Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΑ



Ἡ δεισιδαιμονία 1 φαίνεται ὅτι εἶναι φόβος πρὸς τὸ θεῖον. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι ὁ δεισιδαίμων. Κατὰ τὴν ἑορτὴν τῶν Χοῶν 2, ἀφοῦ νίψῃ καλὰ τὰς χεῖρας καὶ ραντίσῃ ὅλον τὸ σῶμα, ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ ἱερὸν κρατώντας φύλλα δάφνης 3 εἰς τὸ στόμα του καὶ ἔτσι περιφέρεται ὅλην τὴν ἡμέραν.— Ἂν γάτα διακόψῃ τὸν δρόμον του, δὲν προχωρεῖ πρὶν διαβῇ ἄλλος κανεὶς ἢ ρίψῃ τρεῖς πέτρας ὑπεράνω τοῦ μέρους, ὅπου ἐπέρασε ἡ γάτα.— Ἂν εἰς τὸ σπίτι του παρατηρήσῃ φίδι, ἐὰν μὲν τοῦτο εἶναι παρείας 4, ἐπικαλεῖται τὸν Σαβάζιον 5, ἐὰν δὲ εἶναι ἀπὸ τὰ λεγόμενα ἱερὰ φίδια, κτίζει εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο ναΐσκον.— Ὅταν περνᾶ ἐμπρὸς ἀπὸ τὰς ἀλειμμένας πέτρας 6 τῶν τριόδων, χύνει ἐπάνω λᾷδι μὲ τὸ ἐλαιοδοχεῖον του, γονατίζει καὶ ἀφοῦ προσκυνήσῃ ἀναχωρεῖ.— Ἂν ποντικὸς 7 τρυπήσῃ σάκκον τοῦ ἀλεύρου, πηγαίνει εἰς τὸν ἐξηγητὴν8 καὶ τὸν ἐρωτᾶ τί πρέπει νὰ κάμῃ· καὶ ἂν ἐκεῖνος ἀποκριθῇ, ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ τὸν σάκκον εἰς τὸν δερματορράφον νὰ τὸν μπαλώσῃ, δὲν δίδει προσοχὴν εἰς τοὺς λόγους του, ἀλλὰ τὸν ἀφήνει καὶ πηγαίνει νὰ προσφέρῃ θυσίαν πρὸς ἐξαγνισμόν.— Εἶναι δε ἱκανὸς νὰ κάνῃ συχνὰ καθαρμοὺς εἰς τὸ σπίτι μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι εἰσώρμησεν ἐκεῖ ἡ Ἑκάτη 9.— Ἂν εἰς τὸν δρόμον του φωνάζουν γλαῦκες, ταράσσεται καὶ δὲν προχωρεῖ πρὶν νὰ ψιθυρίσῃ ‘ἡ Ἀθηνᾶ εἶναι ἀνωτέρα’.— Ἀποφεύγει νὰ πατήσῃ τάφον ἢ νὰ πλησιάσῃ νεκρὸν ἢ λεχώ 10, διότι εἶναι, λέγει, συμφέρον νὰ μὴ μολύνεται.— Κάθε τετάρτην καὶ εἰκοστὴν τετάρτην τοῦ μηνός 11, ἀφοῦ διατάξῃ εἰς τὸ σπίτι του νὰ θερμάνουν κρασί, ἐξέρχεται καὶ ἀγοράζει κλάδους μυρσίνης, λιβανωτόν, πλακούντια, ἔπειτα ἐπιστρέφει καὶ περνᾷ ὅλην τὴν ἡμέραν στεφανώνοντας τοὺς Ἑρμαφροδίτους 12.— Ἂν ἴδῃ ὄνειρον ἔρχεται εἰς τοὺς ὀνειροκρίτας,τοὺς μάντεις, τοὺς οἰωνοσκόπους, διὰ νὰ ἐρωτήσῃ εἰς ποῖον θεὸν ἢ ποίαν θεὰν πρέπει νὰ προσευχηθῇ.— Κάθε μῆνα πηγαίνει εἰς τοὺς ἱερεῖς τοῦ Ὀρφέως 13, διὰ νὰ ἀνανεώσῃ τὴν μύησιν του μαζὶ μὲ τὴν γυναῖκά του (ἂν δὲ αὐτὴ δὲν εὐκαιρῇ, μὲ τὴν τροφὸν) καὶ τὰ τέκνα του.—Φαίνεται δὲ ὅτι εἶναι καὶ ἕνας ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ φροντίζουν νὰ ραντίζωνται συχνὰ πρὸς καθαρμὸν εἰς τὴν ὄχθην τῆς θαλάσσης14.— Ἂν ἴδῃ κάποιον στεφανωμένον μὲ σκόροδα15, ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ βλέπει κανεὶς εἰς τὰς τριόδους, ἐπιστρέφει εἰς τὸ σπίτι του, λούεται ‘ἀπὸ τὴ κορφὴ ὡς τὰ νύχια’ καὶ ἀφοῦ προσκαλέσῃ ἱερείας διατάσσει νὰ τὸν ἀπολυμάνουν μέ σκυλοκρόμμυδο16 καὶ μὲ τὸ πτῶμα σκυλακίου περιφέροντας αὐτὸ τρεῖς φορὰς γύρω του.—Ὅταν ἴδῃ τρελλὸν ἢ ἐπιληπτικόν, ἀνατριχιάζει καὶ πτύει τρεῖς φορὰς εἰς τὸν κόλπον του.

                                                          *********************************************

  1. Κατὰ τοὺς Ἀριστοτελικοὺς μεταξὺ ἀθεΐας καὶ δεισιδαιμονίας (ὡς κακιῶν) μεσότης (ὡς ἀρετὴ) ἦτο ἡ εὐσέβεια. Περὶ δεισιδαιμονίας ἔγραψε καὶ ὁ Πλούταρχος καὶ ὁρίζει αὐτὴν ὡς ‘δόξαν ἐμπαθῆ καὶ δέους ποιητικὴν ὑπόληψιν ἐκταπεινοῦντος καὶ συντρίβοντος τὸν ἄνθρωπον, οἰόμενον μὲν εἶναι θεοὺς, εἶναι δὲ λυπηροὺς καὶ βλαβερους’. Φαίνεται ὅτι καὶ ὁ χαρακτὴρ οὗτος εἰσήχθη εἰς τὴν Κωμῳδίαν· ἓν ἔργον τοῦ Μενάνδρου, τοῦ ὁποίου ἀποσπάσματα σώζονται, φέρει τὸν τίτλον Δεισιδαίμων.
       2. Κατὰ τὴν ἑορτὴν τῶν Χοῶν, δευτέραν ἡμέραν τῶν Ἀνθεστηρίων, ἐγίνοντο σπονδαὶ ὑπὲρ τῶν νεκρῶν· ἐθεωρεῖτο λοιπόν ἡμέρα ἀποφράς.
       3. Ἡ δάφνη, ἀφιερωμένη εἰς τὸν Ἀπόλλωνα, ἐθεωρεῖτο ὡς μέσον πρὸς ἀποτροπὴν κακοῦ διὰ τοῦτο ἐρραντίζοντο μὲ κλάδον δάφνης, τὸν ὁποῖον ἐβύθιζον εἰς ἀγγεῖον ὕδατος ποὺ εὑρίσκετο πρὸ τοῦ ναοῦ καὶ ὅπου προηγουμένως εἶχον σβήσῃ δαυλὸν ἀναμμένον ἀπὸ τὸν βωμόν.
       4. Ὁ παρείας ἦτο ὄφις ἀβλαβής, ἱερὸς τοῦ Ἀσκληπιοῦ, καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα, ὡς λέγει ὁ Αἰλιανὸς (περὶ ζῴων ἰδιότητος 8,12) ἀπὸ τὸ πλατὺ στόμα του· οἱ δὲ ἱεροὶ λεγόμενοι ὄφεις ἦσαν μικροὶ καὶ δηλητηριώδεις· ἐνίοτε ὁ ὄφις ἐνομίζετο καὶ καλὸς οἰωνός· εὑρισκόμενος εἰς ναὸν ἢ ἄλλο κτίριον ἐθεωρεῖτο φύλαξ καὶ προστάτης αὐτοῦ, ὡς ὁ ἱερὸς ὄφις τῆς Ἀθηνᾶς εἰς τὸν Παρθενῶνα. Καὶ σήμερον ὁ λαὸς τοιοῦτον ὄφιν θεωρεῖ φύλακα τοῦ σπιτιοῦ.
       5. Ὁ Σαβάζιος ἦτο θεότης Ἀσιατική, τῆς ὁποίας ἡ λατρεία εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐταυτίσθη μὲ τὴν λατρείαν τοῦ Διονύσου καὶ ἐτιμᾶτο, ἰδίως ὑπὸ γυναικῶν μὲ νυκτερινὰς τελετάς.
       6. Πρὸς τιμὴν τῆς Ἑκάτης οἱ ἀρχαῖοι ἔστηναν λίθους εἰς τὰς τριόδους, τοὺς ἤλειφον μὲ λᾷδι, τοὺς ἐστόλιζον μὲ στεφάνους καὶ τοὺς ἐπροσκύνουν· ‘οἱ αὐτοὶ πᾶν ξύλον καὶ πάντα λίθον, τὸν δὴ λεγόμενον λιπαρόν, προσκυνοῦσι’ (Κλήμης Ἀλεξανδρ. Στρωματεῖς βιβλ. 7, 4, 24).
       7. Ἐὰν ποντικὸς διετρύπα σάκκον, ἐθεωρεῖτο κακὸς οἰωνός. Χαριέστατον εἶναι τὸ λεγόμενον περὶ τοῦ Βίωνος ποὺ εἰς μίαν τοιαύτην περίπτωσιν σκώπτων τὸν δεισιδαίμονα εἶπε· ‘δὲν εἶναι παράδοξον ὅτι ὁ ποντικὸς ἐτρύπησε τὸν σάκκον τὸ παράδοξον θὰ ἦτο, ἂν ὁ σάκκος ἐτρύπα τὸν ποντικόν’.
       8. Ἐξηγηταὶ ἐλέγοντο οἱ γνῶσται τοῦ ἱεροῦ δικαίου καὶ φροντίζοντες διὰ τὸν καθαρμὸν τοῦ φόνου καὶ ἄλλων ἐγκλημάτων. Τὴν ἀρχὴν ταύτην εἶχον κατ’ ἀρχὰς οἱ εὐπατρίδαι, κατόπιν ἐδόθη εἰς τρεῖς ἄνδρας ὀνομαζομένους πυθοχρήστους, διότι ὑπεδεικνύοντο ὑπὸ τοῦ Πυθίου Ἀπόλλωνος.
       9. Εἰσβολὴ ἡ ἐπιδρομὴ τῆς Ἑκάτης ἐλέγετο ἡ ὀλεθρία ἐπίδρασις, τὴν ὁποίαν ἐπίστευον ὅτι ἐξήσκει ἡ Σελήνη· διότι ἡ Ἑκάτη ἐλατρεύετο ὑπὸ τρεῖς μορφάς, δηλ. ὡς Σελήνη, ὡς Ἄρτεμις καὶ ὡς Περσεφόνη. Κατὰ πᾶσαν νέαν Σελήνην οἱ πλούσιοι Ἀθηναῖοι ἐπρόσφεραν ὡς θυσίαν διάφορα φαγητά, τὰ ὁποῖα ἔθετον εἰς τὰς τριόδους τὴν νύκτα, ἐλάμβανον δὲ αὐτὰ οἱ πτωχοί· ἦσαν τὰ λεγόμενα δεῖπνα Ἑκάτης.
       10. Αἱ δεισιδαιμονίαι αὐταὶ ὑπάρχουν καὶ σήμερον ἀκόμη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
       11. Ἡ 4η καὶ ἡ 24η τῶν μηνῶν ἐλογίζοντο ἀποφράδες ἡμέραι.
       12. Ἑρμαφρόδιτοι ἦσαν ἀνδριάντες τοῦ Ἑρμοῦ καὶ τῆς Ἀφροδίτης.
       13. Ὁ Ὀρφεὺς ἀοιδὸς καὶ φιλόσοφος ἐκ Θρᾴκης εἰσήγαγεν εἰς τὴν Ἑλλάδα θρησκευτικὰς τελετὰς καὶ τὰ Ἐλευσίνια Μυστήρια. Οἱ ὀπαδοί του, ἱερεῖς καὶ μύσται τῶν τελετῶν τούτων, ἐλέγοντο Ὁρφεοτελεσταί. Αἱ γυναῖκες ἐγίνοντο δεκταὶ εἰς τὰ Ὀρφικά, τὰ Ἐλευσίνια Μυστήρια καὶ τὰς τελετὰς τοῦ Σαβαζίου.
       14. Τὸ θαλάσσιον ὕδωρ ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων ἐθεωρεῖτο καθαρτικὸν παντὸς μολύσματος· “θάλασσα κλύζει πάντα τἀνθρώπων κακὰ” (Εὐρ. Ἰφιγ. ἐν Ταύρ. 1167.
       15. Τὰ σκόροδα λαμβανόμενα ἀπὸ τὰ δεῖπνα τῆς Ἑκάτης ἐθεωροῦντο μολυσμένα.
       16. Εἰς τὴν σκίλλην (σκυλοκρόμμυδο) ἀπέδιδον οἱ ἀρχαῖοι δύναμιν ἐξαγνιστικήν· “ἐκάθηρέ τέ με καὶ περιήγνιζε δᾳδὶ καὶ σκἰλλῃ καὶ ἄλλοις πλείοσι” (Λουκ. Ἐπισκοποῦντες). Τοιαύτην δύναμιν ἀπέδιδον καὶ εἰς κυνάριον, τὸ ὁποῖον ἐθυσίαζον καὶ ἔπειτα περιέφερον τρεῖς φορὰς τὸ πτῶμα του πέριξ ἐκείνου ποὺ ἤθελαν νὰ ἐξαγνίσουν τοῦτο ἐλέγετο περισκυλακισμός· “τῷ δὲ κυνὶ πάντες ὡς ἕπος εἰπεῖν Ἕλληνες ἐχρῶντο καὶ χρῶνταί γε μέχρι νῦν ἔνιοι σφαγίῳ πρὸς τοὺς καθαρμοὺς καὶ τῇ Ἑκάτη σκυλάκια μετὰ τῶν ἄλλων καθαρσίων ἐκφέρουσι καὶ περιμάττουσι σκυλακίοις τοὺς ἁγνισμοῦ δεομένους, περισκυλακισμὸν τὸ τοιοῦτο γένος τοῦ καθαρμοῦ καλοῦντες”. (Πλουτ. κεφαλ. καταγραφὴ § 68).
Απόδοση στην Ν.Ελληνική και σχολιασμός : Εμμανουήλ Δαυίδ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου