέτριος µαθητής. Σπούδασε για έναν χρόνο σκηνοθεσία στη σχολή της Ευγενίας Χατζίκου και θεωρείται ένας από τους µεγαλύτερους συλλέκτες στην κινηµατογραφική µουσική.
Φύση ιδιόρρυθµη, πότε µελαγχολική και µοναχική και πότε έντονη και παθιασµένη. Ο πολύ δύσκολος και εριστικός χαρακτήρας και η εκκεντρική προσωπικότητά του, του δηµιούργησαν πολλά προβλήµατα στους χώρους δουλειάς µε αποτέλεσµα ν' αλλάξει πολλές δουλειές. Έχει εργασθεί σαν µικροπωλητής σε γυναικεία καλλυντικά στους δρόµους της Αθήνας, σαν πλασιέ ιατρικών βιβλίων, σαν χρηµατοοικονοµικός σύµβουλος στην O.V.B., σε συνεργείο αυτοκινήτων, σε εργοστάσιο αλουµινίων, σε περίπτερο, στην τηλεόραση σαν φροντιστής στο "Βέρα στο δεξί", στα καλλιστεία Miss Ύδρα, στο θέατρο στις παιδικές παραστάσεις - Ο µικρός πρίγκιπας, Μόµο και οι Μάγοι του χρήµατος - όλες του Χρήστου Κόκκινου, σε φυλλάδια, λαντζιέρης σε catering και βοηθός σερβιτόρου σε καφετερίες και εστιατόρια της Αθήνας.
Ο δύστροπος και επιθετικός του χαρακτήρας και οι ψυχολογικές του µεταπτώσεις είναι κάτι το οποίο φαίνεται και στα έργα του καθότι κανένας χαρακτήρας δεν είναι άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Είναι άνθρωποι που ή έχουν τα πάντα ή δεν έχουν τίποτα. Ή αγωνίζονται για να αποκτήσουν τα πάντα ή αγωνίζονται για να ξεφύγουν από τον πάτο. Ο Κατσούλας στα βιβλία του περιγράφει µια µάχη. Έναν πόλεµο. Είναι η µάχη "των σκλάβων" απέναντι στους καταπιεστές τους. Σ' αυτή όµως τη µάχη δεν τον ενδιαφέρει η νίκη ή η ήττα. Αυτό περνάει πολλές φορές εκτός κάδρου. Εκείνο που τον νοιάζει, είναι ο αγώνας που δίνει ο καθένας. Με τι όπλα πολεµάει, πώς πολεµάει, τι σκέπτεται, τι νοιώθει, τι ονειρεύεται, τι ελπίζει."

Από την τελευταία αυτή συλλογή του "Του ΄Ερωτα και του Πολέμου" παραθέτουμε δύο χαρακτηριστικά  ποιήματα, ένα του " πολέμου" και ακόμα ένα του "έρωτα"

ΝΑ ΦΤΑΣΕΙΣ

Να φτάσεις κάπου και όχι παντού.
Να φτάσεις τώρα και όχι μετά.
Να φτάσεις εδώ και όχι αλλού.
Να φτάσεις λάθος και όχι τέλειος.

Να φτάσεις σε μιά ζωή και όχι σε μιά στιγμή.
Να φτάσεις εσύ και όχι οι άλλοι.
Να φτάσεις όλοι και όχι εσύ.
Τα λάθη του παρελθόντος να είναι οδηγός σου
Κυρίως όμως...

Να φτάσεις βαθιά και όχι ψηλά.

ΠΟΙΗΜΑ

Για άσε με να σε δω.

Ποίημα. ΄Ενα ποίημα. Αυτό είσαι.
Ποίημα μεγαλόπνοο.  Βαθυστόχαστο.
Πανανθρώπινο. Σμαραγδένιο.
Μα εγώ αγράμματος.
Πώς να σε καταλάβω;
Πρέπει να σε διαβάσω.
Μα μιά φορά δεν είναι αρκετή.
Πρέπει να σε διαβάσω
ξανά και ξανά.
Πρέπει όμως με προσοχή
να το κάνω.
Να σταθώ στην κάθε σου σελίδα
μέρες ολόκληρες.
Την κάθε λέξη να κοιτάζω 
νύχτες συνεχόμενες.
Στο κάθε γράμμα να μείνω
ώρες παγωμένες.
Τον κάθε τόνο 
το κάθε κόμμα
την κάθε τελεία
να επεξεργαστώ
σαν τέτοιος αγράμματος που είμαι.
Να σε διαβάσω πρέπει ξανά και ξανά.
Θα σε διαβάσω τρυφερά, συγκεντρωμένα
παιχνιδιάρικα.
Μα πάλι δεν θα σε καταλάβω.
΄Ετσι αγράμματος που είμαι.
Και τώρα; Τι να κάνω ο έρμος;
΄Ενα μόνο. ΄Ενα μόνο να κάνω.
Να σε διαβάσω ξανά και ξανά,
ξανά και ξανά.

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

ΓΚΥΝΤΕΡ ΓΚΡΑΣ " Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ"

"Grass" από τον Florian K - Bild:Grass.jpg. Υπό την άδεια CC BY-SA 3.0 μέσω Wikimedia Commons - http://commons.wikimedia.org/wiki/File:Grass.JPG#/media/File:Grass.JPG


"Στο χάος κοντά, γιατί δεν συμμορφώθηκε στις αγορές· κι Εσύ μακριά από τη Χώρα, που Σου χάρισε το λίκνο.
Οσα Εσύ με την ψυχή ζήτησες και νόμισες πως βρήκες, τώρα θα καταλυθούν, και θα εκτιμηθούν σαν σκουριασμένα παλιοσίδερα.
Σαν οφειλέτης διαπομπευμένος και γυμνός, υποφέρει μια Χώρα· κι Εσύ, αντί για το ευχαριστώ που της οφείλεις, προσφέρεις λόγια κενά.
Καταδικασμένη σε φτώχεια η Χώρα αυτή, που ο πλούτος της κοσμεί Μουσεία: η λεία που Εσύ φυλάττεις.
Αυτοί που με τη δύναμη των όπλων είχαν επιτεθεί στη Χώρα την ευλογημένη με νησιά, στον στρατιωτικό τους σάκο κουβαλούσαν τον Χέλντερλιν.
Ελάχιστα αποδεκτή Χώρα, όμως οι πραξικοπηματίες της, κάποτε, από Εσένα, ως σύμμαχοι έγιναν αποδεκτοί.
Χώρα χωρίς δικαιώματα, που η ισχυρογνώμονη εξουσία ολοένα και περισσότερο της σφίγγει το ζωνάρι.
Σ' Εσένα αντιστέκεται φορώντας μαύρα η Αντιγόνη, και σ' όλη τη Χώρα πένθος ντύνεται ο λαός, που Εσένα φιλοξένησε.
Ομως, έξω από τη Χώρα, του Κροίσου οι ακόλουθοι και οι όμοιοί του όλα όσα έχουν τη λάμψη του χρυσού στοιβάζουν στο δικό Σου θησαυροφυλάκιο.
Πιες επιτέλους, πιες! κραυγάζουν οι εγκάθετοι των Επιτρόπων· όμως ο Σωκράτης, με οργή Σου επιστρέφει το κύπελλο γεμάτο ώς επάνω.
Θα καταραστούν εν χορώ, ό,τι είναι δικό Σου οι θεοί, που τον Ολυμπό τους η δική Σου θέληση ζητάει ν' απαλλοτριώσει.
Στερημένη από πνεύμα, Εσύ θα φθαρείς χωρίς τη Χώρα, που το πνεύμα της, Εσένα, Ευρώπη, εδημιούργησε."

Το ποίημα μελοποιήθηκε από το μουσικό σχήμα Arpeggiosmp από τη Θεσαλονίκη, τον Ιουνιο του 2012 και γράφτηκε από τον νομπελίστα Γερμανό συγγραφέα και διανοούμενο Γκύτερ Γκρας που έφυγε από τον κόσμο μας σήμερα σε ηλικία 87 ετών. ΄Ενας μεγάλος φίλος της Ελλάδας  χάθηκε αφήνοντας δυσαναπλήρωτο  κενό.

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

ΠΕΡΠΕΡΟΥΝΑ - ΠΕΡΠΕΡΙΑ




Οι δεήσεις προς τον Θεό και οι προσευχές με λιτανείες που τελούνταν σε όλη τη χώρα, προσέλαβαν από την Βυζαντινή εποχή χαρακτήρα κατηφή και μονότονο. Σπάνια παρατηρεί κάποιος να διατηρείται στο λαό, η εύθυμη και χαρωπή προς το θείο ικεσία που ήταν τόσο συνηθισμένη στην αρχαιότητα. Η Περπερούνα, στη Μακεδονία, Θεσσαλία και ΄Ηπειρο που γίνεται για την απόλαυση βροχής είναι ευτυχώς μία  απ΄αυτές.

΄Οταν για καιρό δεν βρέξει μαζεύονται τα παιδιά όλα του χωριού και σηκώνουν στο κεφάλι τους ένα παιδί οκτώ έως δέκα ετών, φτωχό και επί το πλείστον ορφανό, γιατί πιστεύουν πως τις δεήσεις αυτών των παιδιών τις ακούει καλύτερα ο Θεός. Το στολίζουν με άνθη και χόρτα τραγουδώντας το τραγουδάκι που ακολουθεί και περνούν απ' όλα τα σπίτια του χωριού, σταματώντας σε κάθε ένα ψάλλοντας. Η οικοδέσποινα χύνει στο κεφάλι του παιδιού νερό , υπονοώντας πως επίσης ο Θεός θα πρέπει να στείλει βροχή και του δίνει ένα παρά. Τα παιδιά αφού περάσουν απ΄όλα τα σπίτια μετά διαλύονται.

Θεσσαλία – Μακεδονία

Περπερούνα περπατεί
Τον Θεόν παρακαλεί.
Θέ μου βρέξε μια βροχή,
Μια βροχή μια σιγανή,
Να φυτρώσουν και ν΄ανθίσουν
Και τον κόσμο να πλουτίσουν
Τα σιτάρια, τα μπαμπάκια,
Τα δροσερά χορταράκια.
Μπόρες μπόρες το νερό
Και το γέννημα σωρό,
Κάθε στάχυ, και κιλό
Κάθε κούρβλον και φορτιό.


(άλλη παραλλαγή)

Περπερούνα περπατεί
Για βροχή παρακαλεί.
Κύριε βρέξε μια βροχή,
Μια βροχή καματερή.
Μπόρες, μπόρες τα νερά
Λίμνες λίμνες τα κρασιά.
Κάθε τούτσορο καλάθι,
Κάθε στάχυ και ταγάρι,
Για να σκάζ΄ο αλεβράς,
Γιατί δεν πωλεί ‘κριβά.
Και να χαίρετ΄ο φτωχός
Μ΄όλη του τη φαμελιά.

(άλλη παραλλαγή)

Περπεριά δροσολογιά,
Δρόσισε τη γειτονιά.
Και στους δρόμους περπατεί
Τον Θεόν παρακαλεί.
Θεέ μου βρέξε μια βροχή,
Μια βροχίτσα σιγανή,
Να καρπίσουν τα χωράφια
Και ν΄ανθίσουν τα΄αμπελάκια,
Τα σπαρτά μας να ψωμίσουν
Και τον κόσμο να πλουτίσουν
Τα σιτάργια τα κριθάρια,
Καλαμπόκια και μπαμπάκια,
Βρίζες , ρύζια ,σταφυλάκια,
Εις τους κήπους μας χαρές
Κ’ οι βροχές μας δροσερές.
Μπόρες  μπόρες το νερό
Και το γέννημα σωρό,
Κάθε στάχυ και κιλό,
Κάθε κούρβαλο φορτιό,
Έξω ξέρα και πτωχειά
Μέσα δρόσος και βλογιά

‘ Ομοιες τελετές υπάρχουν στη Σερβία , όπου κόρη, Dodala επονομαζόμενη, περιφέρεται εν πομπή. Ψάλλουν τότε το εξής άσμα βροχής επιφωνούντες στο τέλος κάθε στίχου Oj dodo oj dodo le!

Τον Θεόν παρακαλεί η doda μας
Για να ρίξει μια βροχή
Να βραχούν όλ’ οι αγροί,
Όλοι οι αγροί, και όλ΄οι λάκοι,
Και οι δούλοι του σπιτιού.  

                                                    Η ΣΕΡΒΙΚΗ ΠΕΡΠΕΡΟΥΝΑ


Στη Γερμανία νέα κόρη στολιζόταν με υοσκύαμο ( φυτό φαρμακευτικό από το Υς= χοίρος και κύαμος= κουκί) και  έφθανε με πομπή κοριτσιών μέχρι τον ποταμό. Εκεί την έρραιναν με νερό . Στη Βλαχία τα παιδιά όταν επικρατεί ξηρασία και είναι ανάγκη βροχής για την ευφορία των γεννημάτων, μαζεύονται και τραγουδούν ανάλογο άσμα Papaluga , όπως επίσης και σε άλλες χώρες συναντάμε παρόμοια άσματα, αν και δεν συνοδεύονται από τελετές.
Στη Σερβία και Γερμανία κατά τον μεσαίωνα, επικαλούνταν σε λιτανεία βροχή από τον ΄Αγιο Ηλία και την Θεοτόκο Μαρία, με γυμνά πόδια, όπως ένα χρονικό αναφέρει.
Αυτό μας θυμίζει ρωμαϊκή τελετή, κατά την οποία γυμνόποδες πολίτες ζητούσαν βροχή από τον Δία (nudis pedibus Jovem auam exorabant.)

Oι προς τον Θεό δεήσεις για βροχή ήταν συνήθεις και στους αρχαίους ΄Ελληνες. Ο Μάρκος Αντωνίνος αναφέρει την εξής ευχή των Αθηναίων «ύσον, ύσον, ώ φίλε Ζευ, κατά της αρούρας της Αθηναίων και των πεδίων» σε επιγραφή στην Αττική διαβάζουμε «΄Υε, κύε , υπέρκυε». Ο τύπος ύε, κύε ανήκει στις τελετές των Ελευσινίων μυστηρίων και συνδέεται μάλλον με την εις τον Διόνυσο αποδιδόμενη αρχαιότατη επωνυμία Ϋης. Εκτός αυτών ο  Ζευς μεταξύ άλλων θεωρείτο ο πέμπων την βροχή, εξού και ΄Ομβριος ή Υέτιος.( Ύε δ΄άρα Ζευς (Ιλιαδ. Μ 25)  . Εικόνα υπήρχε στην Ακρόπολη των Αθηνών, που απεικόνιζε τη Γη να ζητά βροχή από τον Δία (Παυσανίας)

Η λέξη δηλώνει τη στολισμένη κόρη και συγχρόνως και την τελετή, είναι περπερούνα και περπεριά, σπανίως δε κατά παρεξήγηση παππαρούνα. Ο Κind αναφέρει αρκετές της λέξης παραλλαγές από παραφθορά,  ως Περπηρίνα, Πυπηρούνα, Παρπαρούνα, Περπερίνα. Περπερίες, είναι και οι πέντε πομπές  που στέλνονταν στην αρχαιότητα από τους Υπερβόρειους στη Δήλο Την ετυμολογία της λέξης την αγνοούμε. Μερικοί όμως υπέθεσαν πως έχει σχέση με το αρχαίο Περφερία, Περιφέρεια, Περιφερέες, ή Πέρφαρες και τέλος ο Grimm, πιθανολογεί βάσιμα αναδιπλασιασμό της πρώτης συλλαβής όπως συνέβη και στο Σλαβικό dodola.

ΠΗΓΗ: λαογραφικά Ν. Πολίτη

                                               ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΠΕΡΠΕΡΟΥΝΑΣ

                                        ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΠΙΡΠΙΡΟΥΝΑΣ ΘΡΑΚΗ



Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ ΤΗΣ ΜΗΛΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΘΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΗΛΙΩΝ



Σε μια μικρή  μελέτη που τιτλοφορείται " Η αρπαγή του αγάλματος της Αφροδίτης της Μήλου", του Αντωνίου Μηλιαράκη,(1841 - 8 Απριλίου 1905), Έλληνα γεωγράφου και ιστορικού. η οποία είχε δημοσιευθεί  μετά το θάνατό του στο περιοδικό «ΜΕΛΕΤΗ» στον 6ο τόμο του 1907, βρίσκουμε συναρπαστικές λεπτομέρειες για το ιστορικό της ανεύρεσης του αγάλματος της Αφροδίτης της Μήλου το 1820 και τα δραματικά γεγονότα που ακολούθησαν την μεταφορά της θεάς στο μουσείο του Λούβρου, τα οποία συμπληρώνουν τα κατά καιρούς γραφόμενα και εικαζόμενα για τις συνθήκες κάτω απ΄τις οποίες κατέληξε το περίφημο άγαλμα στο γαλλικό μουσείο. Παραθέτουμε τα πλέον ενδιαφέροντα και διαφωτιστικά:

Γύρω στα τέλη Φεβρουαρίου 1820 ένας Μήλιος γεωργός που ονομαζόταν Δημήτρης Κεντρωτής ή Μποτόνης, σκάβοντας τον αγρό του  που βρισκόταν στο χώρο της αρχαίας πόλης της Μήλου, βρήκε δύο Ερμές και το άγαλμα της Αφροδίτης, χωρισμένο από τη μέση σε δύο κομμάτια. Εκείνο το χρόνο ένα πολεμικό γαλλικό πλοίο που λεγόταν “La Chevrette” με κυβερνήτη τον Gauttier,  κατευθυνόμενο προς την  Κωσταντινούπολή είχε δέσει στην Μήλο, για να προστατευθεί από την κακοκαιρία. Ο υποπρόξενος της Γαλλίας στη Μήλο , Λουδοβίκος Βρέστ,  που είχε εκδηλώσει μεγάλο ενδιαφέρον για την απόκτηση αρχαιοτήτων για το γαλλικό αρχαιολογικό Μουσείο, ανηγγειλε την ανακάλυψη στους αξιωματικούς του πλοίου εκ των οποίων ο Dumone d; Urville , που ανεδείχθη αργότερα σε μέγα θαλασσοπόρο και εξερευνητή της Αμερικής και ο Matterer υποπλοίαρχος, πήγαν και είδαν πρώτοι το άγαλμα.  Εγραψε μάλιστα ο D΄ Urville και έκθεση γι΄αυτό και έφτιαξε ένα πρόχειρο σχεδιογράφημα.

Κατά την άφιξη της “Chevrette” στην Κωνσταντινούπολη ο  dUrville έδωσε στον πρεσβευτή της Γαλλίας μαρκήσιο de Riviere και στον υποκόμητα Μάρκελλο, γραμματέα τότε της πρεσβείας, την έκθεση για το άγαλμα και το πρόχειρο σχεδιογράφημα. Πριν αναχωρήσουν από τη Μήλο, συνέστησαν στον υποπρόξενο της Γαλλίας στη Μήλο Βρεστ, να προσπαθήσει ν΄αποκτήσει το άγαλμα για το μουσείο των Παρισίων.

Ο πρεσβευτής de Riviere ανέθεσε στον Μάρκελλο, ο οποίος ήταν ήδη επιφορτισμένος με κάποια αποστολή στο Αιγαίο, να περάσει από τη Μήλο και να φροντίσει για τα περαιτέρω.
Ο Μάρκελλος επιβαίνοντας στο γαλλικό πλοίο Estafette έφθασε στη Μήλο στις  23 Μαίου 1820 δηλαδή τρεις περίπου μήνες από τον απόπλου εκ Μήλου της Chevrette  και από την εύρεση του αγάλματος. Εν τω μεταξύ, ο ιερέας Οικονόμος Βεργής αγόρασε το άγαλμα από την Δημήτριο Κεντρωτά, για να το στείλει στην Κωνσταντινούπολη στον Νικόλαο Μουρούζη, μέγα Δραγουμάνο του Οθωμανικού στόλου, έχοντας και τη συναίνεση του δημογέροντος Ιακώβου Ταταράκη. 
Αυτό δε το έπραξε επειδή όταν το 1819 ο Νικόλαος Μουρούζης, επισκέφθηκε το νησί παρήγγειλε στους προύχοντες και στον ιερέα Βεργή, αν ποτέ ήθελαν βρει κάτι αρχαίο στο νησί , να το στείλουν σ΄αυτόν. 

Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι ο Βεργής ανήγγειλε στον Μουρούζη την ανακάλυψη την οποία έμαθε από τη γαλλική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολή ή και απ΄αυτόν τον Μάρκελλο, με τον οποίο συνδεόταν με στενή φιλία, όπως και ο ίδιος ο Μάρκελλος, ομολογεί στις Αναμνήσεις του. Ως εκ των υποχρεώσεων που είχαν οι Μήλιοι προς τον Μουρούζη, ώστε να τυγχάνουν της προστασίας του, απέκρουσαν τις προσπάθειες του Βρεστ για την απόκτηση  του αγάλματος, και αποφάσισαν σε συμφωνία με τον ιερέα Βεργή, να αποστείλουν το άγαλμα στην Κωνσταντινούπολη. Για το σκοπό αυτό ναύλωσαν πλοίο ελληνικό, από το Γαλαξείδι, που βρέθηκε στην Μήλο, και ο Βρεστ απαγόρευσε στα γαλλικά εμπορικά πλοία που προσάραζαν στο νησί να παραλάβουν το άγαλμα. 

Όταν έφθασε ο Μάρκελλος στη Μήλο έμαθε πως ο Βρεστ δεν κατόρθωσε να αποκτήσει το άγαλμα και ότι ήδη είχε φορτωθεί σε ελληνικό πλοίο έτοιμο να πλεύσει στην Κωνσταντινούπολη.
Ο Μάρκελλος ( και ακολουθούμε εδώ την δική του αφήγηση), βλέποντας ότι η αποστολή του απέτυχε, απεφάσισε ν΄αρπάξει το άγαλμα με κάθε τρόπο. ( jai resolus de memparer de la statue a tout prix).Ανεβαίνοντας στο Κάστρο είπε στους προύχοντες ότι, αφού ο πρόξενος της Γαλλίας, προσεφέρθη πρώτος ν΄αγοράσει το άγαλμα , έπρεπε να τον προτιμήσουν, και γι΄αυτό δεν αναγνωρίζει τις μεταγενέστερες συμφωνίες. Επέδειξε δε και τα φιρμάνια, τα οποίο είχε μαζί του , και επιστολή του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Αλλά οι προεστοί είπαν ότι ο κάτοχος ήδη του αγάλματος ιερεύς με κανένα τρόπο δεν υποχωρούσε , γιατί είχε διαταγή του Δραγουμάνου του στόλου, να φέρει το άγαλμα στην Κωνσταντινούπολη. Τότε απείλησε τους προεστούς, λέγοντας πως τα λόγια τους είναι απλές προφάσεις και ότι θα το δούν την επαύριο. 

Την επομένη με συνοδεία αξιωματικών ζήτησε να δει τουλάχιστον το άγαλμα στο ελληνικό πλοίο, αλλά συνέλαβε τον ιερέα να κάνει νεύμα στον πλοίαρχο να εμποδίσει την επίσκεψή του στο πλοίο. Όντως δε, αφηγείται ο ίδιος ο Μάρκελλος,  με λέμβο του γαλλικού πλοίου πλησίασαν μέχρι βολής το ελληνικό, και είδε ότι ο πλοίαρχος τον οποίο ονομάζει Αλβανό, ύψωσε την τουρκική σημαία και παρέταξε ενόπλους τους ναύτες έτοιμους να πυροβολήσουν. Αλλά αμέσως κατανοώντας το άτοπο διάβημά του, απέστειλε λέμβο και ζήτησε συγγνώμη. Από τον πλοίαρχο δε ο Μάρκελλος έμαθε ότι ο ΄ελληνας ιερέας ήταν αυτός που εμπόδισε την επίσκεψή του στο πλοίο. Έτσι επέστρεψε άπρακτος στην Estafette.

Διηγείται κατόπιν ότι δεν ήθελε να υποχωρήσει με τα πρώτα αυτά εμπόδια και ότι το θάρρος του το ενίσχυσε ένα αγαθό αίσθημα,  είδε δε στον ύπνο του την Αφροδίτη, όπως την παριστάνει ο Λουκρήτιος, του οποίου παραθέτει και τους στίχους. Την επομένη πήγε πάλι στο Κάστρο, όπου βρήκε ξανά τους προύχοντες, οι οποίοι του είπαν ότι πλέον αυτοί ανέλαβαν την υπόθεση, αφού το άγαλμα ανήκει στην κοινότητα και ότι αποφάσισαν να το στείλουν στον Δραγουμάνο του στόλου. Αυτό το θεώρησε σαν πρώτη υποχώρηση και απάντησε ότι θεωρούσε τον εαυτό του ευτυχή ήδη, διότι διαπραγματευόταν με την κοινότητα και όχι με άτομα. Είπε πως θα ήταν ανώφελο να στείλουν το άγαλμα στην Κωνσταντινούπολη, γιατί οι Τούρκοι αποστρέφονταν κάθε απεικόνιση ανθρώπου, ότι ο Δραγουμάνος δεν μπορούσε να το επιδιορθώσει και ότι καλό θα ήταν να το έδιναν σ΄αυτόν, αυτοί που τόσο αγαπούσαν τους Γάλλους. Διάβασε και τις συστατικές επιστολές του, από τις οποίες έμαθαν και τον τίτλο του ως γραμματέως της πρεσβείας,

 Επί τέλους διηγείται ότι μετά από σύσκεψη έδωσαν σ΄αυτόν την άδεια να πάρει το άγαλμα, χωρίς κανέναν όρο, του ζήτησαν μάλιστα και συγγνώμη για την αναβολή. Ο Μάρκελλος τους ευχαρίστησε και τους υπεσχέθη ότι θα γράψει στον πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη να προστατεύει τα συμφέροντά τους , όταν θα υπάρξει ανάγκη. Τους είπε ακόμη πως αν και ήρθε με πολεμικό πλοίο, δεν ήθελε να μεταχειριστεί απειλή, αλλά μόνο τον ορθό λόγο. Πλήρωσε στον ευρόντα ό,τι επρόκειτο να του δώσει ο ιερέας και επιπλέον 1/3. Προς το βράδυ το άγαλμα μεταφορτώθηκε από το ελληνικό πλοίο στην Estafette.

O Mάρκελλος κατά την αφήγησή του απέκρυψε πολλά, θέλοντας αφενός να εξάρει την διπλωματική του ικανότητα και αφετέρου ν΄αποφύγει να μνημονεύσει πράξη που δεν ταίριαζε να μνημονευθεί χάριν του γαλλικού έθνους. Ήταν δε αυτή ότι το άγαλμα αρπάχτηκε με τη βία, όπως βεβαιώνουν άλλες εκθέσεις Γάλλων.

Ας δούμε τώρα τι γράφει ο Αρτ. Ταταράκης, σαν ελληνική πηγή, και θα την παραβάλουμε με τις εκθέσεις των Γάλλων.
Ο Ταταράκης γράφει, κατά τις διηγήσεις του Δ. Κεντρωτά, ότι, ενώ ετοιμαζόταν το Γαλαξειδιώτικο πλοίο , στο οποίο ο Βεργής ιερέας σε συνεννόηση με τον δημογέροντα Ιάκωβο Ταταράκη, επεβίβασαν το άγαλμα να αναχωρήσει, ξαφνικά ελλιμενίσθη το γαλλικό,  στο οποίο επέβαινε και υπάλληλος της γαλλικής πρεσβείας. Ο απεσταλμένος αυτός συνεννοήθηκε με τον Λ. Βρεστ ν΄αποσπάσουν το άγαλμα από τα χέρια των Γαλαξειδιωτών με τη βία, αν χρειαστεί. Αλλά ο δημογέρων Ιάκ. Ταταράκης και ο Οικονόμος Βεργής, αντιλαμβανόμενοι αυτά, κατέβηκαν στο λιμάνι και παρότρυναν τον Γαλαξειδιώτη πλοίαρχο ν΄αντισταθεί  με κάθε θυσία. Τότε ο δημογέρων και ο Οικονόμος Βεργής, άρχισαν να διαπληκτίζονται με τον Βρέστ φθάνοντας σε ύβρεις ο δε Βρέστ …χαστούκισε τον ιερέα. Τότε και ο Γάλλος πλοίαρχος διέταξε να εξοπλιστούν τρεις λέμβοι και να επιτεθούν στους Γαλαξειδιώτες, οι οποίοι στέκονταν στο κατάστρωμα του πλοίου έτοιμοι ν΄αμυνθούν. Αλλά μετά από λίγο αναγκάσθηκαν να παραδώσουν το άγαλμα, γιατί το πλοίο κινδύνευε να βυθισθεί από τους Γάλλους, ίσως δε τότε, καθώς και ο Κεντρωτάς και όλοι οι επιζώντες των γεγονότων θεατές, πιστεύουν,  απεκόπησαν οι χείρες του αγάλματος.

Για να νομιμοποιήσει δε την αρπαγή αυτή ο Βρεστ προσκάλεσε δύο προύχοντες του τόπου, τον Πέτρο Ταταράκη και τον Ιάκωβο Αρμένη, να υπογράψουν έγγραφο, το οποίο ο ίδιος συνέταξε , όπως όλοι μαρτυρούν, ότι με την συγκατάθεση των προυχόντων παρεδόθη το άγαλμα στους Γάλλους, υποσχόμενος πως οποιανδήποτε ζημιά και αν πάθαιναν από την τουρκική κυβέρνηση , η γαλλική κυβέρνηση θα τους αποζημίωνε.
Ο γράφων τα παραπάνω Ταταράκης, το έτος 1867, δεν είχε βεβαίως γνώση των υπομνημάτων των Γάλλων υπό του JAicard και περιηγητών που δημοσιεύθηκαν το 1874. Βλέπουμε λοιπόν πως αυτοί αρπάζουν με τη βία το άγαλμα.

Ο αξιωματικός Ζυλ Ντυμόν ντ' Υρβίλ (Jules-Sébastien-César Dumont d’Urville) 



Ο αρχιτέκτων P.Morey επισκεπτόμενος την Μήλο το 1830 , έγραψε στην πραγματεία του  περί Αφροδίτης της Μήλου, σύμφωνα με όσα του διηγήθηκε ο Βρεστ, ότι στην συμπλοκή που έγινε μεταξύ των ναυτών, και από το βιαστικό τράβηγμα του αγάλματος με σκοινιά , υπέστη σε πολλά μέρη φθορά.( αποφεύγει ν΄αναφέρει την εθνικότητα των ναυτών, ήτοι τη συμπλοκή μεταξύ Γάλλων και Ελλήνων).

Ο πρεσβευτής της Γαλλίας στην Αθήνα Jules Ferry σε επιστολή του στον «Χρόνον» των Παρισίων που δημοσιεύθηκε ( 16 Απριλίου 1874), γράφει ότι επισκεπτόμενος την Μήλο τον Μάρτη του 1873, βρήκε νωπές τις αναμνήσεις και την μνήμη των νησιωτών για την συμπλοκή που έγινε στην παραλία, για την απόβαση μέρους του πληρώματος του Γαλλικού πλοίου και για τη νίκη της Χριστιανικής σημαίας κατά της Τουρκικής. Προσθέτει δε ότι ο Μάρκελλος αποσιώπησε το λαμπρότερο μέρος και το κρισιμότερο της αποστολής του.

Είδαμε παραπάνω πως ο Dumont dUrville και ο Matterer,  οι πρώτοι που είδαν το άγαλμα, έγραψαν εκθέσεις, τις οποίες επέδειξαν στον de Riviere. Αυτοί αναφέρουν ότι  το άγαλμα κρατούσε στο δεξί του χέρι μήλο, έπειτα άρχισε η αμφισβήτηση σχετικά με το τι απέγινε το χέρι, αφού το άγαλμα έφθασε στο Παρίσι χωρίς χέρι και πολλά γράφτηκαν. ΄Αλλοι μεν είπαν ότι αίτιος της καταστροφής ήταν ο ιερέας Οικονόμος Βεργής, ο οποίος ακρωτηρίασε το άγαλμα σέρνοντάς το στα βράχια,, όπως το μετέφερε στην παραλία και άλλοι πως ακρωτηριάσθηκε κατά την μεταφορά και φόρτωση, συρόμενο με σχοινιά.

Σ΄αυτούς προστέθηκε και ο Matterer. O  άντρας αυτός υποπλοίαρχος της Chevrette, έγραψε νεκρολογία το 1842 με το θάνατο του Dumont dUrville, στην οποία μνημόνευσε και το γεγονός της εύρεσης του αγάλματος της Μήλου και της επίσκεψης αμφοτέρων επί τόπου, όπως είπαμε στην αρχή. Αλλά στην νεκρολογία παρέλειψε να μνημονεύσει οτιδήποτε έμαθε κατόπιν για την από κτήση του αγάλματος, και επειδή στην νεκρολογία δεν συμπεριελήφθη η εξιστόρηση αυτή, και για να μη ξεσηκώσει θόρυβο, και διότι πίστεψε πως ο υπουργός Ναυτικών δεν θα επέτρεπε τη δημοσίευση νεκρολογίας που περιέχει σκανδαλώδεις διηγήσεις, ήταν δε τότε, το 1842, στην υπηρεσία ακόμη του Matterer.
Αλλά κατόπιν συπλήρωσε τις ειδήσεις τις οποίες είχε για την αρπαγή του αγάλματος, θεωρώντας ότι έπρεπε  επί της υποθέσεως αυτής να δώσει κάθε δυνατή πληροφορία.

Σύμφωνα με τα γραφόμενά του, όταν ο Μάρκελλος κατέπλευσε στη Μήλο, είδε στην παραλία από το πλοίο της Estafette συναθροισμένο πλήθος ανθρώπων, και υποπτεύθηκε ότι θα επέλθει ρήξη, γιατί ο Αρμένιος ιερέας είχε πολλούς ομόθρησκους μεταξύ των Ελλήνων, και είπε στον πλοίαρχο Robert, «πρέπει να εξέλθουμε ένοπλοι, με είκοσι ναύτες» όπως και έγινε. Επιβιβάστηκαν σε βάρκα , βρήκαν τους Μηλίους να αντιστέκονται στην παράδοση του αγάλματος στους Γάλλους. Ο Robert πλοίαρχος αναφώνησε «Ναύτες, εμπρός, πάρτε το άγαλμα και φέρτε το στη λέμβο». Τότε η μάχη , όπως γράφει ο Matterer, ή η σύρραξη άρχισε , οι Γάλλοι με ξίφη και ρόπαλα χτυπούσαν τους δυστυχείς Μηλίους, πολλούς δε εδέχθη ξιφισμούς στη ράχη του ο ιερεύς οικονόμος Βεργής, Αρμένης, απ΄το επίθετο του οποίου υπέλαβε ο Matterer ότι ήταν Αρμένιος, απέκοψαν δε με σπαθί το αυτί ενός από τους Μηλίους. Φωνές και κραυγές γέμιζαν τον αέρα από τη μάχη και κατάρες κατά του Μάρκελλου και του Ροβέρτου και του πρόξενου Βρέστ που ήταν παρών εκεί με ξίφος και χονδρό ρόπαλο. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, κατά την οποία και αίμα έρρευσε, άλλοι ναύτες έσυραν το άγαλμα και το μετέφεραν στο πλοίο.
Την συμπλοκή αυτή και τη δια της βίας αρπαγή του αγάλματος, ο Μάρκελλος αποσιώπησε, γιατί η πράξη της αρπαγής αντέβαινε στα διεθνή νόμιμα.

Αποσιώπησε δε και την περί του τρόπου της αποκτήσεως μνεία και αυτός ο Βρέστ, σίγουρα κατόπιν εισηγήσεως του Μαρκέλλου. Ο Βρεστ σε επιστολή του προς τον πρεσβευτή της Γαλλίας μαρκήσιο de Riviere , στην οποία εκθέτει τα της ευρέσεως της 26ης Μαίου 1829 , προσθέτει «Θεωρώ ανωφελές να εκθέσω παρ΄υμίν πάν ότι επράξαμεν ίνα λάβωμεν εις την κατοχήν ημών το άγαλμα. Ο κ. Μάρκελλος θα σας εκθέσει επιστρέφων , τα πάντα».

Αυτός ο Dumont dUrvillle , o πρώτος που είδε την Αφροδίτη της Μήλου, συμπληρώνοντας κατόπιν την δημοσιευθείσα έκθεσή του στις «Annales Maritimes», της οποίας το χειρόγραφο περιήλθε στην κατοχή του Matterer και δημοσιεύθηκε από τον Aicard, γράφει ότι από μεταγενέστερες ειδήσεις, τις οποίες έλαβε περνώντας από την Μήλο τον Σεπτέμβρη του 1820, εξάγει το συμπέρασμα ότι ο Μαρκελλος μεταχειρίστηκε το πάν για να έρθει το άγαλμα στην κατοχή του , και ότι αυτό το πέτυχε με την μεσολάβηση των προυχόντων, οι οποίοι τιμωρήθηκαν από τον Δραγουμάνο του στόλου, του οποίου δεν αναφέρει το όνομα. Ο Matterer δε, στο περιθώριο της παραπάνω περικοπής, γράφει πως εξαπάτησαν τον dUrville  για τον τρόπο αρπαγής του αγάλματος, γιατί αυτό αρπάχτηκε με κτηνώδη βία (par la force brutale).

Η έκθεση αυτή του Matterer συμφωνεί με αυτή του Ταταράκη και των περιηγητών στην Μήλο, Jules Ferry και Morrey , κατά τούτο, ότι το άγαλμα αφαιρέθηκε δια της βίας, αφού προηγήθηκε συμπλοκή αδιάφορο αν από εμάς δεν έγινε χρήση πυροβόλων όπλων με τα οποία ήταν οπλισμένοι οι Γάλλοι ναύτες, και μπορούσε να γίνει αν οι Μήλιοι προέβαλαν δια των όπλων αντίσταση.

Ο Ravaison προσπαθεί να εμφανίσει σχεδόν απόκρυφα τα έγγραφα, τα οποία φέρνει προς απόδειξη της βίας ο Aicard, αποδίδει δε όλα τα περί μάχης ιστορούμενα σε υπερβολές του Brest για τους επισκεπτόμενους το νησί περιηγητές. Προς απόδειξη δε της μη υπάρξεως συμπλοκής φέρνει το ημερολόγιο του πλοίου Estafette, στο οποίο προφανώς δεν ήταν δυνατόν να αναγραφεί μόνο η επιβίβαση του αγάλματος και τίποτε άλλο κατά τους τύπους. Επίσης ο Ravaison προσέτρεξε σε γέροντες ναυτικούς που επιζούσαν και υπηρετούσαν στο Estafette, όταν βρισκόταν στη Μήλο και παρέλαβε το άγαλμα οι οποίοι διηγούνται ότι τα περί μάχης είναι φανταστικά.

Από ελληνική άποψη το αν έγινε μάχη ή απλή συμπλοκή, δεν έχει σήμερα σημασία. Η Ελλάδα δεν ήταν ελεύθερη και οι αρχαιότητές της ήταν λεία του ενός εκάστου επιδρομέα. ΄Ισως ίσως το περίφημο άγαλμα να σώθηκε με την αρπαγή αυτή από μελλοντική καταστροφή, που ενδεχομένως θα συνέβαινε αν είχε ταξιδέψει στην Κωνσταντινούπολη. ΄Εχουμε όμως να παρατηρήσουμε κάτι.το οποίο για τους ΄Ελληνες έχει σημασία, ότι ο Aicard και ο Jules Ferry αναγράφοντας το κατόρθωμα των Γάλλων, πομπωδώς φωνάζουν ότι «Τούρκοι και Γάλλοι διεκδικούσαν την κατοχή του αγάλματος», ότι « οι Τούρκοι αιφνιδιαζόμενοι βρέθηκαν σε αμηχανία», ότι, «αφ΄ενός ο ιερέας Οικονόμος Βεργής, τυχοδιώκτης, βάρβαροι δε αφ΄ετέρου οι προεστοί θεωρώντας ότι το αριστούργημα της τέχνης είχε αξία, μόνο γιατί ζητιόταν», ότι  « ο Νικόλος Μουρούζης και οι άρπαγες πάντοτε Τούρκοι, των οποίων η θρησκεία επέτασσε την άμεση καταστροφή του ειδώλου» , ότι «το άγαλμα σύρθηκε από τους Τούρκους», ότι « το άγαλμα συνετρίβη από τους βαρβάρους» κτλ. Τίποτε απ΄αυτά δεν είναι αληθινό. Ούτε Τούρκοι , υπήρχαν στη Μήλο, όταν αρπάχτηκε το άγαλμα, ούτε βάρβαροι άλλοι, ούτε Αρμένιοι, ούτε ο ιερέας Οικονόμος Βεργής ήταν τυχοδιώκτης, αλλά ήταν όλοι ΄Ελληνες υπήκοοι του Οθωμανικού κράτους, και απλώς θέλησαν να υπακούσουν στις διαταγές του Νικόλαου Μουρούζη, Δραγουμάνου του οθωμανικού στόλου.

 Η Estafeette προσάραξε με το πολύτιμο φορτίο της σε διάφορα λιμάνια , στην Ρόδο, την Κύπρο , τη Σιδώνα, τη Αλεξάνδρεια, τον Πειραιά, τη Σμύρνη.
Στην Σμύρνη το άγαλμα μεταφορτώθηκε στο Γαλλικό πλοίο Λέαινα, που έφθασε 24 Οκτωβρίου 1820 στην Κωνσταντινούπολη, ο δε de Riviere , επιβιβαζόμενος σ΄αυτό έφθασε στη Γαλλία, και την 1 Μαρτίου 1821 παρέδωσε το αριστούργημα αυτό της αρχαίας ελληνικής τέχνης, στον Λουδοβίκο ΙΗ’ .

Μετά τον απόπλου της Estafette, οι Μήλιοι και ιδίως οι προύχοντες βρέθηκαν σε δεινή θέση, όταν ο Δραγουμάνος του στόλου ζήτησε να μάθει πώς επέτρεψαν την αρπαγή, παρά τις ρητές διαταγές του.
Οι φόβοι τους και οι υπόνοιές του για τα δεινά που θα επακολουθούσαν, επαληθεύθηκαν σύντομα. Ο Μουρούζης, περί τα τέλη Αυγούστου ή αρχές Σεπτεμβρίου, καταπλέοντας στη Μήλο, καμμία δικαιολογία δεν θέλησε ν΄ακούσει, συνέλαβε τους προεστούς κα τους μετέφερε στη Σίφνο, όπου είχε συναθροίσει και άλλους προεστούς από τις Κυκλάδες για παραδειγματισμό.  Τους διέταξε να γονατίσουν μπροστά του, αφού δε τους επέπληξε και τους εξευτέλισε, τους έδειρε ανηλεώς και τους κατεδίκασε  σε πρόστιμο 7000 γροσίων ( 5.000 φράγκων των τότε χρόνων ) ποσό μέγα για τους κατοίκους του νησιού, το οποίο και κατέβαλαν ποιος ξέρει  κάτω από ποιες πιέσεις των πρακτόρων του Μουρούζη.( Σημειωτέον πως ο μισθός του προεστού ήταν 1000 γρόσια ετησίως).

Η επιβολή αυτής της ποινής από τον Μουρούζη στους κατοίκους του νησιού, που ήταν φτωχοί και ζούσαν από πενιχρή γεωργία, δεδομένου ότι το νησί είναι άνυδρο, εξήγειρε την οργή τους κατά του προξένου Βρέστ, αίτιου των συμφορών τους, ώστε απαίτησαν απ΄αυτόν να καταβάλει το πρόστιμο. Ο  Βρεστ εξαιτίας αυτού έφυγε απ΄το νησί και έσπευσε να βρει στα παράλια της Ανατολής τον ταξιδεύοντα Μάρκελλο , τον οποίο τελικά συνάντησε στη Σμύρνη και εξιστόρησε σ΄αυτόν και στον πρόξενο της Γαλλίας Πέτρο Δαβίδ, τα δεινοπαθήματα των Μηλίων. Ανέφερε πως ο Μουρούζης είπε στους Γάλλους, οι οποίοι άρπαξαν το άγαλμα , ότι δεν αναγνώριζε τους υποπρόξενους και ότι αν ο της Μήλου τολμούσε να αφαιρέσει αρχαιότητες θα έδινε την άδεια να τον σκοτώσουν. Οι λόγοι αυτοί αν και εκστομίσθηκαν σε στιγμή παραφοράς και εξάψεως προς υπηκόους ισχυρής Δυνάμεως δεν μπορούσαν να θεωρηθούν σπουδαίοι, ώστε να αναγραφούν από τον πρόξενο της Σμύρνης, άνδρα φιλέλληνα, προς τον πρεσβευτή. Η οργή και αγανάκτηση του Μουρούζη, άνδρα που ανήκε στην περήφανη ομώνυμη οικογένεια του Φαναριού, φιλοπάτριδος και ποτισθέντος τα νάματα της ελληνικής παιδείας, που εκτιμούσε την αξία των αρχαίων κειμηλίων της Ελλάδος ,ήταν δικαιολογημένη. Ίσως φάνηκε, υπέρ το δέον αυστηρός, τιμωρώντας τους κατοίκους της Μήλου, για πράξη για την οποία δεν ήταν ένοχοι. Δεν θα μπορούσαν άοπλοι και φιλήσυχοι νησιώτες ν΄αντισταθούν κατά οπλισμένων Γάλλων που πειθαρχούσαν στις διαταγές του κυβερνήτη του πλοίου και του γραμματέα της Γαλλικής πρεσβείας.

Ο Μουρούζης δεν ήταν κάποιος τυχαίος. Εκτιμούσε τις αρχαιότητες και ποθούσε να μείνουν στην αρχαία τους πατρίδα. Είχε τα παραδείγματα της συλήσεως του Παρθενώνα από τον ΄Ελγιν, της συλήσεως του ναού της Αίγινας, τη διασπορά παντού προκτόρων διαφόρων κυβερνήσεων που άρπαζαν και αγόραζαν αρχαιότητες, άκουγε την φωνή των δασκάλων των ελληνικών γραμμάτων της Σμύρνης, των Κυδωνιών, των Αθηνών, της Κωνσταντινουπόλεως, των μεγάλων ελληνικών κωμοπόλεων που υπήρχαν στην Θεσσαλία , που διαμαρτύρονταν κατά πάσης αρπαγής. Γνώριζε ακόμη εγκύκλιο του Οικουμενικού Πατριάρχη που απαγόρευε την εξαγωγή αρχαιοτήτων, διέβλεπε δε ίσως το 1820 το λυκόφως της νέας ανατολής της ελληνικής ελευθερίας και ζήτησε επιτακτικά όπως οι διαταγές του, εισακούονται, ώστε οι κάτοικοι να μην ξεπουλούν για χρήματα τους αρχαίους θεούς και τον κόσμο των ιερών της Ελλάδας. Η φιλοπατρία του ανδρός και η αγάπη του προς το Γένος, τον κατέστησαν ύποπτο στους Οθωμανούς, γι΄αυτό και υπήρξε  ένα από τα εξιλαστήρια θύματα ένα χρόνο μετά το γεγονός, που ιστορούμε, αφού αποκεφαλίστηκε στις 6 Μαίου 1821 , όπως και ο αδελφός του ως ύποπτοι συμμετοχής στην ελληνική επανάσταση.

Ο de Riviere , μαθαίνοντας από ανακοίνωση του Δαβίδ, για τις πράξεις του Μουρούζη κατά των Μηλίων, παραπονέθηκε στην Πύλη , η οποία διέταξε τον ναύαρχο του Οθωμανικού στόλους να δώσει την προσήκουσα ικανοποίηση, όπως και έγινε. Διηγείται ο Μάρκελλος, ότι μετά τα γεγονότα αυτά ζήτησε  με επιστολή ακρόαση από τον Μουρούζη, αλλά δεν επετεύχθη η συνάντηση. Βρισκόταν δε ο Μάρκελλος στο Παρίσι, όταν έμαθε για την αποκεφάλιση του Μουρούζη.
Ποιά ήταν η ικανοποίηση που δόθηκε στη Γαλλία από την Τουρκική κυβέρνηση άγνωστο. Λέμε δε εδώ πως ο ζήλος του Μουρούζη για τα πάτρια κειμήλια ίσως τον εξέθεσε στους αμαθείς Οθωμανούς δημιουργώντας υπόνοιες και συντέλεσε με τις πολιτικές τότε ραδιουργίες και αντιζηλίες στην αποκεφάλιση αυτού και του αδελφού του.

Από τα μέχρι εδώ εκτεθέντα είδαμε ποια ήταν τα παθήματα των Μηλίων εξαιτίας του αγάλματος. Δικαίως δε θα ρωτήσει κάποιος, ποιά ήταν η ωφέλεια, είτε προς όλη την κοινότητα που αναμείχθηκε στην υπόθεση , είτε προς ορισμένα πρόσωπα. Οι κάτοικοι των Αθηνών , ΄Ελληνες και Τούρκοι πήραν τουλάχιστον από τον ΄Ελγιν ένα ρολόγι της πόλης σε ψηλό πύργο , που χτίστηκε με δαπάνη του, για την σύληση του Παρθενώνος, οι δε Μήλιοι μόνο πληγές από ξίφη και ράβδους απ΄τους Γάλλους, δαρμούς και εξευτελισμούς και χρηματικές ποινές από τον Μουρούζη.
Για τον λόγο αυτό η κοινότητα έκανε παράπονα στη Γαλλική προεσβεία. Οι προύχοντες όταν κατέπλεε στη Μήλο Γαλλικό πολεμικό, έρχονταν παραπονούμενοι και ζητούσαν , η Γαλλική κυβέρνηση να τους αποδώσει τουλάχιστον τις αποζημιώσεις που καταβλήθηκαν από αυτούς. Η υπόθεση περατώθηκε μόλις στις 25 Ιανουαρίου του 1826.



Marie Henri Daniel Gauthier, comte de Rigny ( Δεριγνύ)

Η διεκπεραίωση της υπόθεσης πληρωμής των αποζημιώσεων οφείλεται στο ναύαρχο της Γαλλίας, γνωστό φιλέλληνα, που συμμετείχσε στην ναυμαχία της Πύλου de Rigny, ο οποίος την 4 Ιουλίου 1825 απέστειλε στον Υπουργό  των ναυτικών και των αποικιών της Γαλλίας επιστολή, που δημοσιεύθηκε από τον Στέφανο Michon (Revue des Etudes Grecques τόμος ΧV σελ. 18) , στην οποία αναφέρει ότι από την απόκτηση της Αφροδίτης το 1820 διάφοροι κάτοικοι της Μήλοι δεν έπαυσαν να ζητούν την αποπληρωμή των αποζημιώσεων των εισφορών που τους επέβαλε ο Μουρούζης.

«Οσάκις δε βασιλικόν πλοίον, και εγώ προ παντός, καταπλεύσωμεν εις Μήλον, έχομεν τας επιθέσεις των τοιούτων απαιτήσεων, περί ών επί δύο ήδη έτη μάτην αναφέρομαι εις την Γαλλικήν πρεσβείαν. Εν τούτοις ήτο απαραίτητον προ πολλού να είχε περατωθεί η υπόθεσις αύτη, εις ην αναμιγνύεται το όνομα του Βασιλέως. Και τολμώ να είπω ότι πρέπει να δοθεί πλειότερόν τι του νομίμως οφειλομένου. Μετά επιτόπιον έρευναν και λήψιν πάσης ειδήσεως και μαρτυρίας, ανεγνώρισα ότι, ίνα παύσωσιν πάσαι αύται αι απαιτήσεις, ήταν ανάγκη, να καταβληθώσιν εις τους Μηλίους 7.218 γρόσια, κατά την σημερινήν διατίμησιν του γροσίου εις 65 εκατοστά περίπου. Τοιαύτα είναι τα κακά αποτελέσματα, άτινα εις τον τόπον αυτόν επήνεγκεν η βραδύτης της πληρωμής, ήν ανά πάσαν στιγμήν θεωρώ εμαυτόν υπόχρεον να καταβάλω εξ΄ιδίων, πέμπων λογαριασμόν εις τον επί του Βασιλικού Οίκου υπουργόν. Υπεσχέθην ρητώς εις τους δυστυχείς αυτούς, οίτινες πλην των χρημάτων όσα κατέβαλον εφυλακίσθησαν επί τρεις μήνας, ότι θέλουσι πληρωθεί. Εξαιτούμαι όπως μοι δώσητε την άδειαν να πληρώσω το ποσόν τούτο αμέσως και ζητήσω την ανάληψιν αυτού, ως και ο κ.Forbin μοι επρότεινεν, εκ του ταμείου των Μουσείων».

Αυτά γράφτηκαν στις 4 Ιουλίου 1825 , την δε 25η Ιανουαρίου του 1826 γράφτηκε η κάτωθι απόδειξη της παραλαβής των χρημάτων, των 7.218 γροσίων, ενώπιον του καγκελλαρίου της νήσου Ιακώβου Ταταράκη:
Οι προύχοντες της Μήλου, Ιάκωβος Ταταράκης, καγκελλάριος, ο Λουδοβίκος Μπρεστ υποπρόξενος της Γαλλίας και ο Πέτρος Ταταράκης, ο άγιος Οικονόμος Αρμένιος και ο αρχιμανδρίτης Μηκέλης, οι τρεις τελευταίοι ομολογούσιν ότι έλαβον μετρητά παρά του εκλαμπρότατου Κόνσολα Λουδοβίκου Μπρεστ, διαταγή και δια λογαριασμόν  της εκ του Μαρκησίου de Riviere, διαμένοντος εν Παρισίοις, πρώην πρεσβευτού της Γαλλίας, εν Κωνστ/πόλει, το ποσόν των τουρκ.γροσίων 7,218 αναγκασθέντες να πληρώσωσιν εις τον δραγουμάνον του Οθωμανικού στόλου Βεϊζαδέ Νικόλ. Μουρούζην, υπό το πρόσχημα ότι συνήνεσαν να δώσωσι την συγκατάθεσιν αυτών εις τον κ. Μάρκελλον, γραμματέα της Γαλλικής πρεσβείας εν Κων/πόλει και εις τον Μπρεστ, να παραλάβωσι το ευρεθέν εις την πατρίδα των άγαλμα, και δια του ποσού τούτου, όπερ έλαβον, πληρώσαντες πάσας τας ζημίας άς υπέστησαν τότε, διακηρύττουν ότι είναι ευχαριστημένοι , απέχοντες να εγείρωσι πάσαν μέλλουσαν αξίωσιν.
Υπογράφουσι. Λογοθέτης Μηκέλης, Τατταράκης μάρτυς, Σακελλίων Γρηγόριος μάρτυς, Ιάκωβος Αρμένιος.
Αρχιμανδρ. Μηκέλης, έλαβον και εξοφλώ , Πέτρος Ταταράκης έλαβον και εξοφλώ
Με το έγγραφο αυτό τελειώνει η υπόθεση και τα παθήματα των Μηλίων.



Τελικά ο Βρεστ , θεωρήθηκε αίτιος των δεινών και εξαναγκάστηκε, εξ΄ιδίων πιθανώς χρημάτων όπως προκύπτει  από άλλη απόδειξη που σώζεται, να καταβάλει 2000 γρόσια στον αρχιμανδρίτη Μικέλε, τα οποία επέβαλε στον τελευταίο ο Νικόλαος Μουρούζης ως έκτακτη φορολογία και ότι έδωσε έγγραφη υπόσχεση ότι θα εμποδίσει κάθε ζημιά του Μουρούζη, η οποία επρόκειτο ν΄ακολουθήσει. Επειδή δε επήλθε η ζημιά , θέλησε να εκπληρώσει την υπόσχεσή του και κατέβαλε το ποσό σε δόσεις μέχρι τα 2.000 γρόσια. Η απόδειξη που υπάρχει δεν φέρει υπογραφή και μάλλον πρόκειται για αντίγραφο , το οποίο κράτησε ο αρχιμανδρίτης για πάν ενδεχόμενο, ή για σχέδιο αυτής.