Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

ΧΑΡΩΝ ΚΑΙ ΜΕΝΙΠΠΟΣ


ΧΑΡΩΝ Παλιοτόμαρο, πλήρωσέ μου τα ναύλα σου!
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Φώναζε όσο θέλεις, αν σ᾽ αρέσει!
ΧΑΡΩΝ
Πλήρωσε, σου λέω, που σε πέρασα από τη λίμνη!
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Δεν μπορείς να πάρεις από όποιον δεν έχει.
ΧΑΡΩΝ
Υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει έστω και οβολό;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Αν υπάρχει κι άλλος, δεν ξέρω. Εγώ πάντως δεν έχω.
ΧΑΡΩΝ
Μα τον Πλούτωνα, θα σε πνίξω, κάθαρμα, αν δεν πληρώσεις!
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Κι εγώ με τη μαγκούρα θα σου σπάσω το κεφάλι!
ΧΑΡΩΝ
Άδικα λοιπόν σου έχω κάνει τέτοιο ταξίδι;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Να σε πληρώσει για λογαριασμό μου ο Ερμής! Αυτός με παράδωσε σε σένα.
ΕΡΜΗΣ
Τώρα μάλιστα, σώθηκα! Να πληρώνω και για τους νεκρούς!
ΧΑΡΩΝ
Εγώ πάντως δεν σ᾽ αφήνω.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Ωραία. Τράβα και τη βάρκα σου στη στεριά, και περίμενε όσο θέλεις!
Τι να σου δώσω, αφού δεν έχω πεντάρα;
ΧΑΡΩΝ
Δεν ήξερες ότι έπρεπε να φέρεις τα ναύλα σου μαζί σου;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Το ήξερα, αλλά δεν είχα. Κι ύστερα; Έπρεπε γι᾽ αυτό να μην πεθάνω;
ΧΑΡΩΝ
Εσύ μόνο λοιπόν θα καυχιέσαι πως πέρασες τζάμπα;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Καθόλου τζάμπα, φίλε μου. Και νερό από τη βάρκα έβγαλα, και κουπί τράβηξα και, στο κάτω κάτω, ήμουν ο μόνος από τους επιβάτες που δεν έκλαιγα!
ΧΑΡΩΝ
Αυτά δεν είναι πληρωμή. Πρέπει να δώσεις τον οβολό, είναι νόμος.
Δεν γίνεται αλλιώς.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
 Τότε ξαναγύρισέ με στη ζωή.
ΧΑΡΩΝ
Αστείος που είσαι! Για να με ταράξει στο ξύλο ο Αιακός;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Άσε με ήσυχο λοιπόν!
ΧΑΡΩΝ
Δείξε μου τι έχεις στο σακούλι.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Λούπινα, αν θέλεις, και δείπνο της Εκάτης.
ΧΑΡΩΝ
Βρε Ερμή, από πού μας τον έφερες αυτόν τον σκύλο; Τι λόγια έλεγε στο ταξίδι! Κορόιδευε και περιγελούσε όλους τους επιβάτες, κι ήταν ο μόνος που τραγουδούσε όταν εκείνοι έκλαιγαν!
ΕΡΜΗΣ
Μα δεν ξέρεις,Χάρων, ποιον κουβάλησες με τη βάρκα σου; Έναν άνθρωπο αληθινά ελεύθερο. Αυτός δεν νοιάζεται για τίποτε. Είναι ο Μένιππος!
ΧΑΡΩΝ
Αχ, αν σε ξανάβρω κάποτε...
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Αν με ξανάβρεις!... Μα δεν πρόκειται να με πετύχεις για δεύτερη φορά!

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ "ΝΕΚΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ"
(μετάφραση Π. Μουλλάς)
 http://www.greek-language.gr

ΕΛΕΝΗΣ ΕΠΙΘΑΛΑΜΙΟΣ



 
 
   Όταν ο γυιός ο πιο στερνός του Ατρέως, ο ξανθομάλλης
   Μενέλαος, με την ώμορφη κι αγαπημένη Ελένη,
   την κόρη του Τυνδάρεου, παντρεύτηκε στη Σπάρτη,
   δώδεκ' ανθοστεφάνωτα κι απάρθενα κοράσια,
   οι πρώτες και καλλίτερες στη χώρα αρχοντοπούλες,
   έστησαν όλες το χορό κ' εχόρευαν αντάμα
   απ' έξω από την κάμαρα τη μυριοστολισμένη.
   Κ' έπλεκαν τα ποδάρια των και ρυθμικά εκροτούσαν
   κι αντικροτούσε δυνατά κ' η κάμαρα του γάμου·
   κι όλες ετραγουδούσανε κ έλεγαν τέτοια λόγια:
 
   (Υμέναιος)
 
   Τι τόσο βιάστηκες, γαμπρέ, στον ύπνο να το ρίξης;
   δεν σου βαστάν τα γόνατα ή μη αγαπάς τον ύπνο;
   ή μήπως ήπιες πιο πολύ πριν πέσης στο κρεββάτι;
   Αν ήθελες να κοιμηθής, ας διάλεγες την ώρα
   κι ας άφηνες την κορασιά με τάλλα τα κοράσια
   να παίζη ως τα χαράμματα στης μάννας της το πλάι,
   αφού 'δική σου θάν' αυτή και σήμερα και πάντα.
 
   Καλότυχε γαμπρέ, οιωνός καλός θάχε πετάξει
   όταν στη Σπάρτη ερχόσουνα που ήταν κ' οι άλλοι αρχόντοι.
   Μονάχα εσύ, Μενέλαε, από τους ημιθέους
   εσύ θε νάχης πεθερό το Δία, το γυιό του Κρόνου.
   Μαζί σου τώρα επλάγιασε του Δία η θυγατέρα,
   που σαν αυτήν άλλη καμμιά στην Αχαΐα δεν είνε·
   κι ώμορφη θάν' η γέννα της, αν το παιδί της μοιάζη.
   Εμείς οι συνομήλικες που κατά τον Ευρώτα
   σαν άντρες θε να τρέξωμε, διακόσες τόσες κόρες,
   μόλις η Ελένη η ώμορφη προβάλη ανάμεσα μας
   καμμιά από 'μας δε δείχνεται, καμμιά δίχως ψεγάδι.
 
   Αυγή, δείχνοντας ώμορφη τη διάφανή της όψη,
   σελήνη, ωραία βασίλισσα στη σκοτεινιά της νύχτας,
   άνοιξη Ανθοπερίχυτη κ' ύστερ' απ' το χειμώνα,
   τέτοια η χρυσή η Ελένη μας ανάμεσά μας λάμπει.
   Κι όπως στολίδ' είνε της γης ταθέριστο χωράφι,
   στολίδι του περιβολιού τωλόρθο κυπαρίσσι,
   στολίδι στο άρμα η ώμορφη θεσσαλική φοράδα,
   έτσι στη Λακεδαίμονα στολίδι είν' η Ελένη.
 
   Ούτε καμμιά άλλη εργόχειρα με τόση τέχνη κάνει,
   ούτε καμμιά στον αργαλειό, φασμένο με το χτένι
   κόβει πανί τόσο κρουστό απ' τα ψηλά δοκάρια,
   ούτ' άλλη ξέρει να κτυπά τόσο καλά το υφάδι
   κ' υφαίνοντας να τραγουδή την Άρτεμι με χάρη
   και την τεχνήτραν Αθηνά, καμμιά σαν την Ελένη
   που μέσ' στα δυο ματάκια της οι πόθοι είνε κρυμμένοι.
 
   Εσ' είσαι πια στο σπίτι σου, χαριτωμένη κόρη,
   [κ' εμείς κοράσια ελεύθερα θα πάμε στα λιβάδια]
   μόλις χαράξ' η χαραυγή, να μάσωμε λουλούδια,
   να μάσωμε, να πλέξωμε στεφάνια ευωδιασμένα
   και σένα θα θυμώμαστε και θα σε λαχταρούμε,
   όπως ποθούν και λαχταρούν της μάννας το μαστάρι
   τα βυζανιάρικα ταρνιά που τρέφονται με γάλα.
 
   Πρώτες θε να σου πλέξωμε στεφάνι από τριφύλλι
   και θε να το κρεμάσωμε σε σκιερό πλατάνι,
   πρώτες λάδι θα στάξωμεν απ' αργυρό λαγήνι
   γύρω τριγύρω στη σκιά που ρίχνει το πλατάνι
   και τέτοια θα χαράξωμε στη φλούδα του κορμού του
   για να διαβάζη όποιος περνά, για να θωρή γραμμένο
   «Ελένης δέντρον είμ' εγώ, προσκύνα με, διαβάτη».
 
   Χαίρετε, νύφη και γαμπρέ με πεθερό το Δία,
   χαίρετε! κι άμποτε η Λητώ, που τα παιδιά φροντίζει,
   πολλά παιδιά, καλά παιδιά στους δυο σας να χαρίση
   κ' ίσην αγάπη και στους δυο να στείλ' η Αφροδίτη,
   κι ο Ζευς να κάνη αμέτρητο κι αμέτρητο το βιος σας
   για νάνε πάντα ατέλειωτο και πάντα να πηγαίνη
   από φαμίλια αρχοντική σ' αρχοντική φαμίλια.
 
   Αγκαλιαστήτε ερωτικά και γλυκοκοιμηθήτε
   κι ανάλαφρα ξυπνήσετε και πάλι την αυγούλα.
   Εμείς θε να ξανάρθωμε μόλις γλυκοχαράξη
   και κράξη ο πρώτος πετεινός με το λαιμό του ολόρθο
 
   Γι' αυτό το γάμο, Υμέναιε, δείξε χαρά μεγάλη.
 
θΕΟΚΡΙΤΟΥ "ΕΙΔΥΛΛΙΑ"
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΙΚΟΥ ΦΕΞΗ
ΑΠΟΔΟΣΗ: I.ΠΟΛΕΜΗΣ 
 

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

ΟΣΤΡΑΚΙΝΔΑ ΚΑΙ ΕΦΕΔΡΙΣΜΟΣ






Οστρακίνδα

Η Οστρακίνδα ή οστρακίου περιγραφή, ήταν ένα ομαδικό παιχνίδι για αγόρια. Οι παίχτες χάραζαν μιά γραμμή στο έδαφος και χωρίζονταν σε δύο αντιμέτωπες ομάδες. Κάθε ομάδα είχε κι΄από ένα όστρακο που η μία πλευρά ήταν αλειμμένη με πίσσα. Κάθε ομάδα διάλεγε μέρα ή νύχτα κι΄ανάλογα ποιά πλευρά φαινόταν μετά από το ρίξιμο του οστράκου , αυτή η ομάδα κυνηγούσε την άλλη. Οι νικημένοι αναγκάζονταν να παίξουν τον εφεδρισμό και καλούνταν όνοι και οι νικητές βασιλιάδες.

Στον Πλάτωνα υπάρχει αναφορά σ΄αυτό το παχνίδι " οστράκου μεταπεσσόντως ίεται φυγή μεταβαλλών..τούτων πολλάκις ηττώντο ή ενίκων « και « τούτω δη, ως έοικε, ουκ οστράκου περιστροφή, αλλά ψυχής περιαγωγή…ιούσης επάνοδον ¨

Κατά τον Πολυδεύκη «οστρακίνδα δε, όταν γραμμήν ελκύσαντας οι παίδες…επιλέγη νυξ- ημέρα…και όστρακα περιστροφή το είδος τούτο της παιδιάς».

Κατά τον Σουίδα « όστρακον    περιστροφή, παροιμία παροιμία επί των ταχέως τί ποιούντων λεγομένη» , ενώ κατά τον Ησύχιο «παιδιά επί τω οστράκω « και κατά τον Ευστάθιο « παροιμία επί ών όποι τύχη μεταβαλλομένων το οστράκου….ή το πισσηρόν σκοτεινόν».

Στα νεότερα χρόνια και στις μέρες μας παίζεται το ίδιο παιχνίδι με την ονομασία «άσπρο-μαύρο» ,μόνο που αντί για όστρακο, οι παίχτες χρησιμοποιούν βότσαλο, πέτρα ή οποιοδήποτε πλατύ αντικείμενο  κι αντί πίσσα, βάζουν στην μιά πλευρά σάλιο και λένε «βροχή-ξέρα», ΄»άσπρο μαύρο», «φτυστό- άφτυστο» , αντί «νυξ- ημέρα» (Λουκόπουλος, Χρυσάφης Γκαζιάνης κλπ)

Ο Παπασλιώτης αναφέρει ότι αυτό το παιχνίδι διασώζεται στο Μεσολόγγι, με την ονομασία «ψιλό» και ότι στις μέρες μας αυτό το παιχνίδι χρησιμοποιείται περισσότερο σαν λαχνίσματα ( μελωδικά στιχάκια που φτιάχνονται με μιά φανταστική  γλώσσα και πολλές φορές δεν έχουν κάποια σημασία και με τα οποία ορίζεται ποιά ομάδα ή ποιό άτομο ξεκινά ένα παιχνίδι.




Εφεδρισμός

Ο εφεδρισμός δεν ήταν κάποιο συγκεκριμένο παιχνίδι, αλλά στην ουσία ένα ιδιαίτερο είδος τιμωρίας που επιβαλλόταν στον χαμένο παίχτη, στο παιχνίδι  «ιππάς» ή «οστρακίνδα» . Στα νεότερα χρόνια το παιχνίδι πήρε τις ονομασίες «καβάλες», «πόσα φύλλα έχει το δεντρί» , τα «σουμάδια» ( Γκαζιάνης)

Το παιχνίδι «ιππάς» έμοιαζε με την παραλλαγή της ‘ώμιλλας» (αστράγαλοι) μόνο που σ΄αυτό , οι παίχντες προσπαθούσαν να ανατρέψουν από μακριά ένα λιθάρι που ονομαζόταν «δίορος¨. Εάν ο παίχτης δεν κατόρθωνε να ανατρέψει τον «δίορο» τότε έπρεπε να πάρει στον ώμο του τον νικητή και να τον μεταφέρει μέχρι το σημείο που ήταν ο «δίορος». Συχνά ο νικητής έκλεινε τα μάτια του «ίππου» του με τα χέρια  του ( Βενιζέλος)

Σχετικά με το θέμα βλ επίσης Λουκόπουλος , Βενιζέλος, Βρόντης.



 
Βασιλοπούλου, Ειρήνη (2003, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ)),Το παιδί και το παιχνίδι στην αρχαία ελληνική τέχνη.

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΡΙΑΙ




 
Νεαρή ερωτοχτυπημένη μάγισσα στήνει τα μαγικά της υπό το φώς της σελήνης. 
΄Ενα ειδύλλιο του Θεόκριτου,με την σύγχρονη ματιά και γλώσσα ενός επίσης ποιητή, 
 του Ιωάννη Πολέμη. 
 
        Θέστυλι, πούν' οι δάφνες μου και πού τα μαγικά μου;       
 Με πρόβειο κόκκινο μαλλί στόλισε τη λεκάνη,
αυτόν που με βαρέθηκε να τον μαγέψω πάλι.
    Δώδεκα 'μέρες πέρασαν, ούτ' ήρθε κι ούτ' εφάνη,
   ούτε και ξέρει ο άκαρδος αν ζούμε ή αν δε ζούμε,
   ούτ' έκρουσε την πόρτα μου δώδεκα 'μέρες τώρα.
   Ω! δίχως άλλο ο Έρωτάς κ' η πονηρή Αφροδίτη
   θα του σηκώσαν το μυαλό κ' έπιασεν άλλη αγάπη.
   Ταχυά θα πάω να τόνε βρω μονάχη στην παλαίστρα
   και θα του παραπονεθώ για όσα κακά μου κάνει.
   Τώρα μ' ευωδιαστούς καπνούς θε να του κάνω μάγια.
   Σελήνη, αθόρυβη θεά, φέγγε γλυκά και λάμπε·
   στα μάγια πριν καταπιαστώ θα τραγουδήσω εσένα
   και την Εκάτη πούρχεται μέσ' απ' της γης τα σπλάχνα
   και τριγυρνά στα μνήματα και την φοβούνται οι σκύλλοι.
   Ω! χαίρε, Εκάτη τρομερή, παρακαλώ σε, Εκάτη,
   συντρόφεψε και βόηθα μας απ' την αρχή ως το τέλος
   και κάνε και τα μάγια μας όμοια μ' αυτά της Κίρκης,
   κατώτερα να μη γενούν απ' της Μηδείας τα μάγια
   μηδ' απ' τα μάγια της ξανθής εκείνης Περιμήδης.
 
Α'
Φέρε τον, σουσουράδα (2) μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
 
   Για σένα αλεύρι στη φωτιά θα ρίξω πρώτα-πρώτα.
   Θέστυλι, σκόρπα το λοιπόν. Άμοιρη, πούν' ο νους σου;
   Σιχαμερή είμαι τάχα εγώ και περιγέλιο μ' έχεις;
   Σκόρπα και λέγε αυτά: «σκορπώ τα κόκκαλα του Δέλφι».
 
   Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
 
   Ο Δέλφις μου με πίκρανε· δάφνη γι' αυτόν θα κάψω·
   κι όπως η δάφνη στη φωτιά κροταλιστά θα σκάση
   και θε ν' ανάψη στη στιγμή και στάχτη δε θ' αφήση
   έτσι κι ο Δέλφις να καή στου πόθου μου τη φλόγα.
 
   Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
 
   Τώρα θα κάψω πίτουρα κ' η Άρτεμι ας μαλάξη
   και το διαμάντι το σκληρό και κάθε στέρεο άλλο.
   Θέστυλι, άκου τα σκυλλιά στην πόλη πώς γαυγύζουν·
   θάνε στους δρόμους η θεά και θα περιδιαβαίνη.
   Κρούσε μιαν ώρ' αρχήτερα την χάλκινη τη λάμα.
 
   Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
 
   Οι ανέμοι καταλάγιασαν, ησύχασε κι ο πόντος,
   ο πόθος μέσ' στα στήθια μου ποτέ δεν ησυχάζει,
   μα καίω και φλέγομαι γι' αυτόν, που μ' έκανε τη μαύρη,
   αντί γυναίκα του σωστή, γυναίκα ντροπιασμένη.
 
   Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
 
   Όπως ετούτο το κερί μέσ' στη φωτιά το λειώνω
   έτσι κι από τον έρωτα να λειώση ευθύς κι ο Δέλφις·
   κι όπως αυτή τη ρόδα μου γυρίζει η Αφροδίτη
   έτσι κι αυτός να τριγυρνά στην πόρτα τη 'δική μου.
 
   Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
 
   Στάζοντας τρεις φορές σπονδές τρεις φορές τέτοια κράζω:
   Μ' όποια γυναίκα τώρ' αυτός ερωτικά πλαγιάζει,
   τόσο να την απαρνηθή, όσο ο Θησέας στη Νάξο
   την Αριάδνη αρνήθηκε την ωμορφομαλλούσα.
 
   Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
 
   Στην Αρκαδία τη δασωτή φυτρώνει ένα χορτάρι,
   το τρώνε και τρελλαίνονται κι άλογα και φοράδες
   κι ορμούν και παίρνουν τα βουνά και τρέχουνε με λύσσα.
   Έτσι το Δέλφι να τον 'δώ ν' αφήση την παλαίστρα
   κ' έτσι με λύσσα σαν τρελλός στο σπίτι μου να δράμη.
 
   Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
 
   Τούτο το κουρελόπανο του Δέλφι τώχω πάρει,
   κ' είν' απ' το γύρο χαμηλά της χλαίνας του κομμένο·
   το ξαίνω και τα νήματα μέσ' στη φωτιά τα ρίχνω.
   Αχ! Έρωτα σκληρόκαρδε, γιατί μούχεις ρουφήξει
   όλο το αίμα της καρδιάς σαν απ' τη λίμνη αβδέλλα;
 
   Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι
 
   Σαύρα θα κάψω στη φωτιά και θα την κάνω σκόνη
   κ' ένα πιοτό, κακό πιοτό ταχυά θε να σου φέρω.
   Πάρε τα μάγια, Θέστυλι, πάρε τα μάγια τώρα
   και την κορφή της πόρτας του σύρε μ' αυτά ν' αλείψης
   και λέγε ψιθυρίζοντας: «τα κόκκαλά του αλείφω.»
 
   Φέρε τον, σουσουράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι.
 
Β'
Τώρα, πούμεινα μόνη μου, τον έρωτά μου ας κλάψω.
   Πούθε ν' αρχίσω να θρηνώ, ποιος μου τον έχει φέρει;
   Κανιστροφόρα η Αναξώ, η κόρη του Ευβούλου
   στο λόγγο της Αρτέμιδος μας είχεν έρθει τότε·
   θεριά την ετριγύριζαν και θηλυκό λιοντάρι.
 
   Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθ' η αγάπη
 
   Κ' η παραμάννα η άμοιρη του Θευχαρίδη, που ήταν
   το σπίτι της στο σπίτι μου κοντά, πόρτα με πόρτα,
   με θερμοπαρακάλεσε να πάω στο πανηγύρι·
   κ' η δόλια εγώ ξεκίνησα να πάω ν' ακλουθήσω
   φορώντας το ξανθόλινο κι ώμορφο φόρεμά μου
   και στολισμένη με ταχνό της Κλεαρίστας πέπλο.
 
   Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
 
   Στο δρόμο, μόλις έφθασα στου Λύκωνα το σπίτι,
   μαζί με τον Ευδάμνιππο είδα το Δέλφι εμπρός μου·
   ξανθότερ' από ελίχρυσο είχαν κ' οι δυο τα γένεια
   κ' εγυάλιζαν τα στήθια των πειότερ' απ' τη Σελήνη,
   δείχνοντας πως εγύριζαν μόλις απ' την παλαίστρα.
 
   Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
 
   Τον είδα κ' ετρελλάθηκα κι άναψεν η καρδιά μου,
   ξεθώριασεν η όψη μου κ' έσβυσ' η ωμορφιά μου,
   κι ούτ' ένοιωσα τι γίνηκε στο πανηγύρι εκείνο
   ούτε και ξέρω η δύστυχη πώς γύρισα στο σπίτι·
   μα κάποια αρρώστια πύρινη άλλαξε τη θωριά μου
   κ' ήμουν δέκα μερόνυχτα πεσμένη στο κρεββάτι.
 
   Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
 
   Συχνά-πυκνά το χρώμα μου κιτρίνιζε σα θράψος,
   έπεφταν αναρίθμητες της κεφαλής μου οι τρίχες
   κ' εκόλλησε το δέρμα μου στα κόκκαλά μου απάνω.
   Και πού δεν πήγα η δύστυχη γυρεύοντας να γιάνω,
   και ποια γερόντισσ' άφησα που ξέρει να ξορκίζη;
   Τίποτα δε μ' αλάφραινε κ' έλειωνα με το χρόνο.
 
   Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
 
   Κ' εκάλεσα τη σκλάβα μου κι άνοιξα την καρδιά μου.
   «Θέστυλι, βρες μου γιατρικό στη φοβερή μου αρρώστια
   »Ο Δέλφις την ταλαίπωρη όλη δική του μ' έχει·
   »μα στην παλαίστρα πήγαινε και παραμόνευέ τον
   »εκεί συχνά πηγαίνει αυτός, εκεί ταρέσει νάνε».
 
   Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
 
   «Κι όταν μονάχο τον ιδής γνέψε του να σιμώση,
   και πες του πως τονε καλώ και φέρε τον στο σπίτι».
   Έτσ' είπαμε' κ' επήγε αυτή και μούφερε το Δέλφι,
   κ' εγώ μόλις τον ένοιωσα κ' εγώ μόλις τον είδα
   να διασκελίζη ανάλαφρα της πόρτας το κατώφλι,
 
   (Πες μου, Σελλήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη)
 
   μου 'πάγωσ' όλο το κορμί πειότερο κι απ το χιόνι
   κ' έσταζ' ιδρώτας άφθονος από το μέτωπό μου
   σαν τη δροσούλα της νοτιάς, κ' εκόπηκ' η φωνή μου
   και δε μ' απόμεινε φωνή μηδ' όση έχει το βρέφος
   που ψιθυρίζοντας καλεί τη μάννα του στον ύπνο·
   κ' ενέκρωσαν τα μέλη μου σαν της κερένιας κούκλας.
 
   Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
 
   Και μόλις μ' είδε ο άπονος χαμήλωσε τα μάτια
   και στο σκαμνί εθρονιάστηκε και τέτοια λόγια μούπε:
   «Πρόλαβες και μ' εκάλεσες στο σπίτι σου, Σιμαίθα,
   »όπως εγώ στο τρέξιμο πρόλαβα το Φιλίνο.»
 
   Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
 
   «Όμως λογάριαζα κ' εγώ νάρθω τη νύκτ' απόψε,
   »μα το γλυκό τον Έρωτα, μαζί μ' άλλους μου φίλους,
   »κρύβοντας μέσ' στον κόρφο μου γλυκόμηλα του Βάκχου
   »κ' ένα στεφάνι ολόγυρα στην κεφαλή φορώντας,
   «στεφάνι λεύκας, ιερό κλωνάρι του Ηρακλέους,
   «στεφάνι καταστόλιστο με κόκκινες κορδέλλες.»
 
   Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
 
   »Κι αν με καλοδεχόσαστε, θα τώχα για χαρά μου
   »αν μοναχά το στόμα σου το γλυκερό 'φιλούσα
   » — γιατ' είμαι νιος ευγενικός κι ώμορφος μέσα σ' όλους —
   »μ' αν εύρισκα την πόρτα σας κλειστή, μανταλωμένη,
   »θάχα πελέκια κοφτερά, θάχα δαυλιά για δαύτη».
 
   Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
 
   «Και τώρα χάρη εγώ χρωστώ στην Αφροδίτη πρώτα
   »κ' ύστερα χάρη δεύτερη χρωστώ σε σένα πάλι
   »που μ' έβγαλες απ' τη φωτιά του πόθου πριν με κάψη
   »κ' έστειλες και μ' εκάλεσες ναρθώ στο σπιτικό σου·
   »γιατί κι από το φλογερό ηφαίστειο της Λιπάρας
   »πιο καυτερά, πιο φλογερά ο έρως καίει και φλέγει».
 
   Πες μου, Σελήνη, πες μου το πώς μου 'γεννήθη η αγάπη.
 
   «Αυτός σηκώνει τα μυαλά και κάνει και την κόρη,
   »την κόρη την ανήξερη, να φεύγη από το σπίτι,
   »και κάνει και τη νιόνυφη ν' αφήνη, ν' απαρνιέται
 
   »το στρώμ' ακόμη το ζεστό του αντρός της και να φεύγη».
   Είπε' κ' εγώ ευκολόπιστη τον έπιασ' απ' το χέρι
   κι αγάλια τον επλάγιασα στο μαλακό μου στρώμα·
   κι άρχισαν να μαλάζωνται μαζί τα δυο κορμιά μας
   και τα ζεστά μας πρόσωπα ν' ανάβουν, να κορώνουν·
   κ' εψιθυρίζαμε γλυκά στόμα με στόμα οι δυο μας.
   Και να μη σ' τα πολυλογώ, Σελήνη αγαπημένη,
   τα πιο μεγάλα εκάναμε κ' ήρθαμ' οι δυο σε πόθο.
   Κι ως χθες κανείς μας απ' τους δυο παράπονο δεν είχε·
   μα σήμερα ήρθε σπίτι μου η μάννα της Φιλίστας
   και της χορεύτρας Μελαξώς, την ώρα που φοράδες
   φέρνουν απ' τον ωκεανό στον ουρανό τρεχάτες
   τη ροδοχέρα την Αυγή· και κοντά στάλλα μούπε
   πως έχει πιάσει ο Δέλφις μου κάποια καινούργια αγάπη,
   μα ποια αγαπά, δεν ήθελε να μου το φανερώση,
   παρά μονάχα πως συχνά πίνει κρασί για κάποια
   και πως το πίνει ανέρωτο και πως στολίζει ακόμα
   την κάμαραν όπου μεθά μ' ευωδιαστά στεφάνια·
   κ' ύστερα φεύγει βιαστικός. Αυτά μούπεν εκείνη
   κ' εγώ ταναλογιάζομαι κι αληθινά τα βρίσκω·
   γιατ' άλλοτε πολλές φορές ερχόταν την ημέρα
   κι άφηνε και στο σπίτι μου το Δωρικό λαγήνι. (3)
   Μα τώρα πούχω να τον 'δώ σωστά δώδεκα 'μέρες
   κάποια άλλη θα τονε τραβά και με ξεχνάει εμένα.
   Μα τώρα με τα μάγια μου θε να τον σφικτοδέσω,
   κι αν πάλι θα με τυραγνά, τωρκίζομαι στις Μοίρες,
   την πόρτα του Άδη ο άκαρδος ταχυά να πάη να κρούση.
 
   Βαθυά μέσ' στο σεντούκι μου κρύβω κακά φαρμάκια
   που ένας Ασσύριος κάποτε μου τάχει μαθημένα.
 
   Μα εσύ στρέψε χαρούμενη ταλόγατά σου τώρα,
   Σελήνη, στον ωκεανό· κ' εγώ θε να υπομένω
   όπως ως τώρα υπόμενα τον πόνο της καρδιάς μου.
   Σ' αφήνω 'γειά, λαμπρόχρωμη Σελήνη και σεις άστρα,
   που αθόρυβα την άμαξα της νύκτας ακλουθάτε.
 
 
************************* 

2) Η σεισοπυγίς (σουσουράδα) ήτο αφιερωμένη εις την Αφροδίτην
και δια τούτο την μετεχειρίζοντο εις τας ερωτικάς μαγγανείας.
 
    3) Το ελαιοδοχείον δια την παλαίστραν. Θέλει να δείξη την μεγάλην
οικειότητα που τους συνέδεε.
 
 
 Θεόκριτου, Ειδύλλια
Απόδοση στην Ν. Ελληνική: Ι.Πολέμης
(Βιβλιοθήκη Φέξη)


Λιθικά Ορφέως ( δ΄μέρος)





ΑΧΑΤΗΣ
Επίσης να πίνεις με άκρατο κρασί και τον πολύμορφο , τον καλό αχάτη, που ντύνεται με παντός είδους μορφή ( που έχει πολλά χρώματα και έτσι είναι πράγματι, διότι ο αχάτης έχει όλες τις αποχρώσεις). Είναι λοιπόν δυνατόν να δείς εύκολα πολλά χρώματα του αχάτη  γιατί βλέποντας εντός αυτού βρίσκεις τον κρυσταλλώδη ίασπι και το αιματόχρουν σάρδιον και τον λαμποκοπούντα σμάραγδο ( πράσινο αχάτη βήρρυλο ) εντός δε βρίσκεται αυτός με ερυθρές παρειές. Αλλά και χαλκό βρίσκεις εντός αυτού , επίσης και το χρώμα το εαροθρεμμένου μήλου.
Αλλά μόνο αυτός είναι απ΄όλους ο πιο υπέροχος, αν τον βρεις, γιατί έχει την ερυθρά μορφή του ακαταμάχητου λέοντος ( η κορναλίνη) .γι΄αυτό και στους παλαιότερους ημίθεους άρεσε να τον ονομάζουν λεοντοτράχηλο, καθώς είναι κατάστικτος από πλάκες ξανθοκόκκινες , λευκές , μαυριδερές και πράσινες). Αυτόν τον λίθο, εάν έρθει κανείς οδυρόμενος για το δάγκωμα από σκορπιό , δώσε εντολή να τον τρίψει γύρω από την ολέθρια πληγή ή να πασπαλίζει μ΄αυτόν την πληγή γιατί έτσι οι πόνοι του σταματούν.
Θα μπορέσεις επίσης να δώσεις στις γυναίκες περιπόθητο άντρα και θα μαγεύσεις με τα λόγια σου τους ανθρώπους, και μεταφέροντας  τα πάντα, όσα βέβαια θα ζητούσες, θα φθάσεις στο σπίτι σου χαρούμενος ( θα επιτυγχάνεις στις δουλειές σου). Και είναι βέβαιο ότι αυτός που υποφέρει από κάποιο νόσημα θα σωθεί όταν κρατά στα χέρια του αυτόν τον λίθο.
Εάν όμως ο Ζευς αρνηθεί σ΄αυτόν να ζήσει τότε να καταλάβεις με το μυαλό σου, ότι σ΄αυτόν , έκοψε η Κλωθώ την κλωστή ( το νήμα της ζωής) και σ΄αυτόν επέρχεται η τελευταία μέρα της ζωής του.
Εάν δε φλογερός πυρετός ερχόμενος μέρα  ή ψυχρός πυρετός πιάσει κάποιον άνθρωπο και κατέχει τα μέλη του σώματός του, ή κάποιο βραδύ πάθημα από νόσο, που έρχεται κάθε τέσσερις μέρες και η οποία δεν θέλει να τελειώσει , αλλά πάντοτε όπου πλησιάσει παραμένει, αυτόν εσύ τον ασθενή θα μπορέσεις να θεραπεύσεις αμέσως με τον έξοχο αχάτη.
Γιατί αυτός ο λίθος είναι πολύ ανώτερος από τους προηγούμενους. Αμέσεως δε θα σου πω το σημείο το οποίο αποδεικνύει ταχέως την δύναμη αυτού του λίθου.
Εάν δηλαδή βάλεις αυτόν στο μέσο κρέατος , το οποίο βράζει , για λίγο θα υψωθούν. Αυτά δε όλα λυώνουν από μέσα.
Δεν λέω βέβαια ότι και αυτός ο λίθος έχει την δύναμη εναντίον των ερπετών, αλλά θα σου  δώσω, εάν έχεις ανάγκη, κάποιον άλλο γιατρό , ο οποίος γεννήθηκε από τον ουρανό . συ δε σκέψου αυτά που θα σου πω.




ΑΙΜΑΤΟΧΡΟΥΣ ΛΙΘΟΣ(Ηλιοτρόπιο ή αιματόλιθος)
΄Όταν δηλαδή ο ευρύστερνος ουρανός αφού πληγώθηκε από τα χέρια του ωμοφάγου Κρόνου, περιέστρεψε το δικό του λαμπρό σώμα πάνω από την απέραντη γη, επειδή επιθυμούσε να πέσει από τον θεϊκό αιθέρα στο έδαφος, για να τα κάμει όλα σκοτεινά, αφού ανοίξει γύρω του το δικό του πολύτριχο νώτο, μήτε να κατοικεί ακόμα στον ουρανό ο Κρόνος, επειδή προξένησε λύπη στον αστερόεντα Ουρανό, τότε ακριβώς έπεφταν στη γή σταγόνες από την πληγή του ουρανού, που χυνόταν  το αθάνατο αίμα. Αυτές όμως  οι σταγόνες επειδή προέρχονταν από αθάνατο σώμα, δεν ήταν πεπρωμένο να καταστρέφονται . οι με Μοίρες έδωσαν εντολή να παραμένει σώο στην εύφορη γη το αίμα του προγόνου  των θεών.
Και έμεινε πράγματι σώο, οι δε ίπποι του Ηλίου, που έχουν πύρινα μάτια, το κατέστησαν ξηρό. Και αν κανείς το αγγίξει θα φιλονικούσε ότι κρατά στα χέρια του λίθο, ενώ πράγματι κρατά αίμα πηγμένο.
Γιατί αυτό το χρώμα του είναι αληθινά το χρώμα του αίματος, εάν δε, τιθασευθεί (λιώσει) μέσα σε νερό, εύκολα γίνεται πραγματικό αίμα. Έχει δε ονομασθεί ακόμα από τους παλαιότερους ανθρώπους αιματόχρους λίθος, γιατί φαίνεται ότι έχει  καθαρά φάρμακα, αληθινά δε λένε οι αοιδοί, ότι αυτός ο λίθος έφθασε στους ανθρώπους ως ουράνια απόρροια. Γιατί αυτός δεν θέλει ούτε κάποια νέα ασθένεια να έρχεται στα μάτια των ανθρώπων, εξ΄άλλου και την παλαιά την απομακρύνει όταν αναμειγνύεται με το λευκό γάλα. Όταν δε τον αναμείξεις με τον δικό του ιχώρα και τον βρέξεις με γλυκό μέλι, διώχνεις από τα βλέφαρα ( τα μάτια) οποιοδήποτε νόσημα. Γιατί λυπάται να εμποδίζονται οι άνθρωποι να βλέπουν τα αγαπημένα πρόσωπα του πρεσβυτάτου βασιλιά των θεών , που περιστρέφει τα βλέφαρά του.
Και εάν αναμειχθεί στα ποτήρια με τις δικές σου κηρήθρες, αυτό το μείγμα θα είναι φάρμακο θεραπευτικό των αιδοίων του ανδρός, ο οποίος θα έπινε απ΄αυτό.
Και στον Αίαντα τον φιλοπόλεμο, ενώ έσπευδε με την πανοπλία του να πολεμήσει τον έξοχο Αχιλλέα, παρήγγειλα εγώ λέγοντας σ΄αυτόν πολλά, να μεταφέρει στα χέρια του αυτόν τον λίθο σαν βοηθό του για την κατάκτηση της νίκης.
Και σ΄αυτόν βεβαίως εναντίον του  καρτερόψυχου Οδυσσέα , θα ενεχείριζε την δόξα η Αθηνά, που καταστρέφει τις πόλεις.
Αλλά δεν το είχε η μοίρα του να πεισθεί στα λόγια μου, ά ν και τον συμβούλευα, γι΄αυτό καταφρόνησε την ωφέλεια που θα του εξασφάλιζε ο εξαίσιος λίθος, και έλαβε στα χέρια του το καταστρεπτικό ξίφος. Αλλά συ την μοίρα μεν αυτού να σέβεσαι, αφού όμως έμαθες για τον εκ του αίματος προελθόντα λίθο εν σχέσει προς την μαύρη γενεά του γλιστερού ερπετού, συμβούλευε πάντοτε τους συντρόφους σου, να τον πίνουν  στις ναϊάδες νύμφες ( στα νερά των ποταμών και των πηγών).
Και γω ο ίδιος, επειδή επιθυμούσα να καταστήσω φίλο τον δικό μου ταχύ υπηρέτη, τον Δόλωνα, στον αδελφό μου ΄Εκτορα πρόθυμα, αφού μου το ζήτησε, έδωσα τον Ολύμπιο λίθο. Αυτός δε ξαφνικά μπρος σε όλους τους Τρώες έγινε ευάρεστος σύντροφος του γιού του Πριάμου ΄Εκτορα.

ΛΙΠΑΡΑΙΟΣ (κατ΄άλλους είναι ο Οψιδιανός, κατ΄άλλους ο Λιπαρίτης ή ρυόλιθος)


Γι΄αυτό τον λόγο εκείνος, επειδή επιθυμούσε να φανεί αμοιβαία ευάρεστος σε μένα, μου έδωσε , αφού τον έλαβε από τον πλούσιο πατέρα του, έναν λίθο που ονομάζεται  Λιπαραίος , τον όποίο κάποτε αυτός μεταβαίνοντας  από το ΄Ιλιο , σαν κήρυκας στον ισχυρό Μέμνονα. Αφού βρήκε τα σημεία, τα οποία προσπόρισα εγώ, μετέφερε από την Ασσυρία εδώ ανώτερο από τον πολύτιμο χρυσό, αφού εκεί προσπόρισε στους πολυμαθείς μάγους αναρίθμητα δώρα.
Εμπρός , άκουσε τον λόγο. Εγώ δε έμαθα όσα θα πω.
Κατά πρώτον μεν προτρέπω αυτούς που προσφέρουν σπονδές πάνω σε βωμούς, χωρίς αίματα,-γιατί δεν είναι επιτρεπτό να προσφέρουν θυσία εμψύχου ζώου- να εγκωμιάζουν με ύμνους τον ήλιο, ο οποίος βλέπει σε ευρεία έκταση  και την παχειά γη, που είναι γόνιμη τροφός όλων.
Εκ δευτέρου πάλι να λιώνουν τον λίθο , πάνω από τον καίοντα ΄Ηφαιστο ( αναμμένη φωτιά), που μαγεύει με την γλυκειά οσμή του τους μακρούς δράκοντες, όταν δε εκείνοι έβλεπαν αυτήν να ανέρχεται, σπεύδοντας προς τον βωμό, αφού εξήρχοντο όλοι από τις τρύπες τους, τινάσσονται έρποντας πάνω από την οσμή.
΄Επειτα δε τρεις νέοι, αφού ντυθούν φρεσκοπλυμένα ρούχα από λινό, φέρνοντας ο καθένας οξύ δίκοπο ξίφος, ν΄αρπάζουν ένα φίδι ποικιλόχρωμο , το οποίο περισσότερο από όλα τ΄άλλα επιθυμεί την τσίκνα, και περιστρέφεται γύρω από το πυρ. Αυτού δε του φιδιού να κόψουν το σώμα σε εννέα μέρη, τρία μεν μέρη προς τιμήν του ηλίου, που βλέπει τα πάντα, άλλα τρία προς τιμή της εύφορης γης, που τρέφει τους λαούς και άλλα τρία προς τιμήν της  προφητικής ικανότητας που δεν ψεύδεται. Όλα δε αυτά τα ματωμένα μέλη ας τα δεχθεί ένα καζάνι κατασκευασμένο από κέραμο. Και μέσα σ΄αυτόν να χύνουν το δώρο της Ατρυτώνης από την ελιά ( δηλαδή λάδι) και κρασί του Βρομίου ( Διονύσου) ο οποίος προσκαλεί τους ανθρώπους στο χορό,. Επιπλέον δε να βάλουν μέσα κομμάτια από λευκό αλάτι που είναι υπηρέτης του φαγητού.
Μέσα δε σ΄αυτά έδωσα εντολή να αναμείξουν και τον καυστικό ξένο κόκκο, που έχει φλοιό ρυτιδωτό και είναι μελαμψός και πολύτιμος ( πιπέρι). Επί πλέον και όσα βεβαίως άλλα, αφού αναμειχθούν μεταξύ τους, στέλνουν στους ανθρώπους την επιθυμία του φαγητού. ΄Όταν δε πάνω στον τρίποδα δαμάζονται τα κρέατα μέσα στο κοίλωμα του λέβητα, τότε να επικαλείσθε το ανέκφραστο όνομα καθενός από τους θεούς. Γιατί ευχαριστούνται οι θεοί, όταν κάποιος κατά τις τελετουργίες ψάλλει το μυστικό επώνυμο των ουρανίων θεών.
Να προσεύχονται δε να κινείται μακριά από τον παφλάζοντα τρίποδα, η καταστρεπτική Μέγαιρα. Να εισάγουν δε αυτοί εντός, το θείο πνεύμα πάνω στα ιερά μέρη. ΄Όταν δε έλθουν στα κρέατα που βράζουν, τότε κατόπιν να συμποσιάζονται από τον τρίποδα, επειδή αυτοί επιθυμούν να χορτάσουν, τα δε υπόλοιπα ας τα σκεπάσει η γή. Και πάνω σ΄αυτά να χύσουν λευκό γάλα και γλυκό κρασί και να τ΄αλείψουν με λάδι και με την ποθητή ανθίνη τροφή της μέλισσας ( μέλι) και να περιβάλλουν τον λέβητα σε επίστεψη αφού πλέξουν καρπούς, τους οποίους θ΄αφαιρέσουν από καρποφόρο παρθενική ελιά, μήτε να τους πιάσεις αχόρταστους με τα δικά τους πέπλα βαδίζοντας προς την οικία τους, μήτε να στρέφεσθε προς το πίσω, όταν απομακρυνθείτε, αλλά πάντοτε  να προχωρείτει προς την οικία σας έχοντας τα μάτια σας προς τα εμπρός της οδού, μήτε εάν σας συναντήσει κάποιος οδοιπόρος , να τον προσφωνήσετε , έως ότου φθάσετε στην οικία σας. Εδώ κατόπιν, προσφέροντας πάλι θυσίες στους θεούς, να καίτε ποικίλα αρώματα. Αφού εγώ εξετέλεσα αυτά, γνωρίζω τώρα και όσα μέλλουν να συμβούν, και όσα κράζουν τα ελαφρά πουλιά και όσα ουρλιάζουν μεταξύ τους τα σαρκοβόρα τετράποδα θηρία.



ΝΕΦΡΙΤΗΣ
Από εδώ εγώ έμαθα και τα βακχικά δώρα του νεφρίτη λίθου, τα οποία είναι ευάρεστα στον Βρόμιο. Αυτόν τον λίθο εάν τον κρατά κάποιος άνθρωπος , οι ουράνιοι θεοί εισακούουν τις θυσίες και τις προσευχές του. Εάν δε κάποιος με γυμνό πόδι συνθλίψει την ράχη πικρού (φαρμακερού) φιδιού και με το κεντρί του φιδιού τραυματίσει τις σάρκες του, σ΄αυτόν ο νεφρίτης θα εξαφανίσει τον πόνο. Θα καταστήσει δε στην γυναίκα περιπόθητο τον σύζυγό της.
Από εδώ γνώρισα και τα ισχυρά φάρμακά σου εναντίον της μαύρης ασπίδας (δηλητήριο φιδιού) , ώ πέτρα θαυμαστή, που σώζεις τους ανθρώπους , σύ που έχεις το όνομα και το χρώμα του χλωρού πράσου.


ΧΑΛΑΖΙΑΣ
Εξ΄αυτού και εσένα, ώ θεϊκέ χαλάζιε, επεθύμησα να δοκιμάσω, και βρήκα ότι και η δική σου δύναμη είναι ισχυρότατη.Γιατί και τα δυό μπορείς να κάνεις και την φλογερή δηλαδή ασθένεια δροσίζεις και σε μένα που είμαι χτυπημένος από τον σκορπιό, μου προσφέρεις χαρά.
Ο Λητοϊδης ( ο γιός της Λητούς ) ο Ποιάντιος ήρωας, λέει όται εγώ ως βοηθός του δικού του χρησμού εξηγώ όλα αυτά στους επιθυμούντες.
Ο Αργυρότοξος ( Απόλλων) επειδή ήταν χολωμένος , διέταξε την αδελφή μου Κασσάνδρα να προφητεύει πράγματα απίστυτα στους Τρώες που την άκουγαν, αν και αυτή σκεφτόταν αληθινά.
Αλλά εγώ και προηγουμένως ορκίσθηκα όρκο ισχυρό, να μην πω ποτέ στους ανθρώπους λόγο ψευδή. Και τώρα , αφού σου είπα με μεγάλη ακρίβεια τα καθέκαστα, πίστευε, ώ ήρωα μακροβόλε, στους δικούς μου λόγους.
΄Ετσι λοιπόν μας μίλησε, ο αγαπητός γιός του Πριάμου, του θρεμμένου από τον θεό και πρόσφερε χαρά στον υπηρέτη του ατρόμητου Ηρακλέους.
Σε μας δε, που πορευόμασταν προς την κορυφή του βουνού, την γεμάτη από χλόη,οι λόγοι του έκαναν την πορεία μας στον δύσβατο δρόμο ξεκούραστη.


Ορφικά, Ι.Πασσά