Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

ΠΕΡΠΕΡΟΥΝΑ - ΠΕΡΠΕΡΙΑ




Οι δεήσεις προς τον Θεό και οι προσευχές με λιτανείες που τελούνταν σε όλη τη χώρα, προσέλαβαν από την Βυζαντινή εποχή χαρακτήρα κατηφή και μονότονο. Σπάνια παρατηρεί κάποιος να διατηρείται στο λαό, η εύθυμη και χαρωπή προς το θείο ικεσία που ήταν τόσο συνηθισμένη στην αρχαιότητα. Η Περπερούνα, στη Μακεδονία, Θεσσαλία και ΄Ηπειρο που γίνεται για την απόλαυση βροχής είναι ευτυχώς μία  απ΄αυτές.

΄Οταν για καιρό δεν βρέξει μαζεύονται τα παιδιά όλα του χωριού και σηκώνουν στο κεφάλι τους ένα παιδί οκτώ έως δέκα ετών, φτωχό και επί το πλείστον ορφανό, γιατί πιστεύουν πως τις δεήσεις αυτών των παιδιών τις ακούει καλύτερα ο Θεός. Το στολίζουν με άνθη και χόρτα τραγουδώντας το τραγουδάκι που ακολουθεί και περνούν απ' όλα τα σπίτια του χωριού, σταματώντας σε κάθε ένα ψάλλοντας. Η οικοδέσποινα χύνει στο κεφάλι του παιδιού νερό , υπονοώντας πως επίσης ο Θεός θα πρέπει να στείλει βροχή και του δίνει ένα παρά. Τα παιδιά αφού περάσουν απ΄όλα τα σπίτια μετά διαλύονται.

Θεσσαλία – Μακεδονία

Περπερούνα περπατεί
Τον Θεόν παρακαλεί.
Θέ μου βρέξε μια βροχή,
Μια βροχή μια σιγανή,
Να φυτρώσουν και ν΄ανθίσουν
Και τον κόσμο να πλουτίσουν
Τα σιτάρια, τα μπαμπάκια,
Τα δροσερά χορταράκια.
Μπόρες μπόρες το νερό
Και το γέννημα σωρό,
Κάθε στάχυ, και κιλό
Κάθε κούρβλον και φορτιό.


(άλλη παραλλαγή)

Περπερούνα περπατεί
Για βροχή παρακαλεί.
Κύριε βρέξε μια βροχή,
Μια βροχή καματερή.
Μπόρες, μπόρες τα νερά
Λίμνες λίμνες τα κρασιά.
Κάθε τούτσορο καλάθι,
Κάθε στάχυ και ταγάρι,
Για να σκάζ΄ο αλεβράς,
Γιατί δεν πωλεί ‘κριβά.
Και να χαίρετ΄ο φτωχός
Μ΄όλη του τη φαμελιά.

(άλλη παραλλαγή)

Περπεριά δροσολογιά,
Δρόσισε τη γειτονιά.
Και στους δρόμους περπατεί
Τον Θεόν παρακαλεί.
Θεέ μου βρέξε μια βροχή,
Μια βροχίτσα σιγανή,
Να καρπίσουν τα χωράφια
Και ν΄ανθίσουν τα΄αμπελάκια,
Τα σπαρτά μας να ψωμίσουν
Και τον κόσμο να πλουτίσουν
Τα σιτάργια τα κριθάρια,
Καλαμπόκια και μπαμπάκια,
Βρίζες , ρύζια ,σταφυλάκια,
Εις τους κήπους μας χαρές
Κ’ οι βροχές μας δροσερές.
Μπόρες  μπόρες το νερό
Και το γέννημα σωρό,
Κάθε στάχυ και κιλό,
Κάθε κούρβαλο φορτιό,
Έξω ξέρα και πτωχειά
Μέσα δρόσος και βλογιά

‘ Ομοιες τελετές υπάρχουν στη Σερβία , όπου κόρη, Dodala επονομαζόμενη, περιφέρεται εν πομπή. Ψάλλουν τότε το εξής άσμα βροχής επιφωνούντες στο τέλος κάθε στίχου Oj dodo oj dodo le!

Τον Θεόν παρακαλεί η doda μας
Για να ρίξει μια βροχή
Να βραχούν όλ’ οι αγροί,
Όλοι οι αγροί, και όλ΄οι λάκοι,
Και οι δούλοι του σπιτιού.  

                                                    Η ΣΕΡΒΙΚΗ ΠΕΡΠΕΡΟΥΝΑ


Στη Γερμανία νέα κόρη στολιζόταν με υοσκύαμο ( φυτό φαρμακευτικό από το Υς= χοίρος και κύαμος= κουκί) και  έφθανε με πομπή κοριτσιών μέχρι τον ποταμό. Εκεί την έρραιναν με νερό . Στη Βλαχία τα παιδιά όταν επικρατεί ξηρασία και είναι ανάγκη βροχής για την ευφορία των γεννημάτων, μαζεύονται και τραγουδούν ανάλογο άσμα Papaluga , όπως επίσης και σε άλλες χώρες συναντάμε παρόμοια άσματα, αν και δεν συνοδεύονται από τελετές.
Στη Σερβία και Γερμανία κατά τον μεσαίωνα, επικαλούνταν σε λιτανεία βροχή από τον ΄Αγιο Ηλία και την Θεοτόκο Μαρία, με γυμνά πόδια, όπως ένα χρονικό αναφέρει.
Αυτό μας θυμίζει ρωμαϊκή τελετή, κατά την οποία γυμνόποδες πολίτες ζητούσαν βροχή από τον Δία (nudis pedibus Jovem auam exorabant.)

Oι προς τον Θεό δεήσεις για βροχή ήταν συνήθεις και στους αρχαίους ΄Ελληνες. Ο Μάρκος Αντωνίνος αναφέρει την εξής ευχή των Αθηναίων «ύσον, ύσον, ώ φίλε Ζευ, κατά της αρούρας της Αθηναίων και των πεδίων» σε επιγραφή στην Αττική διαβάζουμε «΄Υε, κύε , υπέρκυε». Ο τύπος ύε, κύε ανήκει στις τελετές των Ελευσινίων μυστηρίων και συνδέεται μάλλον με την εις τον Διόνυσο αποδιδόμενη αρχαιότατη επωνυμία Ϋης. Εκτός αυτών ο  Ζευς μεταξύ άλλων θεωρείτο ο πέμπων την βροχή, εξού και ΄Ομβριος ή Υέτιος.( Ύε δ΄άρα Ζευς (Ιλιαδ. Μ 25)  . Εικόνα υπήρχε στην Ακρόπολη των Αθηνών, που απεικόνιζε τη Γη να ζητά βροχή από τον Δία (Παυσανίας)

Η λέξη δηλώνει τη στολισμένη κόρη και συγχρόνως και την τελετή, είναι περπερούνα και περπεριά, σπανίως δε κατά παρεξήγηση παππαρούνα. Ο Κind αναφέρει αρκετές της λέξης παραλλαγές από παραφθορά,  ως Περπηρίνα, Πυπηρούνα, Παρπαρούνα, Περπερίνα. Περπερίες, είναι και οι πέντε πομπές  που στέλνονταν στην αρχαιότητα από τους Υπερβόρειους στη Δήλο Την ετυμολογία της λέξης την αγνοούμε. Μερικοί όμως υπέθεσαν πως έχει σχέση με το αρχαίο Περφερία, Περιφέρεια, Περιφερέες, ή Πέρφαρες και τέλος ο Grimm, πιθανολογεί βάσιμα αναδιπλασιασμό της πρώτης συλλαβής όπως συνέβη και στο Σλαβικό dodola.

ΠΗΓΗ: λαογραφικά Ν. Πολίτη

                                               ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΠΕΡΠΕΡΟΥΝΑΣ

                                        ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΠΙΡΠΙΡΟΥΝΑΣ ΘΡΑΚΗ



Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ ΤΗΣ ΜΗΛΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΘΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΗΛΙΩΝ



Σε μια μικρή  μελέτη που τιτλοφορείται " Η αρπαγή του αγάλματος της Αφροδίτης της Μήλου", του Αντωνίου Μηλιαράκη,(1841 - 8 Απριλίου 1905), Έλληνα γεωγράφου και ιστορικού. η οποία είχε δημοσιευθεί  μετά το θάνατό του στο περιοδικό «ΜΕΛΕΤΗ» στον 6ο τόμο του 1907, βρίσκουμε συναρπαστικές λεπτομέρειες για το ιστορικό της ανεύρεσης του αγάλματος της Αφροδίτης της Μήλου το 1820 και τα δραματικά γεγονότα που ακολούθησαν την μεταφορά της θεάς στο μουσείο του Λούβρου, τα οποία συμπληρώνουν τα κατά καιρούς γραφόμενα και εικαζόμενα για τις συνθήκες κάτω απ΄τις οποίες κατέληξε το περίφημο άγαλμα στο γαλλικό μουσείο. Παραθέτουμε τα πλέον ενδιαφέροντα και διαφωτιστικά:

Γύρω στα τέλη Φεβρουαρίου 1820 ένας Μήλιος γεωργός που ονομαζόταν Δημήτρης Κεντρωτής ή Μποτόνης, σκάβοντας τον αγρό του  που βρισκόταν στο χώρο της αρχαίας πόλης της Μήλου, βρήκε δύο Ερμές και το άγαλμα της Αφροδίτης, χωρισμένο από τη μέση σε δύο κομμάτια. Εκείνο το χρόνο ένα πολεμικό γαλλικό πλοίο που λεγόταν “La Chevrette” με κυβερνήτη τον Gauttier,  κατευθυνόμενο προς την  Κωσταντινούπολή είχε δέσει στην Μήλο, για να προστατευθεί από την κακοκαιρία. Ο υποπρόξενος της Γαλλίας στη Μήλο , Λουδοβίκος Βρέστ,  που είχε εκδηλώσει μεγάλο ενδιαφέρον για την απόκτηση αρχαιοτήτων για το γαλλικό αρχαιολογικό Μουσείο, ανηγγειλε την ανακάλυψη στους αξιωματικούς του πλοίου εκ των οποίων ο Dumone d; Urville , που ανεδείχθη αργότερα σε μέγα θαλασσοπόρο και εξερευνητή της Αμερικής και ο Matterer υποπλοίαρχος, πήγαν και είδαν πρώτοι το άγαλμα.  Εγραψε μάλιστα ο D΄ Urville και έκθεση γι΄αυτό και έφτιαξε ένα πρόχειρο σχεδιογράφημα.

Κατά την άφιξη της “Chevrette” στην Κωνσταντινούπολη ο  dUrville έδωσε στον πρεσβευτή της Γαλλίας μαρκήσιο de Riviere και στον υποκόμητα Μάρκελλο, γραμματέα τότε της πρεσβείας, την έκθεση για το άγαλμα και το πρόχειρο σχεδιογράφημα. Πριν αναχωρήσουν από τη Μήλο, συνέστησαν στον υποπρόξενο της Γαλλίας στη Μήλο Βρεστ, να προσπαθήσει ν΄αποκτήσει το άγαλμα για το μουσείο των Παρισίων.

Ο πρεσβευτής de Riviere ανέθεσε στον Μάρκελλο, ο οποίος ήταν ήδη επιφορτισμένος με κάποια αποστολή στο Αιγαίο, να περάσει από τη Μήλο και να φροντίσει για τα περαιτέρω.
Ο Μάρκελλος επιβαίνοντας στο γαλλικό πλοίο Estafette έφθασε στη Μήλο στις  23 Μαίου 1820 δηλαδή τρεις περίπου μήνες από τον απόπλου εκ Μήλου της Chevrette  και από την εύρεση του αγάλματος. Εν τω μεταξύ, ο ιερέας Οικονόμος Βεργής αγόρασε το άγαλμα από την Δημήτριο Κεντρωτά, για να το στείλει στην Κωνσταντινούπολη στον Νικόλαο Μουρούζη, μέγα Δραγουμάνο του Οθωμανικού στόλου, έχοντας και τη συναίνεση του δημογέροντος Ιακώβου Ταταράκη. 
Αυτό δε το έπραξε επειδή όταν το 1819 ο Νικόλαος Μουρούζης, επισκέφθηκε το νησί παρήγγειλε στους προύχοντες και στον ιερέα Βεργή, αν ποτέ ήθελαν βρει κάτι αρχαίο στο νησί , να το στείλουν σ΄αυτόν. 

Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι ο Βεργής ανήγγειλε στον Μουρούζη την ανακάλυψη την οποία έμαθε από τη γαλλική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολή ή και απ΄αυτόν τον Μάρκελλο, με τον οποίο συνδεόταν με στενή φιλία, όπως και ο ίδιος ο Μάρκελλος, ομολογεί στις Αναμνήσεις του. Ως εκ των υποχρεώσεων που είχαν οι Μήλιοι προς τον Μουρούζη, ώστε να τυγχάνουν της προστασίας του, απέκρουσαν τις προσπάθειες του Βρεστ για την απόκτηση  του αγάλματος, και αποφάσισαν σε συμφωνία με τον ιερέα Βεργή, να αποστείλουν το άγαλμα στην Κωνσταντινούπολη. Για το σκοπό αυτό ναύλωσαν πλοίο ελληνικό, από το Γαλαξείδι, που βρέθηκε στην Μήλο, και ο Βρεστ απαγόρευσε στα γαλλικά εμπορικά πλοία που προσάραζαν στο νησί να παραλάβουν το άγαλμα. 

Όταν έφθασε ο Μάρκελλος στη Μήλο έμαθε πως ο Βρεστ δεν κατόρθωσε να αποκτήσει το άγαλμα και ότι ήδη είχε φορτωθεί σε ελληνικό πλοίο έτοιμο να πλεύσει στην Κωνσταντινούπολη.
Ο Μάρκελλος ( και ακολουθούμε εδώ την δική του αφήγηση), βλέποντας ότι η αποστολή του απέτυχε, απεφάσισε ν΄αρπάξει το άγαλμα με κάθε τρόπο. ( jai resolus de memparer de la statue a tout prix).Ανεβαίνοντας στο Κάστρο είπε στους προύχοντες ότι, αφού ο πρόξενος της Γαλλίας, προσεφέρθη πρώτος ν΄αγοράσει το άγαλμα , έπρεπε να τον προτιμήσουν, και γι΄αυτό δεν αναγνωρίζει τις μεταγενέστερες συμφωνίες. Επέδειξε δε και τα φιρμάνια, τα οποίο είχε μαζί του , και επιστολή του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Αλλά οι προεστοί είπαν ότι ο κάτοχος ήδη του αγάλματος ιερεύς με κανένα τρόπο δεν υποχωρούσε , γιατί είχε διαταγή του Δραγουμάνου του στόλου, να φέρει το άγαλμα στην Κωνσταντινούπολη. Τότε απείλησε τους προεστούς, λέγοντας πως τα λόγια τους είναι απλές προφάσεις και ότι θα το δούν την επαύριο. 

Την επομένη με συνοδεία αξιωματικών ζήτησε να δει τουλάχιστον το άγαλμα στο ελληνικό πλοίο, αλλά συνέλαβε τον ιερέα να κάνει νεύμα στον πλοίαρχο να εμποδίσει την επίσκεψή του στο πλοίο. Όντως δε, αφηγείται ο ίδιος ο Μάρκελλος,  με λέμβο του γαλλικού πλοίου πλησίασαν μέχρι βολής το ελληνικό, και είδε ότι ο πλοίαρχος τον οποίο ονομάζει Αλβανό, ύψωσε την τουρκική σημαία και παρέταξε ενόπλους τους ναύτες έτοιμους να πυροβολήσουν. Αλλά αμέσως κατανοώντας το άτοπο διάβημά του, απέστειλε λέμβο και ζήτησε συγγνώμη. Από τον πλοίαρχο δε ο Μάρκελλος έμαθε ότι ο ΄ελληνας ιερέας ήταν αυτός που εμπόδισε την επίσκεψή του στο πλοίο. Έτσι επέστρεψε άπρακτος στην Estafette.

Διηγείται κατόπιν ότι δεν ήθελε να υποχωρήσει με τα πρώτα αυτά εμπόδια και ότι το θάρρος του το ενίσχυσε ένα αγαθό αίσθημα,  είδε δε στον ύπνο του την Αφροδίτη, όπως την παριστάνει ο Λουκρήτιος, του οποίου παραθέτει και τους στίχους. Την επομένη πήγε πάλι στο Κάστρο, όπου βρήκε ξανά τους προύχοντες, οι οποίοι του είπαν ότι πλέον αυτοί ανέλαβαν την υπόθεση, αφού το άγαλμα ανήκει στην κοινότητα και ότι αποφάσισαν να το στείλουν στον Δραγουμάνο του στόλου. Αυτό το θεώρησε σαν πρώτη υποχώρηση και απάντησε ότι θεωρούσε τον εαυτό του ευτυχή ήδη, διότι διαπραγματευόταν με την κοινότητα και όχι με άτομα. Είπε πως θα ήταν ανώφελο να στείλουν το άγαλμα στην Κωνσταντινούπολη, γιατί οι Τούρκοι αποστρέφονταν κάθε απεικόνιση ανθρώπου, ότι ο Δραγουμάνος δεν μπορούσε να το επιδιορθώσει και ότι καλό θα ήταν να το έδιναν σ΄αυτόν, αυτοί που τόσο αγαπούσαν τους Γάλλους. Διάβασε και τις συστατικές επιστολές του, από τις οποίες έμαθαν και τον τίτλο του ως γραμματέως της πρεσβείας,

 Επί τέλους διηγείται ότι μετά από σύσκεψη έδωσαν σ΄αυτόν την άδεια να πάρει το άγαλμα, χωρίς κανέναν όρο, του ζήτησαν μάλιστα και συγγνώμη για την αναβολή. Ο Μάρκελλος τους ευχαρίστησε και τους υπεσχέθη ότι θα γράψει στον πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη να προστατεύει τα συμφέροντά τους , όταν θα υπάρξει ανάγκη. Τους είπε ακόμη πως αν και ήρθε με πολεμικό πλοίο, δεν ήθελε να μεταχειριστεί απειλή, αλλά μόνο τον ορθό λόγο. Πλήρωσε στον ευρόντα ό,τι επρόκειτο να του δώσει ο ιερέας και επιπλέον 1/3. Προς το βράδυ το άγαλμα μεταφορτώθηκε από το ελληνικό πλοίο στην Estafette.

O Mάρκελλος κατά την αφήγησή του απέκρυψε πολλά, θέλοντας αφενός να εξάρει την διπλωματική του ικανότητα και αφετέρου ν΄αποφύγει να μνημονεύσει πράξη που δεν ταίριαζε να μνημονευθεί χάριν του γαλλικού έθνους. Ήταν δε αυτή ότι το άγαλμα αρπάχτηκε με τη βία, όπως βεβαιώνουν άλλες εκθέσεις Γάλλων.

Ας δούμε τώρα τι γράφει ο Αρτ. Ταταράκης, σαν ελληνική πηγή, και θα την παραβάλουμε με τις εκθέσεις των Γάλλων.
Ο Ταταράκης γράφει, κατά τις διηγήσεις του Δ. Κεντρωτά, ότι, ενώ ετοιμαζόταν το Γαλαξειδιώτικο πλοίο , στο οποίο ο Βεργής ιερέας σε συνεννόηση με τον δημογέροντα Ιάκωβο Ταταράκη, επεβίβασαν το άγαλμα να αναχωρήσει, ξαφνικά ελλιμενίσθη το γαλλικό,  στο οποίο επέβαινε και υπάλληλος της γαλλικής πρεσβείας. Ο απεσταλμένος αυτός συνεννοήθηκε με τον Λ. Βρεστ ν΄αποσπάσουν το άγαλμα από τα χέρια των Γαλαξειδιωτών με τη βία, αν χρειαστεί. Αλλά ο δημογέρων Ιάκ. Ταταράκης και ο Οικονόμος Βεργής, αντιλαμβανόμενοι αυτά, κατέβηκαν στο λιμάνι και παρότρυναν τον Γαλαξειδιώτη πλοίαρχο ν΄αντισταθεί  με κάθε θυσία. Τότε ο δημογέρων και ο Οικονόμος Βεργής, άρχισαν να διαπληκτίζονται με τον Βρέστ φθάνοντας σε ύβρεις ο δε Βρέστ …χαστούκισε τον ιερέα. Τότε και ο Γάλλος πλοίαρχος διέταξε να εξοπλιστούν τρεις λέμβοι και να επιτεθούν στους Γαλαξειδιώτες, οι οποίοι στέκονταν στο κατάστρωμα του πλοίου έτοιμοι ν΄αμυνθούν. Αλλά μετά από λίγο αναγκάσθηκαν να παραδώσουν το άγαλμα, γιατί το πλοίο κινδύνευε να βυθισθεί από τους Γάλλους, ίσως δε τότε, καθώς και ο Κεντρωτάς και όλοι οι επιζώντες των γεγονότων θεατές, πιστεύουν,  απεκόπησαν οι χείρες του αγάλματος.

Για να νομιμοποιήσει δε την αρπαγή αυτή ο Βρεστ προσκάλεσε δύο προύχοντες του τόπου, τον Πέτρο Ταταράκη και τον Ιάκωβο Αρμένη, να υπογράψουν έγγραφο, το οποίο ο ίδιος συνέταξε , όπως όλοι μαρτυρούν, ότι με την συγκατάθεση των προυχόντων παρεδόθη το άγαλμα στους Γάλλους, υποσχόμενος πως οποιανδήποτε ζημιά και αν πάθαιναν από την τουρκική κυβέρνηση , η γαλλική κυβέρνηση θα τους αποζημίωνε.
Ο γράφων τα παραπάνω Ταταράκης, το έτος 1867, δεν είχε βεβαίως γνώση των υπομνημάτων των Γάλλων υπό του JAicard και περιηγητών που δημοσιεύθηκαν το 1874. Βλέπουμε λοιπόν πως αυτοί αρπάζουν με τη βία το άγαλμα.

Ο αξιωματικός Ζυλ Ντυμόν ντ' Υρβίλ (Jules-Sébastien-César Dumont d’Urville) 



Ο αρχιτέκτων P.Morey επισκεπτόμενος την Μήλο το 1830 , έγραψε στην πραγματεία του  περί Αφροδίτης της Μήλου, σύμφωνα με όσα του διηγήθηκε ο Βρεστ, ότι στην συμπλοκή που έγινε μεταξύ των ναυτών, και από το βιαστικό τράβηγμα του αγάλματος με σκοινιά , υπέστη σε πολλά μέρη φθορά.( αποφεύγει ν΄αναφέρει την εθνικότητα των ναυτών, ήτοι τη συμπλοκή μεταξύ Γάλλων και Ελλήνων).

Ο πρεσβευτής της Γαλλίας στην Αθήνα Jules Ferry σε επιστολή του στον «Χρόνον» των Παρισίων που δημοσιεύθηκε ( 16 Απριλίου 1874), γράφει ότι επισκεπτόμενος την Μήλο τον Μάρτη του 1873, βρήκε νωπές τις αναμνήσεις και την μνήμη των νησιωτών για την συμπλοκή που έγινε στην παραλία, για την απόβαση μέρους του πληρώματος του Γαλλικού πλοίου και για τη νίκη της Χριστιανικής σημαίας κατά της Τουρκικής. Προσθέτει δε ότι ο Μάρκελλος αποσιώπησε το λαμπρότερο μέρος και το κρισιμότερο της αποστολής του.

Είδαμε παραπάνω πως ο Dumont dUrville και ο Matterer,  οι πρώτοι που είδαν το άγαλμα, έγραψαν εκθέσεις, τις οποίες επέδειξαν στον de Riviere. Αυτοί αναφέρουν ότι  το άγαλμα κρατούσε στο δεξί του χέρι μήλο, έπειτα άρχισε η αμφισβήτηση σχετικά με το τι απέγινε το χέρι, αφού το άγαλμα έφθασε στο Παρίσι χωρίς χέρι και πολλά γράφτηκαν. ΄Αλλοι μεν είπαν ότι αίτιος της καταστροφής ήταν ο ιερέας Οικονόμος Βεργής, ο οποίος ακρωτηρίασε το άγαλμα σέρνοντάς το στα βράχια,, όπως το μετέφερε στην παραλία και άλλοι πως ακρωτηριάσθηκε κατά την μεταφορά και φόρτωση, συρόμενο με σχοινιά.

Σ΄αυτούς προστέθηκε και ο Matterer. O  άντρας αυτός υποπλοίαρχος της Chevrette, έγραψε νεκρολογία το 1842 με το θάνατο του Dumont dUrville, στην οποία μνημόνευσε και το γεγονός της εύρεσης του αγάλματος της Μήλου και της επίσκεψης αμφοτέρων επί τόπου, όπως είπαμε στην αρχή. Αλλά στην νεκρολογία παρέλειψε να μνημονεύσει οτιδήποτε έμαθε κατόπιν για την από κτήση του αγάλματος, και επειδή στην νεκρολογία δεν συμπεριελήφθη η εξιστόρηση αυτή, και για να μη ξεσηκώσει θόρυβο, και διότι πίστεψε πως ο υπουργός Ναυτικών δεν θα επέτρεπε τη δημοσίευση νεκρολογίας που περιέχει σκανδαλώδεις διηγήσεις, ήταν δε τότε, το 1842, στην υπηρεσία ακόμη του Matterer.
Αλλά κατόπιν συπλήρωσε τις ειδήσεις τις οποίες είχε για την αρπαγή του αγάλματος, θεωρώντας ότι έπρεπε  επί της υποθέσεως αυτής να δώσει κάθε δυνατή πληροφορία.

Σύμφωνα με τα γραφόμενά του, όταν ο Μάρκελλος κατέπλευσε στη Μήλο, είδε στην παραλία από το πλοίο της Estafette συναθροισμένο πλήθος ανθρώπων, και υποπτεύθηκε ότι θα επέλθει ρήξη, γιατί ο Αρμένιος ιερέας είχε πολλούς ομόθρησκους μεταξύ των Ελλήνων, και είπε στον πλοίαρχο Robert, «πρέπει να εξέλθουμε ένοπλοι, με είκοσι ναύτες» όπως και έγινε. Επιβιβάστηκαν σε βάρκα , βρήκαν τους Μηλίους να αντιστέκονται στην παράδοση του αγάλματος στους Γάλλους. Ο Robert πλοίαρχος αναφώνησε «Ναύτες, εμπρός, πάρτε το άγαλμα και φέρτε το στη λέμβο». Τότε η μάχη , όπως γράφει ο Matterer, ή η σύρραξη άρχισε , οι Γάλλοι με ξίφη και ρόπαλα χτυπούσαν τους δυστυχείς Μηλίους, πολλούς δε εδέχθη ξιφισμούς στη ράχη του ο ιερεύς οικονόμος Βεργής, Αρμένης, απ΄το επίθετο του οποίου υπέλαβε ο Matterer ότι ήταν Αρμένιος, απέκοψαν δε με σπαθί το αυτί ενός από τους Μηλίους. Φωνές και κραυγές γέμιζαν τον αέρα από τη μάχη και κατάρες κατά του Μάρκελλου και του Ροβέρτου και του πρόξενου Βρέστ που ήταν παρών εκεί με ξίφος και χονδρό ρόπαλο. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, κατά την οποία και αίμα έρρευσε, άλλοι ναύτες έσυραν το άγαλμα και το μετέφεραν στο πλοίο.
Την συμπλοκή αυτή και τη δια της βίας αρπαγή του αγάλματος, ο Μάρκελλος αποσιώπησε, γιατί η πράξη της αρπαγής αντέβαινε στα διεθνή νόμιμα.

Αποσιώπησε δε και την περί του τρόπου της αποκτήσεως μνεία και αυτός ο Βρέστ, σίγουρα κατόπιν εισηγήσεως του Μαρκέλλου. Ο Βρεστ σε επιστολή του προς τον πρεσβευτή της Γαλλίας μαρκήσιο de Riviere , στην οποία εκθέτει τα της ευρέσεως της 26ης Μαίου 1829 , προσθέτει «Θεωρώ ανωφελές να εκθέσω παρ΄υμίν πάν ότι επράξαμεν ίνα λάβωμεν εις την κατοχήν ημών το άγαλμα. Ο κ. Μάρκελλος θα σας εκθέσει επιστρέφων , τα πάντα».

Αυτός ο Dumont dUrvillle , o πρώτος που είδε την Αφροδίτη της Μήλου, συμπληρώνοντας κατόπιν την δημοσιευθείσα έκθεσή του στις «Annales Maritimes», της οποίας το χειρόγραφο περιήλθε στην κατοχή του Matterer και δημοσιεύθηκε από τον Aicard, γράφει ότι από μεταγενέστερες ειδήσεις, τις οποίες έλαβε περνώντας από την Μήλο τον Σεπτέμβρη του 1820, εξάγει το συμπέρασμα ότι ο Μαρκελλος μεταχειρίστηκε το πάν για να έρθει το άγαλμα στην κατοχή του , και ότι αυτό το πέτυχε με την μεσολάβηση των προυχόντων, οι οποίοι τιμωρήθηκαν από τον Δραγουμάνο του στόλου, του οποίου δεν αναφέρει το όνομα. Ο Matterer δε, στο περιθώριο της παραπάνω περικοπής, γράφει πως εξαπάτησαν τον dUrville  για τον τρόπο αρπαγής του αγάλματος, γιατί αυτό αρπάχτηκε με κτηνώδη βία (par la force brutale).

Η έκθεση αυτή του Matterer συμφωνεί με αυτή του Ταταράκη και των περιηγητών στην Μήλο, Jules Ferry και Morrey , κατά τούτο, ότι το άγαλμα αφαιρέθηκε δια της βίας, αφού προηγήθηκε συμπλοκή αδιάφορο αν από εμάς δεν έγινε χρήση πυροβόλων όπλων με τα οποία ήταν οπλισμένοι οι Γάλλοι ναύτες, και μπορούσε να γίνει αν οι Μήλιοι προέβαλαν δια των όπλων αντίσταση.

Ο Ravaison προσπαθεί να εμφανίσει σχεδόν απόκρυφα τα έγγραφα, τα οποία φέρνει προς απόδειξη της βίας ο Aicard, αποδίδει δε όλα τα περί μάχης ιστορούμενα σε υπερβολές του Brest για τους επισκεπτόμενους το νησί περιηγητές. Προς απόδειξη δε της μη υπάρξεως συμπλοκής φέρνει το ημερολόγιο του πλοίου Estafette, στο οποίο προφανώς δεν ήταν δυνατόν να αναγραφεί μόνο η επιβίβαση του αγάλματος και τίποτε άλλο κατά τους τύπους. Επίσης ο Ravaison προσέτρεξε σε γέροντες ναυτικούς που επιζούσαν και υπηρετούσαν στο Estafette, όταν βρισκόταν στη Μήλο και παρέλαβε το άγαλμα οι οποίοι διηγούνται ότι τα περί μάχης είναι φανταστικά.

Από ελληνική άποψη το αν έγινε μάχη ή απλή συμπλοκή, δεν έχει σήμερα σημασία. Η Ελλάδα δεν ήταν ελεύθερη και οι αρχαιότητές της ήταν λεία του ενός εκάστου επιδρομέα. ΄Ισως ίσως το περίφημο άγαλμα να σώθηκε με την αρπαγή αυτή από μελλοντική καταστροφή, που ενδεχομένως θα συνέβαινε αν είχε ταξιδέψει στην Κωνσταντινούπολη. ΄Εχουμε όμως να παρατηρήσουμε κάτι.το οποίο για τους ΄Ελληνες έχει σημασία, ότι ο Aicard και ο Jules Ferry αναγράφοντας το κατόρθωμα των Γάλλων, πομπωδώς φωνάζουν ότι «Τούρκοι και Γάλλοι διεκδικούσαν την κατοχή του αγάλματος», ότι « οι Τούρκοι αιφνιδιαζόμενοι βρέθηκαν σε αμηχανία», ότι, «αφ΄ενός ο ιερέας Οικονόμος Βεργής, τυχοδιώκτης, βάρβαροι δε αφ΄ετέρου οι προεστοί θεωρώντας ότι το αριστούργημα της τέχνης είχε αξία, μόνο γιατί ζητιόταν», ότι  « ο Νικόλος Μουρούζης και οι άρπαγες πάντοτε Τούρκοι, των οποίων η θρησκεία επέτασσε την άμεση καταστροφή του ειδώλου» , ότι «το άγαλμα σύρθηκε από τους Τούρκους», ότι « το άγαλμα συνετρίβη από τους βαρβάρους» κτλ. Τίποτε απ΄αυτά δεν είναι αληθινό. Ούτε Τούρκοι , υπήρχαν στη Μήλο, όταν αρπάχτηκε το άγαλμα, ούτε βάρβαροι άλλοι, ούτε Αρμένιοι, ούτε ο ιερέας Οικονόμος Βεργής ήταν τυχοδιώκτης, αλλά ήταν όλοι ΄Ελληνες υπήκοοι του Οθωμανικού κράτους, και απλώς θέλησαν να υπακούσουν στις διαταγές του Νικόλαου Μουρούζη, Δραγουμάνου του οθωμανικού στόλου.

 Η Estafeette προσάραξε με το πολύτιμο φορτίο της σε διάφορα λιμάνια , στην Ρόδο, την Κύπρο , τη Σιδώνα, τη Αλεξάνδρεια, τον Πειραιά, τη Σμύρνη.
Στην Σμύρνη το άγαλμα μεταφορτώθηκε στο Γαλλικό πλοίο Λέαινα, που έφθασε 24 Οκτωβρίου 1820 στην Κωνσταντινούπολη, ο δε de Riviere , επιβιβαζόμενος σ΄αυτό έφθασε στη Γαλλία, και την 1 Μαρτίου 1821 παρέδωσε το αριστούργημα αυτό της αρχαίας ελληνικής τέχνης, στον Λουδοβίκο ΙΗ’ .

Μετά τον απόπλου της Estafette, οι Μήλιοι και ιδίως οι προύχοντες βρέθηκαν σε δεινή θέση, όταν ο Δραγουμάνος του στόλου ζήτησε να μάθει πώς επέτρεψαν την αρπαγή, παρά τις ρητές διαταγές του.
Οι φόβοι τους και οι υπόνοιές του για τα δεινά που θα επακολουθούσαν, επαληθεύθηκαν σύντομα. Ο Μουρούζης, περί τα τέλη Αυγούστου ή αρχές Σεπτεμβρίου, καταπλέοντας στη Μήλο, καμμία δικαιολογία δεν θέλησε ν΄ακούσει, συνέλαβε τους προεστούς κα τους μετέφερε στη Σίφνο, όπου είχε συναθροίσει και άλλους προεστούς από τις Κυκλάδες για παραδειγματισμό.  Τους διέταξε να γονατίσουν μπροστά του, αφού δε τους επέπληξε και τους εξευτέλισε, τους έδειρε ανηλεώς και τους κατεδίκασε  σε πρόστιμο 7000 γροσίων ( 5.000 φράγκων των τότε χρόνων ) ποσό μέγα για τους κατοίκους του νησιού, το οποίο και κατέβαλαν ποιος ξέρει  κάτω από ποιες πιέσεις των πρακτόρων του Μουρούζη.( Σημειωτέον πως ο μισθός του προεστού ήταν 1000 γρόσια ετησίως).

Η επιβολή αυτής της ποινής από τον Μουρούζη στους κατοίκους του νησιού, που ήταν φτωχοί και ζούσαν από πενιχρή γεωργία, δεδομένου ότι το νησί είναι άνυδρο, εξήγειρε την οργή τους κατά του προξένου Βρέστ, αίτιου των συμφορών τους, ώστε απαίτησαν απ΄αυτόν να καταβάλει το πρόστιμο. Ο  Βρεστ εξαιτίας αυτού έφυγε απ΄το νησί και έσπευσε να βρει στα παράλια της Ανατολής τον ταξιδεύοντα Μάρκελλο , τον οποίο τελικά συνάντησε στη Σμύρνη και εξιστόρησε σ΄αυτόν και στον πρόξενο της Γαλλίας Πέτρο Δαβίδ, τα δεινοπαθήματα των Μηλίων. Ανέφερε πως ο Μουρούζης είπε στους Γάλλους, οι οποίοι άρπαξαν το άγαλμα , ότι δεν αναγνώριζε τους υποπρόξενους και ότι αν ο της Μήλου τολμούσε να αφαιρέσει αρχαιότητες θα έδινε την άδεια να τον σκοτώσουν. Οι λόγοι αυτοί αν και εκστομίσθηκαν σε στιγμή παραφοράς και εξάψεως προς υπηκόους ισχυρής Δυνάμεως δεν μπορούσαν να θεωρηθούν σπουδαίοι, ώστε να αναγραφούν από τον πρόξενο της Σμύρνης, άνδρα φιλέλληνα, προς τον πρεσβευτή. Η οργή και αγανάκτηση του Μουρούζη, άνδρα που ανήκε στην περήφανη ομώνυμη οικογένεια του Φαναριού, φιλοπάτριδος και ποτισθέντος τα νάματα της ελληνικής παιδείας, που εκτιμούσε την αξία των αρχαίων κειμηλίων της Ελλάδος ,ήταν δικαιολογημένη. Ίσως φάνηκε, υπέρ το δέον αυστηρός, τιμωρώντας τους κατοίκους της Μήλου, για πράξη για την οποία δεν ήταν ένοχοι. Δεν θα μπορούσαν άοπλοι και φιλήσυχοι νησιώτες ν΄αντισταθούν κατά οπλισμένων Γάλλων που πειθαρχούσαν στις διαταγές του κυβερνήτη του πλοίου και του γραμματέα της Γαλλικής πρεσβείας.

Ο Μουρούζης δεν ήταν κάποιος τυχαίος. Εκτιμούσε τις αρχαιότητες και ποθούσε να μείνουν στην αρχαία τους πατρίδα. Είχε τα παραδείγματα της συλήσεως του Παρθενώνα από τον ΄Ελγιν, της συλήσεως του ναού της Αίγινας, τη διασπορά παντού προκτόρων διαφόρων κυβερνήσεων που άρπαζαν και αγόραζαν αρχαιότητες, άκουγε την φωνή των δασκάλων των ελληνικών γραμμάτων της Σμύρνης, των Κυδωνιών, των Αθηνών, της Κωνσταντινουπόλεως, των μεγάλων ελληνικών κωμοπόλεων που υπήρχαν στην Θεσσαλία , που διαμαρτύρονταν κατά πάσης αρπαγής. Γνώριζε ακόμη εγκύκλιο του Οικουμενικού Πατριάρχη που απαγόρευε την εξαγωγή αρχαιοτήτων, διέβλεπε δε ίσως το 1820 το λυκόφως της νέας ανατολής της ελληνικής ελευθερίας και ζήτησε επιτακτικά όπως οι διαταγές του, εισακούονται, ώστε οι κάτοικοι να μην ξεπουλούν για χρήματα τους αρχαίους θεούς και τον κόσμο των ιερών της Ελλάδας. Η φιλοπατρία του ανδρός και η αγάπη του προς το Γένος, τον κατέστησαν ύποπτο στους Οθωμανούς, γι΄αυτό και υπήρξε  ένα από τα εξιλαστήρια θύματα ένα χρόνο μετά το γεγονός, που ιστορούμε, αφού αποκεφαλίστηκε στις 6 Μαίου 1821 , όπως και ο αδελφός του ως ύποπτοι συμμετοχής στην ελληνική επανάσταση.

Ο de Riviere , μαθαίνοντας από ανακοίνωση του Δαβίδ, για τις πράξεις του Μουρούζη κατά των Μηλίων, παραπονέθηκε στην Πύλη , η οποία διέταξε τον ναύαρχο του Οθωμανικού στόλους να δώσει την προσήκουσα ικανοποίηση, όπως και έγινε. Διηγείται ο Μάρκελλος, ότι μετά τα γεγονότα αυτά ζήτησε  με επιστολή ακρόαση από τον Μουρούζη, αλλά δεν επετεύχθη η συνάντηση. Βρισκόταν δε ο Μάρκελλος στο Παρίσι, όταν έμαθε για την αποκεφάλιση του Μουρούζη.
Ποιά ήταν η ικανοποίηση που δόθηκε στη Γαλλία από την Τουρκική κυβέρνηση άγνωστο. Λέμε δε εδώ πως ο ζήλος του Μουρούζη για τα πάτρια κειμήλια ίσως τον εξέθεσε στους αμαθείς Οθωμανούς δημιουργώντας υπόνοιες και συντέλεσε με τις πολιτικές τότε ραδιουργίες και αντιζηλίες στην αποκεφάλιση αυτού και του αδελφού του.

Από τα μέχρι εδώ εκτεθέντα είδαμε ποια ήταν τα παθήματα των Μηλίων εξαιτίας του αγάλματος. Δικαίως δε θα ρωτήσει κάποιος, ποιά ήταν η ωφέλεια, είτε προς όλη την κοινότητα που αναμείχθηκε στην υπόθεση , είτε προς ορισμένα πρόσωπα. Οι κάτοικοι των Αθηνών , ΄Ελληνες και Τούρκοι πήραν τουλάχιστον από τον ΄Ελγιν ένα ρολόγι της πόλης σε ψηλό πύργο , που χτίστηκε με δαπάνη του, για την σύληση του Παρθενώνος, οι δε Μήλιοι μόνο πληγές από ξίφη και ράβδους απ΄τους Γάλλους, δαρμούς και εξευτελισμούς και χρηματικές ποινές από τον Μουρούζη.
Για τον λόγο αυτό η κοινότητα έκανε παράπονα στη Γαλλική προεσβεία. Οι προύχοντες όταν κατέπλεε στη Μήλο Γαλλικό πολεμικό, έρχονταν παραπονούμενοι και ζητούσαν , η Γαλλική κυβέρνηση να τους αποδώσει τουλάχιστον τις αποζημιώσεις που καταβλήθηκαν από αυτούς. Η υπόθεση περατώθηκε μόλις στις 25 Ιανουαρίου του 1826.



Marie Henri Daniel Gauthier, comte de Rigny ( Δεριγνύ)

Η διεκπεραίωση της υπόθεσης πληρωμής των αποζημιώσεων οφείλεται στο ναύαρχο της Γαλλίας, γνωστό φιλέλληνα, που συμμετείχσε στην ναυμαχία της Πύλου de Rigny, ο οποίος την 4 Ιουλίου 1825 απέστειλε στον Υπουργό  των ναυτικών και των αποικιών της Γαλλίας επιστολή, που δημοσιεύθηκε από τον Στέφανο Michon (Revue des Etudes Grecques τόμος ΧV σελ. 18) , στην οποία αναφέρει ότι από την απόκτηση της Αφροδίτης το 1820 διάφοροι κάτοικοι της Μήλοι δεν έπαυσαν να ζητούν την αποπληρωμή των αποζημιώσεων των εισφορών που τους επέβαλε ο Μουρούζης.

«Οσάκις δε βασιλικόν πλοίον, και εγώ προ παντός, καταπλεύσωμεν εις Μήλον, έχομεν τας επιθέσεις των τοιούτων απαιτήσεων, περί ών επί δύο ήδη έτη μάτην αναφέρομαι εις την Γαλλικήν πρεσβείαν. Εν τούτοις ήτο απαραίτητον προ πολλού να είχε περατωθεί η υπόθεσις αύτη, εις ην αναμιγνύεται το όνομα του Βασιλέως. Και τολμώ να είπω ότι πρέπει να δοθεί πλειότερόν τι του νομίμως οφειλομένου. Μετά επιτόπιον έρευναν και λήψιν πάσης ειδήσεως και μαρτυρίας, ανεγνώρισα ότι, ίνα παύσωσιν πάσαι αύται αι απαιτήσεις, ήταν ανάγκη, να καταβληθώσιν εις τους Μηλίους 7.218 γρόσια, κατά την σημερινήν διατίμησιν του γροσίου εις 65 εκατοστά περίπου. Τοιαύτα είναι τα κακά αποτελέσματα, άτινα εις τον τόπον αυτόν επήνεγκεν η βραδύτης της πληρωμής, ήν ανά πάσαν στιγμήν θεωρώ εμαυτόν υπόχρεον να καταβάλω εξ΄ιδίων, πέμπων λογαριασμόν εις τον επί του Βασιλικού Οίκου υπουργόν. Υπεσχέθην ρητώς εις τους δυστυχείς αυτούς, οίτινες πλην των χρημάτων όσα κατέβαλον εφυλακίσθησαν επί τρεις μήνας, ότι θέλουσι πληρωθεί. Εξαιτούμαι όπως μοι δώσητε την άδειαν να πληρώσω το ποσόν τούτο αμέσως και ζητήσω την ανάληψιν αυτού, ως και ο κ.Forbin μοι επρότεινεν, εκ του ταμείου των Μουσείων».

Αυτά γράφτηκαν στις 4 Ιουλίου 1825 , την δε 25η Ιανουαρίου του 1826 γράφτηκε η κάτωθι απόδειξη της παραλαβής των χρημάτων, των 7.218 γροσίων, ενώπιον του καγκελλαρίου της νήσου Ιακώβου Ταταράκη:
Οι προύχοντες της Μήλου, Ιάκωβος Ταταράκης, καγκελλάριος, ο Λουδοβίκος Μπρεστ υποπρόξενος της Γαλλίας και ο Πέτρος Ταταράκης, ο άγιος Οικονόμος Αρμένιος και ο αρχιμανδρίτης Μηκέλης, οι τρεις τελευταίοι ομολογούσιν ότι έλαβον μετρητά παρά του εκλαμπρότατου Κόνσολα Λουδοβίκου Μπρεστ, διαταγή και δια λογαριασμόν  της εκ του Μαρκησίου de Riviere, διαμένοντος εν Παρισίοις, πρώην πρεσβευτού της Γαλλίας, εν Κωνστ/πόλει, το ποσόν των τουρκ.γροσίων 7,218 αναγκασθέντες να πληρώσωσιν εις τον δραγουμάνον του Οθωμανικού στόλου Βεϊζαδέ Νικόλ. Μουρούζην, υπό το πρόσχημα ότι συνήνεσαν να δώσωσι την συγκατάθεσιν αυτών εις τον κ. Μάρκελλον, γραμματέα της Γαλλικής πρεσβείας εν Κων/πόλει και εις τον Μπρεστ, να παραλάβωσι το ευρεθέν εις την πατρίδα των άγαλμα, και δια του ποσού τούτου, όπερ έλαβον, πληρώσαντες πάσας τας ζημίας άς υπέστησαν τότε, διακηρύττουν ότι είναι ευχαριστημένοι , απέχοντες να εγείρωσι πάσαν μέλλουσαν αξίωσιν.
Υπογράφουσι. Λογοθέτης Μηκέλης, Τατταράκης μάρτυς, Σακελλίων Γρηγόριος μάρτυς, Ιάκωβος Αρμένιος.
Αρχιμανδρ. Μηκέλης, έλαβον και εξοφλώ , Πέτρος Ταταράκης έλαβον και εξοφλώ
Με το έγγραφο αυτό τελειώνει η υπόθεση και τα παθήματα των Μηλίων.



Τελικά ο Βρεστ , θεωρήθηκε αίτιος των δεινών και εξαναγκάστηκε, εξ΄ιδίων πιθανώς χρημάτων όπως προκύπτει  από άλλη απόδειξη που σώζεται, να καταβάλει 2000 γρόσια στον αρχιμανδρίτη Μικέλε, τα οποία επέβαλε στον τελευταίο ο Νικόλαος Μουρούζης ως έκτακτη φορολογία και ότι έδωσε έγγραφη υπόσχεση ότι θα εμποδίσει κάθε ζημιά του Μουρούζη, η οποία επρόκειτο ν΄ακολουθήσει. Επειδή δε επήλθε η ζημιά , θέλησε να εκπληρώσει την υπόσχεσή του και κατέβαλε το ποσό σε δόσεις μέχρι τα 2.000 γρόσια. Η απόδειξη που υπάρχει δεν φέρει υπογραφή και μάλλον πρόκειται για αντίγραφο , το οποίο κράτησε ο αρχιμανδρίτης για πάν ενδεχόμενο, ή για σχέδιο αυτής.

Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2015

ΤΟ ΝΕΡΟ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ




Μες από διάφορες παροιμίες του τόπου μας αποκαλύπτεται μιά δοξασία  παλιά. πως το νερό κάποιες ώρες κοιμάται., όπως σ΄αυτήν που λεν στην Κυνουρία : «το νερό κοιμάται, αλλά ο κακός άνθρωπος δεν κοιμάται». Στην ΄Ηπειρο πάλι λεν πως «τα νερά κοιμούνται, οι εχθροί δεν κοιμούνται , ενώ στη Γορτυνία « το ποτάμι κοιμάται, ο οχτρός δεν κοιμάται». Απαράλλακτη παροιμία έχουν και οι Αλβανοί και οι Τούρκοι , ενώ άλλοι ευρωπαϊκοί λαοί εκφράζουν την ίδια έννοια για τον εχθρό χωρίς την αντίθεση προς το νερό, ίσως γιατί κι άν είχαν ποτέ την  ίδια με μας δοξασία , την λησμόνησαν εντελώς π. χ οι Γάλλοι λένε “Enemi ne dort

Στην Κρήτη πάλι πιστεύουν πως το νερό κοιμάται μια ώρα τη νύχτα.και όποιος θέλει να πιεί , πρέπει να το ξυπνήσει ταράσσοντάς το με το χέρι του απαλά , αλλιώς ,αγανακτεί και του παίρνει το νού. Συναφής είναι και η ηπειρώτικη, πως δεν πρέπει να διασκελίζει κανείς νερό τη νύχτα.
Στον μεσαίωνα, επικαλούνταν τ' όνομα του αγγέλου των ποταμών και των υδάτων όσοι περνούσαν  νύχτα ποτάμι ή πίναν νερό.

Στη Σουηδία   όποιος περνούσε νύχτα από νερό θά 'πρεπε  να φτύσει τρεις φορές για το διώξιμο του ενδεχόμενου κακού, πιστεύοντας  πως τα πονηρά πνεύματα τις νύχτες φωλιάζουν στα νερά.  Συγγενείς είναι και οι γερμανικές δοξασίες , πως το νερό που αντλείται προ της ανατολής του ηλίου την μεγάλη Παρασκευή και την Κυριακή του Πάσχα χάνει τις θαυμάσιες ιδιότητές του αν μιλήσει αυτός που το αντλεί.  Δεν αποκλείεται καθόλου οι αντιλήψεις αυτές να μην είναι άσχετες με αυτήν που υπήρχε στους αρχαίους  ΄Ελληνες σχετικά με την πηγή του Διός στη Δωδώνη. Της πηγής αυτής το νερό το αποκαλούσαν "αναπαυόμενον" και λέγαν πως η πηγή   στέρευε το μεσημέρι και έπειτα το νερό σιγά- σιγά αυξανόταν, φθάνοντας στο μέγιστο τα μεσάνυχτα, ενώ έπειτα σιγά –σιγά πάλι ελαττωνόταν ως το επόμενο μεσημέρι.

Η δοξασία για τον ύπνο του νερού και την τιμωρία αυτών που τάραζαν την ανάπαυσή του, φαίνεται να εμπεριέχει τον χαρακτήρα παλαιότατης πρωτογενούς θρησκευτικής παραστάσεως. Γιατί παρουσιάζεται  να πάσχει και να ενεργεί αυτό το ίδιο το στοιχείο της φύσης και όχι μια ανθρωπόμορφη ή θηριόμορφη προσωποποιία του.

Συναντάται όμως στις παραδόσεις μας  και η περίπτωση του χωρισμού της ψυχής του στοιχείου από την ύλη του. ΄Ετσι στη Μύκονο κατά τη μαρτυρία του Villoison , πριν από την άντληση του νερού χαιρετούσαν τρεις φορές το τελώνι. Στην Αστυπάλαια δεν έπινε κανείς νερό απ΄το πηγάδι που είχε το στοιχειό, αν δεν έκανε πρώτα το σταυρό του, γιατί αλλιώς μπορεί να πάθαινε πολλά. Πολλές ακόμη παραδόσεις υπάρχουν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας για τα στοιχειά των πηγαδιών ή των πηγών, που βλάπτουν με διάφορους τρόπους όσους τα ενοχλούν.

Η ανθρωπομορφική προσωποποιία των πηγαίων υδάτων έπλασε τις Ναϊάδες, τις Υδριάδες και τις Πηγαίες νύμφες της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας.  Αντίστοιχα στην νέα ελληνική παράδοση συναντάμε τις Νεράϊδες, τις Λάμιες και την Πηγαδίστρα. Η τελευταία είναι η νύμφη των πηγών στην Οινόη του Πόντου. Κατά την κυνουριακή παράδοση, τα μεσάνυχτα, όταν το νερό της κρήνης παύει να ρέει, βγαίνει η Λάμια , περπατά και κάθεται πάνω από την κρήνη, χτενίζοντας με χρυσό χτένι τα μακριά ξανθά μαλλιά της. Όταν ξαναγυρίσει στην κρήνη ,το νερό αρχίζει πάλι να τρέχει. Κατά την Αχαϊκή παράδοση  όποιος τολμήσει να πάρει νερό από τη βρύση καταμεσήμερο ή μεσάνυχτα η Λάμια τον χτυπά και ή πεθαίνει ή αρρωσταίνει για πολύ καιρό. Στη Γορτυνία, το νερό κοιμάται όταν βρίσκεται μέσα σ΄αυτό η Νεράϊδα. Για να φύγει και να τρέξει πάλι το νερό, πρέπει να το ταράξουν ρίχνοντας μια πέτρα. Κατά την ίδια κυνουριακη παράδοση,  η προσωποποίηση της κρήνης,  είναι μια κεφαλή ταύρου, που θυμίζει τους ταυρόμορφους ποταμούς της αρχαίας μυθολογίας. Σε κάποιο μάλιστα θηραϊκό παραμύθι το στοιχείο του ποταμού έχει το όνομα Βωδοκεφάλας.

΄Ετσι απ΄την παράδοση αυτή του νερού που κοιμάται εμπνεύστηκε κι ο ποιητής και λέει:



Μια ώρα κάθε νύχτα
κοιμάται το νερό
και όποιος το ξυπνήσει
του παίρνει το μυαλό

Το λένε στο Παλέρμο
το άκουσα κι εγώ

Μα όποιος στης αγάπης
τα ρεύματα πνιγεί
απ την αγάπη παίρνει
μια δεύτερη ζωη.


        ……………………………….


Βασική πηγή μας  τα Λαογραφικά Σύμμεικτα του Ν. Πολίτη 

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

Θεσμοί και αξίες στην αθηναϊκή δημοκρατία




Τα τελευταία χρόνια γίνεται πάλι συχνά λόγος για την αρχαία δημοκρατία και τα διδάγματα που μπορεί να προσφέρει. Βασική επιδίωξη των συζητήσεων είναι η ανάδειξη ορισμένων χαρακτηριστικών της κλασικής Αθήνας ως κατάλληλων για τις σημερινές ανάγκες, με την αξιοποίηση μάλιστα των νέων τεχνολογιών. Το ζήτημα είναι προφανώς σύνθετο και αμφιλεγόμενο. Απαραίτητη είναι ωστόσο η προσπάθεια κατανόησης του τρόπου με τον οποίο λειτουργούσε το αθηναϊκό πολίτευμα......................................
.........................................................................................................................................................................
Πρώτον η Εκκλησία του Δήμου στην κλασική Αθήνα, δηλαδή η θεσμοθετημένη συνέλευση των πολιτών δεν συνερχόταν αυτοβούλως, ούτε άλλωστε πολύ συχνά. Την συγκαλούσαν οι λεγόμενοι πρυτάνεις ( οι 50 δηλαδή από τους 500 βουλευτές της πρυτανεύουσας κάθε μήνα φυλής), σύμφωνα  με αυστηρώς καθορισμένους τύπους, το πολύ σαράντα φορές το χρόνο. Δεύτερον κατά τις εργασίες της Εκκλησίας μπορεί να είχαν θεωρητικώς δικαίωμα λόγου οι πάντες, αλλά τα ήθη, η απαραίτητη προετοιμασία και η σκληρότητα του πλήθους δεν επέτρεπαν παρά σε έναν πολύ περιορισμένο αριθμό επαγγελματιών ρητόρων να αναπτύξουν τις απόψεις τους. Τρίτον, οι προσερχόμενοι στην Εκκλησία δεν είχαν το δικαίωμα να προτείνουν για συζήτηση όποιο θέμα επιθυμούσαν. Η κατάρτισης της αυστηρώς προκαθορισμένης ημερήσιας διάταξης ήταν υπόθεση των πρυτάνεων.  
Ακόμα σημαντικότερο, τα διάφορα θέματα δεν εισάγονταν για συζήτηση από τους πρυτάνεις ανοιχτά και απροϋπόθετα. Είχαν συζητηθεί εκ των προτέρων, συνήθως αναλυτικώς, στη Βουλή των 500, η οποία κωδικοποιούσε και τις ενδεχόμενες αποφάσεις που ήταν δυνατόν να ληφθούν με τα λεγόμενα προβουλεύματα. Η Εκκλησία αντάλλασσε έτσι απόψεις γύρω από προδιαμορφωμένα σχέδια αποφάσεων. Στην καλύτερη περίπτωση είχε τη δυνατότητα  να ζητήσει από τη Βουλή τη σύνταξη κάποιου προβουλεύματος και επίσης να προτείνει τροπολογίες στα σχέδια που της υποβάλλονταν.

Μας ενδιαφέρει ωστόσο περισσότερο ένα τέταρτο ζήτημα που είναι ίσως και το πλέον παρεξηγήσιμο και παρεξηγημένο. Στην Εκκλησία δεν συναθροιζόταν το σύνολο,, αλλά ένα μέρος μόνο των ενηλίκων πολιτών. Το ποσοστό των συνερχομένων ( ανάλογα με το μέγεθος του πληθυσμού που κυμαινόταν από εποχή σε εποχή ) δεν υπερέβαινε το 1/5/ ή και το 1/10 των ανδρών που είχαν το σχετικό δικαίωμα- για ν΄αφήσουμε κατά μέρος το πλήθος των ενηλίκων ελευθέρων ανδρών της εποχής χωρίς  πολιτικά δικαιώματα, και ακόμα περισσότερο κατά μέρος το σύνολο των γυναικών και των δούλων.
................................................................................................................................................................................
΄Ετσι με τον τρόπο της , η αθηναϊκή δημοκρατία ήταν μιά αντιπροσωπευτική δημοκρατία. ΄Ενας προκαθορισμένος αριθμός παρόντων ελάμβανε αποφάσεις στο όνομα ενός απροσδιορίστου και κυμαινόμενου συνόλου......................................................................................................................

Η αθηναϊκή δημοκρατία θα μπορούσε έτσι να παραβληθεί, από την άποψη αυτή, λιγότερο με τις αυθόρμητες συνάξεις σε πλατείες, και περισσότερο με μιά σημερινή αστική δημοκρατία. Η Βουλή των 500 ήταν καθοριστική για τη λειτουργία της Εκκλησίας. Χωρίς αυτήν, η Εκκλησία δεν μπορούσε ούτε να συγκληθεί, ούτε να συζητήσει, ούτε να αποφασίσει, ούτε να εφαρμόσει τις αποφάσεις της. Η σημασία της προκύπτει αμέσως από την παρατήρηση ότι συνερχόταν καθημερινώς, όλες τις εργάσιμες ημέρες, δηλαδή 275 περίπου ημέρες τον χρόνο. Παρακολουθούσε έτσι όλα τα σημαντικά ζητήματα της πόλης αδιαλείπτως και επισταμένως.................................................................................................................................................................................................................................................................................................................Ο χαρακτήρας της Βουλής προκύπτει και από  τον τρόπο της συγκρότησής της. Σε αυτήν αντιπροσωπεύονταν τυπικώς οι δέκα νοητές φυλές στις οποίες είχε υποδιαιρέσει ο Κλεισθένης τους Αθηναίους. Αλλά η επιλογή τους βασιζόταν, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό , στους 139 δήμους τις Αττικής, που αποτελούσαν γεωγραφικές ενότητες, μικρές και μεγάλες.Κάθε δήμος υπέβαλλε έναν αριθμό υποψηφίων από τον οποίο επιλέγονταν με κλήρωση όσοι προβλέπονταν. ΄Ετσι σε κάθε Βουλή υπήρχε εκπροσώπηση κάθε περιοχής, πλούσιας ή φτωχής, αγροτικής ή αστικής, ορεινής ή πεδινής. Η αντιπροσώπευση των Αθηναίων ήταν πλήρης.....................................................................
Κανείς δεν μπορούσε να επιλεγεί περισσότερες από δύο μή συνεχόμενες φορές.

Τα δεδομένα αυτά υποδεικνύουν ότι η Βουλή δεν ήταν ακριβώς ένα όργανο.  ΄Ηταν ένα σώμα, που επικύρωνε προτάσεις και διαμόρφωνε εισηγήσεις. Εξασφαλιζόταν έτσι ότι υπέβαλλε στην Εκκλησία σχέδια αποφάσεων, τα οποία ήταν σεβαστά και μπορούσαν να γίνουν εύκολα αποδεκτά. Η μεγάλη της αξία βρισκόταν στο πλήθος της που εξασφάλιζε την αντιπροσωπευτικότητά της.

Περνώ γρήγορα στο δεύτερο μείζον και επίσης συζητημένο θέμα, την επιλογή αρχόντων όχι με εκλογή, αλλά με κλήρωση.
΄Ηδη από την αρχαιότητα, η μέθοδος θεωρήθηκε από έγκυρους σχολιαστές ως προσήκουσα στις δημοκρατίες, σε αντίθεση προς την εκλογή που θεωρήθηκε χαρακτηριστική της ολιγαρχίας. Η κλήρωση , αδιανόητη στις σημερινές δημοκρατίες, επιβεβαιώνει, καθώς λέγεται , την ισότητα των πολιτών και δεν επιτρέπει την διάκριση των γνωρίμων ή των επιφανών. Αχρηστεύει την προεκλογική εκστρατεία και ακυρώνει τα πλεονεκτήματα του  πλούτου, της ευγλωττίας ή της ομορφιάς. Η δημοκρατία διοικείται έτσι από τυχαίους πολίτες, που αντιπροσωπεύουν απολύτως τη βούληση του συνολικού σώματος.

Τους εύλογους αυτούς συλλογισμούς αμφισβητεί ωστόσο η ίδια η ιστορική πραγματικότητα. Ο ισχυρισμός μάλιστα ότι η κλήρωση ταιριάζει στη δημοκρατία διατυπώθηκε αποκλειστικώς από της ανυπόκριτους εχθρούς της, τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Η ίδια η Αθηναϊκή δημοκρατία βεβαιώνει ότι έβλεπε το ζήτημα τελείως διαφορετικά.
Εάν η δημοκρατία θεωρούσε την κλήρωση πεμπτουσία του δημοκρατικού ιδεώδους τότε θα την εφήρμοζε στην επιλογή των σημαντικότερων αρχόντων, αυτών που πράγματι διοικούσαν την πόλη. Η κλήρωση ωστόσο γινόταν για 1.100 περίπου αξιωματούχους ( τους 500 βουλευτές και 600 με διάφορες άλλες αρμοδιότητες) που επιλέγονταν  συνήθως για ένα μόνο χρόνο, χωρίς δικαίωμα επανεκλογής στην ίδια θέση, εκτός από τους βουλευτές που μπορούσαν να επιλεγούν δύο φορές στη ζωή τους. Οι περισσότεροι από 100 ανώτατοι άρχοντες, μεταξύ των οποίων οι στρατηγοί, οι εκπαιδευτές των εφήβων, οι αρμόδιοι για τις σοβαρές οικονομικές υποθέσεις, ο υπεύθυνος για την ύδρευση της πολης, καθώς και όσοι αναλάμβαναν εξέχουσες θρησκευτικές αρμοδιότητες, εκλέγονταν και δεν κληρώνονταν. Οι σημαντικότεροι μάλιστα από αυτούς είχαν το δικαίωμα της αδιάλειπτης επανεκλογής. 

Βασικό δημοκρατικό ιδεώδες ήταν η αρχή της πλειοψηφίας, παρά τα ενδεχόμενα μειονεκτήματά της- γι΄αυτό άλλωστε οι Αθηναίοι καταμετρούσαν συνεχώς ψήφους, με ανάταση των χεριών, με βότσαλα και με όστρακα. Η κλήρωση απεναντίας δεν ήταν μιά δημοκρατική επινόηση. Στη συνείδηση των πολιτών ήταν ταυτισμένη με αριστοκρατικές αξίες, που έβρισκαν άλλωστε την εφαρμογή της σε θρησκευτικές πρακτικές μαντείων και ιεροσκόπων Στη σκέψη των Αθηναίων, ο κλήρος δεν εξασφάλιζε το τυχαίο και το αντιπροσωπευτικό, αλλά αυτό που διέθετε θεϊκή επίνευση. Θεωρήθηκε προτιμητέος για αξιώματα χωρίς μεγάλη σημασία- και μάλιστα όχι για να τα αναδείξει, αλλά για να τα υποβαθμίσει. ΄Οταν προέκυπτε αμφισβήτηση αρμοδιοτήτων, η εξουσία δινόταν πάντα στους αιρετούς, όχι στους κληρωτούς.

Διαφωτιστική είναι η επιλογή των βουλευτών. Η ανάγκη να βρίσκονται κάθε χρόνο 500 πολίτες διαθέσιμοι για καθημερινές συνεδριάσεις οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι περισσότεροι δήμοι υποδείκνυαν ως υποψήφιους ελάχιστους πολίτες. Η κλήρωση δεν έπαιζε συχνά κανέναν άλλο ρόλο από την επιλογή ανάμεσα στους βουλευτές και τους αναπληρωτές τους. ΄Οσο για την επιλογή των άλλων αξιωματούχων, αυτή βασιζόταν περισσότερο στην εθελοντική τους προσφορά και λιγότερο στην ίδια την κλήρωση. Η κλήρωση εξασφάλιζε ότι όταν οι προσερχόμενοι ήταν περισσότεροι από τους αναγκαίους,  η επιλογή μπορούσε να γίνει γρήγορα και απλά.

Η διοίκηση της πόλης ήταν μιά πολύ σοβαρή υπόθεση για να αφεθεί στην τύχη ή τους θεούς. Αλλά και για τους κληρωτούς εφαρμόστηκε το σύστημα της εκ των προτέρων δοκιμασίας, που μπορούσε κάλλιστα να αποκλείσει τους ακατάλληλους. Ως ιδεολογία , η κλήρωση καθιστούσε όλους τους αθηναίους πολίτες άριστους (αριστοκράτες) και έτσι ικανούς να αναλαμβάνουν αδιακρίτως τα μάλλον κοινά, απλά και συνηθισμένα.

Τέλος η έννοια της δημοκρατίας θεωρείται συχνά ταυτόσημη, ή πάντως συναφής, με την έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης, δηλαδή της αναδιανομής πλούτου, όχι με οικονομικούς μηχανισμούς, αλλά με πολιτικές παρεμβάσεις. Μάλιστα ο όρος δημοκρατία χρησιμοποιείται κάποτε και ως συνώνυμος του σοσιαλισμού. ΄Εχει έτσι ενδιαφέρον να δούμε πώς έβλεπαν το ζήτημα οι ίδιοι οι αρχαίοι Αθηναίοι. Και ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον να θυμηθούμε πώς το χειρίστηκαν στην πράξη. Ας ξεκινήσουμε με τα περιθώρια που είχε το δημοκρατικό πολίτευμα να παρεμβαίνει στην οικονομία και την ατομική κατοχή πλούτου.

Σύμφωνα με τις αρχές της, η αθηναϊκή δημοκρατία δεν είχε κανέναν περιορισμό στο είδος των πολιτικών αποφάσεων που μπορούσε να πάρει. Είχε τη δυνατότητα να αποδώσει το δικαίωμά του πολίτη σε μη πολίτες. Το δικαίωμα να απελευθερώσει δούλους, να επιβάλει πρόστιμα ή έκτακτες εισφορές. Να κηρύξει τον πόλεμο ή να συνομολογήσει ειρήνη. Παρόμοια θέματα συζητήθηκαν πολλές φορές. ΄Οταν σε συνθήκες μεγάλης κρίσης οι Αθηναίοι σχεδίαζαν να εκτελέσουν τους στρατηγούς που νίκησαν στις Αργινούσες επειδή δεν είχαν περισυλλέξει τους ναυαγούς, το πλήθος κραύγαζε ότι ήταν φοβερό να μην αφήνουν τον δήμο να κάνει ότι θέλει. (Ξενοφών, Ελληνικά 1.7.12)

Η αθηναϊκή δημοκρατία ωστόσο δεν έκανε ποτέ μαζική ή συστηματική χρήση παρόμοιων δικαιωμάτων. Απαιτούσε ασφαλώς από τους πολύ πλούσιους συμμετοχή σε σημαντικές δαπάνες της πόλης, χωρίς ωστόσο να τους στερεί την προνομιούχο τους θέση. Ουδέποτε άλλωστε επέβαλε γενική φορολογία, προοδευτική ή άλλη. Απεναντίας, θεωρούσε καθήκον της να προστατεύει τους πλούσιους, τόσο για λόγους δικαιοσύνης, όσο και για το συμφέρον της. Αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά τους, τα μέλη του αθηναϊκού δικαστηρίου, οι Ηλιαστές, ορκίζονταν ότι δεν θα προβούν σε παραγραφή ατομικών χρεών, ούτε σε αναδασμό αθηναϊκής γής (Δημοσθένης 24.149)

΄Οπως εξηγούσε ο Δημοσθένης στο μέσον του τέταρτου αιώνα, όταν τα δημόσια οικονομικά βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση, η Αθήνα μπορούσε να αισιοδοξεί ."Χρήματα υπάρχουν", έλεγε με πάθος στους συμπολίτες του, όλα συγκεντρωμένα στα χέρια των λίγων πολύ πλούσιων Αθηναίων. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσαν και δεν έπρεπε να αναζητηθούν ακαίρως. Ακόμα και οι απειλές ή οι προειδοποιήσεις ότι οι Πέρσες ετοιμάζονταν να καταλάβουν την πόλη, θα οδηγούσε στην απόκρυψη των περιουσιών. ΄Αρα κάθε έκτακτη εισφορά θα είχε πενιχρά αποτελέσματα. Μόνο τη στιγμή που οι εχθροί θα βρίσκονταν πια προ των πυλών, για να σώσουν μέρος τουλάχιστον της περιουσίας τους οι πλούσιοι, θα συνεισέφεραν προθύμως το υπόλοιπο. (Δημοσθένης 14.24-26)

Η ισότητα την οποία επαγγέλθηκε η αθηναϊκή δημοκρατία ήταν πολιτική, όχι οικονομική. Από την άλλη βεβαίως πλευρά, η δημοκρατία δεν επέτρεπε στους πλούσιους να ασυδοτούν, να εκβιάζουν και να ιδιοποιούνται την περιουσία ή τον μόχθο των φτωχών πολιτών. Ακόμα λιγότερο να υποδουλώνουν ελεύθερους πολίτες λόγω χρεών. Στην κλασική Αθήνα κανένας πολίτης δεν κινδύνευε να χάσει την ελευθερία του λόγω υπερβολικού δανεισμού. Με δυό λόγια, η δημοκρατία χρησιμοποίησε τα πολιτικά της δικαιώματα παρέμβασης στην οικονομία περισσότερο για να διατηρήσει την κοινωνική τάξη, παρά για να την ανατρέψει....................................................................................................................................................................................................................................................................................................................
Απομένει μιά ακόμα μικρή λεπτομέρεια για να κλείσουμε τη σύντομη, επιλεκτική και περιληπτική αυτή παρουσίαση. Μιά μικρή λεπτομέρεια που τείνουν να λησμονούν οι περισσότερες σχετικές συζητήσεις. Και τη λησμονούν επειδή ακριβώς την άφησαν ασχολίαστη τόσο οι οπαδοί της δημοκρατίας, όσο και οι εχθροί της. Συμβαίνει να γνωρίζουμε πάντως, έστω και σε γενικές μόνο γραμμές, ότι βάση και ραχοκοκαλιά της αθηναϊκής δημοκρατίας δεν ήταν  μόνον οι απολύτως αντιπροσωπευτικές φυλές, που περιελάμβαναν σε σωστές αναλογίες  όλα τα είδη πολιτών. Πέρα από τις 10 νοητές φυλές υπήρχαν και οι 139 δήμοι που, ως γεωγραφικές ενότητες, δεν ήταν διόλου ομοιόμορφοι ή αντιπροσωπευτικοί.

΄Ενα από τα ελάχιστα χαρακτηριστικά των δήμων που γνωρίζουμε είναι ότι οι συνελεύσεις τους συνέρχονταν τακτικά και ότι αποφάσιζαν για όλα τα τοπικά θέματα. Στις συναθροίσεις τους μάλιστα η προσέλευση έπρεπε να είναι όσο μεγαλύτερη γινόταν, χωρίς προϋποθέσεις και περιορισμούς. Επρόκειτο για μιά κυριολεκτικώς άμεση δημοκρατία.Ορισμένοι μάλιστα μελετητές θεωρούν ότι ακόμα και ο όρος δημοκρατία δεν δηλώνει την εξουσία του Δήμου των Αθηναίων, αλλά την αφανή πλέον σε μας εξουσία των πολλών μικρών αθηναϊκών δήμων. Αυτοί δεν ήταν μόνο σχολεία της δημοκρατίας, αλλά και εφαρμογή της στην καθημερινή ζωή.  Ενδέχεται έτσι το σημαντικότερο δίδαγμα της αθηναϊκής δημοκρατίας να βρίσκεται ακριβώς στον συνδυασμό μιάς άμεσης με μιά αντιπροσωπευτική και αποτελεσματική δημοκρατία.



απόσπασμα από το βιβλίο του ΔΗΜΗΤΡΗ Ι.ΚΥΡΤΑΤΑ
"Μαθήματα από την αθηναϊκή δημοκρατία" 
εκδόσεις:  21ος παράλληλος

Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2015

ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΙ ΔΙΚΑΙΩΤΕΣ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ (Φ.ΝΙΤΣΕ)



H φιλοσοφία έχει εχθρούς. Και καλό θάταν να τους ακούει κανείς, ιδιώς όταν συμβουλεύουν τους Γερμανούς  ν΄απαλλάξουν τ΄άρρωστα μυαλά τους απ΄τη μεταφυσική, συστήνοντάς τους, μάλιστα, να στραφούν στη Φύση για  να εξαγνιστούν, όπως έγραφε ο Γκαίτε, ή στη μουσική για να λυτρωθούν, όπως διακήρυττε ο Βάγκνερ. Οι ιατροί του λαού, απορρίπτουν τη φιλοσοφία. Συνεπώς, όποιος θέλει να τη δικαιώσει, θα πρέπει να δείξει για ποιό σκοπό οι υγιείς λαοί τη χρησιμοποίησαν και τη χρησιμοποιούν. Τούτο ίσως ν΄αποβεί ωφέλιμο και για τους άρρωστους : μπορεί έτσι να καταλάβουν κι ΄αυτοί, γιατί επιτέλους τους έβλαψε!

Υγεία υπάρχει και χωρίς Φιλοσοφία, ή έστω με μιάν όλως μετριoπαθή, σχεδόν  «παδιαριώδη» χρήση της. Πάμπολλα τα παραδείγματα: οι Ρωμαίοι, λ.χ, στην ακμή τους, έζησαν χωρίς αυτήν. ΄Όμως, όταν αρρώστια πλήττει έναν λαό, πώς γίνεται η Φιλοσοφία να του δώσει τη χαμένη του υγεία; -τέτοιο παράδειγμα πού θάβρισκε κανείς ; Χρήσιμη, σωτήρια κ΄ευεργετική φάνηκε στους υγιείς λαούς. Τους άρρωστους τους χειροτέρευε. ΄Οποτε ο κοινωνικός ιστός ξέφτιζε, η φιλοσοφία ποτέ δεν αποκατάστησε τη φθαρμένη κλωστή, δε δυνάμωνε την αίσθηση του ΄Ολου ξανά. ΄Οποτε κάποιος αποφάσιζε να σταθεί εκτός, στήνοντας γύρω του το φράχτη της  αυτάρκειας, η φιλοσοφία τον περιόριζε κι άλλο, τον απομόνωνε – τον συνέτριβε! Γίνεται επικίνδυνη όταν στερείται των βασιλικών δικαιωμάτων της- κι αυτά δεν της τα εξασφαλίζει ο οποιοσδήποτε, παρά μόνον ο υγιής λαός…

Ας πάμε όμως στο άφθαστο πρότυπό μας, να δούμε τι σημαίνει «λαός υγιής». Οι ΄Ελληνες, κατεξοχήν υγιείς, δικαίωσαν τη φιλοσοφία εσαεί με την ίδια τη σκέψη τους : καταπιάστηκαν μαζί της περισσότερο απ΄όποιον άλλο λαό. Δε μπόρεσαν να σταματήσουν όταν έπρεπε : ακόμα και στα ισχνά τους γεράματα παρέμειναν φλογεροί λάτρεις της, έστω κι αν «φιλοσοφία»τότε έλεγαν πιά μονάχα τις θεοσεβείς σοφιστείες και τα πανιερώτατα ψιλολογήματα της χριστιανικής δογματικής. Μείωσαν έτσι πολύ τ΄όφελος που θ΄αποκόμιζαν απ΄αυτήν όλοι οι βάρβαροι μεταγενέστεροί τους που, τυφλωμένοι απ΄την ορμή της νιότης τους, δίχως νου, γλίστρησαν κατευθείαν στις παγίδες και τα λεπτεπίλεπτα δίχτυα της…

΄Όμως οι ΄Ελληνες κατάλαβαν πότε έπρεπε ν΄αρχίσουν – κι αυτό το  διδάσκουν πιο ξεκάθαρα απ΄όλους :φυσικά, όχι μες στη θλίψη, όπως θάλεγαν ορισμένοι, θαρρώντας πως η φιλοσοφική ορμή πηγάζει απ΄τη δυσαρέσκεια! Απεναντίας: μες στη χαρά, την πλήρη ακμή, κάτω από τον ζέοντα ήλιο της πιο γενναίας και νικηφόρας ηλικίας. Τότε ακριβώς βάθυναν τη σκέψη τους. Γι ΄αυτό δε μας διδάσκουν απλώς τι εστί φιλοσοφία, αλλά και τι υπήρξαν οι ίδιοι. Αν ήταν τέτοια ανιαρά  γερόντια  με έφεση για πρακτικά ζητήματα- όπως φαντάζονται οι «καλλιεργημένοι» φιλισταίοι του καιρού μας-, ή απλώς και μόνο μετεωρίζονταν μες στους ήχους, τις ανάσες και τις αισθήσεις μιάς διαρκούς ευωχίας- καταπώς θέλουν να πιστεύουν κάποιοι αμόρφωτοι φαντασιοκόποι-, τότε η πηγή της φιλοσοφίας δε θ΄ανάβρυζε ποτέ ανάμεσά τους. Το πολύ- πολύ να κυλούσε κάνα ρυάκι- που σύντομα θα βούλιαζε στην άμμο ή θα εξατμίζονταν- αλλ΄όχι βέβαια εκείνος ο πλατύς κι ορμητικός χείμαρρρος με τους μεγαλοπρεπείς παφλασμούς κυμάτων, που ονομάζουμε αρχαία Ελληνική φιλοσοφία.

Μολαταύτα αρκετοί επισημαίνουν με ζήλο πόσα πολλά έμαθαν κ΄έφεραν οι ΄Ελληνες απ΄την Ανατολή. Τοποθετούν τον ΄Ελληνα «μαθητή» δίπλα στον εξ΄Ανατολής «δάσκαλﻨτο «μαθητή» Ηράκλειτο δίπλα στον τάχα «δάσκαλό του» το Ζωροάστρη. Τους Ελεάτες δίπλα στους  Ινδούς, τον Εμπεδοκλή δίπλα στους Αιγύπτιους. Θεωρούν ότι ο Αναξαγόρας τελεί υπό την επίδραση των Εβραίων και ο Πυθαγόρας των Κινέζων. Παράδοξο θέαμα, το δίχως άλλο! «Στα σημεία», λιγοστές οι καινοτομίες των Ελλήνων- να το δεχτούμε: Αρκεί να μη μας «φορτώνουν» και  το συμπέρασμα ότι τάχα η φιλοσοφία δεν ήταν φύτρο γνήσιο της γής τους, αλλά «εισαγόμενο προϊόν», κάτι ξένο, που περισσότερο τους έβλαψε παρά τους ωφέλησε. Θάμαστε ανόητοι αν ισχυριζόμαστε ότι οι ΄Ελληνες αυτομορφώθηκαν. Απεναντίας, αφομοίωσαν τη ζώσα καλλιέργεια άλλων λαών, κι αν προχώρησαν τόσο μακριά, ήταν γιατί μπόρεσαν, ακριβώς, να πετάξουν μακρύτερα το ακόντιο που κάποιος άλλος λαός είχε αφήσει καταγής.΄Ηξεραν πώς να μαθαίνουν – ήταν αξιοθαύμαστοι στην τέχνη αυτή. ΄Ετσι, πρέπει κ΄εμείς να μαθαίνουμε απ΄τους γείτονές μας, για να ζούμε, όχι για να σωρεύουμε «γνώσεις», κι ό,τι μαθαίνουμε, σκαλί σκαλί για ν΄ανεβαίνουμε όλο και ψηλότερα.

Το ζήτημα της ιστορικής αρχής της φιλοσοφίας είναι όλως αδιάφορο, αφού εν αρχή το καθετί είναι χοντροκομμένο, άμορφο, ρηχό και άσχημο, κι΄αφού, τελικά σ΄όλα τα πράγματα ενδιαφέρουν μόνο οι κορυφές.΄Οποιος προτιμά να καταπιάνεται όχι με την αρχαιοελληνική φιλοσοφία παρά με την αιγυπτιακή και την περσική ( επειδή τάχα ετούτες είναι ίσως πιο « αυθεντικές», κι΄οπωσδήποτε αρχαιότερες) , είν΄όμοια πλανημένος μ΄εκείνους που παλεύουν ν΄αναγάγουν σώνει και καλά, την τόσο εξαίσια και πλούσια σε νοήματα αρχαιοελληνική μυθολογία σε κοινότοπα φυσικά σύμβολα- τον ήλιο, την αστραπή, τον αέρα και την ομίχλη, σα να οδηγούσαν αυτά στην πρώτη- πρώτη αρχή της φιλοσοφίας!- , ή με κάποιους άλλους που φαντάζονται πως ξαναβρήκαν λ.χ στους γενναίους Ινδογερμανούς και τη λατρεία τους προς τον κοινό τοις πάσι Ουρανό, μιάν αγνότερη θρησκεία απ΄τον πολυθεϊσμό των Ελλήνων.

Ο δρόμος προς την ιστορική αρχή, απ΄όπου και να τον πιάσεις, οδηγεί πάντοτε σε βαρβαρισμούς. Ο μελετητής των Ελλήνων ας έχει πάντα κατά νουν ότι η αδάμαστη ορμή για γνώση είναι στη ρίζα της εξίσου βάρβαρη με το  μίσος προς τη γνώση. Μα οι΄Έλληνες είχαν το βλέμμα στραμμένο στη ζωή, διψούσαν για ζωή, τιθασεύοντας έτσι και την ακόρεστη δίψα τους για γνώσεις- γιατί ό, τι  μάθαιναν, ήθελαν αμέσως και να το ζήσουν! Καλλιεργημένοι οι ίδιοι, άγονταν απεκυθείας στην ουσία της πνευματικής καλλιέργειας. Δεν βάλθηκαν να εφεύρουν εκ νέου τα στοιχεία της φιλοσοφίας και της γνώσης, αλλά, ελεύθεροι από σωβινιστική έπαρση, ξεκίνησαν πάραυτα να τα συμπληρώνουν , να τα επαυξάνουν, να τα εξυψώνουν και να τα΄αποκαθαίρουν, κ΄έγιναν, έτσι, κατά μια διαφορετική έννοια, εφευρέτες κι΄αυτοί, και μάλιστα γνησιότεροι.

Εφηύραν τους αντιπροσωπευτικούς τύπους του φιλοσοφικού νού. Οι μεταγενέστεροι δεν είχαν τίποτα ουσιώδες να προσθέσουν.
Κάθε λαός, όσο νάναι, κοκκινίζει από ντροπή μπροστά σε μια τόσο εξαίσια κοινωνία φιλοσόφων: το Θαλή, τον Αναξίμανδρο, τον Ηράκλειτο, τον Παρμενίδη, τον Αναξαγόρα, τον Εμπεδοκλή, το Δημόκριτο και το Σωκράτη. ΄Ηταν άνδρες εντελείς- κομμένοι από την ίδια πέτρα. Ανάγκη αυστηρή έδενε τη σκέψη και το ήθος τους. Αγνούσαν κάθε σύμβαση, αφού την εποχή εκείνη δεν υπήρχε «τάξη» φιλοσόφων ή λογίων εν γένει.Μες στη μεγαλόπρεπη μοναξιά τους, ήταν οι μόνοι που ζούσαν με μια άσβεστη δίψα γνώσης. Ρέκτες όλοι τους- κατεξοχήν γνώρισμα των Αρχαίων, που τους τοποθετεί πάνω απ΄όλους τους μεταγενέστερους-, λάξευαν τον  εαυτό τους ως την πιο λεπτή και μεγαλειώδη πτυχή του, μεταμορφώνοντάς τον διαρκώς, για να πετύχουν την εντελή μορφή του. Ο συρμός διόλου δεν τους βοήθησε, δε διευκόλυνε το έργο τους. ΄Ετσι συνδιαμόρφωσαν αυτό που ο Σοπενάουερ ονόμασε, σε αντίθεση με τη Δημοκρατία των Λογίων, Δημοκρατία των Μεγαλοφυών: o ένας γίγαντας φωνάζει στον άλλον μέσα από τα αχανή διάκενα των εποχών, κ΄ενώ χαμοσερνάμενοι νάνοι θορυβούν, ατάραχοι αυτοί συνεχίζουν τον υψηλό πνευματικό τους διάλογο.
Από τούτον το διάλογο έχω προτάξει στον εαυτό μου να δώσω όσα η κουφαμάρα μας μπορεί κάπως να «πιάσει» - ελάχιστα ασφαλώς. ΄Εχω την εντύπωση πως μες απ΄το διάλογο των αρχαίων σοφών- από Θαλή ίσαμε Σωκράτη- αναφαίνεται , έστω και σε γενικές γραμμές, η μορφή αυτού που εμείς ονομάζουμε Αρχαιοελληνικό. Στα λόγια, μα και στην προσωπικότητά τους, αχνοδιαγράφονται τα μεγαλειώδη  του χαρακτηριστικά- ολόκληρη η αρχαιοελληνική ιστορία δεν είναι παρά το σκιώδες αποτύπωμά του, ένα θαμπό και δυσδιάκριτο αντίγραφό του…Ακόμα κι αν «φωτίζαμε» απ΄τη σωστή οπτική γωνία την αρχαιοελληνική ζωή στο σύνολό της και πάλι δε θα βρίσκαμε παρά έναν λαμπρό, ζωηρόχρωμο αντικατοπτρισμό των ανώτερων πνευμάτων της.
Το πρώτο κιόλας «φιλοσοφικό γεγονός» , η ανακήρυξη των Επτά Σοφών, ιχνογραφεί από μόνο του πειστικά κι ανεπανάληπτα τη μορφή του Αρχαιοελληνικού.

‘ Αλλοι λαοί έχουν αγίους, οι ΄Ελληνες , Σοφούς. Λένε πολύ σωστά ότι ένας λαός δε χαρακτηρίζεται τόσο από τους μεγάλους άνδρες του, όσο από τον τρόπο που τους αναγνωρίζει και τους τιμά. Σ’άλλες , κατοπινές εποχές, ο φιλόσοφος ήταν ένας μοναχικός οδοιπόρος που βρέθηκε τυχαία σ΄εχθρικό έδαφος. Άλλοτε ξεγλιστρούσε λαθραία, άλλοτε πορεύονταν μες απ΄την οχλοβοή με σφιγμένες γροθιές. Μόνο στην αρχαία Ελλάδα η ύπαρξή του δεν είναι κάτι τυχαίο: νάτον, λ.χ τον 6ο και 7ο αιώνα εν μέσω των τεράστιων κινδύνων και των θελγήτρων μιάς κοσμικής ζωής. Σα νάχει βγεί απ΄το άντρο του Τροφώνιου, βαδίζει μες στην αφθονία, την ευτυχία που φέρνει το νέο, τη χλιδή και την καλοζωία των ελληνικών αποικιών. Κάτι μας λέει ότι φτάνει σαν ευγενής αγγελιαφόρος, όπως κ΄η τραγωδία , που γεννιέται την ίδια ακριβώς εποχή, κομίζοντας το ίδιο μήνυμα- κείνο που αποπνέουν και τα ορφικά μυστήρια με τα τραχιά ιερογλυφικά τους..

Οι κρίσεις των παλιών εκείνων φιλοσόφων για τη ζωή και την ύπαρξη εν γένει, μας λένε πολύ περισσότερα απ΄ό,τι κρίσεις σημερινών, γιατί τότε η ζωή ξετυλιγόταν πλούσια και μεστή, κι΄ο στοχαστής δε διχαζόταν, όπως σήμερα, ανάμεσα στην επιθυμία για ελευθερία, ομορφιά και μεγαλείο, και στην ορμή για την Αλήθεια, που ρωτάει επίμονα: τι αξίζει η ζωή; Δε μπορούμε εύκολα να μαντέψουμε τι έργο επιτελεί ένας φιλόσοφος στους κόλπους ενός υφολογικά ενιαίου πράγματι πολιτισμού – οι καταστάσεις και τα βιώματά μας μας εμποδίζουν- γιατί η εποχή μας τέτοια συμπάγεια δεν έχει. Την απάντηση μπορεί να μας τη δώσει μόνο ένας πνευματικός πολιτισμός σαν τον αρχαιοελληνικό. Μόνο αυτός – καθό κατεξοχήν δικαιωτής της φιλοσοφίας, όπως είπα- μπορεί ν΄αποδείξει περίτρανα γιατί – και υπό ποιες προϋποθέσεις, ο φιλόσοφος δεν είν΄ένας οδοιπόρος που ξεκόβει απ΄το κοπάδι και προβάλλει τυχαία, πότ΄εδώ και πότ΄εκεί, μες στον κόσμο.

Σιδερένια Ανάγκη τον δένει σ΄έναν γνήσιο πολιτισμό, κ΄εκεί δεσπόζει σαν υπέρλαμπρο άστρο. Όμως αν πολιτισμός δεν υπάρχει , μοιάζει μ΄έναν απρόβλεπτο, τρομακτικό κομήτη. Οι ΄Ελληνες λοιπόν είν΄οι δικαιωτές του φιλοσόφου, γιατί μόνο ανάμεσά τους αυτός δεν ήταν ποτέ κομήτης…

Από το έργο  του Φρ. Νίτσε "Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ"
εκδόσεις GUTENBERG

ΤΑ ΚΑΡΚΑΝΤΖΕΛΙΑ



Τα Καρκαντζέλια είναι οξαποδώ, που θέλουνε να χαλάσουνε τον Κόσμο. Μα δεν έχουνε το ελέφτερο να γυρίζουνε άλλον καιρόν εξόν από τα Δωδεκαήμερα. Για κείνο, ούλον τον άλλο χρόνο δίνουν και παίρνουνε για να κόψουνε την  πλατανήσια στήλα που στηρίζει τον κόσμο και τον βαστάει στον αέρα. Θέλουνε ναν τον γκρεμίσουνε, να μη μείνει ούτε σημάδι, για να κερδίσουνε τον πόντο τους οι αναθεμάτοι!
Πομ πημ, πομ πημ, πομ πημ! Βαρούνε με τα τσεκούρια τους, κι άμα κοντοζυγώνουνε να κόψουνε πέρα πέρα την κολώνα, έρχουνται τα Χριστούγεννα , που είναι η διορία τους να βγαίνουνε στον απάνου κόσμο.
Ετότε παρατάνε τα τσεκούρια κ΄έρχουνται δω για να κάμουνε στους ανθρώπους ό,τι κακό περνάει από το χέρι τους. Μαγαρίζουνε μέσα στα ξεκούπωτα αγγειά , στους ξεπούμωτους φούρνους, στα ξεβούλωτα βαρέλια και στο κανάτι με το νερό, κι όπου αλλού  βρούνε για να χτελέσουνε το σκοπό τους, πα να ειπεί για να κάμουνε τους ανθρώπους να φάνε και να πιούνε από τις μαγαρωσιές τους.
Γιαφτό οι νοικοκυράδες φροντίζουνε κι απιστωμάνε ούλα τα αγγειά, ή τα κουπώνουνε καλά. Μα για να μη ζυγώνουν ολότελα στα σπίτια του κόσμου οι οξαποδώ, καίνε νιτσιές , χαμολιό ή παλιοτσάρουχα. ΄Οπου τους μυρίσουνε απ΄αφτά, δεν πάνε ούτε στο σπίτι, ούτε και στο χωριό , μα φέγουνε και το καταριόνται

« Χαμολιό μυρίζει εδώ;
Να χαθεί τέτοιο χωριό!»

΄Ετσι γλυτώνει ο κόσμος με τη μυρουδιά  τουτουνώνε. Αν γελαστεί όμως κανείς και βάλει στη φωτιά συκόξυλο, μαζώνονται ένα σούκουλο από δάφτα, τα τραβάει η μουρουδιά της συκιάς, και ρίνουνε ποντίκια σε κείνο το σπίτι.
Για να μη μπαίνουνε μέσα και κάνουνε ζημιές, φράζουνε τις φανέστρες του σπιτιώνε με σφερδούκλια. Τα σφερδούκλια τα βάνουνε για να μη μπαίνουνε τα διαβόλια και μαγαρίζουνε τις βροχαλιές τα νέματα και κόβονται.
Αν καταφέρει κανείς και πιάσει ένα καρκαντζέλι και το μυρώσει, μένει με δάφτονε και κάνει ό,τι θέλημα διαταχτεί = είναι καλοποταζάμενος υπηρέτης. Κι αν το βάλουνε να φυλάει πράματα, πάνε βρύση…Για να φύγει και να ξαναπάει με τα καρκαντζέλια δε μπορεί, ά δεν ξαναμυρωθεί στον ίδιο τόπο που το πρωτομυρώσανε.
Να και μια σκετική παράδοση, από το πλήθος που υπάρχουνε:

“Μια βολά, μια γριά ήθελε να πάει στο μύλο, και να βρεί αδειά ν΄αλέσει και να ξαναγυρίσει, σηκώθηκε μπονωρούλια, φόρτωσε και ξεκίνησε. Ο γέρος της της έλεγε να κάτσει να πάρει η μέρα, μα εκείνη δεν τον άκουσε.
-΄Οποιος προγέβεται στο σπίτι, δειπνάει στο μύλο! του κάνει και ξεκίνησε με το γαϊδαράκο της.
Μα καθώς εσκαπέτησε από το χωριό, τηράει , τι να ιδεί! ΄Ένα ψίκι καρκαντζέλια ολόγδυτα εχορέβανε σ ΄ένα σιωματάκι...
Πλιά τι τη θες τη μάβρη γριά! Την εζώσανε τα φίδια…Κάνει γα γυρίσει πίσω τηράει άλλα διαόλια, ο τόπος γιομάτος. Τι να κάμει η κακομοίρα, πούθε να κάμει, για να  γλυτώσει;Οπούθε να στρίψει, το ίδιο είναι , μπροστά βαθί και πίσω ρέμα, που λέει ο λόγος. Η καρδιά της εβάργε σαν κόπανος και τσιοκαλάγανε τα δόντια της από την τρεμούλα…Καλά που δεν τα κακάρωσε, καθώς ερχόσαντε τα΄απόφωνα σαν από χίλιες ζυγές ταβούλια…

Εδεκεί της ήρθε φώτιση να βγάλει τα σκουτιά της. Ο πινιμένος από τα μαλλιά του πιάνεται, που λέει ο λόγος.
- Μπορεί να ξεγελαστούνε, είπε με το νού της η γριά, και να μην καταλάβουνε πως είμαι άνθρωπος, άμα με ιδούνε τσίτσιδο σαν εδάφτα!
Και τόντις η γριά εγδύθηκε, έμεινε όπως την έκαμε η μάννα της , έβαλε τα σκουτιά της απανωγόμι στο βασταγούρι, το κέντησε με το ραβδί της για να προχωρέσει κι ακολούθησε κι αφτή  απόκοντα σκυφτά- σκυφτά και προφυλαχτά. Μα δεν εγλύτωσε η καψερή. Κάποιο αναθεματισμένο την είδε, ξαπολύθηκε από το χορό, έτρεξε πίτι-πίτι, την άρπαξε από το χέρι και την ετράβηξε στο χορό. ΄Όπως ήτανε ζαρωμένη και μαβρομπαριασμένη η γριά, την επέρασε για καρκαντζέλι και την έβαλε να χορέψει.
Η γριά τι να κάμει; Χόρεβε, ήθελε δεν ήθελε. Τι έχεις γέρο, που χορέβεις! Που λέει ο λόγος. Κι όσο πήγαινε και κάρδιεβε κιόλας, γιατί εμ δεν την εγνωρίσανε τα ξωτικά, έμ εζεστάθηκε με το χορό. Αφήνω που κόντεβε να φωτήσει, να μου πάνε κατά καπινού τ΄αναθεματισμένα.
΄Αμα ήρθε η αράδα της γριάς να χορέψει μπροστά, τους εφάνηκε παράξενο που δεν ήτανε όμοια με δάφτα. Μα δεν το πολιαστήκανε πως είναι άνθρωπος και για να χασμουδέψουνε της εσυνταριάξανε μια σάτερα, αντίς μου για τραγούδι του χορού κι ούλο της το λέγανε:’

« Πάνου μαλλάκια,
Κάτου μαλλάκια,
Και στη μέση καρδαμούλες!»

Κι΄όσο χασκαρίζανε κείνα, χοροπήδαγε η γριά και χορομπουλάγανε κ΄οι καρδαμούλες της ( έτσι παραμοιάζανε τα στήθια της γριάς).
΄Έναν καιρό , λαλήσανε τα κοκόρια. Καθώς τ΄ακούσανε τα παγανά, βάλανε τη φωνή:

-Aσπρος κόκορης λαλεί:
-Φέγατε να φύγουμε!
Φέγατε να φύγουμε
Τι έφτας΄ο τουρλόπαπας
Με την αγιαστήρα του
Και με την πλαστήρα του
Να μας αγιάσει τον κ….»

Και μπράσι! Εκάμανε και γινήκανε άρατα και πείρατα ούλα, εξόν από κείνο που χόρεβε κοντά στη γριά, που το κράτησε σφιχτά και δεν τάφηκε να φύγει.
Εκείνο πολέμαγε ναν τη γελάσει τη γριά, πότε καμωνότανε πως εξεράθη κι άξαφνα πεταγότανε να φύγει, πότε την περκάληγε ναν τ’ απολύκει. Μα πού να παμπωθεί η γριά που είχε τα μάτια της τέσερα και δεν τόντωνε τρίχα!
Τ΄αναθεμάτο , σαν είδε κι απόειδε από τη γριά, έβαλε τις φωνές να ρθούνε τα συντρόφια του ναν το γλυτρώσουν από την «παλιόγρια που το τσάκωσε», μα δεν εκότησε να ζυγώσει κανένα κατά κείθε. Μόνο φωνάζανε της γριάς από μακρυά:

" -  Eερε γρριά από τη Σπαρτινού
Κι από τη Σεντεμεντεκλού,
Γιατί μας πήρες το γαμπρό;
Aπόλα τον να ρθεί σιαδώ,
Γιατί μας κλαίει η νύφη!»

Η γριά κοντά στο νού πώς δεν τον απόλυκε. Τον πήρε μαζί της και πήγε και τονε μύρωσε και γίνηκε άνθρωπος. ΄Εμεινε τριάντα χρόνια και της εφύλαγε τα γιδοπρόβατα κι ούλον τον καιρό βγαίνανε καλά πέρα πέρα. Βρύση πηγαίνανε! Και πολλά γινόσαν, και παχιά ήσαντε. Αν ειπείς για γάλα;Ποτάμι!...΄Αλλως τουν ξαλλέωνε!
Μα σε τριάντα χρόνια ο αναθεματισμένος κάπως έκαμε και γέλασε τη νύφη της γριάς και τόδωκε το μύρο και καταμυρώθηκε, στον ίδιο τόπο που τον είχε μυρωμένο η γριά και λύθηκε. Ανέβηκε στο παρεθύρι, έκοψε κάμποσες π..δές και καταράστηκε:

“ ‘Όπως σκορπήσαν οι π..δές μου ,
να σκορπίσουν και τα πράματα που φύλαξα "

Από δεκεί χάθηκε και δεν είδε κανένας τι εγίνηκε.Μα χαθήκανε και τα πράματα που φύλαγε. Τά πιασε κράνη και γινήκανε ήσμου διάσμου!»


Διαβολίτσι, Δεκέβρης 1928
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΑΡΙΝΗΣ
(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ν.Εστία)