Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΑΡΙΩΝΟΣ (ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ)





Ο Αρίων σε θαλάσσιο άτι, έργο του Γουΐλιαμ-Άντολφ Μπούγκερο (1855).
    


Ο Αρίων ήταν Λυρικός ποιητής από τα Μήθυμνα της Λέσβου. Οι πληροφορίες που έχουμε για τον Αρίωνα είναι λιγοστές και προέρχονται κυρίως από τον ιστορικό Ηρόδοτο. Δεν γνωρίζουμε καν το έτος γεννήσεως και θανάτου του.
Ο Αρίων έφυγε νωρίς από τη Λέσβο κι έζησε κοντά στον τύραννο της Κορίνθου Περίανδρο (625 - 585 π.Χ.). Ήταν ο καλύτερος κιθαρωδός της εποχής του και συνεισέφερε στην εξέλιξη του διθυράμβου, του άσματος της διονυσιακής λατρείας, που αποτέλεσε τον πρόδρομο της τραγωδίας. Ως ποιητής και συνθέτης έγραψε άσματα (διθυράμβους) και προοίμια (κιθαρωδικούς κανόνες), από τα οποία δεν σώθηκαν ούτε ένας στίχος.
Για τη ζωή του υπάρχει μια ιστορία, που μοιάζει περισσότερο με παραμύθι και μας την κληροδότησε ο Ηρόδοτος.Εδώ θα διαβάσουμε την ιστορία του όπως μας την αφηγείται ο Πλούταρχος. στο " Συμπόσιο των 7 σοφών", δια στόματος Γόργου αδελφού του Περίανδρου.



                                                                       


                                                     Αρίονος τύχαι     
                                   
17. Αυτά λοιπόν ήσαν, Νίκαρχε, όσα ελέχθησαν περί της τροφής. Πριν δε ακόμη να τελειώση τον λόγον του ο Σόλων, εισήλθεν ο Γόργος, ο αδελφός του Περιάνδρου. Είχε σταλή εις το Ταίναρον
εξ αιτίας μερικών χρησμών,και ωδήγησεν εκεί θυσίαν και θεωρίαν εις τον Ποσειδώνα152. Ημείς τον εχαιρετίσαμεν και ο Περίανδρος τον έσυρε κοντά του, τον εφίλησε και τον έβαλε να καθίση εις το κρεβάτι του παρά το πλευρόν του. Ο (σ. 84) Γόργος τότε του είπε κάτι ιδιαιτέρως, και αυτός τον ήκουε με προσοχήν και παρείχε την εντύπωσιν, σαν να του επροξενούσεν η είδησις συγκίνησιν μεγάλην. Διότι άλλοτε μεν εφαίνετο να λυπήται, άλλοτε να θυμώνη, πολλάκις να δυσπιστή, έπειτα να εκπλήττεται. Τέλος εγέλασε και μας είπε: “Η επιθυμία μου είναι να σας ανακοινώσω αμέσως την είδησιν που ήλθε και μου έφερεν·
αλλά διστάζω, επειδή ήκουσα κάποτε τον Θαλήν να λέγη ότι πρέπει τα μεν πιθανά να τα λέγωμεν, να παρασιωπώμεν όμως τα ανεξήγητα”.
Ο Βίας τότε επενέβη: “Αλλ' ο Θαλής είπε και τούτο επίσης το σοφόν απόφθεγμα: ότι δηλαδή πρέπει τους εχθρούς μεν να μη πιστεύη κανείς και εις τα πιστευτά ακόμη, εις δε τους φίλους να έχη εμπιστοσύνην και διά τα απίστευτα153. Εχθρούς εχαρακτήριζε, φαντάζομαι, τους κακούς και ανόητους, φίλους δε τους τιμίους και φρονίμους ανθρώπους”. “Λοιπόν” είπεν ο Περίανδρος “πρέπει, Γόργε, να τα διηγηθής εις επήκοον όλων, ή μάλλον να τραγουδήσης τους νέους αυτούς διθυράμβους154, απαγγέλλων εκ νέου με τόνον δυνατώτερον την είδησιν που ήλθες και μας έφερες”.


Albrecht Dürer
18. Διηγήθη λοιπόν ο Γόργος το εξής: “Αφού ετελείωσεν η θυσία εις τρεις ημέρας,
την τελευταίαν εγίνετο παννυχίς και χορός και διασκέδασις κοντά εις την παραλίαν. Η σελήνη έλαμπεν επάνω από την θάλασσαν και, ενώ δεν υπήρχε πνοή αέρος αλλ' ήτο ησυχία και γαλήνη, εφαίνετο κάποια φρικίασις της θαλάσσης να καταβαίνη από μακράν προς το ακρωτήριον και συμπαρέσυρε με το πλατάγισμα του κύματος αφρόν με θόρυβον πολύν, ώστε όλοι εξεπλάγημεν και ετρέξαμεν προς το μέρος, όπου θα προσήγγιζεν εις την ξηράν. Πριν δε να εννοήσωμεν καλά τί ήτο το πράγμα που εφέρετο με ταχύτητα, εθεάθησαν (σ. 86) δελφίνια, άλλα μεν μαζευμένα να το περικυκλώνουν, αλλά δε να προηγούνται σαν οδηγοί προς το ομαλώτατον μέρος της παραλίας και άλλα να ακολουθούν απ' οπίσω σαν ακολουθία.




Εις το μέσον δε εξείχεν από την επιφάνειαν της θαλάσσης ένας όγκος ασαφής και απροσδιόριστος σώματος εποχουμένου, έως ότου, αφού συνεκεντρώθησαν εις το ίδιον σημείον, βοηθούντα όλα μαζί, έφεραν έξω και απέθεσαν εις την ξηράν έναν άνθρωπον ζωντανόν και κινούμενον· αυτά δε εγύρισαν πάλιν οπίσω προς το ακρωτήριον και με ισχυρότερα από πριν πηδήματα απεμακρύνθησαν, παίζοντα και σκιρτώντα από ευχαρίστησιν, καθώς εφαίνετο. Πολλοί από ημάς” εξηκολούθησεν ο Γόργος, “ετρόμαξαν και έφυγαν μακράν της θαλάσσης, ολίγοι όμως μαζί μου ετόλμησαν να πλησιάσουν και τότε ανεγνώρισαν τον κιθαρωδόν Αρίονα, ο όποιος και
ο ίδιος επρόφερε το όνομά του και από την ενδυμασίαν έγινε φανερός· διότι παρουσιάσθη φορών την πολυτελή στολήν, που μετεχειρίζετο εις τους αγώνας, όταν έπαιζε την κιθάραν155.

                                  
Τον μετεφέραμεν λοιπόν εις μίαν σκηνήν, και επειδή δεν είχε πάθει τίποτε κακόν, αλλ' ήτο μόνον εξηντλημένος και κουρασμένος από την ταχύτητα και την βοήν της φοράς, ηκούσαμεν αμέσως μίαν διήγησιν απίστευτον δι' όλον τον κόσμον εκτός από ημάς που είδαμεν το τέλος της.



Έλεγε δηλαδή ο Αρίων ότι είχεν αποφασίσει προ πολλού να αναχώρηση από την Ιταλίαν, όταν δε του έγραψεν ο Περίανδρος, ενισχύθη εις την απόφασίν του αυτήν περισσότερον και όταν παρουσιάσθη ένα εμπορικόν πλοίον από την Κόρινθον, εμβήκε μέσα και απέπλευσεν αμέσως. Τρεις ημέρας εταξίδευσαν με ελαφρόν άνεμον, και τότε αντελήφθη

ότι οι ναύται εσκόπευαν να τον σκοτώσουν, επληροφορήθη δε και κατόπιν από κρυφόν μήνυμα του πλοιάρχου, ότι είχαν αποφασίσει να το κάμουν εκείνην την νύκτα. Εκεί λοιπόν που δεν είχε από πουθενά βοήθειαν και ευρίσκετο εις αμηχανίαν, (σ. 88) του ήλθε μία θεία έμπνευσις να στολίση το σώμα του και να περιβληθή ζωντανός ακόμη ως σάβανόν του την πολυτελή στολήν, που εφορούσεν εις τους μουσικούς αγώνας, να αποχαιρετίση δε με
τραγούδι την ζωήν του και να μη φανή εις τούτο κατώτερος των κύκνων κατά την γενναιοψυχίαν156. Αφού λοιπόν είχεν ενδυθή και προανήγγειλεν ότι επιθυμεί να ψάλη τον Πυθικόν νόμον157 διά την σωτηρίαν κατά τον πλουν και την ιδικήν 

του και του πλοίου και των επιβαινόντων, εστάθη εις το προτείχισμα της πρύμνης και, αφού προανέκρουσε με την κιθάραν μίαν επίκλησιν των θεών της θαλάσσης, έψαλε την ωδήν. Επλησίαζεν εις το μέσον περίπου του άσματος, όταν o ήλιος έδυεν εις την θάλασσαν και ήρχισε να εμφανίζεται από μακράν h Πελοπόννησος. Οι ναύται τότε δεν επερίμεναν πλέον την νύκτα, αλλά προέβαινoν εiς τον φόνον. Όταν πλέον εκείνος είδε γυμνά τα ξίφη καi τον πλοίαρχον να σκεπάζη το πρόσωπον του, ανεπήδησε και ερρίφθη εις την θάλασσαν όσον το δυνατόν μακρύτερ' από το πλοίον. Πριν δε να βυθισθή ολόκληρον το σώμα του, έσπευσαν δελφίνια αποκάτω και τον ανεσήκωσαν. Εις την αρχήν τον κατέλαβεν απορία και αγωνία και ταραχή. Επειδή όμως επωχείτο με άνεσιν και έβλεπε να συναθροίζωνται
τα δελφίνια γύρω του με συμπάθειαν και με την σειράν του να διαδέχεται το ένα μετά το άλλο το έργον, ως υπηρεσίαν υποχρεωτικήν και κοινήν δι' όλα,συνάμα δε το πλοίον, που έμεινεν οπίσω πολύ μακράν, του παρείχεν αντίληψιν της ταχύτητας, τότε τον κατέλαβεν, είπεν, όχι τόσον φόβος απέναντι του θανάτου ούτε πόθος της ζωής, όσον κάποια φιλοδοξία διά την (σ. 90) σωτηρίαν του, ώστε να αναδειχθή άνθρωπος αγαπητός εις τους θεούς και να αποκτήση δόξαν βεβαιωμένην απ' αυτούς. Συγχρόνως δε,επειδή έβλεπε τον ουρανόν γεμάτον από άστρα και την σελήνην να ανατέλλη φεγγοβόλος και καθαρά158
και την θάλασσαν να απλώνεται ακύμαντος παντού, σαν δρόμος που σχίζεται και ανοίγει εις το τρέξιμον, εσυλλογιζετο μόνος του ότι δεν είναι ένας ο οφθαλμός της Δίκης159, αλλά με όλα αυτά τ' αστέρια επιβλέπει ο Θεός όσα γύρω συμβαίνουν και εις την ξηράν και εις την θάλασσαν. Με τας σκέψεις αυτάς, είπε, το σώμα του, που εκουράζετο και εβάρυνεν, ανεκουφίζετο. Τέλος, όταν τα δελφίνια παρέκαμψαν ωραία και με προσοχήν το ακρωτήριον, που ευρήκαν εμπρός των απότομον και υψηλόν, και
κολυμβώντα σύρριζα με την ξηράν τον ωδηγούσαν με τρόπον ασφαλή όπως το σκάφος εις τον λιμένα,
αντελήφθη τότε πλήρως, ότι η μεταφορά του έγινε με την οδηγίαν κάποιου θεού.


Μετά την αφήγησιν αυτήν του Αρίονος” εξηκολούθησεν ο Γόργός “τον ηρώτησα, πού νομίζει ότι θα προσεγγίση το πλοίον. Εκείνος δε είπεν: “Εις την Κόρινθον εξάπαντος. Αλλά θα καθυστερήση πολύ· διότι αυτός, όταν έπεσε το βράδυ εις την θάλασσαν, έχει την εντύπωσιν ότι μετεκομίσθη εις απόστασιν όχι ολιγωτέραν από πεντακόσια στάδια160, και αμέσως έγινε γαλήνη161. Αλλ' όμως αυτός” είπεν ο Γόργος “έμαθε το όνομα του εφοπλιστού και του πλοιάρχου και το σήμα του πλοίου162, και έστειλε πλοία και στρατιώτας εις τα αγκυροβόλια, διά να παραφυλάξουν. Τον δε Αρίονα φέρει μαζί του κρυμμένον, διά να μη μάθουν (σ. 92) από πριν οι ναύται την διάσωσίν του και διαφύγουν. Φαίνεται λοιπόν το περιστατικόν να έγινεν αληθινά κατά θείαν σύμπτωσιν διότι, μόλις ήλθαν εδώ, έμαθαν ότι οι στρατιώται έχουν κατάσχει το πλοίον και ότι έχουν συλληφθή οι έμποροι και οι ναύται”.19. Ο Περίανδρος τότε διέταξε τον Γόργον να σηκωθή αμέσως και να θέση τους ναύτας υπό φρούρησιν, ώστε κανείς να μη τους πλησιάση, μήτε να τους είπη ότι ο Αρίων έχει σωθή













G.Moreau










152. Εις τους αγώνας και τας εορτάς αι πόλεις έστελλον προς συμμετοχήν ιδιαιτέρους αντιπροσώπους· η αποστολή αυτή ελέγετο θεωρία. Εδώ θεωρία είναι η εορταστική πομπή. 153. Πρβλ. το του συγγραφέως προς Δημόνικον 22: "Προσήκειν ἡγοῦ τοῖς πονηροῖς ἀπιστεῖν, ὥσπερ τοῖς χρηστοῖς πιστεύειν".
154. Ο διθύραμβος ήτο είδος ποιήματος, το οποίον εψάλλετο προς τιμήν του θεού Διονύσου, ενίοτε δε και του Απόλλωνος, γύρω εις τον βωμόν, συνωδεύετο δε και με χορόν. Το περιεχόμενον του ήτο λυρικόν και θρησκευτικόν. Βραδύτερον ανεπτύχθη εις ιδιαίτερον είδος ποιήσεως. Πρβλ. διά λεπτομερείας Αριστοτέλους Ποιητικήν εκδ. Ι. Συκουτρή σ. 13,4.
155. Οι κιθαρωδοί έφεραν ιδιαιτέραν χρυσοποίκιλτον ενδυμασίαν με ποδήρη χιτώνα και στέφανον, διότι εθεωρούντο ότι ετέλουν θείον λειτούργημα — ακριβώς όπως τα άμφια των ιερέων σήμερον.
156. Οι κύκνοι, κατά την γνωστήν παράδοσιν, ψάλλουν ωραιότατα; προ του θανάτου των, εξ ου το κύκνειον άσμα. Ο Πλούταρχος περιγράφων την απάθειαν του Αρίονος προ του θανάτου μιμείται τον Πλάτωνα εις την περιγραφήν του θανάτου του Σωκράτους (Φαίδων 84e), ο οποίος ακριβώς μεταχειρίζεται την ιδίαν σύγκρισιν με τους κύκνους.
157. Νόμος εις την αρχαίαν μουσικήν ήτο μελωδικός και ρυθμικός τρόπος ή ωδή, την οποίαν συνώδευε κιθάρα· ελέγετο δε τότε κιθαρωδικός νόμος. Πυθικός νόμος ήτο ωδή με συνοδείαν κιθάρας, η οποία εψάλλετο εις τους Πυθικούς αγώνας και είχεν ως θέμα την πάλην του Απόλλωνος με τον δράκοντα Πύθωνα και την νίκην του θεού, διά την οποίαν έλαβε το όνομα Πύθιος. Περί των νόμων ίδε Αριστοτέλους Ποιητικήν έκδ. Ι. Συκουτρή σ. 14, 1.
158. Ο Πλούταρχος διηγείται εδώ με ζωηρά χρώματα και ποιητικάς εξάρσεις την διάσωσιν του Αρίονος, σαν να ήθελε να συναγωνισθή τον Ηρόδοτον (1,24), εις τον οποίον οφείλεται η πρώτη και αρχαιοτέρα περιγραφή του αυτού μυθικού γεγονότος.
159. Κατά τον γνωστόν στίχον: "Ἔστι Δίκης ὀφθαλμός, ὃς τὰ πάνθ' ὁρᾷ".
160. Το στάδιον ως μέτρον μήκους είχεν 600 πόδας (185 μέτρα).
161. Έτσι δεν ημπορούσε να κινηθή γρήγορα το πλοίον χωρίς άνεμον.
162. Παράσημον ελέγετο η ξυλόγλυπτος μορφή, που εστόλιζε την πρώραν των πλοίων και έδιδε πολλάκις τ' όνομά της εις αυτά — όπως συνέβαινε και με τα πλοία των Ελλήνων κατά την Επανάστασιν.

Απόδοση στη Ν.Ελληνική και σχόλια Εμμανουήλ Δαυίδ



















Εκτός από τον μουσικό Αρίωνα στη μυθολογία μας αναφέρεται και ο Αρίωνας ίππος ή Αρείωνας.
 Μυθικός ίππος (άλογο) με μαύρη ή ξανθή χαίτη που φημίζοταν ως ταχύτερος του ανέμου. Ο ίππος αυτός είχε το ένα από τα πόδια του ανθρώπινο και ενίοτε φωνή ανθρώπου. Κατά τις μυθολογικές παραδόσεις φέρεται ως γιος του Ποσειδώνα, και της Δήμητρας ή Ερινύας. Η θεά Δήμητρα, λυπημένη από την απώλεια της Περσεφόνης και προσπαθώντας να ξεφύγει από την ερωτική προσέγγιση του Ποσειδώνα, μεταμορφώθηκε σε φοράδα. Ο Ποσειδώνας, καταλαβαίνοντας την μεταμόρφωσή της, πήρε τη μορφή επιβήτορα και κατόρθωσε να ξευγαρώσει μαζί της. Εκτός από τον Αρίωνα, από τούτη την ένωση γεννήθηκε και μία κόρη, πιθανώς η νύμφη Δέσποινα, που αποκαλυπτόταν μόνον στους μυημένους των Ελευσινίων.

Κατ΄ άλλη εκδοχή ο Αρίων ήταν γιος του Ζέφυρου και μίας από τις Άρπυιες και ανατράφηκε από τις Νηρηΐδες Νύμφες. Ως τόπος γέννησής του θεωρούνταν η Θέλπουσα της Αρκαδίας που απεικονίζεται σε νομίσματα και αγγεία της πόλης αυτής. Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση γεννήθηκε στην Αττική, τη στιγμή που ο Ποσειδώνας κτυπούσε το βράχο με την τρίαινά του.

Τον Αρίωνα ίππο χρησιμοποίησε πρώτος ο Ποσειδώνας τον οποίο αργότερα δώρησε στον μυθικό ήρωα της Αλιάρτου τον Κοπρέα. Ο Κοπρέας με τη σειρά του τον δώρησε στον Ηρακλή που τον χρησιμοποίησε σε ιπποδρομίες στις Παγασσές όπου εκεί νίκησε τον Κύκνο. Άλλη εκδοχή αναφέρει ότι ο Αρίωνας ίππος ανήκε στον Αρκάδα Όγκο απ' όπου τον παρέλαβε ο Ηρακλής, όταν πολεμούσε εναντίον των Ηλείων. Τέλος από τον Ηρακλή τον παρέλαβε ο Άδραστος που χάρις στη ταχύτητά του σώθηκε κατά την εκστρατεία των Επτά κατά των Θηβών φέρνοντάς τον πίσω στην Αθήνα.

Ο μυθικός Αρίωνας ίππος στην Ελληνική μυθολογία αποτέλεσε την ιδεατή ανθρώπινη ανάγκη αλλά και την αξία της γρήγορης λήθης επί παντός οδυνηρού συμβάντος, προκειμένου ο άνθρωπος να συνεχίζει να είναι δημιουργικός.(Βικιπαίδεια)

                                              






















































  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου