Σάββατο, 26 Ιουλίου 2014

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ - ΟΙ ΓΛΑΡΟΙ



Το νησάκι που βρίσκεται στα βορινά της Λέσβου, ανάμεσα Πέτρα και Μόλυβο, είναι γυμνό κι έρημο. Δεν έχει όνομα, κι οι ψαράδες που δουλεύουν σ’ εκείνες τις θάλασσες το λένε απλά έτσι: «Το νησί». Δεν έχει μήτε ένα δέντρο, εξόν από θάμνους. Τρία μίλια μακριά, τα βουνά της Λέσβου συνθέτουν μια ήμερη αρμονία από γραμμή, από κίνηση και χρώμα. Πλάι σ’ αυτή τη σπατάλη το γυμνό νησί με την αυστηρή γραμμή του φαίνεται ακόμα πιο έρημο. Σαν να το είχε ξεχάσει ο Θεός, όταν έχτιζε τις στεριές κι έκανε τις θάλασσες στις εφτά πρώτες μέρες του Κόσμου.
Μα από τούτη τη γυμνή λουρίδα της γης μπορείς να δεις, το καλοκαίρι, τον ήλιο να πέφτει μέσα στο ατέλειωτο πέλαγο. Τότε τα χρώματα βάφουν τα νερά κι ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σαν να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Όταν τα βράδια είναι πολύ καθαρά, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα απ’ το πέλαγο και σιγά πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που έρχεται. Αυτή την ώρα ο μπαρμπα-Δημήτρης, ο μοναχικός κάτοικος του έρημου νησιού, θα κάμει την τελευταία κίνηση που τον ενώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή: θ’ ανάψει το φως στο φάρο. Το φως θ’ αρχίσει ν’ ανάβει, να σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα αυστηρά, αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.

Ο γερο-φαροφύλακας τράβηξε τη βάρκα στον άμμο. Τη σιγούραρε καλά, μην τυχόν τη νύχτα γυρίσει ο καιρός και φουσκώσουν τα νερά. Την κοίταξε για τελευταία φορά, πριν πάρει το δρόμο για το φάρο.
— Λοιπόν, πάει κι αυτό το ταξίδι..., λέει σιγά.
Το λέει μονάχος του και σωπαίνει. Το ταξίδι αυτό, στην αντικρινή στεριά, γίνεται μια φορά το μήνα. Πηγαίνει για τις προμήθειές του, για το αλεύρι, το λάδι και για τα γεννήματα που του χρειάζονται. Στην αρχή, σε κάθε ταξίδι, έμενε όλη τη μέρα στο χωριό. Μιλούσε με παλιούς του φίλους, μάθαινε νέα για τη χώρα, για τον κόσμο, αν οι άνθρωποι ήταν σε πόλεμο για είχαν ειρήνη.
Ο τελωνοφύλακας του έδινε το μισθό του.
— Λοιπόν, και τον άλλο μήνα με το καλό, μπαρμπα-Δημήτρη.
Ο γέρος κουνούσε το κεφάλι του κι ευχαριστούσε. — Με το καλό, αν θα ‘χουμε ζωή, παιδί μου.
Τις άλλες ώρες, ώσπου να γυρίσει στο «νησί του», τις περνούσε ανεβαίνοντας στη μικρή Παναγιά, στο βράχο με τα εκατό σκαλιά, να κάμει την προσευχή του. Σταύρωνε τα χέρια του μπροστά στο παλιό εικόνισμα, χαμήλωνε το κεφάλι και προσευχόταν για τα δυο αγόρια του, που χάθηκαν στην καταστροφή της Ανατολής, για τους άλλους ανθρώπους, τελευταία για τον εαυτό του.
— Αν ζούνε, προστάτευέ τα, παρακαλούσε για τα παιδιά του. Φύλαγέ τα από θυμό κι από κακή ώρα. Φύλαγέ τα απ’ το μαχαίρι...
Μουρμούριζε τους χαιρετισμούς, ό,τι άλλο ήξερε από προσευχή, και τα γερασμένα πόδια του τρέμαν.
— Κι εμένα, καιρός πια είναι να ξεκουραστώ..., έλεγε και βούρκωναν τα μάτια του.
Κατέβαινε τα εκατό σκαλιά κάθε φορά με πιο αλαφρή καρδιά. Στο δρόμο στεκόταν και κοίταζε τα παιδάκια που παίζαν. Τον ξέραν όλα και σαν τον βλέπανε, βάζαν τις φωνές:
— Μπαρμπα-Δημήτρη! Μπαρμπα-Δημήτρη!
Τους αγόραζε φουντούκια και τους τα μοίραζε, κι εκείνα φωνάζαν χαρούμενα:
— Μην αργήσεις να ξανάρθεις, παππούλη! Μην αργήσεις!

Έτσι γινόταν σε κάθε ταξίδι κάθε φορά. Μα όσο τα χρόνια περνούσαν, τόσο ξεσυνήθιζε με τους ανθρώπους. Η ερημιά ολοένα τον κυρίευε, μέρα με τη μέρα, τον απορροφούσε, σαν να στάλαζε μες στην ύπαρξή του τη φοβερή της δύναμη. Σε κάθε ταξίδι λιγόστευε, όσο μπορούσε, τον καιρό που έπρεπε να μείνει στο χωριό για τις δουλειές του.
Έκοψε και το ανέβασμα στην εκκλησίτσα του βράχου.
— Συχώρεσέ με, γιατί πια δεν μπορώ, έλεγε στο Θεό, σαν να είχε κάμει αμαρτία. Παντού μπορώ να σε παρακαλώ, για να βλέπεις πόσο είμαι αδύναμος.
Κι όταν γύριζε στο νησί του, ύστερα από κάθε ταξίδι, έμενε πολύ αργά τη νύχτα, κάτω απ’ τα άστρα, να προσεύχεται.

Δε ρωτούσε πια νέα, τι γίνεται στον κόσμο. Δεν ήξερε τίποτα. Όλος ο κόσμος στένευε, μέρα με τη μέρα, γύρω στο έρημο νησί, κι έκλεινε με το βαθύ πέλαγο και με τα χρώματα, σαν έγερνε ο ήλιος.
Οι τελευταίοι σύντροφοι που άλλαζε πότε πότε καμιά κουβέντα μαζί τους ήταν ψαράδες που, σαν δεν τους έπαιρνε ο καιρός, άραζαν για λίγο στο νησί του. Μέναν εκεί στην ακρογιαλιά, όπου ερχόταν να σβήσει το κύμα, και λέγαν για τα βάσανά τους και για τη μοίρα τους. Πολλές φορές ξενυχτούσαν εκεί. Τότε, στις μακριές ώρες, ώσπου να χαράξει, όταν οι άλλες κουβέντες τέλειωναν, ερχόταν και η επίσημη ώρα για τα δυο παιδιά του.
— Ποιος το ξέρει..., του λέγαν οι ψαράδες. Μπορεί να ζούνε κι να ’ρθουν, μπαρμπα-Δημήτρη. Έτσι σαν τους γλάρους σου, που γύρισαν.
Δε μιλούσε, δε σάλευε, τα ήμερα μάτια του μένανε στυλωμένα στο βάθος της νύχτας.
— Ναι, μπαρμπα-Δημήτρη, σαν τους γλάρους σου. Έτσι μπορούν να γυρίσουν και να ’ρθουν. Μην απελπίζεσαι.
Οι ψαράδες τότε, μ’ αυτή την αφορμή, φέρναν την κουβέντα στους γλάρους του γέρου.
— Αλήθεια, του λέγανε, Πώς μπόρεσες να τους μερώσεις, μπαρμπα-Δημήτρη; Πουθενά δεν ακούστηκε να μερώνουν οι γλάροι...
— Έτσι είναι, παιδιά μου, μουρμούριζε αυτός. Όλα μερώνουν εδώ κάτου. Μοναχά ο άνθρωπος...
Τον ρωτούσαν να τους πει πάλι την ιστορία με τους γλάρους, μόλο που την ξέραν, όπως την ξέραν κι όλοι όσοι ζούσαν στην αντικρινή στεριά. Τα είχε βρει μικρά, μες στους βράχους, δυο γλαρόπουλα αμάλλιαγα ακόμα. Ήταν χειμώνας τότε, τα λυπήθηκε και τα κουβάλησε στο καλύβι του, πλάι στο φάρο. Τα κράτησε και τα μεγάλωσε, ταΐζοντάς τα μικρά ψάρια που έπιανε το δίχτυ του. Μια μέρα του ήρθε η ιδέα να τους βγάλει από ένα όνομα.
«Ε, λοιπόν, εσένα θα σε λέμε...»
Μες στις αναμνήσεις του, μες στην καρδιά του, κείνη την ήμερη ώρα τριγυρίζανε τα δυο παιδικά πρόσωπα, τον καιρό που ήταν πολύ μικρά και τα φώναζε.
«Λοιπόν..., εσένα να σε λέμε Βασιλάκη, είπε στο ένα πουλί. Κι εσένα να σε λέμε Αργύρη...»
Έτσι, από τότε άρχισε να τα φωνάζει με τα ονόματα των παιδιών του. Κι οι γλάροι σιγά σιγά τα συνηθίσανε.
Σαν μεγάλωσαν κι ήρθε η άνοιξη, ένα πρωί σκέφτηκε πως είναι αμαρτία να έχει σκλαβωμένα τα πουλιά. Αποφάσισε να τα λευτερώσει. Άνοιξε το μεγάλο καλαμένιο κλουβί κι έπιασε πρώτα το ένα πουλί. Το κράτησε μες στα δυο του χέρια, το χάιδεψε. Αισθανόταν την καρδιά του να είναι πολύ αλαφρή.
«Άιντε, λοιπόν, Βασίλη!» είπε στο πουλί και άνοιξε τα χέρια του, να το αφήσει να φύγει.
Το πουλί πέταξε, έφυγε.
Έβγαλε και το άλλο, το χάιδεψε σαν το πρώτο, το άφησε κι αυτό. Όλα ήταν ήμερα κείνη τη μέρα και η νύχτα που ήρθε ήταν ήμερη. Μονάχα που αισθανόταν να είναι ακόμα πιο έρημος.
Το ίδιο βράδυ είχε αποτραβηχτεί νωρίς, όταν άκουσε στο μικρό παράθυρο της καλύβας αλαφριά χτυπήματα. Πλησίασε και κοίταξε. Δεν το πίστευε. Πετούσε απ’ τη χαρά του, σαν να ήταν τα παιδιά του που γύριζαν.
Άνοιξε την πόρτα να μπουν μέσα οι γλάροι.
Από τότε αυτό γινόταν: τα πουλιά φεύγαν το πρωί, ταξιδεύανε ως τις αντικρινές στεριές της Ανατολής, ως πέρα στο Σίγρι, και τα βράδια γύριζαν. Έκαναν κοπάδι μαζί με άλλους γλάρους και πολλές φορές πετούσαν πάνω απ’ το ρημονήσι. Αν ήταν χαμηλά, ο γέρος μπορούσε να τους ξεχωρίσει απ’ τα σταχτιά σημάδια που είχαν κάτω απ’ τις φτερούγες. Σαν έβγαινε με τη βάρκα κι αυτοί τριγύριζαν εκεί σιμά, χαμήλωναν και τσίριζαν από πάνω του. Τους είχαν μάθει κι σι άλλοι ψαράδες στα μέρη εκείνα. Και σαν τους βλέπανε, φωνάζαν γελώντας:
— Ε, Βασίλη!... Ε, Αργύρη!...

Έτσι περνούσαν οι μέρες στο ρημονήσι. Η μια, η άλλη, αυτή που πέρασε, αυτή που θα ’ρθει. Μια αδιατάραχτη σειρά από μέρες και νύχτες, που δεν είχαν τίποτα να περιμένουν, άλλο απ’ το θάνατο.
Μια βραδιά του καλοκαιριού έγινε κάτι ασυνήθιστο. Οι γλάροι δε γύρισαν. Μήτε την άλλη μέρα φάνηκαν, μήτε την άλλη νύχτα.
— Μπορεί να ταξιδέψαν μακριά, συλλογίστηκε ο γέρος, για να ξεγελάσει την ανησυχία του.
Το άλλο πρωί, όπως συνήθιζε, κάθισε στο πεζούλι του φάρου. Κοίταξε το πέλαγο. Μια στιγμή του φάνηκε πως η θάλασσα αυλακωνόταν, κανένα μίλι μακριά, σαν να περνούσαν δελφίνια και παίζαν. Πολλές φορές έβλεπε στ’ ανοιχτά να περνούν δελφίνια. Τα παρακολουθούσε να γράφουν τις αργές κινήσεις τους όξω απ’ το νερό, πάλι να πέφτουν.
— Δελφίνια θα είναι και τώρα.
Μα σε λίγο είδε καθαρά πως δεν ήταν.
— Άνθρωποι είναι! είπε ξαφνιασμένος.
Κατέβηκε στο ακρογιάλι και περίμενε. Σε λίγο ξεχώρισε πως ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Κολυμπούσαν πλάι πλάι, με αργές κινήσεις, γεμάτες βεβαιότητα. Και το μικρό κύμα έκλεινε πάνω στο αυλάκι που άφηναν.
Τι να θέλουν;
Δε θυμόταν άλλη φορά να είχαν έρθει κατά κει για κολύμπι άνθρωποι. Κι ύστερα, δε φαινόταν εκεί γύρω καμιά βάρκα, απ’ όπου να είχαν πέσει.
Σε λίγη ώρα είχαν φτάσει.
Τα δυο βρεμένα κορμιά τινάζουνται απ’ τη θάλασσα στ’ ακρογιάλι.
Το αγόρι κοιτάζει το κορίτσι μες στα μάτια και τεντώνει τα χέρια του ψηλά.
— Αχ! λέει παίρνοντας βαθιά ανάσα. Τι καλά που ήταν!
Το κορίτσι κάνει την ίδια κίνηση με τα χέρια. Πιο αργά:
— Τι καλά που ήταν!
Ύστερα τρέξαν προς το φαροφύλακα.
— Εσύ ‘σαι ο μπαρμπα-Δημήτρης; λέει το αγόρι.
— Εγώ είμαι, λέει με ταραχή. Μπας και σας έτυχε τίποτα;
— Α, μπα! βιάζεται να πει το αγόρι. Είπαμε χτες να κάνουμε αυτό το ταξίδι με τη φίλη μου, και να που ήρθαμε.
— Από πού; ρωτά ο γέρος με απορία. — Μα απ’ αντίκρυ, απ’ την Πέτρα.

Ο μπαρμπα-Δημήτρης δεν ξέρει τι να πει, μουρμουρίζει μονάχα πως δε θυμάται να του είχαν έρθει άλλη φορά ξένοι με τέτοιο ταξίδι.
Άρχισαν ν’ ανεβαίνουν προς το φάρο.
Περπατούσε πρώτος, τα παιδιά ακολουθούσαν. Δε θα ήταν το καθένα περισσότερο από δεκαοχτώ, δεκαεννιά χρονώ. Κι εκείνος βάδιζε μπρος, και τα χρόνια βάραιναν στους ώμους του, σαν να του ζητούσαν την ευθύνη, γιατί δεν τ’ άφηνε να ξεκουραστούν.
Κάθισαν στο πεζούλι του φάρου. Μπροστά τους το Αιγαίο ακύμαντο, ο ήλιος έτρεμε πάνω του.
— Από πού έρχεστε; ρώτησε ο γέρος.
— Σπουδάζουμε στην Αθήνα, είπε το κορίτσι. Εγώ σπουδάζω χημικός κι ο φίλος μου στο Πολυτεχνείο.
— Α, αλήθεια!... Μουρμουρίζει ο γέρος χωρίς να καταλαβαίνει.
— Έχεις πάει καμιά φορά στην Αθήνα, παππούλη; Ρωτά το κορίτσι.
— Όχι. Ποτές.
— Θα το ήθελες τώρα;
Η φωνή του είναι σιγανή, μόλις ακούεται:
— Όχι, παιδί μου. Τώρα είναι αργά.
— Θα είσαι πολύ μονάχος εδώ, παππούλη.
— Είμαι πολύ μοναχός, παιδί μου.
Σώπασαν. Πέρασε λίγη ώρα. Ψηλά πέρασε ένα κοπάδι γλάροι. Ο γέρος σηκώνεται και μπαίνει στο καλύβι να φέρει γλυκό. Απ’ το μικρό παράθυρο μπορεί να βλέπει τα δυο παιδιά, έτσι που είναι ξαπλωμένα. Στα κορμιά τους και στα πρόσωπά τους τρέμουν ακόμα στάλες απ’ τη θάλασσα. Ο ήλιος τα έχει ψήσει αλύπητα, είναι κει σαν δυο αγάλματα από μπρούντζο που τα ξέβρασε το πέλαγο — μια θεότητα της υγείας και μια θεότητα της νεότητας. Τα μαύρα μαλλιά του κοριτσιού πέφτουν πάνω στους ώμους του και στα μεγάλα μαύρα μάτια του σαλεύει βαθύ φως.
...Έτσι απλά και ήμερα είναι όλα στο ρημονήσι αυτή την ιερή ώρα. Έτσι ήμερα είναι και μες στην καρδιά του γέρου ανθρώπου. Είναι πλημμυρισμένος, τούτο το καλοκαιρινό πρωινό, είναι βουρκωμένος. Αυτή η απρόοπτη τρυφερότητα που ήρθε να ταράξει την ερημιά του, τα ακίνητα νερά...
— Παππούλη, να ‘ρθουμε κι εμείς μέσα; του φωνάζει απ’ έξω το κορίτσι.
— Έρχουμαι εγώ, έρχουμαι! Λέει ταραγμένος.
Τους έφερε γλυκό, αμύγδαλα, κρύο νερό.
— Δεν έχω τίποτα άλλο..., μουρμουρίζει, σαν να θέλει να τον συχωρέσουν.
— Κάθισε, κάθισε, παππούλη, — τον πιάνει το κορίτσι απ’ το χέρι να καθίσει πλάι του.
Κάθισε.
— Ελάτε και αύριο, τους λέει δειλά. Θα ψαρέψω για σας τη νύχτα. Αύριο φεύγουμε, απαντά το κορίτσι με λύπη. Κρίμα, τόσες μέρες που ήμαστε εδώ να μην ερχόμαστε! Είσαι πάντα έτσι έρημος, παππούλη;
— Πάντα, παιδί μου.
— Α. τώρα καταλαβαίνω τι ήταν οι γλάροι..., μουρμουρίζει το αγόρι.
— Ναι, παιδί μου, αυτό είναι. Η ερημιά.
— Θα πρέπει να τους συχωρέσεις, παππούλη, λέει πάλι το αγόρι σε λίγο. Αν ήξεραν, δε θα το έκαναν ποτέ.
Ο γέρος δεν καταλαβαίνει. Στέκει με απορία.
— Για ποιους λες, παιδί μου;
—Γι’ αυτούς που σκοτώσαν τους γλάρους σου λέω, μπαρμπα-Δημήτρη. Είναι φίλοι μας.
Καταλαβαίνει τα γόνατά του να τρέμουν, η καρδιά του χτυπά.
— Τους σκοτώσαν είπες;
— Α, δεν το ήξερες ακόμα;...
Το παιδί δαγκάνει τα χείλια του, μα είναι αργά. Του λέει την ιστορία: πως κυνηγούσαν, όλη η νεολαία, ύστερα κατεβήκαν στην ακρογιαλιά· οι δυο γλάροι χαμήλωσαν απ’ το άλλο κοπάδι, ο φίλος τους τράβηξε εκεί σιμά, γνώρισαν τις σταχτιές φτερούγες.
Ο γέρος ακούει, ακούει, — δεν είναι τίποτα, δυο γλάροι ήταν.
— Δεν ήξεραν, παππούλη..., λέει με θερμή φωνή το κορίτσι, συγκινημένο απ’ τη βουβή λύπη που βλέπει στο γερασμένο πρόσωπο. Δεν ήξεραν...
Κι εκείνος κουνά μόλις, αργά, το κεφάλι του, συγκατανεύοντας:
— Ναι, ναι, παιδί μου. Δε θα ξέραν...

Αρκετή ώρα πέρασε.
— Πρέπει να φύγουμε, λέει το αγόρι. Το κορίτσι σηκώνεται.
— Να φύγουμε.
Πηγαίνουν μπροστά, ο γέρος έρχεται λίγο πίσω τους. Φτάσαν στην ακρογιαλιά.
— Σε χαιρετούμε, παππούλη, λέει πρώτο το κορίτσι.
Πιάνει το χέρι του, σκύβει να το φιλήσει. Κι αυτός της χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά.
— Να σας βλογά ο Θεός, μουρμουρίζει συγκινημένος.
Έφυγαν. Παρακολουθεί πολλή ώρα το μικρό αυλάκι που κάνουν τα κορμιά τους στη θάλασσα. Ώσπου όλα σβήνουν απ’ τα μάτια του. Και το πέλαγο είναι πάντα έρημο Και ατελείωτο.
Νυχτώνει. Έχει καθίσει στο πεζούλι, σι ώρες περνούν. Όλα περνούν απ’ τα θολωμένα μάτια του: τα μικρά του τα χρόνια, τα παιδιά που μεγάλωσε και χάθηκαν, οι άνθρωποι που τον πικράνανε. Όλα περνούν κι όλα σβήνουν. Και τα δυο παιδιά κι ένα κοπάδι γλάροι που πετούν ψηλά. Δυο γλάροι έχουν σταχτιές φτερούγες. Κι αυτοί περνούν και χάνουνται. Δεν είναι πια να γυρίσει τίποτα. Έχει χαμηλώσει το κεφάλι και τα δάκρυα στάζουν στην ξερή γη. Από πάνω του το φως του φάρου ανάβει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα, αυστηρά και αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.
Πηγή: http://www.sarantakos.com/

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

ΑΜΑΖΟΝΕΣ, ΕΝΑΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ ΛΑΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΘΡΥΛΟΥ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ





Τί ήταν οι Αμαζόνες; Πρώτα -πρώτα , το ότι πρόκειται για φυλή ιστορική και όχι μυθολογική πρέπει να θεωρηθεί σίγουρο, γιατί την αναφέρουν πάρα πολλοί αρχαίοι συγγραφείς και με πάρα πολλές λεπτομέρειες:  ο Ησίοδος, ο Ελλάνικος, ο Απολλόδωρος, ο Φερεκύδης, είναι μερικοί μόνο απ΄αυτούς. Στην Ιλιάδα, ο ΄Ομηρος βάζει στο στόμα του βασιλιά της Τροίας Πρίαμου μιά αφήγηση σχετικά με κάποια πολεμική αναμέτρηση, όπου είχε πάρει μέρος κι ο ίδιος, των Φρυγών με τις "αντρομάχες Αμαζόνες" στις όχθες του ποταμού Σαγγάριου. ενώ, σε άλλη Ραψωδία, γράφει πως ο μυθικός ήρωας Βελλεροφόντης "σκότωσε τις αντρομάχες Αμαζόνες". Οπωσδήποτε όπως θα δούμε αμέσως, σε κάθε βήμα ο θρύλος μπλέκεται στα πόδια της πραγματικότητος, έτσι που τελικά κανείς δε μπόρεσε , ούτε και ποτέ θα μπορέσει, να πει με βεβαιότητα τί απ΄όσα τους χρεώνουν έπραξαν ή δεν έπραξαν αυτά τα , υπαρχτά πάντως, πρόσωπα.
Αμφισβητείται η προέλευση της λέξης Αμαζών. Κατά το Διόδωρο ονομάζονταν έτσι επειδή ήταν άμαζοι, δηλαδή χωρίς μαστούς. Μιά άλλη άποψη, λόγω της στενής σχέσης των Αμαζόνων όχι μόνο με τους ΄Ελληνες, αλλά και με τους Σκύθες, είναι πως η ονομασία προέρχεται από τις σκυθικές λέξεις αμ άζζον, που σημαίνουν δυνατή γυναίκα.
Οι Αμαζόνες δεν ανήκαν στην ελληνική φυλή και η παρουσία τους στο συγκεκριμένο κεφάλαιο αυτού του έργου, το αφιερωμένο στην  αρχαία Ελληνίδα, δικαιολογείται μόνο από τις στενότατες σχέσεις που απόχτησαν με την Ελλάδα, είτε σαν τρομεροί επιδρομείς που παραλίγο να κυριέψουν την Αθήνα και να εξολοθρέψουν τον πληθυσμό της, είτε σα γυναίκες ηρωίδες ερωτευμένες με ΄Ελληνες ήρωες. Πραγματικά, ο θρύλος των Αμαζόνων τόσο πολύ γοήτεψε τους ΄Ελληνες και τόσο τον έκαναν δικό τους, ώστε να τον μυρηκάζουν σε κάθε περίπτωση - στη μυθολογία τους, στην ποίησή τους, στην ιστορία τους- έτσι που η καταγωγή αυτού του λαού να έχει σχεδόν λησμονηθεί.
Οι πηγές συμφωνούν ότι τόπος καταγωγής των Αμαζόνων ήταν η Μικρά Ασία, κάπου στις νοτιοανατολικές ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Είχαν τη φήμη ακατάβλητων μαχητριών, που περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους έφιππες, που τρέφονταν με κυνήγι, που έκοβαν το δεξί τους στήθος για να μην τις εμποδίζει στην τοξοβολία και στην εκτόξευση του ακοντίου, που οπουδήποτε περνούσαν έσπερναν γύρω τους το θάνατο και την καταστροφή. Κατά το Διόδωρο το Σικελιώτη, οι Αμαζόνες "ανατρέφονταν για τον πόλεμο και ήταν υποχρεωμένες να υπηρετούν στο στρατό μιά καθορισμένη περίοδο που, όσο κρατούσε, έμεναν παρθένες. ενώ όταν τελείωναν τη στρατιωτική υπηρεσία δίνονταν στους άντρες για ν΄αποχτήσουν παιδιά, αλλά κρατούσαν στα χέρια τους τον έλεγχο όλων των δημόσιων υποθέσεων και οι άντρες περνούσαν σπιτική ζωή, όπως οι παντρεμένες στη δική μας κοινωνία.Οπωσδήποτε η παρουσία των συζύγων αυτών δεν εμποδίζει τον Πλούταρχο να σημειώνει πως οι Αμαζόνες ήταν από τη φύση τους φίλανδρες, κάτι που επιβεβαιώνεται (το "φίλανδρες" κι όχι το "από τη φύση τους") από τις ατομικές ή και ομαδικές ερωτικές τους περιπέτειες.
Μεταξύ θρύλου και πραγματικότητας, πρωτοβρίσκουμε  τις Αμαζόνες στην ελληνική μυθολογία, μαζί με τους μυθολογικούς ήρωες " Όταν μπει κανένας στην Αθήνα -σημειώνει ο γεωγράφος Παυσανίας-συναντάει το μνημείο της Αμαζόνας Αντιόπης. Ο Πίνδαρος λέει ότι την Αντιόπη απήγαγαν ο Πείριθος και΄ο Θησέας, ενώ ο Ηγίας από την Τροιζήνα αναφέρει γι΄αυτήν ότι ο Ηρακλής, όταν πολιορκούσε τη Θεμίσκυρα, κοντά στο Θερμώδοντα (αρχαίος ποταμός που περνούσε κοντά στη Χαιρώνεια της Βοιωτίας ) δε μπορούσε να την κυριέψει και τον τόπο του παράδωσε η Αντιόπη, επειδή αγάπησε το Θησέα-γιατί κι αυτός είχε εκστρατέψει μαζί με τον Ηρακλή. Αυτά αναφέρει ο Ηγίας. Οι Αθάνατοι πάλι λένε πως όταν ήρθαν οι Αμαζόνες, η Αντιόπη τοξεύτηκε από τη Μολδαπία, που κι εκείνη σκοτώθηκε από το Θησέα. Υπάρχει και της Μολδαπίας μνημείο στην Αθήνα".
Είναι φανερό πως γύρω απ΄αυτές τις παμπάλαιες ιστορίες, τις σκεπασμένες από την αχλύ του χρόνου, οι αρχαίοι συγγραφείς βρίσκονται σε σύγχυση. Ο Πλούταρχος, γράφοντας πολύ αργότερα και με βάση τα κείμενα των προγενέστερων, λέει ότι, την Αντιόπη είχε απαγάγει ο Θησέας σε μιά εκστρατεία του στον Εύξεινο Πόντο κι εκείνη τον ερωτεύτηκε κι έμεινε μαζί του. ΄Ομως οι συντρόφισσές της , μη μπορώντας ν΄αντέξουν στην ιδέα ότι μιά δική τους είχε ξελογιαστεί  μ΄έναν εχθρό, ξεκίνησαν να χτυπήσουν την Αθήνα και στο δρόμο τους ρήμαξαν τη Θεσσαλία, τη Βοιωτία και την Αττική. Κατά μία εκδοχή, επικεφαλής των εισβολέων Αμαζόνων ήταν η Ιππολύτη, αδερφή της "προδότριας" Αντιόπης. ΄Εγιναν μάχες σκληρότατες, γύρω και μέσα στην Αθήνα, και οι πολιορκημένοι πιέστηκαν τόσο πολύ, ώστε σε μιά στιγμή βρέθηκαν να κατέχουν μονάχα το χώρο της Ακρόπολης. Με πρωτοβουλία του Θησέα, η τελευταία μάχη δόθηκε το μήνα Βοηδρομιώνα και τελείωσε με συντριβή των Αμαζόνων που από κει και πέρα έσπειραν με τα δικά τους πτώματα όλη σχεδόν την Ελλάδα." Ο πόλεμος αυτός - σχολιάζει ο Πλούταρχος-φαίνεται πως δεν ήταν ασήμαντος, ούτε γυναικείος. Γιατί αυτές δε θα έστηναν το στρατόπεδό τους μέσα στην πόλη, ούτε θα έδιναν μάχες εκ του συστάδην στην Πνύκα και το Μουσείο, άν δεν είχαν κυριαρχήσει στην Αττική, ώστε να μπορούν να έρθουν στην πόλη χωρίς φόβο (...) Το ότι στρατοπέδεψαν σχεδόν μέσα στην πόλη το μαρτυρούν και τα τοπωνύμια και οι τάφοι των σκοτωμένων".

Tραυματισμένη  Αμαζόνα, ελληνικό άγαλμα του 480-323 π.Χ 


Ο δεύτερος λαός με τον οποίο οι Αμαζόνες συνδέθηκαν στενά ήταν οι Σκύθες, που τους περιγράφει ο Ηρόδοτος μνημονεύοντας και μιά εκδοχή για το τέλος της ιστορίας της γυναικείας αυτής πολεμικής φυλής. Μιά από τις σκυθικές φυλές, οι Σαυρομάτες-λέει - ήταν απόγονοι των Αμαζόνων εκείνων που είχαν αιχμαλωτίσει οι ΄Ελληνες όταν τις νίκησαν στο Θερμώδοντα. Οι νικητές φόρτωσαν τις αιχμάλωτες σε τρία πλοία και ξανοίχτηκαν στο πέλαγο, αλλά σε λίγο οι γυναίκες, μολονότι δέσμιες, κατάφεραν να εξοντώσουν τους φρουρούς τους και να κουρσέψουν τα πλοία. Επειδή δεν ήξεραν από θάλασσα όσο ήξεραν από πόλεμο ξηράς, τα πλοία έμειναν ακυβέρνητα και τελικά οι άνεμοι τα έριξαν στις ακτές της Σκυθίας, όπου οι Αμαζόνες αποβιβάστηκαν, έκλεψαν όσα κοπάδια αλόγων βρήκαν κι άρχισαν να λεηλατούν τον τόπο και να σκοτώνουν τους ανθρώπους. Οι Σκύθες αιφνιδιάστηκαν γιατί δεν τις είχαν ξανασυναντήσει και δεν ήξεραν ποιοί  ήταν κι από  πού είχαν έρθει αυτοί οι άγνωστοι εχθροί . Φυσικά τις περνούσαν για άντρες, μέχρι που κάποτε,  εξετάζοντας κάποιους από τους "πεσόντες" στο πεδίο της μάχης, διαπίστωσαν κατάπληχτοι πως ήταν "πεσούσαι".  Τότε (ασφαλώς επειδή έπασχαν από έλλειψη γυναικών , αλλ΄αυτό δεν το λέει ο Ηρόδοτος) αποφάσισαν να στείλουν κοντά στο τρατόπεδό τους μερικούς δικούς τους νέους, με σκοπό να τις σαγηνέψουν. Οι νέοι πράγματι στρατοπέδεψαν σε μικρή απόσταση απ΄αυτές, τις έπεισαν με τη στάση τους ότι είχαν πολύ φιλικές διαθέσεις κι όταν η πρώτη Αμαζόνα δέχτηκε να ενωθεί μ΄ένα Σκύθη, οι άλλες τη μιμήθηκαν και σε λίγο τα δυό στρατόπεδα είχαν γίνει ένα.
Στο σημείο αυτό ο Ηρόδοτος παραδέχεται έμμεσα πως οι γυναίκες  ήταν πολύ πιό έξυπνες από τους καινούργιους άρρενες φίλους τους , αφού " οι  Σκύθες δε μπορούσαν να μάθουν τη γλώσσα των Αμαζόνων, ενώ αυτές έμαθαν τα Σκυθικά" Πάντως όταν κατάφεραν να συννενοηθούν , οι Σκύθες τους πρότειναν να τους ακολουθήσουν στη  Σκυθία σα σύζυγοί τους, με την υπόσχεση ότι δε θα έπαιρναν άλλες γυναίκες, ενώ εκείνες , αντίθετα, τους πρότειναν να πάνε μαζί να ζήσουν αλλού. Δε θα μπορούσαν , τους είπαν, να συνηθίσουν τα σκυθικά ήθη, αφού "εμείς τοξεύουμε, ρίχνουμε ακόντιο, ιππεύουμε και δεν έχουμε μάθει γυναικείες δουλειές, ενώ οι γυναίκες σας δεν κάνουν τίποτ΄απ΄αυτά, κάνουν γυναικείες δουλειές". ΄Οπως ο καθένας θα μπορούσε να υποθέσει , η γνώμη των Αμαζόνων υπερίσχυσε και τα νέα ζευγάρια πορεύτηκαν προς τα βόρεια, όπου και τελικά, σε κάποιο σημείο εγκαταστάθηκαν . "Οι γυναίκες των Σαυροματών- καταλήγει την αφήγησή του ο Ηρόδοτος- έχουν τον ίδιο τρόπο ζωής με τις πρώτες εκείνες Αμαζόνες.Βγαίνουν καβάλα για κυνήγι, είτε με τους άντρες τους, είτε μόνες, πάνε στον πόλεμο και φοράνε τα ίδια ρούχα με τους άντρες τους."
Μετά την εξαφάνισή τους από τη μυθική κι από την ιστορική  σκηνή, οι Αμαζόνες δεν έπαψαν να ζουν στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων. Τις ξανασυναντάμε πολλούς αιώνες μετά τον Ηρόδοτο, στο έπος του Διγενή Ακρίτα, όπου ο θρυλικός αυτός ήρωας της μεσαιωνικής ελληνικής ποίησης, πορευόμενος προς τον Ευφράτη, συναντάει την Αμαζόνα Μαξιμώ. Το έπος την περιγράφει σα μιά καταπληχτική γυναίκα, που ο τύπος της συνδυάζει τη βυζαντινή παράδοση και την αραβική επίδραση με μιά έντονη θηλυκότητα: 

Εις φάραν επεκάθητο, μαύρην, γενναιοτάτην
εφόρει επιλώριον ολόσηρον, καστόριν,
φακεωλίτζην πράσινον, χρυσού ρεραντισμένον
σκουτάριν έχον αετού πτέρυγες γεγραμμένας,
κοντάριν αραβίτικον και σπάθιν εζωσμένη 
και ο χιτών της Μαξιμούς υπήρξεν αραχνώδης,
πάντα καθάπερ έσοπτρον ενέφαινε τα μέλη,
και τους μαστούς προκύπτουντας μικρόν άρτι 
των στέρνων.

Μονομάχησαν κι ο Διγενής υπερίσχυσε. Οπότε η Μαξιμώ, νικημένη σα μαχήτρια , παραδόθηκε στο νικητή της σα γυναίκα.
Ο ελληνικός λαός δεν έχει ξεχάσει τις Αμαζόνες ούτε στις μέρες μας. Απονέμει αυτόν τον "τίτλο" σε κάθε γυναίκα που επιδίδεται, όχι βέβαια πιά σε έφιππες πολεμικές περιπέτειες, αλλ΄απλά στο άθλημα της ιππασίας.

Από το βιβλίο του Θ.Καρζή
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ
εκδόσεις ΦΙΛΙΠΠΟΤΗ

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ ΤΗΣ ΦΩΚΙΑΣ- Α.ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ



Κάτω από τον κρημνόν, οπού βρέχουν τα κύματα, όπου κατέρχεται το μονοπάτι, το αρχίζον από τον ανεμόμυλον του Μαμογιάννη, οπού αντικρίζει τα Μνημούρια, και δυτικώς, δίπλα εις την χαμηλήν προεξοχήν του γιαλού, την οποίαν τα μαγκόπαιδα του χωρίου, οπού δεν παύουν από πρωίας μέχρις εσπέρας, όλον το θέρος, να κολυμβούν εκεί τριγύρω, ονομάζουν το Κοχύλι —φαίνεται να έχη τοιούτον σχήμα— κατέβαινε το βράδυ βράδυ η γρια-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχή γραία, κρατούσα υπό την μασχάλην μίαν αβασταγήν,* δια να πλύνη τα μάλλινα σινδόνιά της εις το κύμα το αλμυρόν, είτα να τα ξεγλυκάνη εις την μικράν βρύσιν, το Γλυφονέρι, οπού δακρύζει από τον βράχον του σχιστολίθου, και χύνεται ηρέμα εις τα κύματα. Κατέβαινε σιγά τον κατήφορον, το μονοπάτι, και με ψίθυρον φωνήν έμελπεν*εν πένθιμον βαθύ μοιρολόγι, φέρουσα άμα την παλάμην εις το μέτωπόν της, δια να σκεπάση τα όμματα από το θάμβος του ηλίου, οπού εβασίλευεν εις το βουνόν αντικρύ, κι αι ακτίνες του εθώπευον κατέναντί της τον μικρόν περίβολον και τα μνήματα των νεκρών, πάλλευκα, ασβεστωμένα, λάμποντα εις τας τελευταίας του ακτίνας.
Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της, τα οποία είχε θάψει εις το αλώνι εκείνο του χάρου, εις τον κήπον εκείνον της φθοράς, το εν μετά το άλλο, προ χρόνων πολλών, όταν ήτο νέα ακόμη. Δύο κοράσια και τρία αγόρια, όλα εις μικράν ηλικίαν της είχε θερίσει ο χάρος ο αχόρταστος.
Τελευταίον επήρε και τον άνδρα της, και της είχον μείνει μόνον δύο υιοί, ξενιτευμένοι τώρα· ο εις είχεν υπάγει, της είπον, εις την Αυστραλίαν, και δεν είχε στείλει γράμμα από τριών ετών· αυτή δεν ήξευρε τι είχεν απογίνει· ο άλλος ο μικρότερος εταξίδευε με τα καράβια εντός της Μεσογείου, και κάποτε την ενθυμείτο ακόμη. Της είχε μείνει και μία κόρη, υπανδρευμένη τώρα, με μισήν δωδεκάδα παιδιά.
Πλησίον αυτής, η γρια-Λούκαινα εθήτευε τώρα, εις το γήρας της, και δι' αυτήν επήγαινε τον κατήφορον, το μονοπάτι, δια να πλύνη τα χράμια* και άλλα διάφορα σκουτιά* εις το κύμα το αλμυρόν, και να τα ξεγλυκάνη στο Γλυφονέρι.
Η γραία έκυψεν εις την άκρην χθαμαλού, θαλασσοφαγωμένου βράχου, και ήρχισε να πλύνη τα ρούχα. Δεξιά της κατήρχετο ομαλώτερος, πλαγιαστός, ο κρημνός του γηλόφου, εφ' ου* ήτο το Κοιμητήριον, και ειςτα κλίτη* του οποίου εκυλίοντο αενάως προς την θάλασσαν την πανδέγμονα* τεμάχια σαπρών ξύλων από ξεχώματα, ήτοι ανακομιδάς ανθρωπίνων σκελετών, λείψανα από χρυσές γόβες ή χρυσοκέντητα υποκάμισα νεαρών γυναικών, συνταφέντα ποτέ μαζί των, βόστρυχοι από κόμας ξανθάς, και άλλα του θανάτου λάφυρα. Υπεράνω της κεφαλής της, ολίγον προς τα δεξιά, εντός μικράς κρυπτής λάκκας, παραπλεύρως του Κοιμητηρίου, είχε καθίσει νεαρός βοσκός, επιστρέφων με το μικρόν κοπάδι του από τους αγρούς, και, χωρίς ν' αναλογισθή το πένθιμον του τόπου, είχε βγάλει το σουραύλι από το μαρσίπιόν* του, και ήρχισε να μέλπη φαιδρόν ποιμενικόν άσμα. Το μοιρολόγι της γραίας εκόπασεν εις τον θόρυβον του αυλού, και οι επιστρέφοντες από τους αγρούς την ώραν εκείνην —είχε δύσει εν τω μεταξύ ο ήλιος— ήκουον μόνον την φλογέραν, κι εκοίταζον να ιδώσι πού ήτο ο αυλητής, όστις δεν εφαίνετο, κρυμμένος μεταξύ των θάμνων, μέσα εις το βαθύ κοίλωμα του κρημνού.

Μία γολέτα ήτο σηκωμένη στα πανιά, κι έκαμνε βόλτες εντός του λιμένος. Αλλά δεν έπαιρναν τα πανιά της, και δεν έκαμπτε ποτέ τον κάβον τον δυτικόν. Μία φώκη, βοσκούσα εκεί πλησίον, εις τα βαθιά νερά, ήκουσεν ίσως το σιγανόν μοιρολόγι της γραίας, εθέλχθη* από τον θορυβώδη αυλόν του μικρού βοσκού, και ήλθε παραέξω, εις τα ρηχά, κι ετέρπετο εις τον ήχον, κι ελικνίζετο εις κύματα. Μία μικρά κόρη, ήτο η μεγαλυτέρα εγγονή της γραίας, η Ακριβούλα, εννέα ετών, ίσως την είχε στείλει η μάνα της, ή μάλλον είχε ξεκλεφθή από την άγρυπνον επιτήρησίν της, και μαθούσα ότι η μάμμη* ευρίσκετο εις το Κοχύλι, πλύνουσα εις τον αιγιαλόν, ήλθε να την εύρη, δια να παίξη ολίγον εις τα κύματα. Αλλά δεν ήξευρεν όμως πόθεν ήρχιζε το μονοπάτι, από του Μαμογιάννη τον μύλον, αντικρύ στα Μνημούρια, και άμα ήκουσε την φλογέραν, επήγε προς τα εκεί και ανεκάλυψε τον κρυμμένον αυλητήν και αφού εχόρτασε ν' ακούη το όργανόν του και να καμαρώνη τον μικρόν βοσκόν, είδεν εκεί που, εις την αμφιλύκην* του νυκτώματος, εν μικρόν μονοπάτι, πολύ απότομον, πολύ κατηφορικόν, κι ενόμισεν ότι αυτό ήτο το μονοπάτι, και ότι εκείθεν είχε κατέλθει η γραία η μάμμη της· κι επήρε το κατηφορικόν απότομον μονοπάτι δια να φθάση εις τον αιγιαλόν να την ανταμώση. Και είχε νυκτώσει ήδη.
Η μικρά κατέβη ολίγα βήματα κάτω, είτα είδεν ότι ο δρομίσκος εγίνετο ακόμη πλέον απόκρημνος. Έβαλε μίαν φωνήν, κι επροσπάθει ν' αναβή, να επιστρέψη οπίσω. Ευρίσκετο επάνω εις την οφρύν ενός προεξέχοντος βράχου, ως δύο αναστήματα ανδρός υπεράνω της θαλάσσης. Ο ουρανός εσκοτείνιαζε, σύννεφα έκρυπταν τα άστρα, και ήτον στην χάσιν του φεγγαριού. Επροσπάθησε και δεν εύρισκε πλέον τον δρόμον πόθεν είχε κατέλθει. Εγύρισε πάλιν προς τα κάτω, κι εδοκίμασε να καταβή. Εγλίστρησε κι έπεσε, μπλουμ! εις το κύμα. Ήτο τόσον βαθύ όσον και ο βράχος υψηλός. Δύο οργυιές ως έγγιστα.* Ο θόρυβος του αυλού έκαμε να μη ακουσθή η κραυγή. Ο βοσκός ήκουσεν ένα πλαταγισμόν, αλλά εκείθεν όπου ήτο, δεν έβλεπε την βάσιν του βράχου και την άκρην του γιαλού. Άλλως δεν είχε προσέξει εις την μικράν κόρην και σχεδόν δεν είχεν αισθανθή την παρουσίαν της.

Καθώς είχε νυκτώσει ήδη, η γραία Λούκαινα είχε κάμει την αβασταγήν της, και ήρχισε ν' ανέρχεται το μονοπάτι, επιστρέφουσα κατ' οίκον. Εις την μέσην του δρομίσκου ήκουσε τον πλαταγισμόν, εστράφη κι εκοίταξεν εις το σκότος, προς το μέρος όπου ήτο ο αυλητής.
— Κείνος ο Σουραυλής θα είναι, είπε, διότι τον εγνώριζε. Δεν του φτάνει να ξυπνά τους πεθαμένους με τη φλογέρα του, μόνο ρίχνει και βράχια στο γιαλό για να χαζεύη... Σημαδιακός κι αταίριαστος είναι.
Κι εξηκολούθησε τον δρόμον της.

Κι η γολέτα εξηκολούθει ακόμη να βολταντζάρη εις τον λιμένα. Κι ο μικρός βοσκός εξηκολούθει να φυσά τον αυλόν του εις την σιγήν της νυκτός.
Κι η φώκη, καθώς είχεν έλθει έξω εις τα ρηχά, ηύρε το μικρόν πνιγμένον σώμα της πτωχής Ακριβούλας, και ήρχισε να το περιτριγυρίζη και να το μοιρολογά, πριν αρχίση τον εσπερινόν δείπνον της.
Το μοιρολόγι της φώκης, το οποίον μετέφρασεν εις ανθρώπινα λόγια εις γέρων ψαράς, εντριβής* εις την άφωνον γλώσσαν των φωκών, έλεγε περίπου τα εξής:
Αυτή ήτον η Ακριβούλα 
η εγγόνα της γρια-Λούκαινας.
Φύκια 'ναι τα στεφάνια της,
κοχύλια τα προικιά της...
κι η γριά ακόμη μοιρολογά
τα γεννοβόλια της τα παλιά.
Σαν να 'χαν ποτέ τελειωμό
τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου.
***********************************
αβασταγή: μπόγος.
έμελπεν: ρ. μέλπω, τραγουδώ.
χράμια: υφαντά, στρωσίδια.
σκουτιά: ρούχα.
εφ' ου: πάνω στο(ν) οποίο.
κλίτη, τα: οι πλαγιές. 
πανδέγμων: αυτός που δέχεται τα πάντα. 
μαρσίπιον: (υποκορ. του μάρσιπος)· δερμάτινος σάκος, τορβάς.
εθέλχθη: ρ. θέλγομαι· γοητεύομαι.
μάμμη: γιαγιά. 
αμφιλύκη: το βραδινό φως, το μούχρωμα.
ως έγγιστα: περίπου. 
εντριβής: βαθύς γνώστης.
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSB106/544/3561,14822/

ΚΑΙ ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΜΕΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ


Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

ΚΑΘΑΡΣΙΣ- Κ.ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

κάστρο Πρέβεζας



Δημοσιεύθηκε μετά το θάνατό του..

Βέβαια. ΄Επρεπε να σκύψω μπροστά στον ένα και, χαϊδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ- παφ,παφ,παφ,παφ-, «έχετε λιγη σκόνη» να είπω «κύριε ΄Αλφα».
΄Υστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνιά, κι΄όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου, αφού θα΄χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά: « Αχ, αυτός ο ΄Αλφα, κύριε Βήτα…».
΄Επρεπε πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να καραδοκώ την ιλαρή ματιά του. ΄Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλώσω το καλύτερο χαμόγελό μου και να τη δεχθώ όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. ΄Αν όμως αργούσε, να σκύψω για  τρίτη φορά γεμάτος συντριβή και ν΄αρθρώσω: «Δούλος σας, κύριέ μου».
Αλλά πρώτα πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα. Εκεί η ληστεία γινόταν υπό λαμπρούς , διεθνείς οιωνούς, μέσα σε πολυτελή γραφεία. Στην αρχή δεν θα υπήρχα. Κρυμμένος πίσω από τον κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θα οσφραινόμουν. Θα είχα τρόπους λεπτούς, αέρινους. Θα εμάθαινα τη συνθηματική τους γλώσσα. Η ψαύσις του αριστερού μέρους της  χωρίστρας θα εσήμαινε : 
« πεντακόσιες χιλιάδες». ΄Ένα επίμονο τίναγμα της στάχτης του πούρου θα έλεγε: «σύμφωνος». Θα εκέρδιζα την εμπιστοσύνη όλων. Και μια μέρα, ακουμπώντας στο κρύσταλλο του τραπεζιού μου, θα έγραφα εγώ την απάντηση: « Ο αυτόνομος οργανισμός μας, κύριε Εισαγγελεύ…».
΄Επρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. ΄Ετσι βολικά κουλουριασμένος , να κυλώ και να φθάσω.
Κανάγιες!
Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαράς μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει  η πνοή που θα σας σαρώσει.
Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι΄ανέβηκα στο ενετικό φρούριο.
Επέρασα τρεις πόρτες, τρία πανύψηλα, κιτρινωπά τείχη, με  ριγμένες επάλξεις. ΄Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, τρίτο κύκλο, έχασα τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστριες, χαμηλά, τη θάλασσα , την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωθα τον εαυτό μου ασφαλή. Εμπήκα σ΄ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναζα στην ερημία. Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα….