Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΑ


   
   
      
       Ἡ ἀναισθησία, ἂν θέλῃς νὰ τὴν ὁρίσῃς, εἶναι νωθρότης τῆς ψυχῆς εἰς λόγους καὶ πράξεις. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἀναίσθητος



                                           
 1. Ἀφοῦ λογαριάσῃ μὲ τὰς ψήφους 2 καὶ κάμῃ τὸ ἄθροισμα, ἐρωτᾷ τὸν παρακαθήμενον “πόσον εἶναι”.— Ἐνῷ κατηγορεῖται καὶ μέλλει νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸ δικαστήριον πρὸς ἀπολογίαν, λησμονεῖ τὴν δίκην καὶ φεύγει εἰς τὸν ἀγρόν του.— Εἰς τὸ θέατρον κοιμᾶται κατὰ τὴν παράστασιν καὶ εἰς τὸ τέλος μένει μόνος.— Ἀφοῦ ἔφαγε πολύ, σηκώνεται τὴν νύκτα διὰ φυσικήν του ἀνάγκην καὶ τὸν δαγκάνει ὁ σκύλος τοῦ γείτονός του 3.— Λαμβάνει ὁ ἴδιος κάτι καὶ τὸ ἀποθέτει, ἔπειτα δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ εὕρη.— Ὅταν εἰδοποιηθῇ ὅτι κάποιος φίλος του ἀπέθανε, διὰ νὰ παρευρεθῇ εἰς τὴν κηδείαν, ἀφοῦ μελαγχολήσῃ καὶ κλαύσῃ λέγει ‘ἀγαθῇ τύχῃ 4’ (ἡ ὥρα ἡ καλή).— Εἶναι ἱκανὸς νὰ πάρῃ μαζί του καὶ μάρτυρας, ὅταν πηγαίνῃ νὰ εἰσπράξῃ χρήματα ποὺ τοῦ χρεωστοῦν.— Ἐνῷ εἶναι χειμών, ἐπιπλήττει τὸν δοῦλον, διότι δὲν τοῦ ἀγόραοε ἀγγούρια.— Ἀναγκάζει τὰ παιδία του νὰ γυμνάζωνται εἰς τὸ τρέξιμο καὶ τὴν πάλην καὶ προξενεῖ εἰς αὐτὰ ὑπερκόπωσιν.— Εἰς τὸν ἀγρόν του βράζει ὁ ὶδιος φακῆν καὶ ρίπτει εἰς τὴν χύτραν δύο φορὰς ἅλας, ὥστε τὴν κάνει νὰ μὴ τρώγεται.— Ἐνῷ βρέχει 5 (τὴν νύκτα), λέγει ‘εὐχάριστον εἶναι (τὸ φῶς) τῶν ἄστρων’ ὅταν οἱ ἄλλοι λέγουν “εἶναι σκοτάδἰ πίσσα”. Ἂν κανεὶς τὸν ἐρωτήσῃ ‘πόσοι νεκροὶ νομίζεις ὅτι ἐπέρασαν ἀπὸ τὴν πύλην 6 τοῦ νεκροταφείου, ἀποκρίνεται ‘τόσοι, ὅσους εἴθε νὰ εἴχαμε ἐγὼ καὶ σύ’.

                  ******************


 1. Ὁ ἀναίσθητος, ὡς περιγράφεται ὑπὸ τοῦ Θεοφράστου, εἶναι ἄνθρωπος ποὺ δέν ἐχει τὸν νοῦν εἰς τὸ κεφάλι του, ἀφῃρημένος, ξεχασμένος.
       2. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες καὶ Ρωμαῖοι ἔκαμνον τοὺς λογαριασμούς των μὲ ψήφους, δηλ. μικρὰ καὶ λεῖα λιθάρια, τὰ ὁποῖα ἐτοποθέτουν ἐπὶ ἑνὸς ἀβακίου χωρισμένου εἰς στήλας· ἔτσι ἐγίνοντο αἰσθηταὶ ἀκόμη καὶ αὐταὶ αἱ σύνθετοι ἀριθμητικαὶ πράξεις. Τοιαῦτα ἀβάκια διεσώθησαν μέχρι σήμερον.
       3. Ἐπειδὴ εἰς τὰ σπίτια τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων δὲν ὑπῆρχον ἀποχωρητήρια, οἱ κάτοικοι (πρὸ πάντων πτωχοὶ) ἐξήρχοντο τὴν νύκτα πρὸς φυσικήν των ἀνάγκην εἰς τὸ ὕπαιθρον· ὁ ἀναίσθητος παρεπλανήθη, ὡς φαίνεται, εἰς τὸν κῆπον τοῦ γείτονός του καὶ ἐδέχθη τὴν ἐπίθεσιν τοῦ σκύλου του.
       4. Ὁ ἀναίσθητος μεταχειρίζεται τὴν φράσιν “τύχῃ ἀγαθῇ” ἐπὶ δυστυχήματος, ἐνῷ, ὡς γνωστόν, ἦτο ἐν χρήσει εἰς εὐχάριστα γεγονότα καὶ ἐλέγετο ὡς εὐχὴ πρὸς ἐπιτυχίαν κατὰ τὴν ἀρχὴν μιᾶς ἐπιχειρήσεως, ἑνὸς ταξιδίου καὶ ὁποιασδήποτε ἄλλης πράξεως, ἀνάλογος πρὸς τὰ σημερινὰ “ἡ ὥρα ἡ καλή”, “μὲ τὸ καλό”.
       5. Ἡ γραφὴ τῶν χειρογράφων εἶναι: “καὶ τοῦ Διὸς ὕοντος λέγειν ἡδὺ γε τῶν ἄστρων, ὅτε δὴ καὶ οἱ ἄλλοι λέγουσι πίσσης”· ἀλλὰ τί σημαίνουν τὰ γριφώδη ταῦτα; Ὁ Κοραῆς θεωρεῖ τὸ χωρίον τοῦτο ὡς τὸ δυσκολώτατον πάντων, ὁ δὲ Casaubon τὸ ὀνομάζει locum desperatum. Αἱ πολλαὶ καὶ ποικίλαι διορθώσεις τῶν σοφῶν κριτικῶν δὲν κατώρθωσαν νὰ τὸ θεραπεύυουν διὰ τοῦτο καὶ οὐδεμία ἐξ αὐτῶν ἐπεκράτησεν, ὥστε νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ κείμενον. Αἱ λέξεις ἡδύ, τῶν ἄστρων, πίσσης, φέρουν εἰς τὸν νοῦν δύο φράσεις συνήθεις τῆς νέας Ἑλληνικῆς· δηλ. τὴν “εἶναι ἀστροφεγγιά”, ὅταν πρόκειται περὶ αἰθρίας νυκτός, καὶ “εἶναι πίσσα σκοτάδι”, ὅταν πρόκειται περὶ βροχερῆς καὶ σκοτεινῆς. Αἱ φράσεις αὗται δύνανται ἴσως νὰ διαφωτίσουν τὸ ζήτημα. Ὑποθέτω δηλ. ὅτι ἡ περιεχομένη εἰς τὸ χωρίον τοῦτο ἔννοια εἶναι· ‘καὶ ὅταν τὴν νύκτα βρέχη, ὁ ἀναίσθητος λέγει· “εἶναι ἀστροφεγγιά”, ὅταν οἱ ἄλλοι λέγουν “εἶναι σκοτάδι πίσσα”’. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξαχθῇ τοιαύτη ἔννοια, εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβλητῇ καὶ τὸ ἀρχαῖον κείμενον ὡς ἑξῆς· “καὶ τοῦ Διὸς <νυκτὸς> ὕοντος λέγειν· ἡδύ γε τῶν ἄστρων <τὸφῶς>, ὅτε δὴ καὶ οἱ ἄλλοι λέγουσι πίσσης <σκότος>.Ὁμολογῶ ὅτι ἡ ὑπόθεσίς μου εἶναι τολμηρὰ ὄχι ὅμως καὶ χειροτέρα ἄλλων.
       6. Ἠριαῖαι ἢ Ἠρίαι πύλαι (ἐκ τοῦ Ἠρίον=τάφος) ἐλέγετο μία πύλη τῶν Ἀθηνῶν πρὸς ἀνατολάς, ἡ ὁποία ἔφερε πρὸς τὸ νεκροταφεῖον τοῦ Κεραμεικοῦ.
Απόδοση και σχόλια: Εμμανουήλ Δαυίδ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου