Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Πινδάρου Πυθιόνικος 7ος.




Ο 7ος Πυθιόνικος και ο 2ος Νεμεόνικος είναι οι μόνες ωδές του Πινδάρου οι οποίες αναφέρονται σε Αθηναίους.επιπλέον ο 7ος Πυθιόνικος είναι η πιό σύντομη ωδή του Πινδάρου. Αναφέρεται στη νίκη του Μεγακλή στο τέθριππο άρμα κατά τα Πύθια του 486 π.Χ. Ο Μεγακλής ανήκε στο σπουδαίο αριστοκρατικό γένος των Αλκμεωνιδών, το οποίο είλκυε την καταγωγή του από τον Νέστορα και τον Νηλέα.Επιφανή μέλη του ήταν ο Μεγακλής, παππούς του εδώ νικητή, ο οποίος παντρεύτηκε την κόρη του Κλεισθένη, του τυράννου της Σικυώνας, και απέκτησε δύο γιούς, τον Κλεισθένη , τον μεταρρυθμιστή του Αθηναϊκού πολιτεύματος και τον Ιπποκράτη. Ο Μεγακλής τον οποίο επαινεί ο παρών επίνικος είναι γιός είτε του Κλεισθένη είτε του Ιπποκράτη και πρόγονος τόσο του Περικλή , όσο και του Αλκιβιάδη.
Στις ένδοξες σελίδες της γενεάς αυτής,  συγκαταλέγονται αρκετές νίκες σε πανελλήνιους αγώνες ,με σημαντικότερη αυτή του προπάππου του, Αλκμέωνα ΙΙ , στα Ολύμπια το 592 π.Χ
Στα επιτεύγματά τους συγκαταλέγεται και η ανοικοδόμηση του μαντείου των Δελφών μετά την καταστροφή του το 548. Τότε οι Αλκμεωνίδες ήταν εξόριστοι, καθώς η Αθήνα βρισκόταν υπό την εξουσία του Πεισίστρατου. Ανέλαβαν , λοιπόν, να συγκεντρώσουν με πανελλήνιο έρανο χρήματα για την ανοικοδόμηση του ιερού. Συγκεντρώθηκαν περίπου 300 τάλαντα ( με σημαντικούς δωρητές μεταξύ άλλων τον Κροίσο και τον βασιλιά της Αιγύπτου ΄Αμαση) και ο ναός ανοικοδομήθηκε από τον Κορίνθιο αρχιτέκτονα Σπίνθαρο.
Στην ιστορία, όμως , των Αλκμεωνιδών υπήρχαν και μελανά σημεία με κορυφαία την υποψία για συνεργασία τους με τους Πέρσες κατά τους Μηδικούς Πολέμους. Ο λόγος αυτός ίσως δεν επέτρεψε και στον Πίνδαρο να κάνει αναφορά στη νίκη του Μαραθώνα,  παρόλο που βρισκόμαστε μόλις τέσσερα χρόνια μετά  από αυτήν.Την συγκεκριμένη μάλιστα περίοδο ο Μεγακλής βρίσκεται κατά πάσα πιθανότητα στην εξορία ως ένα από τα πρώτα θύματα του οστρακισμού. Στο γεγονός αυτό πρέπει να εντοπιστή και η αναφορά στον φθόνο, με την οποία κλείνει η ωδή.

Η μεγάλη πόλη της Αθήνας
είναι ο καλύτερος πρόλογος
να θεμελιώσεις τραγούδι
για το δυνατό γένος των Αλκμεωνιδών,
που νίκησαν σ΄αγώνες αλόγων.
Γιατί σε ποιά πατρίδα, σε ποιό σπίτι
κατοικώντας θα 'λεγες πως είναι
πιό ξακουσμένη η Ελλάδα;

Σ΄όλες μιλούν τις πολιτείες
για τους πολίτες του Ερεχθέα,
που έχτισαν, ώ Απόλλωνα, στους ιερούς
Δελφούς τον θαυμαστό ναό σου.
Με οδηγούν πέντε νίκες στα ΄Ισθμια,
μία εξαίσια στην Ολυμπία του Δία
και δύο στην Κίρρα, Μεγακλή,

δικές σου και των προγόνων σου.
Χαίρομαι για τη νέα σου νίκη.
μα θλίβομαι, που τα ωραία έργα
τ΄αντιπληρώνει ο φθόνος.
Λένε ωστόσο πως η ευτυχία
που συνεχώς ανθίζει 
φέρνει χαρές και λύπες.

*********************

Κάλλιστον αι μεγαλοπόλιες Αθάναι
προοίμιον Αλκμανιδάν ευρυσθενεί γενεά
κρηπίδ΄αοιδάν ίπποισι βαλέσθαι.
επεί τίνα πάτραν, τίνα Fοίκον 
ναίων ονυμάξεαι
επιφανέστερον
Ελλάδι πυθέσθαι;

πάσαισι γαρ πολίεσι λόγος ομιλεί
Ερεχθέος αστών, ΄Απολλον, οί τεόν γε δόμον
Πυθώνι δία θαητόν έτευξαν.
άγοντι δε με πέντε μεν Ισθμοί
νίκαι, μία δ΄εκπρεπής
Διός Ολυμπιάς,
δύο δ΄από Κίρρας.

ώ Μεγάκλεες, υμαί τε και προγόνων
νέα δ΄ευπραγία χαίρω τι. το δ΄άχνυμαι,
φθόνον αμειβόμενον τα καλά Fέργα. φαντί δε μαν
ούτω κεν ανδρί παρμονίμαν
θάλλοισαν ευδαιμονίαν
τα και τα φέρεσθαι. 

(απ΄την σειρά ΛΥΡΙΚΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ εκδόσεως Κάκτου)

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ - ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΛΛΗ Η ΑΓΑΠΗ ΜΑΣ..



Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας,
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
 ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.
Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη,
ψηλαφούσε σιγά μέσα στα πράγματα
που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δεν θέλουμε
να πεθάνουμε με τόσο πάθος.
Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια
κι αν αγκαλιάσαμε μ' όλη τη δύναμη μας
άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη,
μοναχά αυτός ο βαθύτερος καημός

να κρατηθούμε μέσα στη φυγή.

Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

-Κ. Π. Καβάφης, «Φωνή απ’ την Θάλασσα»


Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.
Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη,
όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη
σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός.
Φέρνει μηνύματα εις ταις ψυχαίς δροσάτα
η μελωδία της. Τα περασμένα νειάτα
θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καϋμό.
Οι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε,
αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε
μες στων κυμάτων τον γλυκόν ανασασμό.
Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Και σαν κυττάζεις την υγρή της πεδιάδα,
σαν βλέπεις την απέραντή της πρασινάδα,
τον κάμπο της πούναι κοντά και τόσο μακρυνός,
γεμάτος με λουλούδια κίτρινα που σπέρνει
το φως σαν κηπουρός, χαρά σε παίρνει
και σε μεθά, και σε υψώνει την καρδιά.
Κι αν ήσαι νέος, μες σταις φλέβες σου θα τρέξη
της θάλασσας ο πόθος· θα σε ’πη μια λέξι
το κύμα απ’ τον έρωτά του, και θα βρέξη
με μυστική τον έρωτά σου μυρωδιά.
Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.
Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων; —
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων,
που σάβανό των έχουν τον ψυχρόν αφρό,
και κλαίν για ταις γυναίκες των, για τα παιδιά των,
και τους γονείς των, για την έρημη φωλιά των,
ενώ τους παραδέρνει πέλαγο πικρό,
σε βράχους και σε πέτραις κοφτεραίς τους σπρώχνει,
τους μπλέκει μες στα φύκια, τους τραβά, τους διώχνει,
κ’ εκείνοι τρέχουνε σαν νάσαν ζωντανοί
με ολάνοιχτα τα μάτια τρομαγμένα,
και με τα χέρια των άγρια, τεντωμένα,
από την αγωνία των την υστερνή.
Τραγούδι είναι, ή παράπονο πνιγμένων;—
το τραγικό παράπονο των πεθαμένων
που κοιμητήριο ποθούν χριστιανικό.
Τάφο, που συγγενείς με δάκρυα ραντίζουν,
και με λουλούδια χέρια προσφιλή στολίζουν,
και που ο ήλιος χύνει φως ζεστό κ’ ευσπλαγχνικό.
Τάφο, που ο πανάχραντος Σταυρός φυλάει,
που κάποτε κανένας ιερεύς θα παή
θυμίαμα να κάψη και να ‘πη ευχή.
Χήρα τον φέρνει που τον άνδρα της θυμάται
ή υιός, ή κάποτε και φίλος που λυπάται.
Τον πεθαμένο μνημονεύουν· και κοιμάται
πιο ήσυχα, συγχωρεμένη η ψυχή.
(Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

ΘΕΟΣΗΜΙΕΣ ΣΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ ΚΑΤΑ ΠΛΟΥΤΑΡΧΟ




"...Προχωρώντας είχαμε κιόλας φτάσει στον ανδριάντα του τυράννου Ιέρωνος. Σε όλα τα άλλα, ο ξένος, μολονότι γνώριζε τα πάντα, ευχαρίστως προσφερόταν να τ΄ ακούσει. ΄Οταν άκουσε όμως ότι ο χάλκινος στύλος, που έστησε ο Ιέρων, έπεσε μόνος του τη μέρα που συνέπεσε να πεθάνει  στις Συρακούσες, εξεπλάγη. Εγώ πάλι έφερνα ταυτόχρονα στη μνήμη μου τα παρόμοια περιστατικά, όπως για παράδειγμα, την περίπτωση του ΄Ερμωνος από τη Σπάρτη , που πριν από τη θανή του στα Λεύκτρα έπεσαν τα μάτια του αγάλματος, όσο για τα αστέρια, που ο Λύσανδρος είχε προσφέρει ως αναθήματα μετά τη ναυμαχία στους Αιγός ποταμούς (Πλούταρχος Λύσανδρος 18 " ο Λύσανδρος  έστησε από τα λάφυρα στους Δελφούς χάλκινο άγαλμα δικό του και καθενός από τους ναυάρχους και χρυσά άστρα των Διοσκούρων, που χάθηκαν πριν από τα γεγονότα στα Λεύκτρα") εξαφανίστηκαν αλλά και ο πέτρινος αδριάντας του ίδιου του Λύσανδρου   φύτρωσε άγριες λόχμες και χόρτα τόσα πολλά, ώστε να του κρύψουν τελείως το πρόσωπο, ενώ κατά τη Σικελική καταστροφή των Αθηναίων έπεφταν τα χρυσά βαλανίδια από τον  φοίνικα και την ασπίδα του αγάλματος της Παλλάδας  τσιμπούσαν τα κοράκια ( Ο φοίνικας αυτός από ορείχαλκο με άγαλμα της ένοπλης Αθηνάς στην κορυφή , ήταν ανάθημα των Αθηναίων, μετά τη νίκη του Κίμωνα στον Ευρυμέδοντα ποταμό το 468 Π.χ) όσο για το στεφάνι των Κνιδίων, που είχε δωρίσει στη χορεύτρια Φαρσαλία ο Φιλόμηλος ο τύραννος των Φωκέων (  που σαν στρατηγός με απόλυτη εξουσία είχε καταλάβει τους Δελφούς και  συντηρούσε τα στρατεύματά του με "δάνεια" από τον θησαυρό των Δελφών (βλ. Διόδωρος ΙΣΤ, 56) την έκανε να πεθάνει, αφού ταξίδεψε από την Ελλάδα στην Ιταλία, στο Μεταπόντιο , και, την ώρα  που ερμήνευε τον ρόλο της κοντά στον ναό του Απόλλωνα, καθώς όρμησαν οι νεαροί για να πάρουν το στεφάνι και μάχονταν μεταξύ τους για το χρυσάφι, διαμελίστηκε η γυναίκα.Ο Αριστοτέλης , λοιπόν, μόνο για τον ΄Ομηρο έλεγε πως δημιουργεί λέξεις που κινούνται λόγω της ενέργειας, εγώ όμως θα έλεγα πως και τα εδώ αναθήματα κινούνται κατ΄εξοχήν μαζί και δίνουν σημάδια με την πρόνοια του θεού και πως κανένα μέρος τους δεν είναι κενό, ούτε αναίσθητο, αλλά όλα είναι γεμάτα από το θείο ..."

Περί του μή χραν έμμετρα νυν την Πυθίαν
Πλούταρχος
΄Εκδοση Οδυσσέα Χατζόπουλου

ΕΙΔΩΛΑ ΟΝΕΙΡΩΝ ΚΑΙ ΚΑΘΡΕΦΤΙΣΜΑΤΩΝ

Ψυχή δ΄ηύτ΄όνειρος
Οδύσσεια 11,222



Ο πρωτόγονος δεν ξεχωρίζει ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο  όνειρο ( όπως κι ανάμεσα στην πραγματικότητα  και στη φαντασία). Οι μορφές έτσι που του παρουσιάζουνται στ΄όνειρο, είναι για δαύτονε αληθινές και για να εξηγήσει την παρουσία  τους, δεν του μένει παρά να δεχτεί πως ή η δική του ψυχή ταξιδεύει και "θεάται" τα μακρινά, ή πως οι ψυχές  ή τ΄άυλα ομοιώματα των αλλονώνε έρχουνται κοντά του. ΄Ετσι όμως, έχει την απόδειξη πως οι άνθρωποι ( και μάλιστα κι όλα τα πράματα) έχουν ένα είδωλο ή άυλο ομοίωμα, που δεν μπορεί νά'ναι παρά η ψυχή "το άλλο εγώ" τους, (Οι αγροτικοί πληθυσμοί της Σικελίας ξηγούσαν τα όνειρα με τ΄ άυλα ομοιώματα των πραμάτων και των πλασμάτων, που λογιούνται πως διαπερνούν τα σώματα των άλλων).

Στο καθρέφτισμα, πάλι, ο πρωτόγονος, βλέποντας μιάν άυλη εικόνα του, πιστεύει πως βλέπει τον άυλο εαυτό του. ΄Οτι το είδωλο τούτο πιστεύεται πως είναι η ψυχή, συχνά μαρτυριέται. Η μελανησιακή atai που περιγράφεται σαν "αόρατος δεύτερος εαυστός" είναι "η ψυχή των καθρεφτισμάτων". Το είδωλο που παρουσιάζεται με το καθρέφτισμα στους καθρέφτες ή στα νερά είναι στη Νέα Καληδονία, η ίδια η ψυχή του ανθρώπου. Οι Κάι της Νέας Γουινέας θαρρούν το καθρέφτισμα ( και τον ήσκιο) σαν ψυχή ή μέρη της ψυχής τους. ΄Οταν οι Μοτουμότου του ίδιου νησιού πρωτοείδανε σε καθρέφτη την΄οψη τους,πιστέψανε πως είδαν την ψηχή τους. Οι κάτοικοι των νησιών ΄Ανταμαν πιστεύουν πως η εικόνα που βλέπουν σε κάθε καθρέφτισμα, είναι η ψυχή τους. Θέλοντας να παραστήσει πώς βλέπει ο Όμηρος τις ψυχές ( των νεκρών βέβαια, μα που συγγενεύουν, σαν είδωλα , με τη ζωτική ψυχή - είδωλο),ο Απολλόδωρος καταφεύγει στις εικόνες των καθρεφτισμάτων υποτίθεται τας ψυχάς τοις ειδώλοις τοις εν τοις κατόπτροις φαινομένοις και τοις δια των υδάτων συνισταμένοις, ά καθάπαξ ημίν εξείκασται και τας κινήσεις μιμείται, στερμνιώδη δε υπόστασιν ουδεμίαν έχει εις αντίληψιν και αφήν. ΄Ετσι το να κοιτάζεται κανείς σε νερό (τον πρώτο καθρέφτη) είναι ένας επίμονος φόβος. Το καθρέφτισμα σε νερό είναι, για τους αρχαίους Ινδούς κάτι που δε συγχωριέται. ΄Ενα από τα πυθαγορικά παραγγέλματα ορμηνεύει να μην καθρεφτίζεσαι σε ποτάμι. Ο φόβος που αποδίνεται είναι πως η ζωτική  ψυχή - είδωλο κιντυνεύει από τα πνεύματα των νεκρών ή απ΄όποιον άλλο κίντυνο εκεί μέσα. Εδώθε κι ο μύθος του Νάρκισσου που κοιταζόνταν στο νερό, όσο που πέθανε από το ξατόνισμά του. Το ίδιο πιστεύεται πως παθαίνουνε τ΄άλογα  που, σα δουν την εικόνα τους στο νερό, ερωτεύουνται τάχα τον εαυτό τους, λησμονούν τις βοσκές και πεθαίνουν από τον πόθο. Ψυχοπαγίδες, έτσι, οι καθρέφτες και τα νερά, είναι και κατοικητήρια ειδώλων ή ψυχών, απ΄όπου η πράξη της νερομαντείας και της καθρεφτομαντείας.

 Οι φόβοι για το καθρέφτισμα στα νερά κατασταλάζουν, για τους ΄Ελληνες, στην ονειροκριτική, όπου το να δεί κανείς στον ύπνο του πως κοιτάζεται σε νερό, είναι προμήνυμα θανάτου. Στο βάθος της δοξασίας ξεχωρίζεις την αρχαία πίστη κ΄εδώ πως η φευγάτη μέσα στ΄όνειρο ψυχή έχει βουλιάξει στο νερό και κιντυνεύει. 

Οι ίδιοι φόβοι μεταφέρουνται και στους καθρέφτες. Η συχνή στην Ευρώπη πράξη να σκεπάζουν  ύστερα από το θάνατο, ή να γυρίζουνε στον τοίχο τους καθρέφτες του σπιτιού, είναι γιατί,, άν σε τέτοια περίσταση. καθρεφτιστεί κανείς, θα πεθάνει. Ο λόγος είνα πως η ψυχή του πεθαμένου ,βρίσκοντας έξω από τα κορμιά τους τις ψυχές  μπορεί να τις πάρει. ΄Ετσι η πράξη είναι ομόλογη με την αγρύπνια που κρατούν οι σπιτικοί του νεκρού και οι άλλοι σαν ξενυχτούνε το λείψανο, από το φόβο μη πάρει ο πεθαμένος την απολυμένη μέσα στ΄όνειρο ψυχή τους.

Ανάλογες ιδέες εξηγούν και το συνήθιο να σκεπάζουν τους καθρέφτες των αρρώστων. Τα ξετονισμένα από την αρρώστια κορμιά δεν καλοκρατούν την ψυχή, που αλητεύει. ΄Ετσι και για τους ΄Ελληνες, το να δει ο άρρωστος στον ύπνο του πως καρθεφτίζεται, είναι προμήνυμα θανάτου. Ομόλογος είναι κι ο φόβος να κοιταχτεί κανείς στον καθρέφτη τη νύχτα. ΄Ενα πυθαγορικό παράγγελμα ορμηνεύει να μην καθρεφτίζεται κανείς στο φως του λύχνου. Η νύχτα είναι η ώρα των δαιμόνων που κυνηγούν τις ψυχές και τις παίρνουν. ΄Ετσι κι ανάμεσά μας κι αλλού κρατεί η δοξασία πως , άν κοιτάξει κανείς νύχτα στον καθρέφτη, βλέπει το διάβολο μέσα.

Εδώθε, τέλος , κι η γνώριμη στην Ευρώπη δοξασία πως το να μη βλέπει στον καθρέφτη κανείς την εικόνα του είναι ένα μήνυμα θανάτου. Το να μη βλέπει κανείς στον καθρέφτη την όψη του, σημαίνει πως έχασε πιά την ψυχή του.

Παναγή Λεκατσά
Η ΨΥΧΗ
εκδόσεις Καστανιώτη

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

ΣΚΥΘΙΝΟΥ ΙΑΜΒΟΓΡΑΦΟΥ



elliebloo.com
πχρόνου οὐσίαςἐκ τοῦ Σκυθίνου Περὶ Φύσεως:
ὕστατον πρῶτον τε πάντων ἐστὶν ἀνθρώποις χρόνος,
πάντ᾽ ἔχων ἐν αὐτῷκἄστιν εἷς κοὐκ ἔστ᾽ ἀεί.
καὶ παρῳχωκὼς πάρεστι καὶ παρ εὼ ν παροίχεται,
ἐκ δ᾽ ἐν εό ντος αὐτὸς αὐτῷ νεῖτ᾽ ἐναντίην ὁδόν.
τωὔριον γὰρ ἡμὶν ἔργῳ χθέςτὸ δὲ χθὲς αὔριον.

Στερνό και πρώτο απ΄όλα είναι για τους ανθρώπους ο χρόνος.
΄Ολα τάχει μέσα του κι είναι ένας και δεν είναι ποτέ.
Και σαν περάσει είναι παρών , μα και παρών, περνάει.
Κι ενώ βρίσκεται στον εαυτό του, ενάντιο προς τον εαυτό του, παίρνει δρόμο.
Το αύριο για μάς θαρρώ  πραγματικά πως είναι χτες και το χτες αύριο.

Απόδοση Θανάσης Παπαθανασόπουλος

Σημείωσις:
 ' Ενα από τα δύο σωζόμενα αποσπάσματα του Τήιου ποιητή Σκυθίνου "Περί Φύσεως".
Θυμίζει έντονα τους πρώτους στίχους από τα τέσσερα κουαρτέτα του ΄Ελιοτ: " Ο παρών χρόνος και ο παρελθών χρόνος είναι ίσως και οι δύο παρόντες στον μέλλοντα χρόνο , και ο μέλλων χρόνος  περιέχεται στον παρελθόντα χρόνο..." Time present and time past , are both perhaps in time future and time future contained in time past..

ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΓΓΕΙΟ -Sbigniew Herbert



Στην πρόσθια όψη
το πανώριο κορμί ενός νέου.

Το κεφάλι πάνω στο στήθος πεσμένο,
το γόνατο χαμοσυρμένο,
το χέρι ένα κλαδί νεκρό.

' Εχει τα μάτια κλειστά,
απαρνιέται ακόμα και την Ηώ.

Τα συσπασμένα δάχτυλα στον αέρα,
τ' 'αταχτα μαλλιά του, 
ακόμα και του χιτώνα του οι πτυχές,
τρεις κύκλους της οδύνης παριστάνουν.

' Εχει τα μάτια κλειστά,
εγκαταλείπει  την χάλκινην αρματωσιά,
το εξαίσιο κράνος,
-μ΄αίμα και μαύρο λοφίο στολισμένο-
τη συντριμένη ασπίδα  και το δόρυ.

Τα φύλλα κρέμονται 
μέσα στην ασάλευτην αύρα,
το κλωνάρι ανατρεμίζει,
ως τ΄ακραγγίζει το πουλί
που μέσ΄απ τη σκιά ξεπετιέται.
Και τώρα πιά μόνο το τζιτζίκι,
το κρυμένο στα μαλλιά,
τα τόσο ακόμα ζωντανά του Μέμνονα,
τον ύμνο της ζωής διαλαλεί.

Sbigniew Herbert (γεν- 1924, Πολωνία)
Απόδοση, Σοφία Εμμ. Χατζιδάκη