Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Ο Πέρσης φιλόσοφος (Μιά ιστορία του γέρου του Μοριά)



                                      
Tην αρχιχρονιά του έτους 1843 , έτους του θανάτου του, ο γέρο Κολοκοτρώνης, ανέβηκε εις το κορφινότερο μέρος της νεοκτισμένης κατοικίας του, να αποφύγη τους πολλούς χαιρετισμούς της ημέρας- από τα γερατεία και τας ασθενείας επεθύμει ανάπαυσιν. Αγνάντευε από τα παράθυρα και την πρασινάδα των εληών και την πόλιν των Αθηνών. Οι στενοί του γνώριμοι  όμως ανέβαιναν και εκεί να του  ευχηθούν την καλήν χρονιά. Ο κύριος Σ.Π θεατής άλλοτες εις την παιδικήν ηλικίαν των κινδύνων του Βολφίου , επήγε προς χαιρετισμόν. Είχε μαζί του και νέον νεοφερμένον από ταις ακαδημίαις της Γερμανίας.
 Κατά πώς άρχισεν ο φίλος την ευχήν του έτους και ομιλίαν δια τον σπουδασμένον νέον, κατά τύχην επερνούσαν λείψανον νεκρού από τον δρόμον. Η ψαλμωδία τους έσυρε εις τα παράθυρα. Είπε τότε ο γέρος. ΄Αν είχαμεν εδώ τον Περισιάνον φιλόσοφον, θα μας έλεγε αν πάγη εις την κόλασιν ή εις τον παράδεισον. 
Είναι καμμία ιστορία ; είπεν ο φίλος- Είναι , απεκρίθη ο γέρος.- Θα μας  την ειπείς; -Μετά χαράς.- Τον παλαιόν καιρόν ήλθεν εδώ εις τα Αθήνας , ένας περιηγητής φιλόσοφος της Περσίας, τον συναναστρέφοντο οι εκλεκτοί Αθηναίοι, αγαπούσε την συντροφίαν τους και οι Αθηναίοι την εδική του. Μία φορά καθήμενοι εις τα μεντέρια τους, επέρασε λείψανο, καθώς τώρα- μακρυά από σας που είσθε νέοι, και εγώ έφαγα το ψωμί μου- και ως εδιάβαινε ακόμη ο νεκρός , χτυπάει ταις παλάμαις του ο περιηγητής φιλόσοφος, έρχεται ο γραμματικός του. Πήγαινε του είπε να ιδής, αν ο αποθαμένος πηγαίνει εις την κόλασιν ή εις την παράδεισον. Επήγε ο γραμματικός , επέστρεψε.- Πάει Κύριέ μου, είπε, εις την κόλασιν.- Επήγες έως εις το κοιμητήριον; - Eπήγα._ Οι Αθηναίοι  αν και περίεργοι πολύ, πλην δια να μην προδώσουν αμάθειαν εις ένα βάρβαρον, ως φιλότιμοι εφύλαξαν σιωπήν και δεν ερώτησαν τον φιλόσοφον, πώς πηλός της γης ακόμη και ξένος των  Αθηνών μαντεύει τα κρύφια και άδηλα. Ως φρόνιμοι απέδιδαν εις την σοφίαν του, όχι του ψυχογυιού του την δύναμιν της προγνώσεως. 
΄Επειτα από καιρόν τυχαίνοντας πάλι μαζί οι ίδιοι φίλοι και περνώντας λείψανο, ο Περσιάνος με τα παλαμάκια εφώναξε τον γραμματικό, τον έστειλε να μάθη την πορείαν του νεκρού. Επήγε, επιστρέφει, του λέγει. Παγαίνει εις την παράδεισον.- Καλό φθάσιμο , είπε, με πρόσωπο χαρούμενο και σοβαρό ο φιλόσοφος.- Οι Αθηναίοι εστενοχωρήθηκαν τότε από την περιέργειαν και του είπαν . Δεν σ ΄ερωτήσαμε την πρώτην φοράν, σ΄ερωτούμεν τώρα, πώς εσύ μαντεύεις την τύχην, διαβάζεις το γραφτό της Αθανασίας του καθενός ; Ποίον μυστικόν γνώρισμα, ποίον τηλεσκόπιον  χαρίζεις εις τον υποτακτικόν σου ; - To πράγμα είναι απλό, απεκρίθη. 
Η οργή του κόσμου, η κατάρα των  συμπολιτών συνοδεύει εις την θανήν τους κακούς ανθρώπους, πρόδρομος τα αναθέματα της κρίσεως του Θεού. Αλλ’ η ευλογίαις των ανθρώπων συνοδεύουν τους αγαθούς άνδρας, καθένας διηγείται με δάκρυα τα αγαθοεργήματά τους και ρίχνει με τρέμουσαν παλάμην χώμα εις τον τάφον τους.
Τελειώνοντας  η ιστορία του Περσιάνου, ο Γεροκολοκοτρώνης είπεν εις τον φίλον, ας έλθωμεν εις την πρώτην μας ομιλίαν. Επειδή ο αποθαμένος μας είχε πάρει τον λόγον. Μου έλεγες ότι η ευγενεία του έρχεται από ταις ακαδημίαις της Ευρώπης, τι εσπούδαξε; Εσπούδαξε, απάντησε ο φίλος, ποία μονοπάτια πάνε από τον κόσμον εις την κόλασιν, ή εις την παράδεισον. Εύγε του, είπε ο γέρος, αλλά φυσικά δεν θα στένει το τζατήρι του εις τον έναν δρόμον ή τον άλλον αδιάφορα, αλλά θα αηδιάζει τον πρώτον και θα ορέγεται τον δεύτερον.- Βέβαια, είπεν ο φίλος.- ΄Αν είναι έτζι, ας ακούση και εμέ την γνώμην, ποιο είναι το καλό μονοπάτι, και ας μην είμαι φιλόσοφος. Αφού ήλθε πρωτοχρονιάτικα να με εύρη, να του δώσω Αϊβασιλιάτικα. Εις την Ευρώπην εμάζωνε  Αϊβασιλιάτικα από τους καθηγητάς του, χρυσάφι καθαρό, το δικό είναι σμιγμένο με χώμα πολύ, αν του φανή πως αξίζει, ας το παστρέψη, ας το καθαρίση, να δέιξη την λαμπηράδα του.
 Βλέπετε τούτον τον οντά, είναι αστόλιστος, καθίσματα δεν έχει, οι τοίχοι ξεροί – τούτη είναι η Ελλάδα καθώς εμείς σας την παραδόσαμεν εμείς οι γέροι εις τους νέους. 
Εμείς εις τα 1821 εκαθαρίσαμεν τον τόπον, εκουβαλίσαμε τα λιθάρια, εκτίσαμεν την οικοδομή, εσείς θα εντύσετε τα γυμνά τείχη, θα φέρετε ταις πολύτιμαις ζωγραφιαίς, θα στήσετε τα εύμορφα τραπέζια και τους καθρέφταις, τούτο θα κάμη η προκοπή σας και τα γράμματα,- και η ευχαίς των  συμπολιτών σας  και τα έργας σας θα σας ανεβάσουν εις τα λιμέρια αθάνατα των δικαίων. Κύριε Μ., ως μου λέγει ο φίλος, είσαι από νησί γνωστόν μου δια την φιλογένειάν του , φέρε εις το έθνος σου την μάθησιν των Ευρωπαίων, η οποία , ως άκουσα από τους καλητέρους μου, είναι και επιστήμη Ελληνική.- Από ταις στεριαίς της γεννήσεώς μας εφύσησε κεί αέρι ευτυχισμένο σοφίας, φέρε εις τα επιστρόφια την νύμφη. 
΄Ετσι έκαμε ο σοφός ο Ρήγας, έτσι ο Κυβερνήτης, διατί αγαπούσαν το γένος τους και εις κολυμβήθρα αίματος εβαπτίσθηκαν τέκνα πιστά της Ελλάδος. Οι άνθρωποι τους βράβευσαν βραβείον θανάτου, αλλά το τελεσκόπιον του φιλοσόφου της Περσίας δεν αγναντεύει εις τα ίδια καθίσματα φονείς και αθώους. 
Η φιλοσοφία είναι φως της ψυχής , έρχεται έπειτα από την θρησκείαν φως φωτεινότερο. Τα πρωτεία εις τον σταυρό! Και δόξα αιώνας αιώνων εις τους σταυρωμένους δια την πίστιν και δια το γένος! Σας μοίρασα τα στενιάτικα, δεν έχω άλλα, τα έσωσα.Καλή μας χρονιά με υγείαν.
Απόχαιρετήθηκαν οι δύο φίλοι από τον Κολοκοτρώνη με θαυμασμόν αγάπης δια ταις ορμήνιαις του, ή το Αϊβασιλιάτικο φίλευμα.
Δύο μήνες έπειτα, ούτε, ο κύριος Σ.Π ταις 4 Φεβρουαρίου είδε με τα φυσικώτερα χρώματα ιστορημένην την σοφίαν των λόγων του ξένου φιλοσόφου και του διερμηνέως του στρατηγού, όταν το πένθος όλων των Ελλήνων, η ευχαίς, τα απαρηγόρητα κλάϊματα επρόσφεραν εις τον ουράνιον δικαστήν τα πιστότερα πιστοποιητικά των καλών έργων και των ιδρώτων του καλού ΄Ελληνος  δια την ελευθερίαν της πατρίδος του.

Απομνημονεύματα Θ. Κολοκοτρώνη.
Γεώργιος Τερτσέτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου