Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Ο Δαίμων κατά Σωκράτη



1os π.Χ αι. Ρώμη, Σωκράτης, φωτόWikimedia PHGCOM 
 Διάλογος μεταξύ Σωκράτους και Ερμογένους, στο Πλατωνικό έργο "Κρατύλος" 


Κι΄αλήθεια Ερμογένη, τί τέλος πάντων σημαίνει το όνομα "δαίμονες"; Πρόσεξε άν σου φανώ ότι λέγω κάτι που να έχη αξία.
-Λέγε μόνον.
-Γνωρίζεις λοιπόν ποιοί λέγει ο Ησίοδος ότι είναι οι δαίμονες;
-Δεν γνωρίζω.
-Ούτε ότι λέγει πως το πρώτο γένος των ανθρώπων υπήρξε χρυσό;
-Aυτό, ασφαλώς το γνωρίζω.
-Λέγει λοιπόν περί αυτού "Αφότου όμως η μοίρα εκάλυψε αυτό το γένος,
αυτοί ονομάζονται πνεύματα αγνά επάνω στη γή, αγαθοί, προστάτες από το κακό, φύλακες των θνητών ανθρώπων".
-Και τί λοιπόν εννοείς;
-Νομίζω δηλαδή ότι ονομάζει το γένος αυτό χρυσό, όχι επειδή έγινε από χρυσάφι, αλλά ότι ήταν αγαθό και ωραίο. Και απόδειξις για μένα είναι ότι γα μας  λέγει πως είμαστε το σιδερένιο γένος.
-Αλήθεια λες.
-Νομίζεις λοιπόν ότι άν και από τους τωρινούς κάποιος είναι αγαθός, δεν θα μπορούσε να πεί ότι κατάγεται από το χρυσό εκείνο γένος;
-Είναι φυσικό.
-Και οι αγαθοί είναι κάτι άλλο ή φρόνιμοι;
-Φρόνιμοι.
-Αυτό λοιπόν περισσότερο από κάθε άλλο, όπως μου φαίνεται, λέγει ότι ήσαν οι δαίμονες. δηλαδή,  επειδή ησαν φρόνιμοι και δαήμονες, δαίμονες αυτούς ωνόμασε. και στην αρχαία και στη δική μας γλώσσα το ίδιο όνομα συναντάται. Λέγει λοιπόν καλά και αυτός και άλλοι ποιητές, όσοι λέγουν ότι, όταν πεθάνει κάποιος που υπήρξε αγαθός, έχει μεγάλη μοίρα και τιμή και γίνεται δαίμων σύμφωνα με την ονομασία της φρονήσεως. Μ΄αυτήν λοιπόν την γνώμη συντάσσομαι κι΄εγώ, ότι δηλαδή κάθε γνωστικός άνθρωπος , που είναι αγαθός, είναι δαιμόνιος όσο ζη κι΄αφού πεθάνει και ορθά ονομάζεται "δαίμων".

ΑΜΥΜΩΝΗ

 
Ποσειδών και Αμυμώνη, Noël-Nicolas Coypel, Musée des Beaux-Arts de Valenciennes 

Στην ελληνική μυθολογία με το όνομα Αμυμώνη αναφέρεται μία από τις 50 κόρες του Δαναού, δηλαδή μία από τις Δαναΐδες (βλ.λ.). Μητέρα της Αμυμώνης ήταν η Ευρώπη, και επομένως η Αμυμώνη ήταν ομοθαλής αδελφή της Αγαύης ή Αγαυής, της Αυτομάτης και της Σκαιής. Η Αμυμώνη, κατά την επικρατούσα εκδοχή, παντρεύτηκε τον γιο του Αιγύπτου Εγκέλαδο και τον δολοφόνησε την πρώτη νύχτα του γάμου τους, όπως έπραξαν με τους συζύγους τους και οι άλλες 48 από τις Δαναΐδες. Ωστόσο, το όνομά της (που σημαίνει «αθώα») την ταυτίζει ίσως με την Υπερμήστρα, τη μόνη Δαναΐδα που δεν δολοφόνησε τον σύζυγό της.
Πριν από τον γάμο της, λίγο μετά την άφιξή της στο Άργος, η Αμυμώνη πρωταγωνίστησε σε ένα ερωτικό περιστατικό με τον θεό Ποσειδώνα, όταν η κόρη είχε σταλεί με αδελφές της να βρουν νερό. Ο Ποσειδώνας είχε αποξηράνει όλες τις πηγές του κάμπου αφότου η Αργολίδα είχε περάσει στην προστασία της θεάς `Ηρας. Ωστόσο, έτυχε εκείνη την ημέρα να σώσει την Αμυμώνη από ένα Σάτυρο που ήθελε να τη βιάσει. Για να την κερδίσει, ο Ποσειδώνας της φανέρωσε επιπλέον τις περίφημες πηγές της Λέρνης, από τις οποίες υδρεύεται μέχρι και σήμερα ακόμα ο αργολικός κάμπος. Η Αμυμώνη και ο Ποσειδώνας απέκτησαν μαζί ένα γιο, τον Ναύπλιο.(wikipedia)
 
 
 
Τρίτωνος, Αμυμώνης και Ποσειδώνος,
  "Ενάλιοι διάλογοι" Λουκιανού
σε απόδοση Ιω. Κονδυλάκη
 
 ΤΡΙΤ. Εις την Λέρναν, Ποσειδών, έρχεται καθ' εκάστην διά να παίρνη
νερόν μία κόρη, απεριγράπτου κάλλους. Εγώ τουλάχιστον δεν έχω ίδει
ωραιοτέραν.

ΠΟΣ. Και είνε ελευθέρα ή κάποια δούλη η οποία κουβαλεί νερόν εις
ταφεντικά της;

ΤΡΙΤ. Όχι, αλλά κόρη του Αιγυπτίου εκείνου, μία εκ των πεντήκοντα,
Αμυμώνη ονομαζομένη• διότι ηρώτησα και περί της οικογενείας και περί
του ονόματος αυτής. Ο Δαναός, ο πατέρας της ανατρέφει με σκληραγωγίαν
τας θυγατέρας του και τας αναγκάζει να εργάζωνται, τας πέμπει να
αντλούν νερόν και εν γένει τας συνηθίζει εις πάσαν εργασίαν.

ΠΟΣ. Και μόνη πηγαίνει τόσον μακράν, εκ του Άργους εις την Λέρναν;

ΤΡΙΤ. Μόνη. Ως γνωρίζεις το Άργος είνε άνυδρον, και διά τούτο
επικαλείται δίψειον• ώστε είνε ανάγκη να πηγαίνουν συχνά διά νερόν.

ΠΟΣ. Πολύ μου εξήψαν την φαντασίαν, Τρίτων, όσα μου είπες περί της
κόρης εκείνης• ώστε ας πάμε να την 'δούμε.

ΤΡΙΤ. Ας πάμε, διότι είνε η ώρα που παίρνει νερόν. Θα την ίδωμεν εις
τα μέσα περίπου της οδού να διευθύνεται προς την Λέρναν.

ΠΟΣ. Λοιπόν ζεύξε το άρμα• ή επειδή τούτο απαιτεί πολλήν χρονοτριβήν
διά να προσδέσης τους ίππους και να επιστρώσης το άρμα, φέρε μου
καλλίτερα ένα δελφίνα από τους ταχείς διά να ιππεύσω αυτόν το
ταχύτερον.

ΤΡΙΤ. Ιδού ο ταχύτερος των δελφίνων.

ΠΟΣ. Εύγε• και τώρα πηγαίνομεν• συ δε, Τρίτων, ακολούθει κολυμβών...
Και τώρα που εφθάσαμεν εις την Λέρναν, εγώ μεν θα κρυφθώ εδώ κάπου,
συ δε κατασκόπευε• και όταν την ιδής να πλησιάζη...

ΤΡΙΤ. Έρχεται πλησίον σου.

ΠΟΣ. Πραγματικώς είνε ωραία και ακμαία παρθένος. Αλλά πρέπει να την
συλλάβωμεν.

ΑΜ. Άνθρωπε, διατί με ήρπασες και πού με πηγαίνεις; Βέβαια θα είσαι
σωματέμπορος και θα σε έχη στείλει ο θείος μου ο Αίγυπτος. Θα φωνάξω
τον πατέρα μου.

ΤΡΙΤ. Σιωπή, Αμυμώνη, είνε ο Ποσειδών.

ΑΜ. Τι Ποσειδών λέγεις; Αλλά διατί με τραβάς εις την θάλασσαν; Θα
πνιγώ η δυστυχής.

ΠΟΣ. Μη φοβήσαι, δεν θα πάθης τίποτε κακόν• αλλά θα κάμω ώστε να
αναβρύση εδώ πηγή η οποία θα φέρη το όνομά σου• θα κτυπήσω τον βράχον
με την τρίαιναν πλησίον της ακτής• και συ θα γείνης ευτυχής διά
παντός και μόνη από τας αδελφάς σου δεν θα εξακολουθής και μετά
θάνατον να υδροφορής.

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

ΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ




Ἐκκλησάκι ἔρημο ἐγκαταλειμμένο πιστευτό.
Θαρρεῖς ὅτι τὸ ἔχτισε ἐρείπωση.
Τὰ κεραμίδια στὸν τροῦλο
τρύπιο σάλι ριγμένο
στὴ γηραιὰ καμπούρα τῆς ἀνάτασης.
Τὰ μικρὰ παράθυρα κρέμονται
κάπως στραβὰ στὸν τοῖχο
σὰν εἰκονίτσες ποὺ σεισμὸς τὶς μετακίνησε
ἀπὸ τῆς πίστης τὸ ἴσιο.
Βιτρὸ στὰ τζάμια συνθεμένα
μὲ πολυκαιρινῆς βροχῆς σταγόνες ραγισμένες.
Ἄραγε νὰ ζεῖ μέσα ἡ ἁγιότης
τρεφόμενη μὲ σβηστὰ κεράκια μόνο;
Κλειδωμένη ἡ ἀμφίβια πόρτα
- καὶ στὸ μέσα σκότος βυθισμένη ζεῖ
καὶ στὸ φῶς ἔξω κολυμπάει.
Ἐπάνω της τὴν πλάτη του ἀκουμπώντας
ἕνα σκαλοπατάκι
ζητιανεύει λίγην ἐπισκευή. Ἔχει σπάσει.
Καὶ ἡ φύση ποὺ ὅλα τὰ καλοπιάνει
καὶ τὴν ἀκμὴ λατρεύει
καὶ στὴ φθορὰ χατίρι δὲ χαλάει
ἐπισκευάζει τὴ ρωγμὴ στὸ σκαλοπάτι
πολύχρωμα γεμίζοντάς την μὲ τσουκνίδες,
γαϊδουράγκαθα, μολόχες, δαφνόφυλλα
καὶ πικροπαπαροῦνες.
Καὶ γίνεται αἴφνης ἀνοιξιάτικος εὐδιάθετος
γραφικὸς αἰσιόδοξος ὁ τρόμος
γιὰ τὴν ἐρείπωση τῆς ἐγκατάλειψής μας.

Κική Δημουλά

ΕΝΔΥΜΑΤΑ



από stalastinmnimi.wordpress.com

Mέσα σ' ένα κιβώτιο ή μέσα σ' ένα έπιπλο από πολύτιμον έβενο θα βάλω και θα φυλάξω τα ενδύματα της ζωής μου.
      Tα ρούχα τα κυανά. Kαι έπειτα τα κόκκινα, τα πιο ωραία αυτά από όλα. Kαι κατόπιν τα κίτρινα. Kαι τελευταία πάλι τα κυανά, αλλά πολύ πιο ξέθωρα αυτά τα δεύτερα από τα πρώτα.
      Θα τα φυλάξω με ευλάβεια και με πολλή λύπη.
      Όταν θα φορώ μαύρα ρούχα, και θα κατοικώ μέσα σ' ένα μαύρο σπίτι, μέσα σε μια κάμαρη σκοτεινή, θα ανοίγω καμιά φορά το έπιπλο με χαρά, με πόθο, και με απελπισία.
      Θα βλέπω τα ρούχα και θα θυμούμαι την μεγάλη εορτή - που θα είναι τότε όλως διόλου τελειωμένη.
      Όλως διόλου τελειωμένη. Tα έπιπλα σκορπισμένα άτακτα μες στες αίθουσες. Πιάτα και ποτήρια σπασμένα κατά γης. Όλα τα κεριά καμένα ώς το τέλος. Όλο το κρασί πιωμένο. Όλοι οι καλεσμένοι φευγάτοι. Mερικοί κουρασμένοι θα κάθονται ολομόναχοι, σαν κ' εμένα, μέσα σε σπίτια σκοτεινά - άλλοι πιο κουρασμένοι θα πήγαν να κοιμηθούν.


Κων. Καβάφης

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Τα θαμμένα αγάλματα του πολέμου

Από την προετοιμασία απόκρυψης των επιτύμβιων γλυπτών του Μουσείου. (Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου).

ΑΘΗΝΑ - Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΠΟΛΗΣ
Τα θαμμένα αγάλματα του πολέμου.


Του Κώστα Πασχαλίδη

Επί έξι μήνες πριν από την εισβολή των Γερμανών μια ομάδα από εργάτες και αρχαιολόγους έσκαβε τα δάπεδα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου για να θάψει εκεί ό,τι πολυτιμότερο έχει η Αθήνα: τους κούρους και τις ληκύθους της.

Την Κυριακή 27 Απριλίου 1941 τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής κατέλαβαν την Αθήνα. Την επομένη, νωρίς το πρωί, οι Γερμανοί αξιωματικοί που ανέβηκαν με φόρα τα μαρμάρινα σκαλιά του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου διαπίστωσαν με έκπληξη ότι παραλάμβαναν ένα κτίριο άδειο. Δεν βρήκαν πουθενά ούτε ίχνος από τα χιλιάδες πολύτιμα εκθέματα που κοσμούσαν το μεγαλύτερο μουσείο της χώρας τα προηγούμενα εξήντα χρόνια της λειτουργίας του. Αντί για αγάλματα, στέκονταν μπροστά τους παγωμένοι και ανέκφραστοι οι λιγοστοί αρχαιολόγοι και οι φύλακες που είχαν βάρδια εκείνη την ώρα. Στις επίμονες ερωτήσεις τους, εκείνοι απάντησαν σιβυλλικά, ότι τα αρχαία είναι εκεί όπου όλοι γνωρίζουν, κάτω από τη γη. Και είναι αλήθεια ότι τα αρχαία είχαν μόλις επιστρέψει ξανά στο χώμα, δηλαδή στη μοναδική κιβωτό του κόσμου στην οποία θα μπορούσαν να παραμείνουν ασφαλή. Η εύθραυστη ευρωπαϊκή τάξη του Μεσοπολέμου ήταν αισθητή στις ελληνικές κυβερνήσεις πολύ καιρό πριν από την κήρυξη του πολέμου. Από το 1937 η κυβέρνηση Μεταξά είχε ξεκινήσει αλληλογραφία με τη Διεύθυνση Αρχαιοτήτων του υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, προκειμένου να εκπονηθεί από κοινού ένα πλήρες σχέδιο διαφύλαξης των αρχαίων από τις αεροπορικές επιδρομές και από το ενδεχόμενο των οδομαχιών εντός των πόλεων.

Στην επίμονη απαίτηση του κράτους να συνταχθούν κατάλογοι και να ταξινομηθούν τα αρχαία σε κατηγορίες με βάση τη σπουδαιότητά τους οι αρχαιολόγοι της Υπηρεσίας υποστήριζαν σταθερά ότι δεν υπήρχε δυνατότητα επιλογής και ότι όλα τα αρχαία (εκτεθειμένα και αποθηκευμένα) έπρεπε να διασωθούν σε περίπτωση πολέμου. Μάλιστα, ο Νικόλαος Κυπαρίσσης, Έφορος Αρχαιοτήτων Αθηνών (Αττικής και Μεγαρίδος εκτός Πειραιώς), σε εμπιστευτική του έκθεση προς το υπουργείο στις 11 Αυγούστου 1937 αναφέρει ότι, αντί να δαπανηθούν μεγάλα ποσά για την κατασκευή καταφυγίων για ορισμένα από τα αρχαία, θα ήταν προτιμότερο να μεταφερθούν σε νέους χώρους φύλαξης, ασφαλείς από φωτιά και βομβιστικές επιθέσεις, σε κηρυγμένες «αρχαιολογικές πόλεις», οι οποίες με διεθνείς συμβάσεις θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ιερές και απαραβίαστες. Και υπέδειξε την περιοχή της Ακρόπολης ως μία από αυτές. Ωστόσο, η πραγματικότητα διέλυσε τις ελπίδες και τις λιγοστές αμφιβολίες για το επερχόμενο κακό. Οι προετοιμασίες για την αντιμετώπιση του κινδύνου των καταστροφών εντείνονταν με την πάροδο του χρόνου.

Στις 18 Ιουνίου 1940 ο υφυπουργός Παιδείας Ν. Σπέντζας ανακοίνωσε με εμπιστευτικό του έγγραφο ότι «Από σήμερον απαγορεύομεν την χορήγησιν κανονικών αδειών, κατόπιν αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου». Με την κήρυξη του πολέμου τέσσερις μήνες μετά, η Αρχαιολογική Υπηρεσία αντέδρασε αστραπιαία. Με έγγραφό της στις 11 Νοεμβρίου 1940 που απεστάλη σε όλες τις τοπικές διευθύνσεις, εξέδωσε ειδικές τεχνικές οδηγίες «διά την προστασίαν των αρχαίων των διαφόρων μουσείων από τους εναερίους κινδύνους». Σε αυτές προβλέπονταν δύο τρόποι ασφάλισης των ογκωδών και μη μετακινήσιμων εκθεμάτων. Ο πρώτος ήταν «διά της περικαλύψεως του αγάλματος διά γαιοσάκκων, αφ' ου προηγουμένως τούτο περιβληθή δι' ενός ξυλίνου ικριώματος επενδεδυμένου διά σανίδων ως το υπόδειγμα» και ο δεύτερος, που προκρίθηκε ως αποτελεσματικότερος, με την κατάχωση των αγαλμάτων εντός του δαπέδου της αίθουσας ή στην αυλή του μουσείου ή σε περιφραγμένες αυλές και υπόγεια δημόσιων ιδρυμάτων. Η μέθοδος της κατάχωσης, μάλιστα, δινόταν με κάθε λεπτομέρεια. Τα αγάλματα έπρεπε να αποτεθούν στον πυθμένα του ορύγματος που ήταν επενδεδυμένο με οπλισμένο σκυρόδεμα, σε οριζόντια θέση (σαν νεκρά σώματα σε τάφο), να καλυφθούν με αδρανή υλικά και το όρυγμα να σφραγιστεί με πλάκα τσιμέντου. Για τα χάλκινα και για τα πήλινα προβλεπόταν η φύλαξη εντός κιβωτίων επενδεδυμένων με κερόχαρτο ή πισσόχαρτο για τον φόβο της υγρασίας.

Η απόκρυψη του Κούρου του Σουνίου ΕΑΜ 2720 στο όρυγμα που είχε διανοιχθεί μπροστά από το βάθρο του. (Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου).

Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο σήμανε συναγερμός. Με υπουργική απόφαση συστάθηκε η Επιτροπή Απόκρυψης και Ασφάλισης των εκθεμάτων του, με επικεφαλής τρεις Αρεοπαγίτες και μέλη τον γραμματέα της Αρχαιολογικής Εταιρείας Γεώργιο Οικονόμο, τον προσωρινό διευθυντή του μουσείου Αναστάσιο Ορλάνδο, τον καθηγητή Σπυρίδωνα Μαρινάτο, τους εφόρους Γιάννη Μηλιάδη και Σέμνη Καρούζου, την επιμελήτρια Ιωάννα Κωνσταντίνου και ορισμένους μηχανικούς και αρχιτέκτονες του υπουργείου. Στην ομάδα προστέθηκαν και εθελοντές, όπως ο διευθυντής του Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Otto Walter, ο Βρετανός αρχαιολόγος Allan Wace και o ακαδημαϊκός Σπύρος Ιακωβίδης, που ήταν τότε πρωτοετής φοιτητής Αρχαιολογίας. «Πολύ πρωί, πριν να δύσει η σελήνη, συγκεντρώνονταν στο μουσείο όσοι είχαν αναλάβει την εργασία τούτη. Νύχτα έφευγαν το βράδυ για να πάνε στα σπίτια τους» γράφει χαρακτηριστικά η Σέμνη Καρούζου. Η φύλαξη των γλυπτών γινόταν ανάλογα με το μέγεθος και τη σημασία του καθενός. Τα μεγαλύτερα από αυτά παρατάσσονταν όρθια σε βαθιά ορύγματα που είχαν ανοιχτεί στα δάπεδα των βόρειων αιθουσών του μουσείου, το οποίο ήταν, άλλωστε, θεμελιωμένο πάνω στον μαλακό βράχο. Για την κάθοδο των αγαλμάτων στα ορύγματα χρησιμοποιήθηκαν αυτοσχέδιοι ξύλινοι γερανοί, τους οποίους χειρίζονταν αδιάκοπα οι τεχνίτες του μουσείου. Τα ορύγματα, που έμοιαζαν με πολυάνδρια, δηλαδή με ομαδικούς τάφους, συγκέντρωσαν ένα σαστισμένο πλήθος μορφών, σαν αυτό που εικονίζεται στην πιο πολύτιμη από τις φωτογραφίες του ομώνυμου αρχείου του μουσείου. Ανάμεσα στις μορφές των αγαλμάτων, που στέκονται αμήχανα στον νέο τους τάφο, βρίσκεται κι ένας από τους ανώνυμους πρωταγωνιστές του Έπους της Απόκρυψης. Ένας τεχνίτης του μουσείου που κοιτά αφηρημένα τον φακό. Κι έτσι όπως συμμερίζεται την αβέβαιη μοίρα των ημερών, καταλήγει να μην ξεχωρίζει από το πλήθος τριγύρω. «Αν καμιά ζημιά δεν έγινε στα μάρμαρα, παρόλες αυτές τις μετακινήσεις, οφείλεται τούτο κυριότατα στο ότι προϊστάμενος του συνεργείου των εργατών ήταν τότε, έως και στα πρώτα χρόνια ύστερ' από τον πόλεμο, ο παλαιός, έμπειρος και αφοσιωμένος γλύπτης των ελληνικών μουσείων Ανδρέας Παναγιωτάκης» αφηγείται η Σέμνη Καρούζου.

«Τον Οκτώβριο του 1940, όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, μόλις είχα εγγραφεί στο πανεπιστήμιο, πρωτοετής φοιτητής» θυμάται σε συνέντευξή του ο ακαδημαϊκός Σπύρος Ιακωβίδης. «Η απόκρυψη είχε ήδη αρχίσει κι εγώ προσέφερα την εθελοντική μου εργασία. Με έβαλαν σε μία από τις αποθήκες, όπου υπήρχαν τεράστια κασόνια. Η δουλειά μου ήταν να τυλίγω ταναγραίες σε παλιές εφημερίδες και με μεγάλη προσοχή να τις τοποθετώ στα κασόνια. Μετά, τη δουλειά συνέχιζε η ειδική επιτροπή που είχε συσταθεί. Όλοι δουλεύαμε ενάντια στον χρόνο, με τον φόβο της εισβολής των Γερμανών, και βέβαια με τεράστια προσοχή. Οι ταναγραίες τυλίγονταν εύκολα. Όμως τα αγγεία έσπαγαν ακόμα πιο εύκολα... Η δουλειά γινόταν στα υπόγεια του μουσείου. Τα αγάλματα τοποθετούνταν σαν άνθρωποι σε διαδήλωση. Στη συνέχεια χυνόταν πάνω τους άμμος που ξεχώριζε το ένα από το άλλο και τα σκέπαζε και από πάνω έπεφτε πλάκα τσιμέντο. Τα παράθυρα των υπόγειων χώρων τα φράζανε με τσουβάλια από άμμο. Με αυτό τον τρόπο δεν μπορούσαν να πάθουν τίποτε από αεροπορική επιδρομή». Τα ξύλινα κιβώτια με τα πήλινα αγγεία και τα ειδώλια, καθώς και με τα χάλκινα έργα, τοποθετούνταν στις ημιυπόγειες αποθήκες της επέκτασης του μουσείου, που είχε μόλις ολοκληρωθεί προς την οδό Μπουμπουλίνας. Μετά τη συμπλήρωση των χώρων, τα δωμάτια γεμίζονταν μέχρι την οροφή με στεγνή άμμο, προκειμένου να αντέξουν τη διάρρηξη της τσιμεντένιας πλάκας της οροφής τους από ενδεχόμενο βομβαρδισμό. Ένα στιγμιότυπο αυτής της εργασίας του εγκιβωτισμού αποτυπώθηκε σε μία ξεχωριστή φωτογραφία, τη μόνη που εικονίζει τους τεχνίτες του μουσείου σε μια στιγμή ανάπαυλας να κοιτούν ανέκφραστοι τον φακό, ανθρώπους που αναρωτιέται κανείς για την τύχη τους τους σκληρούς μήνες της αθηναϊκής Κατοχής. Η Σέμνη Καρούζου διέσωσε το όνομα ενός από αυτούς: «Σε όλη την εργασία του ξεριζώματος και του εγκιβωτισμού των αρχαίων της Συλλογής Αγγείων και Μικροτεχνημάτων πρωτοστατούσε ο μακαρίτης αρχιτεχνίτης Γεώργιος Κοντογιώργης, ένας από τους τεχνίτες που τόσα προσέφεραν και προσφέρουν στην ανάδειξη και την ασφάλεια των αρχαίων». Ταυτόχρονα με τα αρχαία εγκιβωτίστηκαν και οι πολύτιμοι κατάλογοι του μουσείου, δηλαδή τα βιβλία καταγραφής και τεκμηρίωσης των αρχαιοτήτων του. Τα κιβώτια αυτά παραδοθήκαν στον γενικό ταμία της Τράπεζας της Ελλάδος στις 29 Νοεμβρίου 1940. Στις 17 Απριλίου 1941, στο κεντρικό κατάστημα της ίδιας τράπεζας, υπογράφηκε το πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής των ξύλινων κιβωτίων με τα χρυσά και με τα άλλα πολύτιμα ευρήματα των Μυκηνών. Ήταν η πράξη του τέλους μιας εξάμηνης επιχείρησης που πέτυχε να ασφαλίσει τον αμύθητο πλούτο του μεγαλύτερου μουσείου της χώρας. «Η όψη του μουσείου τον Απρίλη του 1941, γυμνωμένου από όλο το περιεχόμενό του, ήταν μια εικόνα ερήμωσης. Οι τοίχοι γυμνοί, τα δάπεδα πολλών αιθουσών σκαμμένα, οι προθήκες άδειες». Ήταν η εικόνα που αντίκρισαν οι Γερμανοί αξιωματικοί το πρωί της Δευτέρας 28 Απριλίου. Της πρώτης μέρας της αθηναϊκής Κατοχής.

Ένα από τα ορύγματα με τα αμήχανα πλήθη των αγαλμάτων.

Στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν το μουσείο δεν παρέμεινε έρημο. Καταλήφθηκε από δημόσιες υπηρεσίες. Στη μεγάλη Μυκηναία Αίθουσα στεγάστηκε η Κρατική Ορχήστρα. Σε ένα μεγάλο μέρος της δυτικής πλευράς, δεξιά από την είσοδο, εγκαταστάθηκε το Κεντρικό Ταχυδρομείο. Στις αίθουσες του πρώτου ορόφου επί της οδού Μπουμπουλίνας λειτούργησαν οι υπηρεσίες του υπουργείου Πρόνοιας, ενώ σε μια αίθουσα του παλαιού κτιρίου προς την οδό Τοσίτσα εγκαταστάθηκε μια ειδική Υγειονομική Υπηρεσία, απ' όπου «περνούσαν υποχρεωτικά δυστυχισμένες νέες γυναίκες, απόκληρες της κοινωνίας» όπως διασώζει η Σέμνη Καρούζου. Σε μια γωνιά του νέου κτιρίου έμεινε λιγοστός χώρος για τα γραφεία των υπαλλήλων του μουσείου, όπου συγκεντρώθηκε η άχρηστη πια σκευή του, το πλήθος των άδειων προθηκών, ορισμένοι πίνακες της Εθνικής Πινακοθήκης και τα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Σε ένα από τα υπόγεια της νέας πτέρυγας παρασκευαζόταν το συσσίτιο των φυλάκων και των αρχαιολογικών υπαλλήλων, με τα πυκνά ίχνη από τους καπνούς του να παραμένουν μέχρι σήμερα σε σημεία της οροφής. Παρά την απώλεια του χαρακτήρα του, το κτίριο παρέμεινε αλώβητο μέχρι το τέλος της Κατοχής. Ως τις «ημέρες του δεκεμβριανού εφιάλτη», όταν οι «πολυβολισμοί των αεροπλάνων» κατέκαψαν μέρος της ξύλινης στέγης του και ένα τμήμα του πρώτου ορόφου διαμορφώθηκε σε φυλακές των κρατουμένων. Ορισμένοι από τους διάτρητους από τις οβίδες τοίχους διατηρούνται ακόμα και σήμερα, μεταξύ των γραφείων όπου εργάζεται το προσωπικό του Μουσείου. Και παρά τη μακρά και επίπονη αποκατάσταση του κτιρίου και των εκθέσεών του τα μεταπολεμικά χρόνια, ήσαν πολλές οι κρυμμένες εκπλήξεις που έρχονταν σποραδικά στο φως. Ακόμα και η δεύτερη, εκ βάθρων ανακαίνισή του, που ολοκληρώθηκε πρόσφατα, ήταν η αφορμή να ανακαλυφθούν και άλλα από τα καλά θαμμένα μυστικά του. Να ήταν, άραγε, τα τελευταία; Ζώντας και δουλεύοντας κανείς ανάμεσα σε αυτούς τους τοίχους, γνωρίζει πως δεν του επιτρέπεται να διατυπώνει τέτοιες εκφράσεις χρονικής βεβαιότητας.

 Στιγμιότυπο από τον εγκιβωτισμό του αμφορέα Α 803.


ΠΗΓΕΣ
www.lifo.gr

Βενάρδου Ε., Μια απόκρυψη αλλιώτικη από τις άλλες. Επιχείρηση «Κρυμμένοι Θησαυροί».
Καλτσάς Ν., «Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο», Αθήνα 2007, 20.
Καρούζου Σ., «Σύντομη Ιστορία του Εθνικού Μουσείου», στο Καρούζου Σ., Εθνικόν Αρχαιολογικόν Μουσείον, Συλλογή Γλυπτών, Περιγραφικός Κατάλογος, Αθήναι 1967, ια'-κ'.
Καρούζου Σ., «Το Εθνικό Μουσείο από το 1941», το Μουσείον 1 (2000), 5-14. (Πρόκειται για την εκ νέου δημοσίευση του κειμένου της Σ. Καρούζου, που περιλήφθηκε στα Πρακτικά του Α' Συνεδρίου του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, Αθήνα 30 Μαρτίου-3 Απριλίου 1967, Αθήνα 1984, 52-63).
Νικολακέα Ν., «Η προστασία των αρχαιοτήτων κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο», στο Τσιποπούλου Μ. (επιμ.), «...Ανέφερα Εγγράφως», Θησαυροί του Ιστορικού Αρχείου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, Αθήνα 2008, 57-59.
Πασχαλίδης Κ., «Η ίδρυση, η ιστορία και οι περιπέτειες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, 130 χρόνια λειτουργίας σε μία διάλεξη».
Πετράκος Β.Χ., «Τα αρχαία της Ελλάδος κατά τον πόλεμο 1940-1944», Ο Μέντωρ 31 (1994), 73-185.
Σάλτα Μ., «Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο», στο Γαρουφαλής Δ.Ν., Κωνσταντινίδη-Συβρίδη Ε. (επιμ.), Η Αρχαιολογία στην Ελλάδα. Οι μεγαλύτερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις του 20ού αιώνα και οι θησαυροί των ελληνικών μουσείων, Αθήνα 2002, 116-119 (Σειρά: Ιστορία των Πολιτισμών Νο2, του περιοδικού «Corpus»)
Φλέσσα Β., Στα Άκρα, συνέντευξη με τον ακαδημαϊκό Σ. Ιακωβίδη στη Νέα Ελληνική Τηλεόραση (ημέρα προβολής: Παρασκευή 26/10/2012, ώρα: 23:00).
Χριστοπούλου Α., «Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και Νεότερη Ελλάδα. Παράλληλες Ιστορίες», «Αρχαιολογία & Τέχνες» 113 (Δεκέμβριος 2009), 5-10.

Ο Κώστας Πασχαλίδης είναι Ιστορικός και Αρχαιολόγος, Επιμελητής Αρχαιοτήτων στην Προϊστορική Συλλογή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου
Πηγή: http://www.ellinikoarxeio.com

"Η Κατάρα της Αθηνάς" Λόρδος Βύρων

Μετά τους βανδαλισμούς και τις κλοπές των θαυμαστών γλυπτών του Παρθενώνα από τον αρχαιοκάπηλο Λόρδο ΄Ελγιν και την φυγάδευσή τους στην Βρετανία, ο φιλέλλην και μετέχων της κλασσικής ελληνικής παιδείας Λόρδος Βύρων, έγραψε το ακόλουθο ποίημα, στο οποίο δεν διστάζει και να στηλιτεύσει την θρασύτατη κίνηση του ΄Ελγιν να χαράξει στις ιερά προπύλαια το όνομά του καθώς και της συζύγου του :
                                                           

Μεγαλόπρεπα κι αγάλια τώρα ο ήλιος κατεβαίνει
πάνω στου Μοριά τους λόφους με θωριά χαριτωμένη·
όχι όπως εις τις χώρες του βορρά, σκοτεινιασμένος,
αλλ' αστραφτερός σαν φλόγα, ζωντανός, φωτολουσμένος.
Στα βαθιά νερά μια ρίχνει απαλή, χρυσή αχτίνα
και το πράσινο χρυσώνει, το ρυτιδωμένο κύμα.
Και στης Αίγινας το βράχο τον αρχαίο και στην Ύδρα
ο θεός του κάλλους βάζει του φιλιού του τη σφραγίδα.
Πάνω απ' το βασίλειό του ρίχνει τη φωτοχυσία,
αν κι ο κόσμος έχει πάψει να του κάνει πια θυσία.
Των κοφτών βουνών οι ίσκιοι μες στον κόλπο σου ριγμένοι,
τον φιλούν και τον χαϊδεύουν, Σαλαμίνα δοξασμένη!
Οι γαλάζιες τους οι άκρες μες στην απεραντοσύνη
βάφονται σαν την πορφύρα που ο βασιλιάς τη ντύνει.
Απαλά τα χρώματά του πάνω στις κορφές τα ρίχνει
και στολίζει ό,τι αγγίζει με τα χρυσαφένια ίχνη.
Ώσπου ο ήλιος, χαιρετώντας την πανώρια τούτη πλάση,
πίσ' απ' των Δελφών τα βράχια κρύβεται για να πλαγιάσει.
Τέτοιο, Αθήνα μου, ένα δείλι ήτανε που ο σοφός σου
εχαιρέτησε για πάντα τα' απαλό, το χρυσό φως σου.
Με τι θλίψη οι καλοί σου οι πολίτες τη στερνή του
την αχτίδα την κοιτούσαν που 'παιρνε και την πνοή του...
Όχι ακόμα, όχι ακόμα, στα βουνά ο ήλιος μένει,
ειν' απρόθυμος να δύσει και ακόμα περιμένει.
Αλλά πριν στου Κιθαιρώνα την κορφή να γείρει, πίνει
το πικρό ποτήρι ο γέρος και το πνεύμα παραδίνει.
Κι έφυγε η ψυχή που τα 'χε όλα περιφρονημένα,
που 'χε ζήσει και πεθάνει έτσι σαν άλλου κανένα.
Αλλά και στον κάμπο η νύχτα η βασίλισσα προβαίνει
απ' του Υμηττού τα ύψη, δίχως όμως να υγραίνει
το ωραίο πρόσωπό της και να προμηνάει μπόρα.
Στη μαρμάρινη κολόνα τα φιλιά του στέλνει τώρα
το φεγγάρι. Κι εκεί κάτω, στου τζαμιού τον πύργο, λάμπει
το σημάδι του και γύρω αστραποβολούν οι κάμποι.
Οι πυκνοί μαύροι ελαιώνες κάτω είναι απλωμένοι
και ο Κηφισός κυλώντας απαλά γοργοδιαβαίνει.
Στο τζαμί τριγύρω – γύρω στέκονται τα κυπαρίσσια
και ο τρούλος του γυαλίζει με λαμπρότητα περίσσια.
Κι ένας φοίνικας θλιμμένος, στη θρησκευτική γαλήνη,
εκεί δίπλα στο Θησείο, μόνος έχει απομείνει.
Τί μαγευτικό τοπίο που προσφέρει εδώ η φύση,
και αναίσθητος θα είναι όποιον δεν τον συγκινήσει.
Του Αιγαίου πάλι ο φλοίσβος, που ακούγεται πιο πέρα,
νανουρίζει το περγιάλι μες στον καθαρό αέρα
και το ζαφειρένιο κύμα στη χρυσή ακτή χτυπάει
και τη γλύκα των χρωμάτων αλαργότερα την πάει.
Των νησιών εκεί στο βάθος η σκιά τραχιά μαυρίζει,
όταν απαλού πελάγου το χαμόγελο ανθίζει.
Έτσι αγνάντευα της γης μας και της θάλασσας τα κάλλη,
σαν τα βήματα σε τούτον το ναό με φέραν πάλι,
μόνο, δίχως να υπάρχουν φίλοι ή ανθρώποι άλλοι
στο μαγευτικό ετούτο και πανώριο ακρογιάλι,
που η τέχνη κι η ανδρεία είναι σαν μια οπτασία
και που βρίσκονται μονάχα σε ποιητικά βιβλία.
Κι όπως έστρεψε η ψυχή μου το ναό για να θαυμάσει
της θεάς, που οι ανθρώποι τώρα έχουν ατιμάσει,
οι παλιοί καιροί γυρίσαν, το παρόν πια είχε σβήσει
και ο Δόξα στην Ελλάδα γύριζε να κατοικήσει!
Επερνούσανε οι ώρες. Της Αρτέμιδας τα' αστέρι
είχε φτάσει πια στου θόλου τα ψηλότερα τα μέρη
κι εγώ γύριζα μονάχος δίχως να 'μαι κουρασμένος,
σε θεού ναό που ήταν εντελώς λησμονημένος.
Αλλά πιο πολύ σ' εκείνον τον δικό σου, ω Παλλάδα,
ετριγύριζα, 'κει όπου της Εκάτης η λαμπράδα
στις ψυχρές κολόνες πέφτει απαλά μα και θλιμμένη
κι ήχος την καρδιά παγώνει σαν από νεκρό να βγαίνει.
Ονειροπολώντας είχα για πολύ 'κει απομείνει,
θεωρώντας τι απ' τη δόξα την παλιά είχε απομείνει,
όταν, ξάφνου, εκεί μπροστά μου, μια γιγάντια θεότης,
η Παλλάδα, με σιμώνει πάνω εκεί, μες στο ναό της!
Η Αθηνά ήταν η ίδια, αλλά πόσο αλλαγμένη
από τότε που στα τείχη των Δαρδάνων οπλισμένη
έτρεχε μ' ορμή. Μα τώρα η μορφή της διαφέρει
από κείνη που 'χε πλάσει του Φειδία τα' άξιο χέρι.
Του προσώπου της εκείνον δεν τον δείχνει πια τον τρόμο
κι η γοργόνα της ασπίδας είχε πάρει άλλο δρόμο.
Νά το κράνος της, κομμάτια. Τσακισμένο το κοντάρι,
κι ούτε τους νεκρούς δεν σκιάζει. Της ελιάς το νιο βλαστάρι
π' ολοένα το κρατούσε, νά το, είναι μαραμένο
και ξερό καθώς το σφίγγει με το χέρι παγωμένο.
Αν κι από τους αθανάτους τα λαμπρότερα είχε νιάτα,
δακρυσμένη είναι τώρα η θεά η γαλανομάτα.
Και η γλαύκα της στο κράνος το σπασμένο καθισμένη
την κυρά μοιρολογάει με λαλιά απελπισμένη.
«Ω θνητέ, – έτσι μου είπε – της ντροπής σου αυτό το χρώμα
Βρετανός μου λέει να 'σαι, όνομα ανδρείου ακόμα
μέχρι χτες λαού, ελευθέρου, με ωραία πεπρωμένα,
τώρα περιφρονημένου, και ιδίως από μένα.
Η Παλλάδα πρώτος θα 'ναι της πατρίδας σου εχθρός·
την αιτία θες να μάθεις; Κοίτα γύρω σου κι εμπρός.
Έχω δει πολλούς πολέμους κι ερημώσεις να πληθαίνουν
κι άλλες τόσες τυραννίες να ανεβοκατεβαίνουν.
Απ' του Τούρκου τη μανία γλίτωσα και του Βανδάλου,
μα η χώρα σου έναν κλέφτη μου 'χει στείλει πιο μεγάλο.
Κοίτα, άδειος ο ναός μου, κατοικία ρημαγμένη,
και στοχάσου τι μιζέρια είναι γύρω απλωμένη.
Τούτα ο Κέκροπας, κι εκείνα τα 'χε ο Περικλής στολίσει,
κι ο Αδριανός τις Μούσες για να τις παρηγορήσει,
και ευγνωμονώ και όσους το ναό μου έχουν χτίσει,
μα ο Αλάριχος κι ο Έλγιν μ' έχουν άγρια συλήσει.
Και σαν να 'πρεπε ο κόσμος το κατόρθωμα να μάθει,
ο Ελγίνος στο ναό μου πάει και τα' όνομά του γράφει,
σα να νοιάστηκε η Παλλάδα να δοξάσει τ' όνομά του,
κάτω η υπογραφή του, πάνω το κατόρθωμά του.
Κι ο απόγονος των Πίκτων είναι φημισμένος όσο
ειν' ο αρχηγός των Γότθων, πιθανόν και άλλο τόσο.
Αλλ' ο Αλάριχος τα πάντα είχε αγρίως καταστρέψει
με το δίκιο του πολέμου, μα ο 'Ελγιν για να κλέψει
όσα οι βάρβαροι αφήσαν, που 'τανε απ' ό,τι εκείνος
είναι βάρβαρος πιο λίγο, γιατί το 'κανε ο Ελγίνος;
Το 'κανε όπως τη λεία παρατάει το λιοντάρι
και ακολουθεί ο λύκος ή ο τσάκαλος να πάρει
και να γλείψει κάποια σάρκα που απόμεινε ακόμα
απ' του λιονταριού ή του λύκου το αχόρταγο το στόμα.
Αλλά των θεών το κρίμα τους κακούργους θα τους πιάσει.
Κοίτα τι ο Έλγιν πήρε, κοίτα και τι έχει χάσει.
Τ' όνομά του μ' άλλο ένα το ναό μου τον λερώνει
και το φως της να το ρίξει η Αρτέμιδα θυμώνει.
Αν και έχει η Αφροδίτη τη μισή ντροπή ξεπλύνει,
η Παλλάδα όμως δεν πρέπει χωρίς γδικιωμό να μείνει».
Κι όταν σώπασε για λίγο, έτσι είχα αποτολμήσει,
απαντώντας ν' απαλύνω της οργής της το μεθύσι:
Κόρη του Διός, της λέω, γι' όνομα της Αλβιόνος,
και σαν γνήσιος Εγγλέζος, διαμαρτύρομαι εντόνως.
Μην κακίζεις την Αγγλία. Ξέρεις από ποιο 'ταν μέρος
ο ληστής και συλητής σου; Μάθε, Σκώτος ήταν βέρος.
Τη διαφορά να μάθεις αν το θες και την αιτία,
από της Φυλής το ύψος κοίταξε τη Βοιωτία.
Του νησιού μας Βοιωτία, μάθε, είναι η Σκωτία,
και καλά το ξέρω ότι απ' αυτή τη νόθα χώρα
της σοφίας η θεά μας δεν τιμήθηκε ως τώρα.
Χώρα άγονη, που η φύση απλοχέρα δεν εστάθη,
και που έμβλημά της έχει το ψηλό γαϊδουραγκάθι,
που το μόνο προϊόν της είναι τα πηχτά σκοτάδια
κι οι τσιγκούνηδες κι αχρείοι που γυρίζουν σα ρημάδια.
Των βουνών και των ελών της το υγρό εκείνο αγέρι
στα κεφάλια τα κουτά τους σκοτισμό και άγνοια φέρει.
Τα μυαλά τα νερουλά τους άγονα 'ναι σαν το χώμα
και ψυχρά, όπως το χιόνι που δεν έλιωσε ακόμα.
Για τον πλούτο χίλιους τρόπους μηχανώνται τα παιδιά της
και το κέρδος τα τραβάει και τα πάει μακριά της.
Στην ανατολή, στη δύση, μόνο προς βορράν δεν πάνε:
κέρδη να βρουν δίχως κόπο, γη και θάλασσες περνάνε.
Ά, καταραμένη ώρα και καταραμένη μέρα,
που τον Πίκτο για ληστεία είχε στείλει κι εδώ πέρα!...

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

ΓΕΓΟΝΟΤΑ (KIKH ΔΗΜΟΥΛΑ)


Μόνη, ἐντελῶς μόνη,
περπατῶ στὸ δρόμο
καὶ πέφτω πάνω σὲ μεγάλα γεγονότα:
Ὁ ἥλιος σὰν ἐπειγόντως νὰ ἐκλήθη ἀπὸ τὴ Δύση
ἀφήνοντας ἡμιτελὲς τὸ δειλινό...
Σὲ λίγο ἡ νύχτα,
κρατώντας τοὺς ἀμφορεῖς τοῦ μυστηρίου,
τῶν ἰδιοτήτων της ἐπαίρετο,
ὅταν τὸ ρεμβῶδες μάτι της, τὸ φεγγάρι,
ἕνα ἀπρόδεκτο, λαθραῖο σύννεφο, πάτησε
καὶ τὴν τύφλωσε.
Τοῦ ἀτυχήματος τούτου
ἐπωφελήθηκε
κάποιος παράξενος κατάσκοπος
-τὸ μεσονύχτιο ὑποπτεύονται-
τὸ σύμπαν πυροβόλησε
καὶ τὸ ἄφησε ἀκίνητο...
Μετὰ ἀπὸ τέτοια γεγονότα,
τὸ γεγονὸς πὼς εἶμαι πάλι μόνη
παρελείφθη.

Κική Δημουλά

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Δὲν ξέρω ἐγὼ...

Δὲν ξέρω ἐγὼ κανένα θεὸ Χρέος,
ἕνα θεὸ ἐγὼ ξέρω· τὴν Ἀγάπη.
Ἀγάπη, ἀπὸ τὸ χρέος σου εἶμαι ὡραῖος.
Ἐσὺ μὲ κάνεις δοῦλο, ἐσὺ σατράπη,
φτερὰ τὰ κάνεις τὰ σκοινιὰ τοῦ γάμου·
πότε μὲ δέρνεις, βέργα ἑνὸς ἀράπη,
πότε ἀνθεῖς, περιβόλι ὁλόγυρά μου.
Ἐσὺ μὲ τὰ βαθιά τα καταφρόνια
μὲ γιομίζεις· πλαταίνεις τὴν καρδιά μου,
σὰ θάλασσας ἀγέρας τὰ πλεμόνια.
Ἔρωτα ἐσύ, μονάρχη καὶ γενάρχη!
Ἐσὺ τυφλὴ καὶ ἡ Μοίρα, ἐσὺ καὶ ἡ Πρόνοια.
Ὅ,τι δὲν ἀγαποῦμε, δὲν ὑπάρχει.

 Κωστής Παλαμάς

ΑΕΡΓΙΑ - SOCORDIA

                                                                            


 Για την Αεργία, η οποία ταυτίζεται με την Socordia των Λατίνων μας μιλά ο Γάιος Ιούλιος Υγίνος  , Ρωμαίος γραμματικός του 2ου μ. Χ αι., στο έργο του Fabulae ( Mύθοι).
Οι Fabulae αποτελούνται από περίπου 300 πολύ συνοπτικά και απλά γραμμένους μύθους και ουράνιες γενεαλογίες.Εκεί ο συγγραφέας παραθέτει σε «πρωτόγονη» μορφή ό,τι κάθε μορφωμένος Ρωμαίος της εποχής του έπρεπε να γνωρίζει από ελληνική μυθολογία στο απλούστερο δυνατό επίπεδο. Σήμερα ωστόσο συνιστά ορυχείο πληροφοριών, καθώς οι περισσότερες εκδοχές των αρχαίων μύθων έχουν πλέον χαθεί, όπως λίγο έλειψε να γίνει και με αυτό το έργο: Μόνο ένα χειρόγραφο υπήρχε, ο Codex Freisingensis (περ. 900 μ.Χ., τεμάχιά του φυλάσσονται στο Μόναχο), που μεταγράφηκε από τον Jacob Micyllus το 1535, ο οποίος ίσως έδωσε και τον τίτλο που γνωρίζουμε σήμερα.

Σύμφωνα λοιπόν με τον Υγίνο, οι ΄Ελληνες πίστευαν πως η Αεργία ήταν ένας δαίμων ( κατώτερη θεότητα) , που εκπροσωπούσε την αδράνεια, την τεμπελιά , την ραθυμία και τη νωθρότητα. Η αντίθετη θεότητα ήταν η Hormes ( Προσπάθεια). ΄Ηταν κόρη του Αιθέρος και της Γαίας.
Αδέλφια της ήταν οι:  Dolor (Πόνος), ο Dolus (Δόλος ), Ήρα (Οργή), Luctus (Θρήνος), Mendacium (Ψεύδος), Jusjurandum (Όρκος), Ultio ( Εκδίκηση ) , Intemperantia (Ακράτεια), Altercatio (Φιλονικία), Oblivio (Λησμοσύνη),  Timor (Φόβος), Superbia (Υπερηφάνεια), Incestum (Αιμομιξία), Pugna (Combat). 
Κατά τον  Πούμπλιο Παπίνιο Στάτιο. ρωμαίο ποιητή του 1ου μ. Χ αι. (Publius Papinius StatiusΣτάτιο, (Θηβαΐδα 10 90 κ.ε. (μτφρ. Mozley) (ρωμαϊκού έπους C1st μ.Χ.)  η Αεργία φρουρούσε το βασίλειο του ΄Υπνου. "Στις κοίλες  εσοχές ενός βαθιού και βραχώδους σπηλαίου βρίσκονται οι αίθουσες του τεμπέλη Somnus [' Υπνου] που ανενόχλητος κατοικεί . Το σπήλαιο φρουρείται από την σκιώδη Quies (Hσυχία) την ανιαρή Oblivio [Λήθη ] αλλά και την απαθή Ignavia [Αεργία] με την νυσταλέα όψη, την Οtia (Ευκολία) και την Silentia (Σιωπή)  που με διπλωμένα φτερά κάθεται  σιωπηλή στο προαύλιo"




Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

ΙΥΓΞ , από αντικείμενο μαγείας σε παιδικό παιχνίδι



φωτο από blog.minoas
Η ΄Ιυγξ ήταν ένα παιδικό παιχνίδι στην αρχαιότητα το οποίο κατασκευαζόταν από  έναν ξύλινο -συνήθως -τροχίσκο  με δύο τρύπες όπου  περνούσαν διπλή κλωστή  και  αφού την περιέστρεφαν μία τραβούσαν και μία χαλάρωναν , έτσι που έβγαινε ένας ήχος που θύμιζε το πουλί ΄Ιυγγα απ΄το οποίο πήρε το όνομά του.( Χωρίς να γνωρίζουμε την ιστορία του πολλοί σαν μικρά παιδιά παίζαμε αυτό το παιχνίδι κάποιες δεκαετίες πίσω και στη θέση του τροχίσκου χρησιμοποιούσαμε κουμπί.)

 Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία με το όνομα Ίυγξ είναι γνωστή μία θυγατέρα του θεού Πάνα και της Νύμφης Ηχούς.. Αναφέρεται πως  έδωσε στον Δία να πιει το μαγικό φίλτρο του έρωτα, που του προκάλεσε τον ασίγαστο ερωτικό πόθο για την Ιώ. Για τον λόγο αυτό, η ζηλιάρα ΄Ηρα τη μεταμόρφωσε στο ομώνυμο πουλί (το σημερινό jynx torquilla της οικογένειας των δρυοκολαπτιδών), το οποίο χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες ως  ξόρκι του έρωτα. Π.χ. δίνεται από τη θεά του έρωτα  Αφροδίτη  στον Ιάσονα, ο οποίος περιστρέφοντάς το και απαγγέλλοντας κάποιες μαγικές λέξεις προκαλεί τον έρωτα στη Μήδεια. Αντιλαμβανόμαστε πως το μικρό αυτό πτηνό δεινοπάθησε στα χέρια διαφόρων ερωτοχτυπημένων γυναικών που το χρησιμοποιούσαν ανά τους αιώνες,  προκειμένου με τον ήχο της περιστροφής, ν΄αποκαλυφθεί το ερωτικό τους μέλλον.
Σε μία άλλη παράδοση, η Ίυγξ ήταν κόρη του Πιέρου, που με τις αδελφές της προκάλεσαν σε διαγωνισμό τις Μούσες,  έχασαν και η Ίυγξ μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο πτηνό.(Emmy Patsi-Garin: «Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας»)


jynx torquilla, ή στραβολαίμης
Η ΄Ιυγξ  απ΄ότι μαθαίνουμε από τον Ψελλό στους Χαλδαϊκούς χρησμούς, ήταν και μουσικό όργανο,  με το οποίο οι θεoυργοί κατά τις επικλήσεις τους στην θεά Εκάτη, παρήγαγαν ήχο με δόνηση.  Επίσης με το ίδιο όνομα υπήρχε και ένας κρεμαστός και περιστρεφόμενος ρόμβος, ο οποίος παρήγαγε ήχο με κρούση στις μαγικές και μυστηριακές τελετές ( Θεόκριτος Id, 2 Πίνδαρος, fr. 70b, Αρχύτας fr. 1 Στράβων 10.3.13 και σχετιζόταν με τα γυρίσματα της τύχης και τη Νέμεση.



Εκτός από την έννοια του ηχητικού οργάνου, η ίυγξ εμπεριέχει  και την έννοια του τροχίσκου. Ο Πίνδαρος μας αναφέρει την "τετράκμανο" ίυγγα που δονείται. Ως κρεμμαστή ανεμο-ίυγγα-τροχίσκο θα πρέπει να εννοήσουμε και την αναφερόμενη στο επίγραμμα ανωνύμου ( Ελληνική ΑΝθολογία 5.205)  χρυσοποίκιλτη από αμέθυστο ίυγγα αφιερωμένη στην Αφροδίτη από μιά Λαρισαία Μάγισσα και η οποία κρεμόταν από ένα προφυρό σκοινί έχοντας την ικανότητα να έλκει από μακριά τον επικαλούμενο άνδρα.

 Τροχίσκος ίσως να ήταν και η χάλκινη ίυγγα που χρησιμοποιεί η Φαρμακεύτρια Σιμαίθα στο 2ο Ειδύλλιο του Θεόκριτου προκειμένου να προσελκύσει τον χαμένο εραστή της. " Ἶυγξ, ἕλκε τὺ τῆνον ἐμὸν ποτὶ δῶμα τὸν ἄνδρα " . "Φέρε μου σουσουράδα μου τον άνδρα μου στο σπίτι".
Μιά πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη για τις χρήσεις των ιύγγων είναι αυτή του Χαράλαμπου Β.Χαρίση,  "Η ίυγξ, ο λέβης και η μουσική των θεών" την οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ:

"ΕΝΑΣ ΧΑΛΚΙΝΟΣ ΤΡΟΧΙΣΚΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΔΩΔΩΝΗ"

Λορέντζος Μαβίλης , ΛΗΘΗ






Jacques de Lajoue

Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε  την πίκρια της ζωής.
΄Οντας βυθήση ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,
Μην τους κλαις, ο καϋμός σου ,όσος και νάναι.
Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
Στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση.
Μα ο βούρκος το νεράκι  θα μαυρίση,
΄Αν  στάξη γι΄αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.
Κι΄αν πιουν θολό νερό ξαναθυμούνται.
Διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδήλι,
Πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.
΄Α δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι,
Τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
Θέλουν- μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Αλέκος Σακελλάριος, τραγούδια που αγαπήθηκαν






Ο Αλέκος Σακελλάριος  ( 1913-1991) ήταν ' Ελληνας  θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, δημοσιογράφος και σκηνοθέτης. Εξαιρετικά δημοφιλής και παραγωγικός, υπήρξε από τους σημαντικότερους ανανεωτές της μεταπολεμικής νεοελληνικής κωμωδίας και από τους σημαντικότερους στιχουργούς του ελαφρού ελληνικού τραγουδιού.Τιμήθηκε για όλες τις δημιουργικές πλευρές του με πολλά ελληνικά και ξένα βραβεία. Κατά το τέλος της ζωής του, η αφηγηματική του δεινότητα τον έκανε περιζήτητο σε τηλεοπτικές εκπομπές που μελετούσαν την εποχή του. Πολύ μεγάλη επιτυχία, άλλωστε, είχε και το βιβλίο με τις αναμνήσεις του "Λες και ήταν Χτες."  Απαράμιλλο ήταν το χιούμορ του που τον συνόδευε μέχρι το τέλος της ζωής του , όπως και μιά παλιά φυσαρμόνικα που σε κάθε ευκαιρία  έβγαζε απ΄την τσέπη του για να παίξει κάποιο γνωστό σκοπό.

Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Οι μετόπες του Ναού στην Ολυμπία, την "Δέσποινα αλαθείας"

 
Σχεδιαστική αναπαράσταση του 1900


Δέσποινα αλαθείας, έτσι παρουσιάζει ο Πίνδαρος , το ιερό τοπίο της Ολυμπίας. Στο πνεύμα του η Αλήθεια βασίλευε στον τόπο όπου ο αγών αποκάλυπτε αυτό που ο ύμνος έπρεπε να διατηρήσει αλησμόνητο. Οι χριστιανοί , οι σεισμοί , οι πλημμύρες , κάθε είδους  θεομηνία έπληξε τους ναούς που αναπαύονται τώρα εν ειρήνη στο πευκοδάσος , στα πόδια του ιερού λόφου του Κρόνου. 
 
τα ερείπια του Ναού (Ellinikos Politismos)

Από το ναό του Διός δεν σώζονται σήμερα  παρά το κολοσσιαίο κρηπίδωμα, γύρω από το οποίο κείτονται τεράστιοι σπόνδυλοι κιόνων. Ο χρυσελεφάντινος Δίας του Φειδία εξαφανίστηκε από μιά πυρκαγιά στην Κωνσταντινούπολη, το 475 μ. Χ. Τα πάντα σχεδόν χάθηκαν από την καταστροφή. δύο μεγάλες τετράγωνες βάσεις  είναι ό,τι απέμεινε από τα άρματα που οι μεγάλοι Αιγινήτες γλύπτες , Γλαυκίας και Ονάτας ,  και ο Αθηναίος Κάλαμις, έφτιαξαν για τον Γέλωνα των Συρακουσών και τον αδελφό και διάδοχό του Ιέρωνα,  τον αγαπημένο ήρωα του Πινδάρου .



 
Ο ΄Ατλας παραδίδει στον Ηρακλή τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων παρουσία της ΑΘηνάς ( Ellinikos Politismos)


Άμορφα ερείπια  υποδηλώνουν τη θέση του εργαστηρίου  του Φειδία  και την περίφραξη της Καλλιστεφάνου ελαίας, με τους κλώνους της οποίας  έπλεκαν τα στεφάνια των νικητών. Αλλά η Δέσποινα της Αληθείας είναι πάντα εκεί και μας διηγείται ακόμα τους ΄Αθλους του Ηρακλέους, την τρομερή ιστορία της αρματοδρομίας που έδωσε στον Πέλοπα το χέρι της Ιπποδάμειας  και το βασίλειο της Πίσης, τις μάχες των Λαπιθών με τους μεθυσμένους Κενταύρους στους γάμους του Πειρίθου , του φίλου του Θησέα, με τη Δηιδάμεια. 

Οι μετόπες που παριστούν, τους άθλους του Ηρακλέους, είναι ίσως το αριστούργημα και ξεπερνούν, θαρρώ, εκείνες του Παρθενώνα.
Στο  Ανατολικό αέτωμα  αεπικονίζεται η προετοιμασία των αγώνων Πέλοπα και Οινομάου. οι λίγες μορφές που διατηρούνται ανέπαφες, ο Κλαδέος, ο θεός του καταστροφικού ποταμού, ο μάντης , η γριά υπηρέτρια κλπ. μας οδηγούν στα ύψη της κλασικής τέχνης. 

 
. Aπόλλων (e-yliko.gr)


Αλλά αυτό που κυριολεκτικά είναι θαυμάσιο είναι τα θεοφάνεια του Απόλλωνα στο μέσον του οργισμένου συμπλέγματος που ξεδιπλώνεται στο δυτικό αέτωμα. Χαμηλά στις γωνίες, ένας άνεμος τρέλας παρασύρει τους μεθυσμένους και λάγνους Κενταύρους και τους υπερασπιστές των νεαρών Λαπιθίδων, και η αγριότητα της μάχης θαρρείς πως εξυμνείται από την απίστευτη ομορφιά της Δηιδάμειας και των φιλενάδων της. Ψηλότερα κοντά στο κέντρο του αετώματος, το γαλήνιο πρόσωπο του Θησέα, που χτυπά με ένα τσεκούρι στα δυό του χέρια, αναγγέλλει την εγγύτητα μιάς ανείπωτης δύναμης. Και, πράγματι , στο κέντρο του αετώματος, είναι ο ίδιος ο Απόλλων που προβάλλει από μιά άπειρη απόσταση, για να τείνει χείρα σωτηρίας. 

ηλικιωμένος άνδρας , από το ανατολικό αέτωμα(greek-language.gr)

΄Ετσι ανασηκώνεται μπροστά στα μάτια μας  το πέπλο που κρύβει το τραγικό βάθος της απολλώνειας γαλήνης. το θείο μέτρο οφείλει να κατευνάζει την τιτανική ύβρη, πάντα έτοιμη να εκδηλωθεί. Ο Βίνκελμαν είχε την έμπευση να συγκρίνει το "ήρεμο μεγαλείο" των ελληνικών μορφών με τα "βάθη της θάλασσας που μένουν πάντα ήρεμα, όση κι άν είναι η δύναμη της καταιγίδας που λυσσομανά στην επιφάνεια".
Τότε αναφερόταν στον άχαρο Απόλλωνα του Μπελβεντέρε, που θεωρούσε κορυφαία στιγμή της τέχνης. Τί θα έλεγε άραγε, άν είχε δει την Ολυμπία;
 
Συμπλοκή Κενταύρου και Λαπιθίδας από το δυτικό αέτωμα του ναού του Δία στην Ολυμπία, 472-456 π.Χ. Ολυμπία, Αρχαιολογικό Μουσείο.(greek language.gr)  

                                       
Μετά το ασύγκριτο αυτό αριστούργημα , οι μετόπες του Παρθενώνα, οι οποίες παριστούν το ίδιο θέμα, δεν μπορούν παρά να μας φανούν λίγο αδύναμες. Είναι γιατί στο πνεύμα του Ολύμπιου ( έτσι αποκαλούσαν οι σύγχρονοί του τον Περικλή) οι τερατώδεις μάχες ανήκαν σε ένα οριστικά τελειωμένο παρελθόν. Γι΄αυτόν ο Νους, ο ρυθμιστής λόγος του Αναξαγόρα, είχε ήδη κατακτήσει τον κόσμο....

 Τα σχόλια, από το βιβλίο του ΚΩΣΤΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
"ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ"
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ.


Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Η Ζαγρεϊκή Ωμοφαγία




΄Ενα απόσπασμα από τη χαμένη τραγωδία του Ευριπίδη "Κρήτες" χύνει άξαφνο φως στην καταγωγή της ωμοφαγικής στην Ελλάδα πράξης. Η γυναίκα του Μίνωα Πασιφάη έχει γεννήσει ένα τέρας, τον Μινώταυρο, βρέφος με μοσχαρίσιο κεφάλι. Αναστατωμένος ο Μίνως καλεί τους "προφήτας του Διός" , τους Κούρητες που ταυτίζουνται με τους Ιδαίους Δακτύλους. Εκείνοι έρχουνται  ντυμένοι στα κάτασπρα- είναι ο χορός της Τραγωδίας- αφήνοντας τον πανάγιο ναό τους που η σκεπή του δεν έχει καρφιά, κ΄ιστορούν τη μυητική τελετή που τους έκανε μύστες του Ιδαίου Διός και "βουκόλους" της άλλης μορφής , του Ζαγρέα. Μαζί με το νυχτοπλάνητο τούτο θεό δρομίσανε νύχτα στα βουνά, τελέσαν την ωμοφαγική τους μετάληψη, υψώσαν τις λαμπάδες της κουρητικής λατρείας της μεγάλης Θεάς, σαν θεάς των Βουνών, και, οσιωμένοι, πήραν τον τίτλο των "Βάκχων":

 "Ζήση αμόλευτη ξετυλίγοντας αφόντας γίνηκα μύστης του Ιδαίου Διός και "Βούκουλας του νυχτοπλάνητου Ζαγρέα, έχοντας συντροφικά τελέσει του ωμού κρέατος τα φαγώματα και τις λαμπάδες αψηλοσηκώσει της Βουνίσιας Μάνας, τις λαμπάδες των Κούρήτων, ιερώθηκα και πήρα να με λένε "βάκχο" αγνόν δε βίον τείνων εξού / Διός Ιδαίου μύστης γενόμην / και νυκτιπόλου Ζαγρέως  βούτας τας τ΄ωμοφάγους δαίτας τελέσας/μητρί τ΄ορείω δάδας ανασχών/και Κουρήτων/ βάκχος εκλήθην οσιωθείς."

 Μ΄όλο που οι ποιητές αληθεύουνται σταθερά στα ζητήματα των ιερουργιών, το κομμάτι θα ξηγιόταν σαν ποιητική μετάθεση της μαιναδικής "ορειβασίας" κι΄ωμοφαγίας σε κρητικά πλαίσιa πάνω από τη γέφυρα του Ορφισμού, άν η ζαγρεϊκή ωμοφαγία δεν κρατιόταν ζωντανή κάποu αχτακόσια ακόμη χρόνια. Γράφοντας γύρω στο 358 μ.Χ. ο φανατικός πολέμιος της αρχαίας θρησκείας και πολύτιμος πληροφορητής για τα απόκρυφα των μυστηριακών λατρειών, ο Firmicus Maternus, ιστορεί σ΄ευημεριστικό τύπο το μύθο του παιδικού Ζαγρέα που σπαράζεται από τους Τιτάνες , και συνεχίζει : 
" Οι Κρητικοί καθιερώσαν ορισμένες μέρες σα νεκρογιορτή και καταστήσανε μιά χρονιάτικη τελετή με ξεχωριστή ιερότητα την κάθε δεύτερη χρονιά, όπου τα όσα έπραξε ή έπαθε πεθαίνοντας το παιδί τα παρασταίνουν όλα με τη σειρά τους. Ζωντανό ταύρο κομματιάζουνε με τα δόντια τους και δρομίζοντας μέσα στα βάθη των δασών με παράφωνες κραυγές, καμώνουνται πως φρενοκρούστηκαν, για να κάμουν να πιστευτεί πως το κακούργημα δεν ήταν δολερό μαι γίνηκε από τρέλα. Μπροστά τους πάνε το κουτί που μέσα του είχε κρύψει η αδερφή του την κλεμένη του καρδιά, και με τον αχό των αυλών και το χτύπο των κυμβάλων παρασταίνουνε τους ήχους των κροτάλων που μ΄αυτά ξεγέλασαν το παιδί οι Τιτάνες".

 Νυκτιπολική ορειβασία, λαμπηδοφορία, ιερή μανία, ωμοφαγία, αφομοίωση με τον μαινόμενο θεό και τριετηρική τέλεση των οργίων, μαρτυρούν πως η ζαγρεϊκή λατρεία που ξετυλίγουν οι δυό μας πηγές είναι η ίδια με τη διονυσιακή στην Ελλάδα. ΄Οτι στη ζαγρεϊκή παρουσιάζουνται άντρες και στη διονυσιακή γυναίκες να την τελούν, δεν έχει αποφασιστική σημασία. Αν η μαιναδική πλευρά της διονυσιακής λατρείας τονίζεται τόσο πολύ, είναι γιατί η αναβίωση της λατρείας αυτής στους αρχαϊκούς αιώνες, παίρνει το χαρακτήρα γυναικείου κινήματος και δε λείπει η ένδειξη πως με τους γυναίκειους θιάσους συνιερουργούν οι ανδρικοί , δίπλα στις "βάκχες" οι " βάκχοι" που δίνουνται στην ωμοφαγία κι΄αυτοί ( ωμά γαρ είσθιον κρέα οι μυούμενοι Διονύσω) και που οι θίασοί τους δεν είναι , στην τελική λειτουργία τους, ασυγγένευτοι με τους Κούρητες του κρητικού Διός και του Ζαγρέα. ΄Ενας αρσενικός, επικεφαλής της Μαιναδικού θιάσου, παρουσιάζεται στην "πάροδον"των Βακχών και   πέφτει καταγής από την παραζάλη του κυνηγητού, αγρεύων αίμα τραγοκτόνον, ωμοφάγον χάριν.

ΠΑΝΑΓΗΣ ΛΕΚΑΤΣΑΣ
ΔΙΟΝΥΣΟΣ 
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΟ ΜΥΘΟ ΤΟΥ ΔΕΥΚΑΛΙΩΝΑ

Giovanni Maria Bottalla (1613–1644)
Tην εποχή του κατακλυσμού βασίλευε στη Θεσσαλία ο Δευκαλίων. Η Θεσσαλία στα χρόνια του Δευκαλίωνα, δεν κατοικείτο από Αιολείς. Το αρχικό της όνομα, όχι βεβαιως προσδιορισμένο εκτατικά, ήταν ίσως Φθία. Κατά την μυθολογία η Φθία ήταν κόρη του Αμφίονα και της Νιόβης που ήταν κόρη του Ταντάλου του βασιλιά της Λυδίας. Η Νιόβη μας λέει ο ΄Ομηρος στην Ηλιάδα, γέννησε δώδεκα παιδιά, έξι αγόρια και έξι κορίτσια. Ο πατέρας της Αμφίων, για τον ΄Ομηρο , είναι ο ιδρυτής της Θήβας, φημιζόταν δε σαν ισάξιος του Απόλλωνα στη Λύρα. Κατά άλλη παράδοση η Νιόβη ήταν κόρη του Φορωνέα του γιού της Ωκεανίδας Μελίας.
Η Θεσσαλία, οπωσδήποτε μπορεί να θεωρηθεί ως η αρχαιότερη κατοικημένη περιοχή της Ελλάδος. Μινύες, Πελασγοί, Βοιτωτοί που η προέλευσή τους πιθανόν ήταν απ΄το Βουνό της Μακεδονίας, Βάιο, και αργότερα Αιολείς, Δόλοπες, Αχαιοί, Δωριείς, Μάγνητες αποτέλεσαν τους πρώτους πληθυσμούς αυτής της περιοχής. Η  Θεσσαλία τριγυρισμένη από πανέμορφα βουνά τον ΄Ολύμπο και τα Καμβούνια, την ΄Οθρυ, την ΄Οσσα , το Πήλιο, πιστεύω ότι στα προ του κατακλυσμού χρόνια, στο εσωτερικό της σχηματίζονταν μιά τεράστια λίμνη που στεφανώνονταν ολόγυρα από πλούσια βλάστηση και μικρούς πράσινους κάμπους , όπου βοσκούσαν όλα τα ζώα που ο άνθρωπος είχε εξημερώσει και ζούσαν κοντά του. Αυτή η μεγάλη λίμνη έμοιαζε σα θάλασσα και γι΄αυτό , όταν με τους σεισμούς του κατακλυσμού, άνοιξαν τα Τέμπη, τα νερά της λίμνης χύθηκαν στη θάλασσα αποκαλύφτηκε αυτό που βλέπουμε σήμερα. δηλαδή ο μεγάλος Θεσσαλικός κάμπος. Και το όνομα όμως Θεσσαλία, πρέπει να υποδηλώνει αυτή την τεράστια αλλαγή. Οι κατοπινοί ασφαλώς θα μιλούσαν και έδειχναν πως εκεί που σήμερα βόσκουν τα ζώα και χτίζουν πόλεις οι άνθρωποι ήταν πολύ παλιά "θέσις -αλός" δηλαδή ο τόπος που υπήρχε θάλασσα. Η Βοϊβηίς των αρχαίων, η γνωστή σήμερα λίμνη Κάρλα και η Νεσωνίς, είναι ασφαλώς τα εναπομείναντα χνάρια της εξαφανισθείσης μεγάλης Λίμνης. Αυτά , για να ξαναθυμηθούμε τα όσα είπαμε.
Σ΄αυτή την προκατακλυσμιαία περίοδο Βασιλιάς της περιοχής, κατά το μύθο, ήταν ο Δευκαλίων και γυναίκα του η Πύρα. Τότε η Θεσσαλία πιθανώς να ονομαζόταν Πυρραία. Ο Δευκαλίων με την Πύρρα έκαναν τρία παιδιά, τον ΄Ελληνα, τον Αμφικτύονα και την Πρωτογένεια. Ο μύθος του κατακλυσμού είναι πολύ φυσικό να γράφτηκε απ΄τους μεταγενέστερους. Τα αποτελέσματα όμως του κατακλυσμού σε μιά χω΄ρας σαν την δική μας που τα βουνά είναι το κύριο γνώρισμα, αλλά που ταυτόχρονα γίνονται και φυσικά όρια σε τέτοια μεγάλα συμβάντα, είναι επόμενο να έγιναν αιτία πολλών διαφορετικών καταγραφών. Το σημαντικότερο ασφαλώς πρέπει να ήταν αυτό που συνέβη στο Βασίλειο του Δευκαλίωνα με το άνοιγμα των Τεμπών. Στην καταβύθισης της Ατλαντίδας , όπως είπαν οι ιερείς της Νηίθ(Αθηνάς) αλλά και όπως είναι λογικά φυσικό να συνέβη, προηγήθηκαν φοβεροί σεισμοί. Η χώρα μας είναι γνωστό ότι δοκιμαζόταν πάντοτε απ΄τους σεισμούς. Είναι επομένως φυσικό οι προαναγγελίες αυτές του μεγάλου γεγονόταν να έγιναν η αιτία να ξεσηκωθούν πολλοί κάτοικοι και να ζητήσουν ασφάλεια στα γύρω βουνά. ΄Αν ακόμη δεχτούμε ότι την ίδια εκείνη περίοδο οι ΄Ατλαντες είχαν εισβάλλει στη Μεσόγειο και πολεμούσαν με τους ΄Ελληνες, ( βλ. Τϊμαιος, Πλάτωνος) , κάτω απ΄την ηγεσία των Αθηναίων, τότε η αναστάστωση αυτή μαζί με την απουσία των ανδρών θα είχε δημιουργήσει μία εικόνα αλλοφροσύνης και χάους. Η σκέψη ασφαλώς πολλών Διογενών θα στρεφόταν προς τους Δελφούς. Το Μαντείο, πρέπει να έκαναν τη σκέψη, θα μπορούσε να δώσει μιά γενικότερη πρόβλεψη για τα φοβερά φυσικά συμβάντα που συνεχίζονταν. Πλησίαζε ίσως το μεγάλο γεγονός. Εν τω μεταξύ είχαν ανοίξει οι καταρράκτες του Ουρανού και οι χείμαρροι σαν οργισμένα θεριά πλημμύριζαν τον τόπο κι΄επνιγαν στη λάσπη ανθρώπους και ζώα. Ο Δευκαλίων δεν περίμενε άλλο , με συβουλή του πατέρα του μπήκε σε ένα πλοιάριο μαζί με τη γυναίκα του, επήρε τρόφιμα για αρκετό καιρό κι έφυγε για τους Δελφούς.
Το ταξίδι του Δευκαλίωνα δεν πρέπει να το δούμε σαν μιά "κιβωτό Νώε". Ο Δευκαλίων ταξίδευε στη μεγάλη Λίμνη πολλές φορές με τον ίδιο τρόπο. Η μεγάλη Λίμνη ήταν ένας υδάτινος δρόμος προς τον Παρνασσό, κι αυτόν αποφάσισε να ακολουθήσει. Η καταιγίδα εν τω μεταξύ μαινόταν. Επί εννιά μέρες και εννιά νύχτες το ζευγάρι πάλευσε να ζήσει πάνω στο μικρό πλεούμενο. Τη δεκάτη μέρα η παράδοση λεέι πως βγήκε στην ΄Οθρυ και κατ΄άλλους στον Παρνασσό. Το τί είχε συμβεί εν τω μεταξύ είναι αδύνατο ίσως να περιγραφεί από άνθρωπο. Ο Παυσανίας στα Αττικά του γράφει
" Υπάρχει στην πόλη των Μεγαρέων μιά κρήνη που τους την έχτισε ο Θεαγένης. Αυτός είχε παντρέψει την κόρη του με τον Αθηναίο Κόλωνα. Ο Θεαγένης όταν έγινε τύραννος έχτισε την κρήνη που είναι αξιοθέατη για το μέγεθος και τον διάκοσμό της και για το πλήθος των κιόνων της. Το νερό που τρέχει σ΄αυτήν λέγεται των Σιθνίδων νυμφών. Οι Μεγαρείς λένε ότι οι Σιθνίδες νύμφες είναι ντόπιες, ότι με μία απ΄αυτές έσμιξε ο Δίας και ότι ο Μέγαρος , το παιδί του Δία και αυτής της νύμφης, γλύτωσε από τον κατακλυσμό που έγινε έναν καιρό στα χρόνια του Δευκαλίωνα και γλύτωσε καταφεύγοντας στις κορυφές του βουνού Γερανία, που τότε ακόμα δεν είχε αυτό το όνομα, αλλά επειδή αυτός κολυμπούσε ακολουθώντας τις κραυγές των γερανών που πετούσαν, γι΄αυτό και το βουνό ονομάστηκε Γερανία".
΄Ας δούμε ξανά την εικόνα αυτή που η παράδοση των Μεγαρέων διέσωσε. Η Ατλαντίδα μέσα σε μιά φοβερή καταστροφική μανία, γκρεμίζεται στην άβυσσο του Ωκεανού στο ρήγμα που έχει ανοιχθεί κάτω απ΄τις ρίζες των βουνών του ΄Ατλα. Ο Ωκεανός φουσκωμένος, θεόρατος έχει πηδήξει πάνω απ΄τους φράχτες της γής και πνίγει την κάθε ζωή. Το Αιγαίο σπρωγμένο απ΄τα περάστια παλιρροϊκά κύματα ανεβαίνει και πλημμυρίζει καταστρέφοντας τα πάντα. Κι΄όλα αυτά κάτω απ΄ένα μολυβένιο ουρανό που έχει σμίξει με τη θάλασσα ενώ οι ανταύγειες των εκρήξεων των ηφαιστείων δίνουν μιά αίσθηση ότι προσεγγίζει ο θάνατος τη γη.
Οι γερανοί, αποδημητικά πουλιά που περνούν κάθε Φλεβάρη και Σεπτέμβρη απ΄τη χώρα μας, σαν χαμένα έχουν κατέβει πάνω στο βουνό και οι κραυγές τους ξεχωρίζουν μέσα στα κύματα της λαίλαπας. ΄Ενας νέος κολυμπάει να ξεγλυτώσει απ΄το θάνατο που φουσκώνει τη θάλασσα και πνίγει τη ζωή. Οι κραυγές των γερανών τον οδηγούν και τα πόδια του ακουμπάν στις πλαγιές  του βουνού. Σώθηκε!! Κάποτε οι βροχές σταμάτησαν και τα νερά του Αιγαίου άρχισαν να υποχωρούν. Η εικόνα ήταν φρικιαστική. Η ζωή φαινόταν πως είχε παύσει να υπάρχει. ΄Ενας μεγάλος πολιτισμός είχε πνιγεί και θαφτεί μεσ΄τα νερά και τη λάσπη. Αλλά του φάνηκε και κάτι το τρομερό: η μεγάλη λίμνη είχε χαθεί!
Ο Δευκαλίων μαζί με τους κατοίκους των Δελφών που είχαν σωθεί πάνω στον Παρνασσό, οδηγημένοι απ΄τα ουρλιάσματα των λύκων, θυσίασαν στον Φύξιο Δία, στον Δία που προστάτευε τους φυγάδες. " Λένε-γράφει ο Παυσανίας- ότι σ΄αυτό το μέρος ( που σώθηκαν οι κάτοικοι) χτίστηκε μιά πόλη που την ωνόμασαν Λυκώρεια. Εκεί, την εποχή που έγινε ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα,  μερικοί κατάφεραν να σωθούν, έχοντας οδηγό τα ουρλιαχτά των λύκων. ΄Ετσι ακολουθώντας τους λύκους φτάσαν στην κορυφή του Παρνασσού και σώθηκαν".
Ο Δευκαλίων, όταν τα νερά υποχώρησαν, κατέβηκε στους Δελφούς και επήγε στο ιερό της θεάς Θέμιδος. Η φοβερή καταστροφή τον είχε πείσει πως μόνο η θεά της δικαιοσύνης θα μπρούσε να τον συμβουλέψει τί έπρεπε να κάνει. Την καταστροφή την είδε σαν τιμωρία και τη διάσωσή του, σαν θεϊκή εύνοια. Εκεί μέσα στο ιερό της Θέμιδος παρακάλεσε τον Δία να δώσει πάλι ζωή στους ανθρώπους.. Και ο χρησμός της θεάς δόθηκε " Αν θέλουν να ξαγεννηθούν άνθρωποι να ρίψουν πίσω τους τα οστά της μητρός τους". Ο χρησμός ήταν φανερός "Αφήστε πίσω το παρελθόν και φροντίσετε το μέλλον". "Αφήστε αυτά που χάθηκαν και δημιουργήσατε νέα".
Θα κλείσω με μιά ακόμη καταγραφή του κατακλυσμού που η παράδοση διέσωσε στη Βοιωτία. ο Παυσανίας έγραψε γι΄αυτήν "Οι Θηβαίοι λένε (ότι οι πλημμύρες) οφείλονταν στο ότι ο Ηρακλής έστρεψε προς την πεδιάδα του Ορχομενού τον Κηφισό ποταμό. Ως τότε το ποτάμι περνούσε κάτω από το βουνό και χύνονταν στη θάλασσα, προτού ο Ηρακλής φράξει την καταβόθρα που περνούσε από το βουνό". Η άποψη αυτή των Βοιωτών δεν έβρισκε  σύμφωνο τον Παυσανία. Η Κηφισίς λίμνη
( γνωστή Κωπαϊδα) έλεγε, αναφέρεται κι΄απ΄τον ΄Ομηρο που είχε πει σχετικά "πλαγιασμένος στην Κηφισίδα λίμνη". Ο Παυσανίας δηλαδή, στις αιτιάσεις, των Βοιωτών ότι καταστράφηκαν απ΄το έργο του Ηρακλή που έφραξε την έξοδο του ποταμού προς την θάλασσα, επικαλείται και τον ΄Ομηρο που λέει ότι η Κηφισίς λίμνη υπήρχε και προ του Ηρακλή.
Αυτός είναι ο μύθος του κατακλυσμού όπως επέζησε στο δικό μας χώρο. Αυτοί που διασώθηκαν έχοντας έναν προηγούμενο πολιτισμό δεν είδαν σ΄αυτή την καταστροφή τέρατα και σημεία εκδικητών θεών που τιμωρούν τους ανθρώπους. Βεβαίως το ότι κατηγόρησαν τον Ηρακλή είναι κι΄αυτό άγνοια των μεταγενέστερν για το μέγεθος της καταστροφής. Η καταστροφή όμως που προκλήθηκε απ΄τον κατακλυσμό έφερε πάλι το γένος των Ελλήνων στην αρχή. Και η νέα αρχή ξεκινά με τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα....

Η.Τσατσόμοιρος ΑΙΓΑΙΟ ΒΟΥΝΟ,
εκδόσεις ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ