Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ(1900 - 1971)



Εἰκόνα

Ο Γιώργος Σεφέρης (φιλολογικό όνομα του Γεωργίου Σεφεριάδη) γεννήθηκε το 1900 στη Σμύρνη, στη μικρασιατική, ελληνική πέρα ως πέρα μεγαλούπολη. Οι Σεφεριάδηδες έφυγαν το 1914 για την Αθήνα, όπου ο ποιητής τελείωσε το γυμνάσιο και εξακολούθησε τις νομικές του σπουδές στο Παρίσι (1918-24). Τα γόνιμα χρόνια λοιπόν, από τα 18 ως τα 25 του, τα ζει σε άμεση επαφή με τα πνευματικά και ποιητικά ρεύματα που αλλάζουν την υφή της λογοτεχνίας στα χρόνια αμέσως μετά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο. Εκεί τον φτάνει και ο αντίχτυπος της Μικρασιατικής καταστροφής ( και της καταστροφής της Σμύρνης, της γενέθλιας πόλης του), και η μνήμη αυτή θα μείνει έμμονα ριζωμένη μέσα του. Ακολουθάει το διπλωματικό στάδιο και εργάζεται σαν Ακόλουθος της Ελληνικής Κυβέρνησης, Πρόξενος, Πρέσβης, Σύμβουλος πρεσβειών, Διευθυντής Τύπου, κ.λ.π. Το1963 Τιμήθηκε με το βραβείο NOBEL Λογοτεχνίας. Ανακηρύσσεται επίτιμος διδάκτωρ Πανεπιστημίων του εξωτερικού.

Το 1969 κυκλοφορεί στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό η "διακήρυξή " του εναντίον της δικτατορίας. Ο Σεφέρης δεν είναι εύκολος ποιητής αλλά δεν είναι σκοτεινός. Η γλώσσα που μιλά είναι δύσκολη , στη γλώσσα όμως αυτή η φωνή του είναι καθαρή και απερίφραστη. Εχεις την εντύπωση πως πέτυχε την καίρια έκφραση, που δεν μπορεί να ειπωθεί αλλιώς. Αυτό είναι το πιο αξιοαγάπητο στην ποίησή του, η απλότητα που φτάνει στη θερμότητα μιας εξομολόγησης. Η ποίηση του Σεφέρη δεν είναι βέβαια χαρούμενη. Είναι απαισιόδοξη και μελαγχολική. Εχει τη θλίψη του ανθρώπου που συλλογίζεται πολύ πάνω στα ανθρώπινα, κι ακόμα του Ελληνα με το κατακάθι της πίκρας από τη σκλαβιά και τις εθνικές περιπέτειες. Ωστόσο η διάθεση αυτή δεν οδηγεί στην άρνηση ή στην καταστροφή. Από την άλλη πλευρά του σκοταδιού είναι το φως, μαύρο και αγγελικό, " από το μέρος του ήλιου" στο κάστρο της Ασίνης θα ανεβεί στο τέλος "ασπιδοφόρος ο ήλιος πολεμώντας". Κάτω από την άρνηση υπάρχει μια πίστη που προστατεύει από την απελπισία, και μια στιβαρή αίσθηση των πραγμάτων που προφυλάσσει από τη διάλυση και το μηδενισμό. Πέθανε το Σεπτέμβριο του 1971.

Ποιητικές Συλλογές

Εἰκόνα
Η απονομή του Νόμπελ
· 1932 "Στροφή" ( Αρνηση )
· 1932 "Η Στέρνα"
· 1935 "Το μυθιστόρημα"
· 1940 " Τετράδιο Γυμνασμάτων" ( Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές )
· 1940 "Ημερολόγιο καταστρώματος Α' "
· 1944 "Ημερολόγιο καταστρώματος Β' "
· 1947 "Κίχλη"
· 1955 " ...Κύπρον, ου μ' εθέσπισεν"
· 1966 "Τρία κρυφά Ποιήματα"


Δοκίμια


· 1939 "Διάλογος πάνω στην ποίηση"
· 1944 "Δοκιμές"
· 1946 "Ερωτόκριτος"
Ταξιδιωτικά


· 1953 "Τρεις μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας"
Μεταφράσεις


· 1936 Τ.Σ.'Ελιοτ
· 1940 "Η έρημη χώρα" του Τ.Σ. ΄Ελιοτ
· 1965 "Αντιγραφές" (Yeats, Gide, Valery, κ,ά)
· 1965 "Ασμα Ασμάτων"
· 1966"Η Αποκάλυψη του Ιωάννη"

Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν τα εξής έργα
· 1973 "Οι ώρες της κυρίας Ερσης" (δοκίμιο για το ομώνυνυμο έργο του Ν.Γ.Πεντζίκη με το ψευδώνυμο Ιγνάτης Τρελός)
· 1973 "Εξι νύχτες στην Ακρόπολη" (μυθιστόρημα)
· 1975 "Αλληλογραφία" (Γ.Θεοτοκάς-Γ.Σεφέρης 1930-1966)

και τα ημερολόγια :
· 1972 "Χειρόγραφο Σεπτ. '41"
· 1973 "Μέρες του 1945-51"
· 1975 "Μέρες Α'" (16-2-1925 ως 17-8-1931)
· 1975 "Μέρες Β'" (24-8-1931 ως 12-2-1934)
· 1977 "Μέρες Γ'" (16-4-1934 ως 14-12-1940)

ΕΝΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
«Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω. Αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας. Έτσι, από τα χρόνια εκείνα, ως τώρα τελευταία, έπαψα κατά κανόνα να αγγίζω τέτοια θέματα· εξάλλου τα όσα δημοσίεψα ως τις αρχές του 1967 και η κατοπινή στάση μου – δεν έχω δημοσιέψει τίποτα στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία – έδειχναν, μου φαίνεται, αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.
Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά, το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, να τι θα έλεγα:
Κλείνουν δύο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς ολωσδιόλου αντίθετο με τα ιδεώδη, για τα οποία πολέμησε ὁ κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο. Είναι μία κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη στεκούμενα νερά. Δε θα μου ήταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτοιες ζημιές δε λογαριάζουν πάρα πολύ για ορισμένους ανθρώπους.
Δυστυχώς δεν πρόκειται μόνον γι᾿ αυτό τον κίνδυνο. Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μας βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.
Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω».
Γιώργος Σεφέρης, 28 Μαρτίου 1969

Εἰκόνα
Η κηδεία του Σεφέρη

Από τα ποικίλα αφιερώματα στη ζωή και το έργο του Σεφέρη, επιλέγουμε ένα βίντεο από την εκπομπή «Η ΔΕ ΠΟΛΙΣ ΕΛΑΛΗΣΕΝ» όπου παρουσιάζει το ιερό των ΔΕΛΦΩΝ, μέσα από τη ματιά του Έλληνα Νομπελίστα Ποιητή. Ο φακός μας ξεναγεί στους πρόποδες του ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ, στο υποβλητικό τοπίο που σχηματίζεται ανάμεσα στους δύο θεόρατους βράχους, τις ΦΑΙΔΡΙΑΔΕΣ και στον αρχαιολογικό χώρο των ΔΕΛΦΩΝ. Επίσης, προβάλλονται τα σημαντικότερα εκθέματα του Αρχαιολογικού Μουσείου των ΔΕΛΦΩΝ, όπως ο ΗΝΙΟΧΟΣ, ο ΟΜΦΑΛΟΣ, η ΣΦΙΓΓΑ των Ναξίων, οι δύο κούροι ΚΛΕΟΒΙΣ και ΒΙΤΩΝ. Ο Ηθοποιός ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΒΑΛΤΙΝΟΣ διαβάζει το κείμενο «ΔΕΛΦΟΙ» από τις ΔΟΚΙΜΕΣ του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ καθώς και απόσπασμα από τα ΕΠΙΝΙΚΙΑ του ΠΙΝΔΑΡΟΥ ωδή ΠΥΘΙΑ.
Ο Ποιητής απαγγέλλει το Γ ποίημα «ΜΕΜΝΗΣΟ ΛΟΥΤΡΩΝ ΟΙΣ ΕΝΟΣΦΙΣΘΗΣ» (ΞΥΠΝΗΣΑ ΜΕ ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΙΝΟ ΤΟΥΤΟ ΚΕΦΑΛΙ), το Κ «ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ» της ποιητικής συλλογής του «ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ» καθώς και το «είπατε τω βασιλήι. . . απέσβετο και λάλον ύδωρ ».





Το έργο του μελοποιήθηκε από τους πιο αντιπροσωπευτικούς μουσικούς των τελευταίων δεκαετιών όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Ηλίας Ανδριόπουλος, ο Δήμος Μούτσης , ο Γιάννης Μαρκόπουλος….Τα τραγούδια αυτά αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν από πλήθος κόσμου τις προηγούμενες δεκαετίες γιατί κουβαλούν στο στίχο τους την Ελληνική ψυχή…


ΛΙΓΟ ΑΚΟΜΑ …..
Μουσική Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία Μαρία Φαραντούρη


Λίγο ακόμα,
θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν' ανθίζουν
Λίγο ακόμα,
θα ιδούμε τα μάρμαρα να λάμπουν,
να λάμπουν στον ήλιο
κι η θάλασσα να κυματίζει
Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε
Λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα…

ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ
ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937.
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Αντώνης Καλογιάννης



Τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση 
του φεγγαριού η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές
και τ' ασφοδίλια το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου χρυσά
τ' άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ' άστρο ο Αλδεβαράν
Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου
ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα
κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς
καμιά φωτιά στη κορυφή του βραδιάζει
Κράτησα τη ζωή μου στ' αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου τάχα να υπάρχουν στην άμμο του
περασμένου καλοκαιριού τάχα να μένουν εκεί που φύσεξε ο βοριάς
καθώς ακούω γύρω στη παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή
Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα περπατώντας
σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της
Ανεβαίνω τα βουνά μελανιασμένες λαγκαδιές
ο χιονισμένος κάμπος, ως πέρα ο χιονισμένος κάμπος
τίποτε δε ρωτούν μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλήσια
μήτε τα χέρια που απλώνουνται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ ψίθυροι σαν την ανάσα
του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη σαν την ανθρώπινη φωνή
της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια σαν την ανάμνηση της
φωνή σου λέγοντας "ευτυχία"
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ' τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες που μου ξεφεύγουν
εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωπος που βηματίζει τυφλός
πάνω στο χιόνι της σιωπής
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του,
γυρεύοντας το νερό που σ' αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα,
στο πρόσωπό σου μέσα στον άδειο κήπο,
στάλες στην ακίνητη δεξαμενή βρίσκοντας ένα κύκνο νεκρό
μέσα στα κάτασπρα φτερά του δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα
Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή,
όσο γυρεύεις να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν εκείνους που χάθηκαν
μέσα στον ύπνο τους σε πελαγίσιους τάφους όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες
να σκύψουν κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί που στάθηκε μια
αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή, κράτησα τη ζωή μου
Το χιόνι και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων

ΑΡΝΗΣΗ
Στίχοι: Γιώργος Σεφέρης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης


Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι•
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ' όνομά της•
Ωραία που φύσηξε ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή .

Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.

ΕΙΝΑΙ ΠΑΛΙΟ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ
Τετραλογία
Συνθέτης: Δήμος Μούτσης
Ποιήση: Κώστας Καβάφης- Κώστας Καρωτάκης
Γιάννης Ρίτσος- Γιώργος Σεφέρης
Τραγουδούν: Μανώλης Μητσιάς - Άλκηστης Πρωτοψάλτη - Χρήστος Λεττονός






Είναι παλιό το λιμάνι, δεν μπορώ πια να περιμένω
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα,
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πλατάνια,
ούτε το φίλο που έφυγε για τ' ανοιχτά.

Χαϊδεύω τα σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τα κουπιά
να ζωντανέψει το κορμί μου και ν' αποφασίσει.
Τα καραβόπανα δίνουν μόνο τη μυρωδιά
του αλατιού της άλλης τρικυμίας.

Αν το θέλησα να μείνω μόνος, γύρεψα
τη μοναξιά, δε γύρεψα μια τέτοια απαντοχή,
το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον ορίζοντα,
αυτές τις γραμμές, αυτά τα χρώματα, αυτή τη σιγή.

Τ' άστρα της νύχτας με γυρίζουν στην προσδοκία
του Οδυσσέα για τους νεκρούς μες στ' ασφοδίλια.
Μες στ' ασφοδίλια σαν αράξαμε εδώ πέρα θέλαμε να βρούμε
τη λαγκαδιά που είδε τον Άδωνι λαβωμένο.




Ο ΤΟΠΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΛΕΙΣΤΟΣ

Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης
Δίσκος: "Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους και άλλα τραγούδια" – 1973
Εκτέλεση Βασιλική Λαβίνα, Τάσος Χαλκιάς και χορωδία

Ο τόπος μας είναι κλειστός,
όλο βουνά που έχουνε σκεπή
τον χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.

Δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε πηγάδια,
δεν έχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές.

Που ηχούν και που τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος, κούφιος,
ίδιος με τη μοναξιά μας,
ίδιος με την αγάπη μας,
ίδιος με τα σώματά μας.

Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε
να χτίσουμε τα σπίτια,
τα καλύβια και τις στάνες μας.

Και οι γάμοι μας,
τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα,
γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.

Πώς γεννήθηκαν, πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;
Δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε πηγάδια,
δεν έχουμε πηγές.
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές.
Που ηχούν και που τις προσκυνούμε.
Ο τόπος μας είναι κλειστός.
Τον κλείνουν οι δυο μαύρες Συμπληγάδες.
Στα λιμάνια την Κυριακή
σαν κατεβούμε ν ανασάνουμε,
βλέπουμε να φωτίζουνται
στο ηλιόγερμα σπασμένα ξύλα,
απο ταξείδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν αγαπήσουν.



ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΘΑΛΛΑΣΙΝΕΣ ΣΠΗΛΙΕΣ

Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Έργο: Επιφάνια (δίσκος 45 στροφών extended play, 1962)
Εδώ ,με τον  Γιώργο Μούτσιο.


Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια αγάπη
υπάρχει μια έκσταση,
όλα σκληρά σαν τα κοχύλια
μπορείς να τα κρατήσεις
μες στη παλάμη σου.

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
μέρες ολόκληρες σε κοίταζα στα μάτια
και δε σε γνώριζα μήτε με γνώριζες.


ΑΓΙΑΝΑΠΑ
Απ' το έργο του Ηλία Ανδριόπουλου "Αργοναύτες", το οποίο περιέχει μελοποιημένη ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, του Μάνου Ελευθερίου και του Νίκου Γκάτσου. Το ποίημα αυτό είναι απ' την αφιερωμένη στην Κύπρο, ποιητική συλλογή του Σεφέρη "Ημερολόγιο καταστρώματος Γ,'", του 1995. Η Αγία Νάπα, απ' όπου και ο τίτλος του ποιήματος, είναι μια μικρή πόλη, με ομώνυμο μοναστήρι, στην επαρχία της Αμμοχώστου. Η πρώτη ερμηνεία του τραγουδιού ήταν του Νίκου Ξυλούρη. Στο έργο Αργοναύτες συμμετέχει και ο Μανώλης Μητσιάς.


Κάτω απ' τη γέρικη συκομουριά
τρελός ο αγέρας έπαιζε
με τα πουλιά με τα κλωνιά
και δε μας έκραινε.

Ώρα καλή σου ανάσα της ψυχής
ανοίξαμε τον κόρφο μας
έλα να μπεις έλα να πιεις
από τον πόθο μας.

Κάτω απ' τη γέρικη συκομουριά
ο αγέρας σηκώθη κι έφυγε
κατά τα κάστρα του βοριά
και δε μας έγγιξε.

Θυμάρι μου και δεντρολιβανιά,
δέσε γερά το στήθος σου
και βρες σπηλιά και βρες γωνιά
κρύψε το λύχνο σου.

Δεν είναι αγέρας τούτος του Βαγιού
δεν είναι της Ανάστασης
μα είναι της φωτιάς και του καπνού
της ζωής της άχαρης.

Κάτω απ' τη γέρικη συκομουριά
στεγνός ο αγέρας γύρισε
οσμίζουνταν παντού φλουριά
και μας επούλησε.


ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΜΟΥ Η ΠΛΗΓΗ ΑΝΟΙΓΕΙ ΠΑΛΙ
Μουσική Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία Μαρία Φαραντούρη


Στὸ στῆθος μου ἡ πληγὴ ἀνοίγει πάλι

ὅταν χαμηλώνουν τ᾿ ἄστρα καὶ συγγενεύουν μὲ τὸ κορμί μου

ὅταν πέφτει σιγὴ κάτω ἀπὸ τὰ πέλματα τῶν ἀνθρώπων

Αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ βουλιάζουν μέσα στὰ χρόνια ὡς ποῦ θὰ μὲ παρασύρουν;

Τὴ θάλασσα τὴ θάλασσα, ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ τὴν ἐξαντλήσει;

Βλέπω τὰ χέρια κάθε αὐγὴ νὰ γνέφουν στὸ γύπα καὶ στὸ γεράκι

δεμένη πάνω στὸ βράχο ποὺ ἔγινε μὲ τὸν πόνο δικός μου,

βλέπω τὰ δέντρα ποὺ ἀνασαίνουν τὴ μαύρη γαλήνη τῶν πεθαμένων

κι ἔπειτα τὰ χαμόγελα, ποὺ δὲν προχωροῦν, τῶν ἀγαλμάτων.

ΚΙ΄ΑΝ Ο ΑΓΕΡΑΣ ΦΥΣΑ
Μουσική Δήμος Μούτσης
Ερμηνεία Μανώλης Μητσιάς


Κι αν ο αγέρας φυσά,
δε μας δροσίζει
κι ο ίσκιος μένει στενός
κάτω απ' τα κυπαρίσσια
κι όλο τριγύρω ανηφόρι στα βουνά
Μας βαραίνουν οι φίλοι
που δεν ξέρουν πια πως να πεθάνουν
Κι αν ο αγέρας φυσά,
δε μας δροσίζει
κι ο ίσκιος μένει στενός
κάτω απ' τα κυπαρίσσια
κι όλο τριγύρω ανηφόρι στα βουνά


Ο ΥΠΝΟΣ ΣΕ ΤΥΛΙΞΕ

Μουσική Μ. Θεοδωράκη
Ερμηνεύει η Μαργαρίτα Ζορμπαλά
από το δίσκο "Τρεις Κύκλοι" Lyra 1979


Ο ύπνος σε τύλιξε
με πράσινα φύλλα ανάσαινες

Σαν ένα δέντρο
με πράσινα φύλλα ανάσαινες

Μέσα στο ήσυχο φως
μέσα στη διάφανη πηγή
κοίταξα τη μορφή σου

Κλεισμένα βλέφαρα
και τα ματόκλαδά σου
χαράζαν το νερό

ΕΛΕΝΗ
Μουσική: Ηλίας Ανδριόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Μανώλης Μητσιάς
Απόσπασμα από το ποίημα, το οποίο παραθέτουμε  εδώ, ολόκληρο…


Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες''.

Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλλων,
σύ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους
στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές
αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.
Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη
βήματα και χειρονομίες. δε θα τολμούσα να πω φιλήματα.
και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.

"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες".

Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;
Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:
καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες των ανθρώπων
ή των θεών.
η μοίρα μου που κυματίζει
ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα
και μιαν άλλη Σαλαμίνα
μ' έφερε εδώ σ' αυτό το γυρογιάλι.
Το φεγγάρι
βγήκε απ' το πέλαγο σαν Αφροδίτη.
σκέπασε τ' άστρα του Τοξότη, τώρα πάει να 'βρει
την καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ' αλλάζει.
Πού είναι η αλήθεια;
Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης.
το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.

Αηδόνι ποιητάρη,
σαν και μια τέτοια νύχτα στ' ακροθαλάσσι του Πρωτέα
σ' άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,
κι ανάμεσό τους-ποιος θα το 'λεγε-η Ελένη!
Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.
Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου. την άγγιξα, μου μίλησε:
"Δεν είν' αλήθεια, δεν είν' αλήθεια" φώναζε.
"Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι.
Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία".

Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό
το ανάστημα
ίσκιοι και χαμόγελα παντού
στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα.
ζωντανό δέρμα, και τα μάτια
με τα μεγάλα βλέφαρα,
ήταν εκεί, στην όχθη ενός Δέλτα.
Και στην Τροία;
Τίποτε στην Τροία-ένα είδωλο.
Έτσι το θέλαν οι θεοί.
Κι ο Πάρης, μ' έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν πλάσμα
ατόφιο.
κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια .

Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.
Τόσα κορμιά ριγμένα
στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης.
τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.
Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.
Κι ο αδερφός μου;
Αηδόνι αηδόνι αηδόνι,
τ' είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ' ανάμεσό τους;

"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες".

Δακρυσμένο πουλί,
στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη
που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,
άραξα μοναχός μ' αυτό το παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι Δε θα ξαναπιάσουν
τον παλιό δόλο των θεών.
αν είναι αλήθεια
πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,
δεν το 'χει μες στη μοίρα του ν' ακούσει
μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε
πως τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.Ιορδανία 1953

Και κάποιες νεότερες μελοποιήσεις..
ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Μουσική: Βαγγέλης Μαρκαντώνης
Πρώτη εκτέλεση: Ανοιχτή Θάλασσα
Μελοποιημένο απόσπασμα από τον "Ερωτικό Λόγο" του Γιώργου Σεφέρη
(από την έκδοση "Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα", Ίκαρος, 1989)




Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ' αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ' αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός..


Η ΛΥΠΗΜΕΝΗ
Εκτέλεση Μελίνα Κανά
Μουσική του ταλαντούχου αλλά όχι πολύ γνωστού, Νίκου Πλάτανου.




Στην πέτρα της υπομονής
Κάθισες προς το βράδυ
Με του ματιού σου το μαυράδι
Δείχνοντας πως πονείς

Κι είχες στα χείλια τη γραμμή
Που είναι γυμνή και τρέμει
Σαν την ψυχή γίνεται ανέμη
Και δέουνται οι λυγμοί

Κι είχες στο νου σου το σκοπό
Που ξεκινά το δάκρυ
Κι ήσουν κορμί που από την άκρη
Γυρίζει στον καρπό

Μα της καρδιάς σου ο Σπαραγμός
Δε βόγκηξε κι εγίνει
Το νόημα που στον κόσμο δίνει
Έναστρος ουρανός

ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ
Μουσική: Χάρης&Πάνος Κατσιμίχας
Πρώτη εκτέλεση: Χάρης&Πάνος Κατσιμίχας


Γυναίκα, της ψυχής μου ξένη
Το ξάφνιασμά σου μου απομένει
Ωραία γυναίκα αγαπημένη,
Το βράδυ αυτό το ανόητο, σήμερα
Και των ματιών σου οι μαύροι κρίκοι
Και της νυχτιάς η ανάερη φρίκη...
Σκύψε να μπεις πάλι στη θήκη
Λεπίδι της σιωπής μου, χίμαιρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου