Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Ἡ Τεράστια Κοινωνικὴ Σημασία τῶν Βλακῶν ἐν τῷ Συγχρόνῳ Βίῳ




Τὸ πλέον γνωστὸ αὐτὸ ἔργο τοῦ Εὐάγγελου Λεμπέση, δημοσιεύτηκε ἀρχικὰ στὴν «Ἐφημερίδα τῶν Ἑλλήνων Νομικῶν» τὸ ἔτος 1941 μὲ ἀποτέλεσμα τὴν πολεμικὴ συζητήσεων κριτικῶν καὶ ἀντιπαραθέσεων στὶς ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς. Εἶναι γεμάτο ἀπὸ ὀξυδερκεῖς παρατηρήσεις πάνω στὸ τεράστιο θέμα τῆς βλακείας στὶς σύγχρονες κοινωνίες. Εἶναι μακροσκελές, στὴν καθαρεύουσα, ἀλλά, κατὰ κρίση ἀγαθοῦ, ἀνδρὸς ἀξίζει τὸν κόπο νὰ διαβαστεῖ καὶ νὰ γίνει κτῆμα ὅλων.


Σχόλιο της αντιγράφουσας : H επιστημονική αυτή ανάλυση του αειμνήστου Λεμπέση, με βοήθησε να δώσω την απάντηση στην ερώτηση, γιατί ο πολιτικός μας βίος πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο ,ατελείωτες δεκαετίες τώρα και γιατί μέχρι σήμερα το σκηνικό της εξουσίας παραμένει ίδιο και απαράλλακτο. 


Πρόλογος

Ἁπλὴ ὑποσημείωσις ἐξ ὀλίγων γραμμῶν εἰς ἄλλην μελέτην μου ἡ παροῦσα μικρὰ ἐργασία ἐξελίχθη εἰς τὸ ἀνὰ χείρας δοκίμιον χάρις εἰς τὴν παρώθησιν τοῦ διαπρεπεστάτου νομικοῦ καὶ ἀγαπητοῦ φίλου Διευθυντοῦ τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Ἑλλήνων Νομικῶν», κ. Ν. Π. Θηβαίου. Εἰς αὐτὸν ἑπομένως τὸν ἀνεξάντλητον εἰς ἐμπνεύσεις καὶ εἰς παντοειδῆ πρωτοτυπίαν ἐπιστήμονα καὶ συγγραφέα ὀφείλεται τόσον ἡ συγγραφή, καθὼς καὶ ἡ δημοσίευσις εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῶν Ἑλλήνων Νομικῶν», ὡς καὶ ἡ ἐνταῦθα ἀναδημοσίευσις τῆς παρούσης μικρᾶς πραγματείας. Ὀφείλομεν χάριτας εἰς αὐτόν, ἀπὸ κοινοῦ συγγραφεὺς καὶ ἀνανῶσται, διὰ τὴν σύντομον αὐτὴν ἐντρύφησιν εἰς τὸν χλοερὸν τοῦτον κόσμον μιᾶς κατηγορίας συνανθρώπων, τῶν ὁποίων ἡ κοινωνικὴ σημασία ἔχει δεινῶς ὑποτιμηθῆ καὶ τῶν ὁποίων τὰ δικαιώματα εἶναι ἐξησφαλισμένα οὐ μόνον -φεῦ!- ἐν τῷ βασιλείῳ τῶν οὐρανῶν, ἀλλ᾿ ἔτι πλέον ἐπὶ τοῦ χλοεροῦ τούτου πλανήτου!

Ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ παρόντος δοκιμίου οὐδεμίαν προεργασίαν γνωρίζω καὶ συνεπῶς δέον νὰ κριθῶ ἐπιεικῶς, ὡς πάντη στερούμενος «βοηθημάτων». Τολμῶ ἐν τούτοις νὰ φρονῶ, ὅτι τούτων οὐδόλως παρίσταται ἀνάγκη, διότι ἀληθῶς ἐξαιρετικῶς μέγας εἶναι ὁ πλοῦτος τοῦ ἀμέσου κοινωνικοῦ ἐμπειρικοῦ ὑλικοῦ καὶ ἐλαχίστη ἡ ἐκ τῆς ἐλλείψεως γραπτῶν βοηθημάτων στενοχωρία τοῦ γράψαντος.

Ὡς πρὸς τὴν μέθοδον τέλος δέον νὰ ὑπογραμμίσω, ὅτι κατεβλήθη ἐνδελεχὴς προσπάθεια, ὅπως αὕτη εἶναι αὐστηρῶς ἐπιστημονική. Διότι πράγματι - ὡς ἐλπίζω ν᾿ ἀποδειχθῇ - πλὴν τῶν ἄλλων δεδικαιολογημένων ἀξιώσεων, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχη παρὰ τῶν λοιπῶν ἀτυχῶν συνανθρώπων, ἡ εὐτυχὴς καὶ παντοδύναμος κοινωνικὴ κατηγορία, ἥτις ἐξετάζεται ἐνταῦθα, εἶναι καὶ ἡ ἀξίωσις ν᾿ ἀποτελέσῃ σοβαρώτατον θέμα σοβαροῦ ἐπιστημονικοῦ χειρισμοῦ.

Θὰ ἔπρεπεν ἴσως, ἐκ λόγων εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ θέμα τῆς παρούσης μελέτης δυνάστας τῆς ἀνθρωπότητος ν᾿ ἀφιερωθῇ αὕτη εἰς αὐτούς. Ἐκ λόγων δικαιοσύνης ὅμως ἀφιεροῦται - καὶ οὐκ ἐπ᾿ ἐλάχιστον, πρὸς διδαχήν των - εἰς τοὺς δυναστευομένους: δηλονότι εἰς τοὺς εὐφυεῖς!
                                                            ......................................


Εἰς τὴν πολυπληθῆ κατηγορίαν τῶν βλακῶν προσάπτεται ἀσφαλῶς ἄδικος καὶ ἐπιστημονικῶς ἐσφαλμένη μομφή, ὅταν οὗτοι χαρακτηρίζονται εἴτε ὡς ἄχρηστοι καὶ περιττὸν βάρος τῆς κοινωνίας, εἴτε ὡς παρασιτικοί, ἐκφράζεται δὲ συχνὰ ἡ ἀνόητος, ὡς θὰ ἴδωμεν, εὐχὴ ὅπως οὗτοι ἐκλείψουν. Τὸ πρόβλημα τῶν βλακῶν δὲν εἶναι ἐν τούτοις ἁπλοῦν ὅταν ληφθῆ πρώτον ὕπ᾿ ὄψιν ἡ στερεὰ καὶ ἀπολύτως ἀναγκαία θέσις, ἣν οὗτοι ἐπαξίως κατέχουν ἐν τῷ κοινωνικῷ διαφορισμῶ. Οἱ βλᾶκες διαιροῦνται οὕτως εἰς δυὸ ὅλως ἀντιθέτους μεταξὺ τῶν «ὁμάδας», διεπομένας ὅμως ἀμφοτέρας ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ νόμου, τοῦ διαφορισμοῦ Ἡ πρώτη ἐκ τούτων ὁμὰς καταλαμβάνει ὡς γνωστὸν τὰς ὑποδεεστέρας ἐν τῇ κοινωνίᾳ θέσεις, ἤτοι εὑρίσκεται εἰς τὰς κατωτάτας βαθμίδας τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ. Πόσον εὐεργετικὴ διὰ τὴν κοινωνίαν εἶναι ἡ ὁμὰς αὕτη εἶναι περιττὸν νὰ τονισθῆ, διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἐκμετάλλευσις καὶ ἄνευ ἐκμεταλλεύσεως δὲν θὰ ὑπῆρχε πολιτισμός. Εἰς δὲ τὴν γλῶσσαν τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ: Ἄνευ αὐτῆς δὲν θὰ ὑπῆρχε διαφορισμός, διότι ἀντὶ τῆς ἀνισότητος, θὰ ὑπῆρχεν ἰσότης, ἔστω καὶ ἐκ τῶν ἄνω, δηλαδὴ θὰ ἦσαν ὅλοι εὐφυεῖς, ὅπερ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ διαφορισμοῦ τὸ αὐτό: ὡς νὰ ἦσαν ὅλοι βλᾶκες· διότι ὁ διαφορισμὸς ἀπαιτεῖ ρητῶς καὶ εὐφυεῖς καὶ βλάκας, περικοπτωμένων δὲ οἱονδήποτε ἐκ τῶν δυὸ τούτων σκελῶν του, αἴρεται ὁλόκληρος. Ἄνευ δέ, κατ᾿ ἀκολουθίαν, τοῦ διαφορισμοῦ, καθισταμένου δυνατοῦ μόνον διὰ τῆς σοβαρᾶς συμβολῆς τῶν βλακῶν, δὲν ὑπάρχει κοινωνία. Τοιαύτη λοιπὸν ἡ τεραστία κοινωνικὴ σημασία τῶν βλακῶν, ἥτις ἄλλως τε ὑπὸ πάντων ἀναγνωρίζεται, μολονότι μόνον εἰς τὸν κοινωνιολόγον εἶναι ἐπιστημονικῶς γνωστή.

II

Ἡ κατὰ τῶν βλακῶν καταφορὰ προκαλεῖται ἄλλως τε ὑπὸ τῆς δευτέρας ὁμάδος αὐτῶν, πλέον ἐνοχλητικῆς της πρώτης, ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα ἡ καταφορὰ αὕτη, ἐφ᾿ ὅσον ἐμφανίζεται ὡς λογικὴ κρίσις, εἶναι ἀκοινωνιολόγητος, ἤτοι ἀντεπιστημονική. Κατηγοροῦνται δηλαδὴ οἱ βλᾶκες τῆς δευτέρας ταύτης κατηγορίας ὅτι παναξίως κατέχουν σπουδαίας ἐν τῇ κοινωνίᾳ θέσεις. Ἀλλ᾿ ἡ κρίσις αὕτη προδίδει πλήρη μίας ὠρισμένης μορφῆς τοῦ διαφορισμοῦ ἄγνοιαν. Ἡ μορφὴ αὕτη δεδομένη μὲ φυσικὴν ἀναγκαιότητα ὡς ὁ νόμος τοῦ διαφορισμοῦ εἶναι ὁ στοιχειώδης κανών: «δέκα βλάκες καθ᾿ ἑνὸς εὐφυοῦς· δέκα ἀνίκανοι καθ᾿ ἑνὸς ἱκανοῦ· δέκα ἀδύνατοι καθ᾿ ἑνὸς ἰσχυροῦ κ.ο.κ.». Τὸ φαινόμενον τοῦτο, κλασσικόν, τυπικὸν καὶ αἰώνιον ἀφ᾿ ἧς ὑπάρχει ἀνθρωπίνη κοινωνία, δι᾿ ὅλης της Ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητος, δύνανται νὰ εἶναι «τυχαῖον»; Ἀλλὰ τυχαῖον εἶναι ὅ,τι ἀδυνατεῖ νὰ συλλάβῃ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς. Οὐδέποτε ὅμως ὅ,τι πρὸ πολλοῦ ἔχει συλληφθῆ εἰς τὸν θεμελειώδη νόμον τοῦ διαφορισμοῦ. Καὶ τὸ μὲν ψυχολογικὸν ἐλατήριον τοῦ συνασπισμοῦ τῶν ὁπωσδήποτε «κάτω» κατὰ τῶν ὁπωσδήποτε «ἄνω» εἶναι δεδομένη διὰ τοῦ ressentiment.

Ὁ συνασπισμὸς τῶν βλακῶν ἐνταῦθα εἶναι μηχανικὴ ὀργάνωσις βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς «ἐλαχίστης προσπαθείας» πρὸς ἀντιμετώπισιν ἰσχυροτέρας δυνάμεως εἰς τὸ πρόσωπον τῶν ὀλίγων ἢ τοῦ ἑνός. Ἡ ὀργάνωσις αὕτη περιωρισμένης ἐκτάσεως καλεῖται κοινωνιολογικῶς κλίκα (clique).

2. Ἡ ἔμφυτος τάσις τοῦ βλακός, ἐξικνουμένη συχνότατα εἰς ἀληθῆ μανίαν ὅπως ἀνήκῃ εἰς ἰσχυρὰς καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας πάσης φύσεως ὀργανώσεις, ἐξηγεῖται πρώτον μὲν ἐκ τῆς εὐκολίας τῆς ἀγελοποιήσεως, εἰς ἣν μονίμως ὑπόκειται, λόγω ἐλλείψεως ἀτομικότητος (ἐξ οὗ καὶ τὸ μῖσος τοῦ κατὰ τοῦ ἀτόμου καὶ τοῦ ἀτομικισμοῦ), δεύτερον δὲ ἐκ τοῦ ἀτομικοῦ ζῳώδους πανικοῦ, ὑπὸ τοῦ ὁποίου μονίμως κατατρύχεται, ἐκ τοῦ δεδικαιολογημένου φόβου μήπως περιέλθη εἰς τὸ παντὸς εἴδους προλεταριάτον. Ἀποτελεῖ δὲ ἡ τάσις αὕτη ἀμάχητον σχεδὸν τεκμήριον περὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς πνευματικῆς του ἀναπηρίας. Τοιουτοτρόπως δημιουργεῖται αὐτόματος συρροὴ βλακῶν εἰς τὰς πάσης φύσεως ὀργανώσεις, αἴτινες, ἐὰν μὲν εἶναι συμφεροντολογικαί, διατηροῦν τουλάχιστον τὴν σοβαρότητα τῶν συμφερόντων των, ἐὰν ὅμως εἶναι «πνευματικαί» περιέρχονται σὺν τῷ χρόνῳ εἰς πλήρη βλακοκρατίαν. Εἰς τὸ φαινόμενον τοῦτο ὀφείλει τὸν ἐκφυλισμὸν τοῦ λ.χ. ὁ μασσωνισμός, oι ἁπανταχοῦ Ῥοταριανοὶ ὅμιλοι, ὅλοι oι «πνευματικοί» σύλλογοι, καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ... Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν!. Ἑπόμενον εἶναι κατόπιν τούτων, ὅτι ὅπως ἡ λεγεὼν τῶν βλακῶν ὠθεῖται ἀκατανικήτως πρὸς τὴν ἀγέλην καὶ πρὸς τὰς πάσης φύσεως ὀργανώσεις, οὕτω ὑφίσταται ἀκατανίκητον ἕλξιν ἀπὸ τὰς παντὸς εἴδους ἀγελαίας ἀντιατομικὰς καὶ ὁμαδιστικὰς θεωρίας, ἀπὸ τοῦ πάσης φύσεως παρεμβατισμοῦ ἢ διευθυνομένης οἰκονομίας ἢ 4ης Αὐγούστου μέχρι τοῦ σοσιαλισμοῦ καὶ τοῦ κομμουνισμοῦ (Ἄλλοι εἶναι οἱ ἐκμεταλλευταὶ τῶν θεωριῶν αὐτῶν). Τούτων δεδομένων ἐξηγεῖται καὶ ἡ ἀτελεύτητος καὶ αὐστηροτάτη ἐπιλογὴ βλακῶν εἰς τὰ ὁμαδικὰ συστήματα ἡ ὁποία, τὴ βοηθεῖα μίας πολιτικῆς βίας, κατοχυροῦται καὶ ὡς πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν καθεστὼς (4η Αὐγούστου), τόσῳ μᾶλλον, ὅσο ἡ ἐλευθερία τῆς σκέψεως, χρήσιμος μόνον εἰς ἐκείνους, οἵτινες διαθέτουν σκέψιν, εἶναι μονίμως καὶ ἐξόχως ἀντιπαθητικὴ εἰς τοὺς βλάκας, διότι ἀσκουμένη ὑπὸ τῶν ἄλλων στρέφεται ἐναντίον των, ἴδια ὁσάκις οὗτοι κατέχουν ἐξουσιαστικὰς θέσεις, ἢ ἔχουν συνδέση συμφέροντα μὲ τοὺς κατέχοντας αὐτάς. Ἡ ἔλλειψις ἰδίας γνώμης, ἡ κολακεία καὶ ἡ ρᾳδιουργία (ἴδε κατωτέρω) τοὺς προορίζουν ἄλλως τε εἰδικῶς διὰ τὰς καταστάσεις ταύτας. Ἡ ἀκατανίκητος ἐπίσης τάσις τῶν βλακῶν πρὸς τὰς πάσης φύσεως ἀγελαίας ἐμφανίσεις (κοσμικαὶ συγκεντρώσεις καὶ causerie τρεφομένη ἐκ τῶν περιεχομένων τῶν ἐφημερίδων καὶ τῶν ραδιοφώνων, μόδα, κλπ.) καὶ διακρίσεις (τίτλοι, διπλώματα παράσημα) εἶναι κατόπιν τῶν ἀνωτέρω αὐτονόητος.

III

3. Ἀλλὰ πόθεν εἶναι δεδομένη ἡ πραγματικὴ δυνατότης τῆς ἀποτελεσματικῆς δράσεως τῆς βλακικῆς ἀγέλης; Ἡ δυνατότης αὕτη εἶναι δεδομένη ἀπολύτως ἀντικειμενικῶς καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ ψυχολογικοῦ ἐλατηρίου (τοῦ ressentiment), τὸ ὁποῖον ἄλλως οὐδεμίαν θὰ εἶχε κοινωνικὴν δρᾶσιν καὶ ἀκολούθως κοινωνιολογικὴν σημασίαν. Εἶναι δεδομένη ἐκ τῆς μοιραίας θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχουν εἰς τὴν κλίμακα τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ οἱ βλᾶκες, θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἀναντικατάστατοι, διότι εἶναι θέσις ὑποδεεστέρα, ἀλλὰ καὶ ἀπολύτως ἀπαραίτητος διὰ τὸν ὅλον κοινωνικὸν μηχανισμόν, ὁ ὁποῖος βασίζεται ἀπολύτως εἰς τὰς κατωτέρας αὐτοῦ βαθμίδας. Εὐκρινέστατα διαφαίνεται ἡ ἐξάρτησις αὕτη τῶν ἀνωτέρω βαθμίδων καὶ προσώπων ἀπὸ τῶν κατωτέρων τοιούτων ὅπου αὕτη λαμβάνει μορφὰς καθαρῶς ἐκβιαστικάς, τὰς ὁποίας γνωρίζουν πάντες οἱ κοινωνικοὶ ἄνθρωποι. Ὡς παράδειγμα δύναται νὰ χρησιμεύση ἡ παρέλκυσις ἢ ὁ ἐνταφιασμὸς μίας ὑποθέσεως εἰς οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν ὑπὸ κατωτέρων ὑπαλλήλων, ἡ ἔκδοσις ἐντάλματος συλλήψεως κατὰ καταζητουμένου ἐκληματίου, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ κατώτερα ἀστυνομικὰ ὄργανα εἶναι ἀλληλέγγυα πρὸς αὐτὸν κλπ

4. Λαμβανομένης ἤδη ὑπ᾿ ὄψιν τῆς ἐπικαίρου ταύτης θέσεως τῶν κατωτέρων βαθμίδων καὶ προσώπων ἐν τῷ κοινωνικῷ διαφορισμῶ καθίσταται ἀπολύτως νοητὴ καὶ ἡ ἄνοδος αὐτῶν εἰς ἀνωτέρας βαθμίδας διὰ κοινοῦ μεταξὺ τῶν συνασπισμοῦ ἀναδεικνύοντος ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν δι᾿ ὀργανωμένης ἀντιστάσεως (boycotage) πρὸς τὰ ἄνω καὶ παραλύσεως τῶν τυχὸν ἀντιθέτων ἐνεργειῶν τῶν ὑπερκειμένων παραγόντων πρὸς ἀνάδειξιν ἄλλου πράγματι ἱκανοῦ, προσώπου, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ δι᾿ ὀργανωμένης προωθήσεως προσώπου ἐκ τῶν κόλπων αὐτῶν, πρὸς τὴν ἀνωτέραν βαθμίδα. Τὸ φαινόμενον τοῦτο καλεῖται κλίκα. Ὅτι τὴν ἐξέλιξιν ταύτην οὐδεὶς δύναται νὰ σταματήση εἶναι φανερόν, ὅσον εἶναι φανερὰ ἡ νομοτελειακὴ συνάρτησις τῶν ὡς ἄνω δεδομένων. Κατὰ τὴν αὐτὴν συνάρτησιν τὸ φαινόμενον συνεχίζεται: «ἑνὸς βλακὸς προκειμένου μύριοι ἕπονται», ὁ δὲ οὕτω ἀνελθῶν βλὰξ θὰ προωθήση ὁ ἴδιος πρόσωπα μόνον κατώτερα ἑαυτοῦ, μέχρις ὅτου ἡ μία βίαια ἔξωθεν ἐπέμβασις, ὑπαγορευομένη ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ἄλλου τινὸς κοινωνικοῦ ὀργανισμοῦ, ἢ ὁ φυσικὸς ἐκφυλισμὸς ἑνὸς τοιούτου ὀργανισμοῦ ἐκ τῶν ἔσω, ἐπιφέρει θεμελιώδη τινὰ ἀνατροπὴν ἢ καὶ αὐτὸν τοῦτον τὸν τερματισμὸν τοῦ βίου τοῦ ἐκφυλισθέντος ὀργανισμοῦ. Οὕτω λ.χ., εἰς παρομοίαν περίπτωσιν ἡ τὸ 1910 ἀνελθοῦσα κοινωνικὴ ὁμὰς ἀνέτρεψε τὴν ἱεραρχίαν τῶν ἀξιῶν καὶ τῶν προσώπων καὶ ἐντὸς τοῦ παλαιοκομματισμοῦ, καταστήσασα δυνατὴν τὴν ὑπεφαλάγγισιν τῶν παλαιῶν αὐτοῦ ἀρχηγῶν ὑπὸ νέων (Γούναρη, Στράτου κλπ.)

5. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνευ συνασπισμοῦ καὶ ὀργανώσεως, ἄνευ«κλίκας», ἀνερχόμενοι βλᾶκες ἢ ἀνίκανοι γενικῶς, ἀτομικῶς καὶ μόνον ἐπικρατοῦντες, εὑρίσκονται ἐν τούτοις δεσμευμένοι ὑπὸ τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ εἰς ἴσον βαθμὸν ὡς καὶ οἱ ὀργανωμένοι τοιοῦτοι. Διότι ἀντικειμενικῶς αἱ θέσεις τὰς ὁποίας λαμβάνουν εἶναι τοιαύται, ὥστε ἡ ἀνεπάρκεια τῶν ἢ νὰ εἶναι πλεονεκτικὴ ἢ νὰ εἶναι ἀνεκτή, οὐδέποτε ὅμως θέσεις ἀπαιτούσαι πραγματικὰ προσόντα, ἐκ τῶν ὁποίων, καὶ ἂν ἀκόμη φθάνουν εἰς αὐτάς, ἀνατρέπονται καὶ κρημνίζονται εἰς τὴν πρώτην ἀντίξοον περίστασιν καὶ ὑπὸ μεγάλου τινὸς ἢ μικροῦ πνέοντος ἀνέμου. Οὕτω λ.χ. πολλοὶ ἐξ αὐτῶν κατέλαβον διαδοχικῶς πλεῖστα ἀξιώματα τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πολιτείας, ἀπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, μέχρι τοῦ «Προέδρου τοῦ Συλλόγου Προστασίας Ἐγγύων Μυιῶν», τοῦ «Γενικοῦ Γραμματέως τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας Πωλητῶν Ποντικοπαγίδων» κ.ο.κ., ἀξιώματα βεβαίως, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε θὰ ἐπιδιώξη σοβαρῶς ἀπασχολούμενος ἄνθρωπος. Εἰς τὰ ἀξιώματα ταῦτα προστίθενται φυσικὰ καὶ διακρίσεις οἶον παράσημα, διπλώματα, δεξιώσεις κλπ

Ο causeur συνάδελφος τοῦ ἀνωτέρω ἀποτελεῖ ἀληθῆ κοινωνικὴν μάστιγα, διότι ὡς causerie ἐκλαμβάνει τὸ νὰ λέγῃ εἰς τοὺς χειμαζομένους συνανθρώπους τί ἀνέγνωσεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, τί ἤκουσεν εἰς τὸ ραδιόφωνον καὶ τί τοῦ εἶπον διάφοροι καθ᾿ ὁδόν, ἐξικνούμενος ἔστιν ὅτε εἰς τὰ σχόλιά του, ὅταν ἀποφασίση νὰ σχολιάση εἰς δυσθεώρητα ὕψη ὀξυδερκείας καὶ πνευματικῆς χάριτος: ὅτι λ.χ. κατὰ τὴν νύκτα ἀναμφιβόλως ἐπικρατεῖ σκότος, τὴν δὲ βροχὴν ἀκολουθεῖ ὁπωσδήποτε ἡ ὑγρασία... Εἰς ταῦτα προστίθεται ἐνίοτε καὶ ἡ «προστατευτική» στάσις αὐτοῦ ἔναντι τῶν πνευματικῶς ἀνωτέρων του, σκοποῦσα τὴν ὑποτίμησιν αὐτῶν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κόσμου κλπ.

IV

6. Ἐνδιαφέρον εἶναι τέλος ἐνταῦθα τὸ φαινόμενον μερικῶν εὐφυῶν ἀνθρώπων, οἵτινες, ἐνστικτωδῶς διαισθανόμενοι τὸν κοινωνικῶς ἀνυπέρβλητον ρόλον τῶν βλακῶν καὶ τὴν λαμπρὰν κοινωνικὴν αὐτῶν σταδιοδρομίαν - ἐv τῇ «χρυσῇ» μέσῃ ὁδῷ τῆς μετριότητος ἐννοεῖται - ἀποφασίζουν νὰ ὑποδυθοῦν τὸν ρόλον αὐτόν, ὅπως ἀνέλθουν διὰ τῆς μεθόδου τῆς «νύσσης», ὡς αὕτη εὐφυέστατα ἀποκαλεῖται παρὰ τῷ λαῷ. Ἀλλ᾿ ὁ ρόλος οὗτος εἶναι ἐξαιρέτως δύσκολος ἐκ δυὸ λόγων: Πρῶτον ὑποκειμενικῶς ἡ ὕπαρξις πνευματικῆς καὶ ψυχικῆς ζωῆς ἔχει ὡς γνωστὸν ἀναποτρέπτους ἀντανακλάσεις ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς φυσιογνωμίας, αἴτινες μὲ τὴν τελειοτέραν ὑπόκρισιν, δύσκολον εἶναι ν᾿ ἀποκρυβοῦν, πλὴν τῆς περιπτώσεως καθ᾿ ἣν εἶναι δεδομένον τάλαντον μεγάλου ἠθοποιοῦ. Ἡ ἁπλὴ παρουσία τοῦ εὐφυοῦς ἀνθρώπου εἶναι κατὰ κανόνα διὰ τὸν βλᾶκα εἰς τὸ ἔπακρον προκλητική. Τὸ ψυχολογικὸν σύμπλεγμα τῶν συναισθημάτων, τὸ ὁποῖον αὕτη ἐξαπολύει πάρ᾿ αὐτῶ εἶναι τὸ αὐτὸ ἀκριβῶς μὲ ἐκεῖνο τοῦ καταδιωκομένου καὶ πανικοβλήτου ζῴου ἢ ἀνθρώπου, ἐν καταστάσει φυγῆς ἢ ἀμύνης. Τὸ μῖσος, ὁ φόβος, ὁ φθόνος μετὰ τοῦ θράσους συμπλέκονται κατὰ τρόπον, δηλοῦντα διὰ τὸν ἐξησκημένον ὀφθαλμὸν σαφῶς εἰς πᾶσαν φράσιν, ἴδια ὑποτιμητικὴν ἢ μειωτικήν, τὴν κατάστασιν ἀμύνης. Δεύτερον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ βλακός, ἡ ἔνστικτος καχυποψία αὐτοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ ὑπόκρισις τοῦ εὐφυοῦς ν᾿ ἀποβαίνῃ ματαία, ἡ δὲ πραγματικὴ εἰλικρίνεια αὐτοῦ νὰ ἐκλαμβάνεται ὡς ὑπόκρισις. Ὁ βλὰξ ὡς πλησιέστερος πρὸς τὸ ζωϊκὸν βασίλειον, ἔχει τὴν ἔνστικτον καχυποψίαν οὕτω ἀνεπτυγμένην, ὥστε ν᾿ ἀδυνατῇ νὰ διαγνώσῃ ἢ νὰ ἐννοήση συλλογισμοὺς καὶ λογικοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ εὐφυοῦς, βασιζομένους ὄχι εἰς τὸ ἔνστικτον ἀλλὰ εἰς τὴν διάνοιαν. Ἄοπλος καὶ ἀνυπεράσπιστος ἔναντι τῶν ψυχρῶν ὑπολογισμῶν τῆς ξένης διανοίας, ἢς ὁ μηχανισμὸς τυγχάνει εἰς αὐτὸν νοητικῶς ἀπροσπέλαστος, μίαν μόνην ἄμυναν διαθέτει, ἀκριβῶς ὅπως τὸ ζῷον καὶ ὁ πρωτόγονος ἄνθρωπος: τὴν ἔνστικτον καχυποψίαν. Οὕτω ἐξηγεῖται καὶ ἡ φυσικὴ καὶ πνευματικὴ κατωτερότης τῶν λαῶν, οἵτινες ἐμπνέονται βασικῶς ὑπὸ τῆς καχυποψίας, ἣν αὐταρέσκως ἐκλαμβάνουν ὡς εὐφυΐαν. Ἔναντι τῶν Εὐρωπαίων οἵτινες οὐδεμίαν ἀνάγκην ἔχουν αὐτῆς, ὡς ἀντιλαμβανόμενοι νοητικῶς τὸν κόσμον. Ἐκ τούτων ἐπίσης φαίνεται σαφῶς, ὅτι ἡ καχυποψία καὶ ἡ ἀπότοκος αὐτῆς πονηρία εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετόν της εὐφυίας ὡς πρὸς τὸν ὅλον αὐτῆς ἐκτοπιζομένης πάντοτε ὑπὸ τῆς δευτέρας. Λέγομεν ἀντίθετος μόνον ὡς πρὸς τὸν ρόλον, διότι ἡ διάνοια δὲν εἶναι τί τὸ ἀνεξάρτητον ἢ ἀντίθετόν του ἐνστίκτου, ἀλλὰ τουναντίον ἡ ἀνάπτυξις καὶ ὁ διὰ λογικῶν μέσων πλουτισμὸς αὐτοῦ εἰς τὴν ἀρχικὴν αὐτοῦ πάντοτε κατεύθυνσιν.

7. Πονηρία εἶναι ἡ ἐνεργητικὴ ὄψις τῆς καχυποψίας καὶ τὸ δεύτερον στάδιον αὐτῆς, ἤτοι ἡ δρᾶσις αὐτῆς, δρᾶσις ὅμως ζωϊκῶς ἀμυντικῆς φύσεως, διότι προϋποθέτει τὴν πνευματικὴν κατωτερότητα καὶ τὴν πνευματικὴν ἀμηχανίαν τοῦ βλακός, ὡς ζῴου ἐνστικτώδους καὶ πνευματικῶς πανικοβλήτου. Ἡ ἁπλὴ καχυποψία εἶναι ἄμυνα παθητικῆς φύσεως, καθ᾿ ὃ μὴ ἐνεργοῦσα ἐπὶ ἄλλων ἀτόμων. Ἡ πονηρία εἶναι ἄμυνα ἐνεργητικῆς φύσεως, διότι ἀποτελεῖ ἐγκεφαλικὴν ἐνέργειαν, σχηματισμὸν συλλογισμῶν καὶ συμπερασμάτων, ἀγόντων εἰς πράξεις («τὸν ἐγέλασε» κ.λπ.) καὶ συνεπῶς ἐνεργεῖ ἐπὶ ἄλλων ἀτόμων. Ἄσχετον τὸ ζήτημα τῆς βλακώδους ποιότητος τῶν συλλογισμῶν καὶ συμπερασμάτων. Ἡ χρησιμοποίησις ἤδη τῶν βλακωδῶν τούτων συλλογισμῶν καὶ συμπερασμάτων, μὲ μιὰν λέξιν τῆς πονηρῖας, χρησιμοποίησις ὅμως γενικώτερον ψυχολογικῶς ἐπιδρώσα ἐπὶ τοῦ ἄλλου ἀτόμου, ἤτοι χρησιμοποίησις αὐτῆς ἐν συνδυασμῷ μὲ στοιχεῖα κατωτάτης πνευματικῆς ὑποστάθμης (κολακεία, ψεῦδος, ρᾳδιουργία, συκοφαντία, σωματεμπορία, συμπαθὴς μορφὴ τοῦ βλακὸς ἀκόμη, ἐπίκλησις τῆς πολυτεκνίας του, προσφορὰ ἀνηθίκων καὶ εὐκόλων ὑπηρεσιῶν εἰς τὸ κολακευόμενον πρόσωπον, χαφιεδισμός, ξεσκονίσματα, τὸ «ποιεῖν τὸν καραγκιόζην», ἢ τὸν gigolot, χειροφιλήματα πρὸς τὸν «Ἐθνικὸν Κυβερνήτην», ἐκφωνήσεις λόγων, συρραφὴ κολακευτικῶν στίχων, μεταφορὰ λαχανικῶν, κλπ.

8. Ἂν ὁ βλὰξ καταφεύγει εἰς τὴν ἐπιτηδειότητα λόγω τῶν πενιχρῶν πνευματικῶν τοῦ μέσων ἐκ τῆς αὐτῆς ἐλλείψεως ἀνωτέρων πνευματικῶν μέσων ὠθεῖται καὶ πρὸς τὴν ἀπάτην. Ἀπάτη εἶναι ὡς γνωστὸν ἡ ἀποσιώπησις τῆς ἀληθείας ἢ ἡ παράστασις ψευδῶν πραγμάτων ὡς ἀληθῶν. Ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ ὁρισμοῦ αὐτῆς συνάγεται ὅτι ἡ ἀπάτη δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν εὐφυΐαν τοῦ ἀπατεῶνος, διότι πᾷς ἄνθρωπος δύναται νὰ παραστήση ψευδῶς πράγματα ὡς ἀληθῆ καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ βλάξ, ἀλλ᾿ εἰς τὴν εὐπιστίαν τοῦ θύματος. Ὅτι λοιπὸν καταφεύγει εἰς αὐτήν, ὡς διανοητικῶς εὐκολώτερον μέσον ὁ βλὰξ ἐπειδή, στερούμενος εὐφυΐας, εἶναι ἀνίκανος νὰ μεταχειρισθῆ ἔντιμα μέσα, εἶναι αὐτονόητον, διότι ἔντιμα μέσα ὡς δυσκολώτερα, χρησιμοποιεῖ μόνον ὁ κεκτημένος πραγματικὴν ἀτομικὴν ἀξίαν. Πόθεν λοιπὸν προέρχεται ἡ εὐρέως διαδεδομένη ἀντίληψις, ὅτι ὁ ἀπατεὼν ὄχι μόνον ἀποκλείεται νὰ εἶναι βλάξ, ἀλλ᾿ ἀναγκαίως εἶναι εὐφυής, ἀντὶ τῆς ὡς ἄνω ἀναλύσεως, ἐξ ἢς ἀντιθέτως προκύπτει, ὅτι ὁ ἀπατεὼν ὄχι μόνον ἀποκλείεται νὰ εἶναι εὐφυής, ἀλλ᾿ εἶναι ἀναγκαίως βλάξ; Ἡ ἀντίληψις αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς «θεωρίας» τοῦ βλακὸς περὶ τῆς εὐπιστίας. Εἰθισμένος ὁ βλὰξ νὰ «σκέπτεται» οὐχὶ διὰ τοῦ νοητικοῦ μηχανισμοῦ, ἀλλὰ διὰ χονδροειδῶν ἔξωθεν ἐντυπώσεων, δὲν ἐρευνᾷ τὰς αἰτιοκρατικὰς σχέσεις, ἀλλὰ περιορίζεται εἰς τὸ γεγονὸς μίας ἐπιτυχούσης ἀπάτης, γεγονὸς ἐξ οὗ καὶ μόνου συνάγει τὴν βλακείαν τοῦ θύματος καὶ τὴν εὐφυΐαν τοῦ ἀπατεῶνος. Ὅτι ἡ ἀπάτη δὲν ὀφείλεται εἰς εὐφυίαν ἀνελύθη, νομίζομεν ἐπαρκῶς. Ὅτι ὅμως ἡ εὐπιστία τοῦ θύματος ἀποτελεῖ βλακείαν, τοῦτο εἶναι ἀληθὲς μνημεῖον βλακικὴς «διανοίας» καὶ πολιτιστικῆς ὑποστάθμης. Διότι ἡ εὐπιστία ἑνὸς ἀτόμου, ὡς προϋποθέτουσα τὰ ἄλλα ἄτομα ὡς ἔντιμα καὶ συνεπῶς ὡς εὐφυά, εἶναι ἀσφαλῶς τὸ μέγιστον τῶν τεκμηρίων τῆς πνευματικῆς του ἀναπτύξεως καὶ τοῦ πολιτισμοῦ του. Ὅσον ὑψηλότερον ἐπὶ τῶν βαθμίδων τῆς εὐφυΐας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ἵσταται ἐν ἄτομον ἢ εἷς λαός, (οἱ Εὐρωπαῖοι ἐν σχέσει πρὸς τοὺς Ἀνατολίτας) τόσον περισσότερον εὔπιστος εἶναι. Ὁ τελευταῖος τῶν βλακῶν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξαπατήσῃ ἕνα Κὰντ ἢ ἕνα Μπετόβεv καὶ ὁ τελευταῖος τῶν Ἑλλήνων ἕνα Εὐρωπαῖον... Τὸ μειδίαμα τοῦ οἴκτου,τὸ ὁποῖον ρίπτουν οἱ «ἀφελεῖς κουτόφραγκοι», δημιουργοὶ τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν καὶ ἐξουσιασταὶ τοῦ κόσμου, ἐπὶ τῶν δυστυχῶν «ἔξυπνών» της Μεσογείου καὶ τῆς Ἀνατολῆς, ἂς εἶναι καὶ ἡ τιμωρία τῶν βλακῶν καὶ διὰ τὴν «θεωρίαν» των ταύτην!

V

9. «Ὅτι ὁ βλάξ, ἀκολουθῶν τὴν ἔνστικτον αὐτοῦ καχυποψίαν, εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς πραγματικότητος, τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, θέτει δὲ αὐτὸν ἐν τῷ Κοινωνικῷ βίῳ εἰς «ἀνωτέραν» μοῖραν λ.χ. τοῦ μεταφυσικοῦ, τοῦ ὁποίου ὁ ἐνστικτώδης κόσμος ἔχει ὑποστὴ νοσηρὰν ἀτροφίαν, ἔναντι τοῦ διανοητικοῦ αὐτοῦ κόσμου, ὅστις ἔχασε πᾶσαν ἐπαφὴν μετὰ τῆς πραγματικότητος. Ἐὰν δεχθῶμεν, ὡς ὑποχρεούμεθα, πρῶτον ὅτι τὸ ἔνστικτον εἶναι ἀλάθητον, καθ᾿ ὃ ἀνεξήγητον καὶ ἄφθαρτον, δεύτερον ὅτι ὁ κόσμος τῶν ἐνστίκτων εἶναι ὁ κατ᾿ ἐξοχὴν φυσικῶς ὑγιὴς κόσμος, τρίτον ὅτι ἡ κοινωνία ὡς συνέχεια τῆς φύσεως εἶναι ὑγειὴς ὀργανισμός, ἀπαρτιζόμενος ὑπὸ ὑγειῶν ἀτόμων, τότε τὸ συμπέρασμα περὶ τῆς ὑπεροχῆς τοῦ βλακὸς ἐπὶ τοῦ μεταφυσικοῦ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, εἶναι συμπέρασμα ἀναγκαστικὸν καὶ ἀνέκκλητον, ἐπαληθευόμενον ἄλλως τε, κατὰ φυσικὴν ἀναγκαιότητα, ὑπ᾿ αὐτῆς ταύτης τῆς κοινωνικῆς πραγματικότητος ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν λαῶν. Τὸ ὅτι οἱ μεταφυσικοὶ ἐπεκράτησαν (ὄχι ἤνθισαν) εἰς ἐποχὰς παρακμῆς τῶν κοινωνιῶν δὲν εἶναι τυχαῖον. Ὁ βλάξ, ὡς ἐλέχθη καὶ ἀνωτέρω, διαισθανόμενος ἐν τῇ καχυποψίᾳ του τὴν ἐπίθεσιν ἐκ μέρους τοῦ εὐφυοῦς, εἶναι θεμελιωδῶς ἐντὸς τῆς πραγματικότητος, διότι διαισθάνεται ὀρθῶς τὸν κίνδυνον νὰ περιέλθῃ κοινωνικῶς εἰς τὴν κάτω τάξιν. Ἐὰν διὰ τῆς καχυποψίας αὐτῆς καὶ μόνης προστατεύεται ἔναντι τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ προορισμοῦ του, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα. Φανερὸν εἶναι, ὅτι τὸ ἔνστικτον ἀποτελεῖ μέσον προσανατολισμοῦ καὶ στοιχειώδους ἀμύνης εἰς τὸν πρωτόγονον ἄνθρωπον, ὄχι ὅμως μέσον κατισχύσεως καὶ ὑπεροχῆς ἐν προηγμένῃ κοινωνίᾳ μετὰ προηγουμένου κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ καὶ ἀναπτύξεως τῶν νοητικῶν του ἀνθρώπου μέσων, τῶν ὁποίων ἡ κατ᾿ ἄτομα ἀνισότης εἶναι ἐξ ἴσου φυσικῶς δεδομένη. Ὁ βλὰξ ὁμοιάζει ἐνταῦθα τὸ ζῷον, τὸ ὁποῖον ἐξ ἐνστίκτου γνωρίζει νὰ διαφεύγῃ πάντα κίνδυνον, πλὴν ἀνωτέρας ὠμῆς βίας, εἰς τὴν ζούγκλαν, εἰσερχόμενον ὅμως εἰς κεντρικὴν ὁδὸν μεγαλουπόλεως, εὑρίσκεται αἰφνιδίως ὑπὸ τοὺς τροχοὺς αὐτοκινήτου. Τοῦτο εἶναι ἄγνωστος καὶ ἀκατανόητος εἰς αὐτὸ μηχανή, βασιζομένη βεβαίως κατὰ τελευταῖον λόγον εἰς τὸ ἔνστικτον τοῦ ἀνθρώπου, κατασκευασθεῖσα ὅμως διὰ τῆς διανοίας του. Πῶς ἤδη οἱ πνευματικῶς κατώτεροι ἄνθρωποι εὑρίσκονται ὑπὸ τοὺς τροχοὺς διαφόρων κοινωνικῶν «αὐτοκινήτων», - τοῦτο δεικνύει ἡ θέσις αὐτῶν εἰς τὴν κάτω τάξιν. Τὴν «μηχανήν» αὐτὴν εἶναι βεβαίως ἀδύνατον νὰ διαφύγῃ καὶ ὁ βλάξ, τοῦ ὁποίου καὶ ἡ ἄνοδος εἶναι αὐστηρῶς ἐντὸς ὡρισμένων πλαισίων περιωρισμένη. Ὅτι δὲ τέλος ὁ μεταφυσικὸς οὐδὲ τὸ ζῷον, οὐδὲ τὸν βλάκα δύναται νὰ περιπλέξῃ εἰς τροχούς, τοῦτο εἶναι εὐνόητον ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι οὗτος φέρεται ἐπὶ τοῦ Πηγάσου...

VI

10. Ὡς πρὸς τὴν κοινωνικὴν προέλευσιν τῶν βλακῶν διαπιστοῦται ὅτι ἡ παραγωγὴ βλακῶν δὲν εἶναι ταξική. Ἡ πονηρὰ φύσις δὲν ἔδωκεν εἰς ὡρισμένην τινὰ κοινωνικὴν τάξιν τὸ ἐπίζηλον τοῦτο προνόμιον. Ἐπεδαψίλευσεν ἴσως ὡς φαίνεται, εἰς τὴν ἑκάστοτε ἄνω τάξιν τοὺς διασκεδαστικωτέρους ἁπλῶς τύπους βλακῶν, ἀλλὰ δὲν ἐστέρησεν οὐδεμίαν ἄλλην κοινωνικὴν τάξιν τῆς σοβαρᾶς συμβολῆς των. Ὁ βλὰξ ὑπουργός, ὁ ἀγόμενος καὶ φερόμενος ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων του καὶ τὰ μέλη ἑνὸς ἐργατικοῦ σωματείου, τὰ ὁποῖα ἐκμεταλλεύεται ὁ πονηρὸς ἐργατοκάπηλος, ἀποτελοῦν δυὸ ἀντίθετα παραδείγματα τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ βλακεία δὲν ἔχει ταξικὴν τὴν πατρίδα.

Ψυχολογικὰ δὲ εἶναι κυρίως τὰ περιεχόμενα, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν τὰς ποικιλίας καὶ παραλλαγὰς μεταξὺ τῶν βλακῶν. Ὁ fils a papa τῆς ἄνω τάξεως, ὁ ὁποῖος λόγω φυσικῆς ἀτροφίας τοῦ βουλητικοῦ του κόσμου, λαμβάνει σοβαρῶς ὑπ᾿ ὄψιν τὴν ἀτελεύτητον σειρὰν τῶν ἀπαγορεύσεων τῆς οἰκογενείας του, στερούμενος δὲ καὶ ἰδῖας πνευματικότητος, καταντᾷ εἰς τὸ τέλος τύπος χωρὶς τὴν ἐλαχίστην προσωπικότητα, ὀνομάζεται ὑπὸ τῆς τάξεώς του ἐπιεικέστατα «καλὸ παιδί», εἰς δὲ τὴν ἀντικειμενικὴν διάλεκτον θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποκληθῇ «εὐπρεπὴς βλάξ», ἐνῷ τὸ «τέκνον τοῦ λαοῦ» εἰς τὴν αὐτὴν περίπτωσιν ὀνομάζεται ὑπὸ τοῦ εὐφυεστέρου καὶ κυριολεκτοῦντος λαοῦ δραστικώτατα «κόπανος». Σημαντικῶς αὐστηροτέρα εἶναι ἑπομένως ἡ φυσικὴ ἐπιλογὴ ἐντὸς τῆς κάτω τάξεως: ἐνῷ λ.χ. ὁ fils a papa εἰς τὴν μαθητικὴν ἡλικίαν τυγχάνει τῆς ἀγωγῆς, τῶν μορφωτικῶν μέσων καὶ τῶν περιποιήσεων τῆς τάξεώς του καὶ παραμένει ψυχικῶς ἀμείωτος, ὅπερ ἐπαυξάνει τὴν γελοίαν αὐτοπεποίθησίν του εἰς πρεσβυτέραν ἡλικίαν, δυνάμενος νὰ φθάσῃ ἀνενοχλήτως καὶ εἰς ὑψηλὰ ἀξιώματα, ἡ δὲ ἀτομική του ὕπαρξις ὡς μὴ ὤφειλε, εἶναι γνωστὴ ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἀντιθέτως τὸ τέκνον τοῦ λαοῦ καὶ σκληρώτερον χειραγωγεῖται ὑπὸ τῶν γονέων του καὶ τῶν συμμαθητῶν τοῦ ἐν τῷ σχολείῳ μέχρι πλήρους ψυχικῆς ἐξουθενώσεως διὰ σκληρᾶς ὑποτιμήσεως, προπηλακισμῶν, φαρσῶν, ὕβρεων καὶ βιαιοπραγιῶν καὶ δυσκολώτερον εἶναι κατόπιν τούτων ν᾿ ἀνέλθῃ τὴν κοινωνικὴν κλίμακα, ὁ δὲ βλὰξ τῶν λαϊκῶν τάξεων οὕτως καὶ συμπαθέστερος εἶναι καὶ ἄγνωστος καὶ ἀκινδυνώτερος καὶ ὀλιγώτερον γελοῖος, καθ᾿ ὃ σεμνότερος καὶ ἐστερημένος τῆς αὐτοπεποιθήσεως ἢ ἐπάρσεως τοῦ βλακὸς τῶν ἄνω τάξεων, εἰς τὸν ὁποῖον λόγω ἀτροφίας τοῦ βουλητικοῦ του καὶ τῆς μαλθακότητος τοῦ οἰκογενειακοῦ του περιβάλλοντος προστίθεται ἔστιν ὅτε καὶ ἀηδὴς γυναικωτὸς χαρακτήρ. Ἑνιαῖον ὅμως εἶναι τὸ πνευματικὸν προλεταριᾶτον πάσης ταξικῆς καταγωγῆς.

VII

11. Ἡ ἠθικὴ τέλος σχέσις μεταξὺ βλακὸς καὶ ἐπιτηδείου ἢ ἀπατεῶνος εἶναι ἀπροσδοκήτως διάφορος τῆς ἣν ἐκλαμβάνει συνήθως ἡ «κοινὴ γνώμη». Ὁ συνήθης κοινωνικὸς ἄνθρωπος θεωρεῖ τὸν ἐπιτήδειον καὶ τὸν ἀπατεῶνα ὡς ἀνηθίκους μέν, ἀλλ᾿ ὡς ὑποδιαιρέσεις τοῦ εὐφυοῦς. Ὅλως τὸ ἀντίθετον ὅμως συμβαίνει: ὁ ἐπιτήδειος καὶ ὁ ἀπατεὼν εἶναι ἀκριβῶς ὑποδιαιρέσεις τοῦ βλακός. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Εἴπομεν ἀνωτέρω ὅτι ἡ πονηρία, ἐκτὸς ἐὰν εἶναι μέσον ἀμύνης τῶν εὐφυῶν οὐχὶ κατὰ τῶν βλακῶν ἀλλὰ κατὰ τῆς πονηρίας των, ἀποτελεῖ φυσικὴν ἰδιότητα τῶν βλακῶν καὶ δὴ φυσικὴν συνέπειαν τοῦ γεγονότος, ὅτι, λόγω ἀτροφίας τοῦ νοητικοῦ τῶν μηχανισμοῦ, ἀποτελεῖ αὕτη τὴν μόνην ἄμυναν αὐτῶν κατὰ πάσης ἔξωθεν ἐπιθέσεως. Ἀπὸ τῆς διαπιστώσεως τῆς ἀληθείας ταύτης μέχρι τῆς ἀκολούθου ἀληθείας ὑπάρχει ἓv καὶ μόνον βῆμα: ὅτι μόνον ὁ πνευματικῶς ἀνάπηρος ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐπιτηδειότητος καὶ τῆς ἀπάτης διὰ νὰ προωθηθῆ ἢ νὰ ἐπικρατήση. Οὐδεὶς ἄνθρωπος ἀξίας ἔχει ἀνάγκην νὰ γίνῃ ἐπιτήδειος ἢ ἀπατεών. Ἡ καθημερινὴ κοινωνικὴ πεῖρα διδάσκει ὅτι τὰ ἐπίθετα ταῦτα οὐδέποτε κατώρθωσαν νὰ «κολλήσουν» εἰς ἀνθρώπους πραγματικῆς ἀξίας, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν ὑπῆρξαν μισητοί, ἐχαρακτηρίσθησαν ἴσως ὡς «κακοί», ὡς «καταχθόνιοι», ὡς «γόητες», ὡς «τορπιλληταί» ἢ ὡς «λιβελλογράφοι», οὐδέποτε ὅμως ὡς ἐπιτήδειοι ἢ ἀπατεῶνες, καὶ ὅταν ἀκόμη ὑπῆρξαν συντηρητικοὶ εἰς τὰς σχέσεις τῶν μετὰ τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων καὶ κατώρθωσαν πάντοτε νὰ προωθηθοῦν ἢ νὰ ἐπικρατήσουν. Ἀπόλυτος ἐσωτερικὴ συνέπεια τῆς πνευματικῆς ἀναπηρίας τοῦ βλακὸς εἶναι ἄλλως τὲ ὄχι μόνον ἡ ἀγελαία του τάσις, ὄχι μόνον ἡ προώθησίς του «πλάτην μὲ πλάτην» μὲ τὴν λεγεῶνα τῶν ὁμοίων του, ὄχι μόνον ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ εὐτελέστερα μέσα τῆς ἐπιτηδειότητος, τὴν ἔλλειψιν ἀντιθέτου γνώμης, τὴν προσφορὰν εὐκόλων καὶ ἀνηθίκων ἐκδουλεύσεων καὶ τὴν κολακείαν, ἀλλὰ καὶ ἡ συστηματικὴ ἀποφυγὴ πάσης συγκρούσεως καὶ πάσης μάχης. Καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ βλάξ, ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ ἐπιτηδείου ἢ τοῦ ἀπατεῶνος, ἐξαναγκασθῇ νὰ δώσῃ μάχην, θὰ δώσῃ αὐτὴν διὰ τῶν πνευματικῶς εὐκολοτέρων καὶ συνεπῶς τῶν ἀνηθικωτέρων «ὅπλων»: τοῦ ψεύδους, τῆς διαστροφῆς, τῆς ρᾳδιουργίας καὶ τῆς συκοφαντίας.

Ἐξ οὗ ἕπεται τὸ ἀκλόνητον δόγμα: καὶ ἡ ἀνηθικότης εἶναι ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῶν βλακῶν!

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Δώρο Χριστουγεννιάτικο (Δημοσθένης Βουτυράς, 1879-1958)



Σε κάθε χτύπημα που τούδινε ο άνεμος σα να ζητούσε να το γκρεμίσει, το παλιόσπιτο έτρεμε, όπως κι εμείς μαζεμένοι εκεί μέσα.

Είχαμε φράξει, όσο μπορούσαμε, τις διάφορες τρύπες. Στα σπασμένα τζάμια του παραθύρου είχε κολλήσει ο Παδούλης χοντρό χαρτί μπλε, αλλ΄ απ΄ τις σχισμάδες της μισοσπασμένης πόρτας ενιώθαμε την παγωμένη πνοή του θηρόυ που μούγκριζε έξω, να μας έρχεται. μα ήταν αδύνατο να ζεσταθεί κείνη η κάμαρα!... Κάμαρα!... Ένα είδος σταύλου μακρόστενου, με χώμα κάτω, αντί για σανίδια, ένα χώμα μαύρο, μαύρο και σχεδόν πάντα υγρό. Ένα παράθυρο είχε, και αυτό στην αυλή έβλεπε, στην αυλήν τη γεμάτη από σωρούς πετρών τετράγωνων, μαυρισμένων και από ξύλα παλιά. Προς το δρόμο υπήρχε και άλλο δωμάτιο, λίγο καλύτερο απ΄ αυτό• αλλ΄ ο κύριος του σπιτιού έβαζε παλιοσίδερα και διάφορα άλλα παλιοπράγματα.

Κανείς δεν είχε όρεξη για ομιλίες. Μέναμε σιωπηλοί σε κείνο το παγωμένο δωμάτιο που σα νάταν η φωλιά του βοριά και να του την είχαμε ΄μείς πάρει, ακουγόταν αυτός απ΄ έξω να χτυπά, να φωνάζει, να ουρλιάζει άγριος, σα να ζητούσε να μπει μέσα να μας διώξει.

Ο Παδούλης καθότανε κάτω, πάνω σ΄ ένα ρούχο, και κοντά στη φωτιά που είχαμε ανάψει από ξύλα του σπιτονοικοκύρη μας, απ΄ εκείνα, που είχε στην αυλή, και κοίταζε τη φλόγα σκεπτικός.

Απάνω-κάτω ήξερα τι σκεπτόταν. Τον είχα ακούσει να λέει πρωτύτερα:

- Χριστούγεννα και να μη φάμε κέας.

Ήτανε ψευδός. Ποτέ η γλώσσα του δεν κατόρθωσε να συλλάβει το ρ.

Ο Λάμπας, πιο πέρα και πάνω σ΄ ένα χοντρόξυλο, με τα χέρια σταυρωμένα και καμπουριασμένος.

Ήτανε ψάλτης στην πατρίδα μας και άνθρωπος που ποτέ δεν έκανε κακή καρδιά. Αλλά από την ημέρα, που οι Τούρκοι κλείσανε την Εκκλησιά και μας διώξανε, πάει η καλή καρδιά του Λάμπα. Εγώ τριγύριζα, περπατούσα πάνω-κάτω, τρέμοντας και τουρτουρίζοντας.

Αναμνήσεις κάποτε, σαν τα διωγμένα, τα κομματιασμένα σύννεφα, που τρέχανε έξω, περνούσαν απ΄ το νου μου...

Ξαφνικά κάτι άκουσα έξω και κοίταξα απ΄ τα γυαλιά του παραθύρου, έξω στην αυλή.

Νόμισα πως έβλεπα όνειρο! Κοντά στο βρωμοπήγαδο δύο κιτρινωπές όρνιθες!

- Παδούλη! φωνάζω με πνιγμένη φωνή.

- Τι τέχει; ρώτησε αυτός με την ψευδή μιλιά του.

- Έλα δω, μωρέ!... Έλα γρήγορα. Δώρο μάς στέλνει ο Χριστός, δώρο!... Δύο όρνιθες!... Να!...

- Έλα!...

Ο Παδούλης πλησίασε γρήγορα στο παράθυρο, ενώ ο Λάμπας, χωρίς να πολυκινηθεί, με ορθωμένο μόνο το κορμί του μας κοίταζε.

- Τη ίγα!... έκανε ο ψευδός και κινήθηκε τυφλά δω και κει.

Ζητούσε μια σιδερένια μεγάλη ρίγα.

- Να τοι, να τοι!... Ωραία πάτε!... Απ΄ τ΄ αυγό στην κότα!... Κατά το παραμύθι!... Μπράβο σας!... Έτσι!... Χτες κλέψατε τα τρία αυγά της γειτόνισσας και τώρα θα της κλέψετε τις κότες!...

Άρχισε να μας μαλώνει ο Λάμπας.

- Πάψε, βρε!...

- Αυτός, Γιώργο, να το ξέρεις, ο ψευδούλιακας, θα σε παρασύρει!...

- Λέγε, λέγε!...

Ο Παδούλης είχε βρει τη ρίγα και προχωρούσε προς την πόρτα. Ο Λάμπας όμως πετάχτηκε και θέλησε να του κλείσει το δρόμο.

- Όχι!...

- Βρε κάτσε απ΄ εκεί!..., του είπα, πήγαινε, κοιμήσου!...

- Στάσου βε!... του έκανε ο Παδούλης.

Ο Λάμπας τραβήχτηκε :

- Κάντε ό,τι θέλετε!... Εγώ να, νίπτω τας χείρας μου!... Στη φυλακή!... Και κλεψιά μέρα χρονιάρα, Χριστούγεννα!...

- Λέε, λέε!... Ψάλτης δεν ήσουνα;...

- Μωρέ, θα πάψεις;... Ας το διάολο!

Ο Παδούλης άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Την έκλεισα. Τον ήξευρα ότι ήτανε τρομερός κυνηγός των ορνίθων. Χωρίς να βγάζουνε φωνή, πέφτανε αυτές στα χέρια του.

Έγινε σιωπή και ούτε μάλιστα ο άνεμος ακούστηκε να μουγκρίζει απ΄ έξω απ΄ το παλιόσπιτο.

Σε λίγο έσπρωξε την πόρτα και την άνοιξε. Μπήκε μέσα κρατώντας τις δύο κιτρινωπές όρνιθες.

- Νά τες!...

- Ωραία, ωραία!... Μπράβο σας!...

Μας έλεγε ο Λάμπας που είχε καθήσει στη θέση του.

- Μη φας, εσύ!...

- Χριστουγεννιάτικα!...

- Κόφ΄ τους το λαιμό, γιατί τις σταγκούλισα!...

Τους κόψαμε το λαιμό σ΄ ένα μέρος, που πλύναμε έπειτα, ύστερα σ΄ ένα τσουκάλι ρίξαμε νερό και το βάλαμε στη φωτιά.

Ο Λάμπας δε μιλούσε, μόνο μας κοίταζε.

Άμα ζεστάθηκε πολύ το νερό, τις ζεματίσαμε κι αρχίσαμε να τις μαδάμε. Και όταν έμειναν με μόνο το δέρμα, άσπρες, άσπρες, πήρε ο Παδούλης φτερά, πόδια, μάζεψε και τα φτερουλάκια, όλα, όλα, με προσοχή και τα πήγε έξω στην αυλή, όπου τα έθαψε σ΄ ένα λακκάκι, που άνοιξε, πατώντας έπειτα καλά το χώμα, που έριξε από πάνω.

Κοιτάξαμε και για τις σταγόνες το αίμα, που ήτανε δω και κει.

- Κλέφτες!... Σωστοί κλέφτες είσαστε!... μίλησε ο Λάμπας, που μας κοίταζε τι κάναμε.

- Δε θα φας; τον ρώτησα.

- Εγώ;... Ποτέ, ποτέ! να μαγαριστώ με κλεψιμέικο χρονιάρα μέρα!... Ποτέ!...

- Αν δεν ήτανε χρονιάρα μέρα;...

- Δεν ξέρω τι θάκανα!... Ούτε τότε!... Έφαγα απ΄ τ΄ αυγά;...

Ο αχρείος όμως ήξερε να μαγερεύει και του ζητήσαμε τη συμβουλή του.

Μας ειπε πώς να την κάνουμε, αφού πάλι που πήρε θάρρος μ΄ αυτό, μας έβρισε.

Η φωτιά ήτανε στις δόξες της. Το παλιοδωμάτιο μοσχοβολούσε.

Καθισμένοι κοντά ακούγαμε το τραγούδι το γλυκό-γλυκό του τσουκαλιού, που έλεγε, έλεγε, νανούριζε, μας υποσχότανε τόσα και τόσα καλά...

Ο Λάμπας καθότανε λίγο τραβηγμένος και στην ομιλία μας, τη γεμάτη ευχαρίστηση και ευθυμία, δεν ανακατευότανε. Ξαφνικά τον ακούσαμε να τραγουδά:

«Εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι...»

- Δυο όνιθες!... του είπε ο Παδούλης.

Αυτός, χωρίς να φανεί ότι πρόσεξε, ξακολούθησε:

«Άστρον λαμπρόν...»

Ο βοριάς, που φυσούσε έξω, είχε πέσει λίγο και δεν ακουγότανε να βογκά όπως πριν.

Και η φωτιά ήτανε στις δόξες της με πάνω της σα στέμμα το τσουκάλι, που σα να υμνούσε κι αυτό μαζί με το Λάμπα τη γέννηση του Χριστού έλεγε, έλεγε, έψελνε....



Από τη συλλογή Είκοσι διηγήματα (1924), σ. 34-38

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Ο ναός της ΄Ηρας στη Συρία ( Λουκιανός)


http://commons.wikimedia.org/


Στη Συρία βρίσκεται μιά πολιτεία, όχι πολύ μακρυά από τον Ευφράτη ποταμό, που τη λένε Ιερή γιατί είναι αφιερωμένη στην Ασσυριακή ΄Ηρα . Μα νομίζω πως δεν της δόθηκε αυτό το όνομα από τότε που χτίσθηκε, μα είχε άλλο στα παλιά χρόνια, αργότερα, σαν άρχισαν εκεί τα μεγάλα μυστήρια , επήρε γι΄αυτό αυτή την   επωνυμία......................................................................................................................................................................................................................................................................................................................
΄Οσα όμως κι άν είναι (τα αρχαία ιερά στη Συρία) , μου φαίνεται ότι κανένα δεν είναι μεγαλύτερο από εκείνο που βρίσκεται στην ιερή πολιτεία, μήτε κι άλλος ναός πιό άγιος και τόπος πιό ιερός. Μέσα σ΄αυτό υπάρχουν πολύτιμα και αρχαία αφιερώματα και πολλά αξιοθαύμαστα και ξόανα θεόμορφα και θεοί που φανερώνονται αληθινά, γιατί ιδρώνουν τα ξόανα και κινιούνται και δίνουν χρησμούς. Συχνά έγινε και βοή  μέσα στο ναό αφού είχε κλεισθεί το ιερό , και την άκουσαν πολλοί. Μα και στα πλούτη είναι ο πρώτος απ΄όλη την Αρβαία, τη Φοινίκη, τη Βαβυλωνία, την Καππαδοκία, την Κιλικία και την Ασσυρία. Εγώ είδα και το μυστικό θησαυροφυλάκιο του ναού όπου φυλάγονται αυτά τα πλούτη, και είναι πολλά υφάσματα, ασημικά και χρυσά, βαλμένα χωριστά. Κι όσο για τις εορτές και τα πανηγύρια γίνονται εκεί πιό συχνά παρά σε οποιοδήποτε άλλο λαό. Μου διηγήθηκαν πόσων χρονών είναι το ιερό και σε ποιά θεά πίστευαν πως είναι αφιερωμένο. Τα λόγια τους ήταν ολότελα διαφορετικά. άλλα μου λέγανε οι ιερείς, άλλα ήσαν σωστά κι άλλα παραμύθια, άλλα λέγανε οι βάρβαροι κι άλλα ήσαν σύμφωνα με τους μύθους των Ελλήνων. Θα τ΄αναφέρω όλα, μα τίποτα δεν πιστεύω.

Οι περισσότεροι λέγανε πως το ιερό το ίδρυσεν ο Σκύθης Δευκαλίωνας . αυτός ο Δευκαλίωνας είναι εκείνος που έγινε στην εποχή του ο μεγάλος κατακλυσμός. Για το Δευκαλίωνα άκουσα κι από τους ΄Ελληνες τί λένε: " Η σύγχρονη γενεά, οι σημερινοί άνθρωποι δεν είναι οι πρώτοι που πλάσθηκαν γιατί εκείνη η πρώτη γενεά χάθηκε ολόκληρη κι αυτή είναι η δεύτερη γενεά, που πολλαπλασιάσθηκε  ύστερ΄από το Δευκαλίωνα. Για τους πρώτους εκείνους ανθρώπους λένε, ότι ήταν τόσο αμαρτωλοί που έκαναν κάθε ανόσια πράξη. ούτε τους όρκους τους κρατούσαν, ούτε τους ξένους δέχονταν, ούτε ανέχονταν τους ικέτες, και γι΄αυτά όλα πάθανε μεγάλη συμφορά. Ξαφνικά έγινε μεγάλος κατακλυσμός στη γή , πλημμύρισε νερά, τα ποτάμια φούσκωσαν κι ανέβηκε η θάλασσα πολύ.όλα γίνανε νερό και χάθηκαν όλοι, και μονάχα ο Δευκαλίωνας σώθηκε για να δημιουργήσει τη δεύτερη γενεά από τη μεγάλη του καλοσύνη και την ευσέβεια. Η σωτηρία του έγινε μ΄αυτό τον τρόπο. κατασκεύασε μιά μεγάλη κιβωτό και μέσα σ΄αυτήν έβαλε τη γυναίκα του και τα παιδιά του. κι ενώ έμπαινε μέσα, ήρθαν κοντά του χοίροι, άλογα, λιοντάρια, φίδια κι άλλα ζώα της γης , όλα ζευγαρωμένα. Εκείνος τα δέχθηκε όλα, μα κι εκείνα δεν τον έβλαψαν, αλλά πιάσανε μαζί του μεγάλη φιλία, σαν από θεϊκιά δύναμη, κι όλοι ταξίδευαν μέσα σε μιά κιβωτό όσο σκέπαζε το νερό τη γή". Αυτά ανιστορούνε οι ΄Ελληνες για το Δευκαλίωνα. ΄Υστερ΄απ΄αυτά οι κάτοικοι της ιερής πολιτείας λένε μιά ιστορία, πολύ αξιοθαύμαστη, ότι στη χώρα τους άνοιξε ένα μεγάλο χάσμα που κατάπιε όλο το νερό. Ο Δευκαλίωνας λοιπόν, αφού γίνανε αυτά, έκαμε βωμούς κι έστησε απάνω από το χάσμα ένα άγιο ιερό που το αφιέρωσε στην Ήρα. Είδα το χάσμα που βρίσκεται κάτω από το ναό και είναι πολύ μικρό. ΄Αν ήταν παλαιότερα μεγαλύτερο κι έγινε τώρα μικρό, δεν το γνωρίζω. Μα εκείνο που είδα εγώ είναι μικρό. Για ν΄αποδείξουν όμως ότι η ιστορία που λένε είναι αληθινή, κάνουν αυτό το πράγμα : δυό φορές το χρόνο , φέρνουν από τη θάλασσα νερό στο ναό. Και δεν το φέρνουν μονάχα οι ιερείς μα και ολόκληρη η Συρία και η Αραβία, μα και πολλοί άνθρωποι πέρα από τον Ευφράτη έρχονται στη θάλασσα και μεταφέρουν όλοι νερό, που το χύνουν πρώτα μέσα στο ναό και ύστερα πέφτει στο χάσμα, που καταπίνει τόσο πολύ νερό ενώ είναι μικρό. Αυτό που κάνουν λένε ότι το έχει νομοθετήσει για το ιερό ο Δευκαλίωνας σε ανάμνηση της συμφοράς και της ευεργεσίας. Αυτή είναι σ΄αυτούς η αρχαία παράδοση για το ιερό.
' Αλλοι πάλι νομίζουν ότι η Βαβυλωνιακή Σεμίραμις που πολλά της έργα υπάρχουν στην Ασία, ίδρυσε αυτό το ιερό όχι για να τιμήσει την ΄Ηρα , μα τη μητέρα της που τη λέγανε Δερκετώ. Είδα στη Φοινίκη  μιά εικόνα της Δερκετούς που ήταν πολύ παράξενο θέαμα. η μισή είναι γυναίκα και από τη μέση και κάτω, από τα μπούτια ως την άκρη των ποδιών της τελειώνει σε ουρά ψαριού. Στην ιερή όμως πολιτεία είναι ολόκληρη γυναίκα. Τα αίτια γι΄αυτό το πράγμα δεν είναι ξεκαθαρισμένα. τα ψάρια τα θεωρούν ιερά και δεν αγγίζουν κανένα απ΄αυτά, κι από τα πουλιά άλλα τα τρώνε και μοναχά το περιστέρι δεν τρώνε, γιατί το θεωρούν ιερό. Νομίζουν λοιπόν ότι αυτά γίνονται για χάρη της Δερκετούς και της Σεμίραμης, επειδή η Δερκετώ έχει μορφή ψαριού και η Σεμίραμις έγινε περιστέρι σαν πέθανε. Μα εγώ, όσον αφορά το ναό, πιστεύω πως είναι έργο της Σεμίραμης, δεν παραδέχομαι όμως καθόλου ότι είναι αφιερωμένος στη Δερκετώ, επειδή και ανάμεσα στους Αιγύπτιους υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που δεν τρώνε ψάρια, μα δεν το κάνουν αυτό για χάρη της Δερκετούς. 

Photography © 2011 Yale University Art Gallery


Υπάρχει ωστόσο ιερή παράδοση, που την άκουσα από έναν σοφόν άνθρωπο, ότι η θεά είναι η Ρέα , αλλά το ιερό το κατασκεύασε ο  ΄Αττης. Ο ΄Αττης ήταν από την καταγωγή Λυδός και πρώτος εδίδαξε τα όργια της Ρέας. Αυτά τα όργια οι Φρύγες, οι Λυδοί και οι Σαμοθράκες, τα έχουν μάθει όλα από  τον ΄Αττη. Αφού τον ευνούχισε η Ρέα, έχασε τον ανδρισμό του πήρε γυναικεία μορφή, ντύθηκε γυναικεία ρούχα κι άρχισε να τριγυρνά όλες τις χώρες κάνοντας τα όργια, ανιστορώντας το πάθημά του και ψάλλοντας τη Ρέα. Τότε έφθασε και στη Συρία. Αλλά επειδή όσοι κατοικούσαν πέρ΄από τον Ευφράτη ούτε αυτόν ούτε τα όργιά του παραδέχονταν, έχτισε σ΄αυτό τον τόπο το ιερό. Και τα σημάδια ότι η θεά έχει μεγάλο μοιάξιμο με τη Ρέα είναι αυτά :Τη σηκώνουν λιοντάρια , κρατεί τύμπανο και φορεί πύργο στο κεφάλι της, όπως ζωγραφίζουν τη Ρέα η Λυδοί. Ο ίδιος μου είπεν ακόμα και για τους Γάλλους που υπηρετουν στο ναό, ότι αυτοί οι Γάλλοι (=ευνούχοι )δεν ευνουχίζονται για χάρη της ΄Ηρας , μα για χάρη της Ρέας και μιμούνται τον ΄Αττη. ΄Ολ΄αυτά μου φάνηκαν συμπαθητικά, μα όχι και αληθινά γιατί άκουσα για τον ευνουχισμό κι άλλη αφορμή πολύ πιό πιστευτή. Μ΄ευχαριστούν όσα λένε γι΄αυτό το ιερό εκείνοι που η γνώμη τους συμφωνεί με τους ΄Ελληνες, ότι δηλαδή η θεά είναι η ΄Ηρα και το κτίριο έργο του Διονύσου, του γιού της Σεμέλης. Γιατί πραγματικά ο Διόνυσος πέρασεν από τη Συρία όταν έκανε την περίφημη Αιθιοπική του πορεία, Μέσα στο ιερό μάλιστα βρίσκονται πολλά πράγματα που φανερώνουν ότι ο Διόνυσος είναι ο θεμελιωτής του, κι ανάμεσα σ΄αυτά είναι βαρβαρικά φορέματα, πετράδια Ινδιάνικα κι ελεφαντοκέρατα, που τα έφερε ο Διόνυσος  από την Αιθιοπία, αλλά και στα προπύλαια είναι στημένοι δυό μεγάλοι φαλλοί και είν΄επάνω τους χαραγμένο αυτό το επίγραμμα:" Αυτούς τους φαλλούς τους αφιέρωσα εγώ ο Διόνυσος στη μητρυιά μου ΄Ηρα".

Η απόδειξη αυτή μου φαίνεται αρκετή. Θα πω όμως και κάτι άλλο που βρίσκεται μέσα στο ναό του Διονύσου. Οι ΄Ελληνες στήνουν στο Διόνυσο φαλλούς που παρασταίνουν επάνω τους μικρούς άνδρες φτιαγμένους από ξύλο κι έχουν μεγάλα αχαμνά. αυτά τα λένε νευρόσπαστα. Βρίσκεται λοιπόν  κι αυτό το πράγμα στο ιερό, στα δεξιά του ναού, όπου κάθεται ένας μικρός χάλκινος άνδρας με μεγάλα αχαμνά. Αυτά είναι όσα μυθολογούνται για τους ιδρυτές του ιερού. Θα μιλήσω τώρα για το ναό και τη θεμελίωσή του, πώς έγινε και ποιός τον έχτισε. Λένε ότι ο τωρινός ναός δεν είναι ΄εκείνος που έγινεν αρχικά, γιατί εκείνος γκρέμισε με τον καιρό. αυτός λοιπόν που υπάρχει τώρα είναι έργο της Στρατονίκης της γυναίκας του βασιλιά των Ασσυρίων. Και νομίζω πως η Στρατονίκη αυτή είν΄εκείνη που την αγάπησεν ο πρόγονός της, που τον έρωτά του αποκάλυψεν η πονηριά του γιατρού. ...................................................................................................................................................
...................................................................................................................................................................
Αυτή λοιπόν η Στρατονίκη, σαν εζούσεν ακόμα μαζί με τον πρώτο της άνδρα, είδε αυτό τ΄όνειρο, ότι την πρόσταξεν η ΄Ηρα να της χτίσει ναό στην ιερή πολιτεία και ότι άν δε το κάμει θα πάθαινε μεγάλες συμφορές. Εκείνη στην αρχή δεν έδωσε καμμιά προσοχή, μα αργότερα που  αρρώστησε βαριά , διηγήθηκε τ΄ονειρό της στον άνδρα της, ζήτησε τη βοήθεια της ΄Ηρας και της έταξε να της φτιάξει το ναό. Κι αφού αμέσως έγινε καλά, την έστειλεν ο  άνδρας της στην ιερή πολιτεία μ΄ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και στρατιωτική ακολουθία για την οικοδομή και την ασφάλεια της βασίλισσας..................................................................................................................................................................................................................................................................................................................
H τοποθεσία που βρίσκεται χτισμένο τι ιερό, είναι ένας λόφος καταμεσής στην πολιτεία και τριγυρισμένος από διπλά τείχη. Το ένα από τα τείχη αυτά είναι αρχαίο, και το άλλο πολύ πιό παλιό από μας. Τα προπύλαια του ιερού είναι στραμμένα προς το βοριά κι έχουν μήκος εκατό περίπου οργυιές .σ'αυτά τα προπύλαια βρίσκονται και οι φαλλοί, που είχαν στηθεί από το Διόνυσο, κι΄εχουν ύψος τριάντα οργυιών. Σ΄έναν απ΄ αυτούς τους φαλλούς ανεβαίνει δυό φορές το χρόνο ένας άνδρας και κάθεται στην κορυφή του επτά ημέρες. Αιτία γι΄αυτό το ανέβασμα λένε πως είναι το ακόλουθο. οι περισσότεροι λένε ότι από το ύψος εκείνο μιλεί με τους θεούς και ζητεί καλά για όλη τη Συρία, και οι θεοί ακούνε  από πιό κοντά τις ευχές του. ΄Αλλοι πάλι πιστεύουν πως αυτό γίνεται για τιμή στο Δευκαλίωνα και σε ανάμνηση της συμφοράς εκείνης, ότι οι άνθρωποι καταφεύγανε στα βουνά και στις κορυφές των δένδρων από το φόβο του κατακλυσμού. Σ΄εμένα αυτά τα πράγματα μου φαίνονται απίθανα και νομίζω ότι κι αυτό γίνεται για τιμή του Διονύσου, και να πού στηρίζω τη γνώμη μου. ΄Οσοι στήνουν φαλλούς στο Διόνυσο καθίζουν επάνω σ΄αυτούς τους ξύλινους άνδρες, για ποιό λόγο αγνοώ, μα νομίζω πως κι΄αυτό γίνεται για να μιμηθούν τον ξύλινο άνδρα. Το ανέβασμα γίνεται μ΄αυτό τον τρόπο. με μιά μικρή αλυσίδα δένει τον εαυτό του και το φαλλό και ύστερα ανεβαίνει με τη βοήθεια των ξύλων που είναι στηριγμένα σ΄αυτόν και αρκετά πλατειά ώστε να χωρεί το πόδι του. ΄Οσο ανεβαίνει τραβά και την αλυσίδα, όπως οι ηνίοχοι που τραβούν τα ηνία. ΄Αν δεν είδε κανείς αυτό το πράγμα, είδε ωστόσο πώς ανεβαίνουν στις φοινικιές στην Αραβία ή στην Αίγυπτο ή αλλού, καταλαβαίνει τί θέλω να πώ. Σαν φθάσει πιά στην κορυφή, αφήνει μιά άλλη μακρυά αλυσίδα  που έχει μαζί του και ανασέρνει μ΄αυτήν όλα του τα χρειαζούμενα ξύλα, ρούχα κι άλλα πράγματα, που φτιάχνει μ΄αυτά την κατοικία του , σαν φωλιά και μένει σ΄αυτήν όσο καιρό είπα. Πολλοί που πάνε εκεί του φέρνουν χρυσάφι, ασήμι και χαλκό, τ΄αφήνουν μπροστά του και φεύγουν αφού ο καθένας πει τ΄όνομά του. ΄Ενας άλλος ιερέας που στέκεται επάνω τ΄αναγγέλει, κι εκείνος, αφού ακούσει τ΄ονομα, κάνει δέηση για τον καθένα, χτυπώντας ένα χάλκινο όργανο που κινιέται και βγάζει μεγάλο και βροντερό ήχο. Ο άνθρωπος εκείνος δεν κοιμάται, κι άν τον πάρει ο ύπνος καμμιά φορά , ανεβαίνει επάνω ένας σκορπιός και τον ξυπνά με το σουβλερό του δάγκωμα. αυτή είναι η τιμωρία που παθαίνει άν κοιμηθεί. Αυτά που λένε για το σκορπιό είναι ιερά και θεοπρεπή , μα δεν μπορώ να βεβαιώσω άν είναι αλήθεια. Νομίζω ωστόσο ότι στην αϋπνία συντελεί πολύ και ο φόβος να μην γκρεμιστεί. Φθάνουν λοιπόν κι΄αυτά για τους φαλλοβάτες.



Βωμός της Αταργάτιδος στην Κοιλάδα Bekaa

Ό ναός είναι στραμμένος προς την ανατολή του ήλιου. Στη μορφή και στην κατασκευή μοιάζει μ΄όσους ναούς κατασκευάζουν στην Ιωνία. Μιά βάση ψηλή δυό οργυές υψώνεται από τη γή κι επάνω της στηρίζεται ο ναός. .Σ΄αυτόν ανεβαίνουν με μιά πέτρινη σκάλα όχι και πολύ πλατειά. ΄Οποιος ανεβαίνει μένει εκστατικός από το θέαμα του πρόναου. οι πόρτες είναι ολόχρυσες, μέσα λάμπει παντού  το χρυσάφι και όλη η οροφή είναι χρυσή. Μιά μοσχοβολιά βγαίνει από παντού, όπως είναι εκείνη που λένε ότι βγαίνει από τη χώρα της Αραβίας, και σαν ανεβαίνεις σου έρχεται από μακριά μια ολεύωδη μυροπνοή που δε σ΄αφήνει και όταν φεύγεις, μα σε περνά και μέσα από τα φορέματά σου και τη θυμάσαι για πάντα. Μέσα ο ναός δεν είναι μονός, μα υπάρχει σ΄αυτόν κι ένα άλλος θάλαμος,  Γι΄αυτόν υπάρχει ένα μικρό ανέβασμα. δεν έχει  πόρτες, και είναι άβατος για τον καθένα που μπαίνει. Στο μεγάλο λοιπόν ναό μπαίνουν όλοι, μα στο θυσιαστήριο μονάχα οι ιερείς, και όχι όλοι αλλά μονάχα εκείνοι που είναι πιό θεοσεβούμενοι κι έχουν όλη τη διακονία του ιερού. Μέσα σ΄αυτό το άβατο βρίσκονται τ΄αγάλματα της Ήρας και του Δία, που του δίνουν άλλο όνομα.Και τα δυό είναι χρυσά και καθιστά. ο άγαλμα του Δία είναι σ΄όλα το ίδιο μ΄αυτό το θεό, και στο κεφάλι και στην αμφίεση και στο θρόνο, που και να θέλεις δεν μπορεί να το νομίσεις για  άλλο. Η ΄Ηρα ωστόσο παρουσιάζεται στα μάτια πολύμορφη. σαν σύνολο είναι η ίδια η ΄Ηρα. μα έχει κάτι και από την Αθηνά, την Αφροδίτη, τη Σελήνη, τη Ρέα, την Αρτέμιδα , τη Νέμεση και τις Μοίρες. Στο ένα της χέρι κρατεί σκήπτρο και στο άλλο αδράχτι και στο κεφάλι της φορεί πυργωτό στέμμα και πέπλο, με το οποίο στολίζουν μονάχα την Ουρανία. Απ΄έξω είναι επιχρυσωμένη με πολύτιμα πετράδια, που άλλα είναι άσπρα, άλλα διάφανα, άλλα έχουν το χρώμα του κρασιού και της φωτιάς. Στολίζεται ακόμα με πολλά Σαρδιάνικα διαμάντια, υακίνθους και σμαράγδια που της τα φέρνουν τάμα οι Αιγύπτιοι, οι Ινδοί, οι Αιθίοπες, οι Μήδοι, οι Αρμένιοι και οι Βαβυλώνιοι. Το σπουδαιότερο απ΄όλα και που αξίζει να το αφηγηθώ είναι, ότι στην κεφαλή της έχει ένα πετράδι, που το λένε λυχνάρι, και τ΄όνομά του το πήρε γιατί τη νύχτα βγάζει φως που φωτίζεται ολόκληρος ο ναός σαν από λυχνίες. Την ημέρα το φως του είναι ασθενικό , μα έχει το χρώμα της φωτιάς. Στο άγαλμα αυτό υπάρχει και κάτι άλλο αξιοθαύμαστο. άν στέκεσαι μπροστά του και το βλέπεις, σε βλέπει και προχωρώντας σε παρακολουθεί το βλέμμα του, κι άν το βλέπει άλλος από άλλο μέρος κάνεις τα ίδια και σ΄εκείνο.

Ανάμεσα σ΄αυτά τα δυό αγάλματα βρίσκεται στημένο  κι ένα χρυσό ξόανο που δεν μοιάζει καθόλου με τ΄άλλα ξόανα. Δεν έχει μορφή ξεχωριστή και μοιάζει με τους άλλους θεούς. Οι Ασσύριοι τ΄ονομάζουν σημάδι και δεν του έχουν δώσει ξεχωριστό όνομα, μήτε και λένε τίποτα για την προέλευσή του και τί παρασταίνει. ΄Αλλοι λοιπόν νομίζουν πως είναι ο Διόνυσος, άλλοι ο Δευκαλίωνας και άλλοι η Σεμίραμις, γιατί πραγματικά στο κεφάλι του κάθεται ένα χρυσό περιστέρι που είναι σημάδι της Σεμίραμης. Αυτό το περιστέρι το κατεβάζουν δυό φορές το χρόνο στη θάλασσα, σαν φέρνουν το νερό που είπα.

τα ερείπια της αρχαίας πόλης  στο Χαλέπι ( ίσως δεν υπάρχουν πιά)



Αριστερά σ΄εκείνο που μπαίνει στο ναό βρίσκεται πρώτα-πρώτα ο θρόνος του ΄Ηλιου, μα δεν υπάρχει σ΄αυτόν η μορφή του θεού, γιατί μονάχα του ΄Ηλιου και της Σελήνης δεν δείχνουν ξόανα. Για ποιό λόγο το κάνουν αυτό έμαθα τούτο το πράγμα: Λένε ότι στους άλλους θεούς επιτρέπεται να κατασκευάζουν ξόανα, γιατί οι μορφές τους είναι αφανέρωτες στους ανθρώπους, ο ΄Ηλιος όμως και η Σελήνη είναι ολοφάνεροι και όλοι τους βλέπουν. Για ποιό λόγο λοιπόν να κατασκευάζουν ξόανα σε θεούς που φαίνονται στον ουρανό;

΄Υστερ΄απ΄αυτό το θρόνο βρίσκεται το ξόανο του Απόλλωνα, μα όχι όπως είναι συνήθεια να παρασταίνεται γιατί ενώ όλοι οι άλλοι νομίζουν τον Απόλλωνα νέο και στο άνθισμα της νιότης του μονάχα οι Σύροι φτιάχνουν το ξόανο του Απόλλων γενειοφόρο, και  μάλιστα καυχιόνται γι΄αυτό και κατηγορούν τους ΄Ελληνες και τους άλλους που θέλουν να κάμουν ευνοϊκό τον Απόλλωνα δίνοντάς του μορφή παιδιού. Η αφορμή είναι η ακόλουθη:πιστεύουν ότι είναι μεγάλη αμάθεια να δίνουνται στους θεούς ατελείς μορφές και σύμφωνα με την ιδέα τους η νεότητα είναι ατελής. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο παράξενο στον Απόλλωνά τους. μονάχα αυτοί τον στολίζουν με φορέματα.

Για όλα αυτά τα έργα έχω πολλά να πω, θα περιορισθώ ωστόσο στο πιό αξιοθαύμαστο. Και θα μιλήσω αμέσως για το μαντείο. Υπάρχουν πολλά μαντεία στην Ελλάδα και στην Αίγυπτο και στη Λιβύη και στην Ασία. Αυτά όμως δεν χρησμοδοτούν ούτε χωρίς ιερείς ούτε χωρίς προφήτες, ενώ ο Συριακός Απόλλωνας κινείται μονάχος του και δίνει ο ίδιος χρησμούς. Ο τρόπος που δίνει τους χρησμούς είναι ο ακόλουθος :Σαν θέλει να δώσει χρησμό κινιέται στο κάθισμά του. Τότε τον σηκώνουν ακόμα περισσότερο και ιδρώνει. Κι άν τον σηκώσουν στους ώμους τους, στροφογυρνά και τους πάει από το ένα στο άλλο μέρος.στο τέλος ο αρχιερέας παρουσιάζεται μπροστά του και τον ρωτά για το κάθε τι. ΄Αν ο θεός δε θέλει να κάμει κάτι, οπισθοχωρεί, κι άν θέλει πάλι, σπρώχνει  εκείνους που τον σηκώνουν προς τα εμπρός και τους οδηγεί σαν αμαξηλάτης. ΄Ετσι μαζεύουν τους χρησμούς του και ούτε τίποτα ιερό ούτε τίποτα ξεχωριστό κάνουν χωρίς αυτόν. Προλέγει ακόμα και για τη χρονιά και για τις εποχές και σε ποιά εποχή πρέπει ν΄αποδημήσει το σημάδι για το οποίο μίλησα. Θα πώ ακόμα κι ένα άλλο που ήμουν μπροστά και το έκαμε. Οι ιερείς το πήρανε στους ώμους των και το μεταφέρανε σύμφωνα με τη συνήθεια, μα εκείνο τους άφησε κάτω στη γη και ανυψώθηκε στον ουρανό.

΄Υστερ΄από τον Απόλλωνα υπάρχει στο ναό το ξόανο του  ΄Ατλαντα και ύστερα του Ερμή και της Ειλείθυιας.
Αυτή είναι η σειρά των αγαλμάτων που στολίζουν το ναό. Απ΄έξω υπάρχει κι ένας μεγάλος χάλκινος βωμός. Γύρω απ΄αυτόν βρίσκονται κι άλλα πολλά ξόανα βασιλιάδων και ιερέων. μα θ΄αναφέρω τα πιό αξιόλογα. Στ΄αριστερά του ναού είναι στημένο το ξόανο της Σεμίραμης , που δείχνει το ναό με το δεξί της χέρι. Το στήσανε εκεί γι΄αυτό τον λόγο: η Σεμίραμις είχε προστάξει με νόμο όλους όσους κατοικούν στη Συρία να την τιμούν σαν θεά και ν΄αδιαφορούν για τους άλλους θεούς και γι΄αυτήν ακόμα την ΄Ηρα..Οι Σύροι την υπάκουσαν. Μα αργότερα, επειδή οι θεοί τους έστειλαν αρρώστιες και συμφορές και παθήματα, συνήλθεν η Σεμίραμις από την μανία της, ομολόγησε πως είναι θνητή και πρόσταξε τους υπηκόους της να ξαναλατρέψουν την ΄Ηρα. Γι΄αυτό το λόγο παρασταίνεται έτσι, δείχνοντας ότι εκείνοι που φθάνουν πρέπει ν΄απευθύνουν τις ευχές τους στην ΄Ηρα κι όχι σ΄εκείνη και ότι δεν είναι αυτή θεά, αλλά εκείνη.

Εδώ είδα και το άγαλμα της Ελένης, της Εκάβης, της Ανδρομάχης , του Πάρη, του ΄Εκτορα και του Αχιλλέα. Είδα και το άγαλμα του Νιρέα του γιού της Αγλαίας, την Φιλομήλα και την Πρόκνη σαν ήσαν ακόμα γυναίκες και τον ίδιο τον Τηρέα σαν πουλί  κι ένα άλλο άγαλμα της Σεμίραμης και του Κόμβαβου, κι ένα πανέμορφο της Στρατονίκης κι ένα του Αλέξανδρου ολόϊδιο μ΄εκείνο. Κοντά του στέκεται και ο Σαρδανάπαλλος με άλλη μορφή και άλλη στολή.

Μέσα στην αυλή βόσκουν ελεύθερα βόδια, άλογα, αετοί, αρκούδες και λιοντάρια, χωρίς να πειράζουν καθόλου τους ανθρώπους, γιατί όλα είναι ιερά και ήμερα.............................................................................................................................................................................................................................................................................................................................

Η Λίμνη με τα ψάρια όπως είναι σήμερα.(http://commons.wikimedia.org/)



Στο μέρος αυτό υπάρχει και μιά λίμνη όχι πολύ μακριά απ΄το ιερό, μέσα στην οποία τρέφονται πολλά και διάφορα ψάρια. Μερικά απ΄αυτά είναι πολύ μεγάλα . αυτά έχουν και ονόματα και έρχονται όταν τα φωνάζεις. Ανάμεσά τους είδα κι ένα χρυσόψαρο και στο πτερύγιό του ήταν προσαρμοσμένο ένα χρυσό κόσμημα. Το είδα πολλές φορές μαζί με το κόσμημά του. Το βάθος της λίμνης είναι μεγάλο. Εγώ βέβαια δεν το μέτρησα, αλλά μου είπανε ότι ξεπερνά τις διακόσιες οργυιές. Στη μέση της υψώνεται ένα βωμός μαρμάρινος. Σαν τον δει κανείς ξαφνικά νομίζει ότι πλέει πάνω στο νερό και πολλοί το νομίζουν αυτό. Εμένα μου φάνηκε πως είναι ένας στύλος μεγάλος που βρίσκεται απάνω του ο βωμός. Είναι πάντα στεφανωμένος κι έχει θυμιάματα. Κάθε ημέρα πολλοί άνθρωποι στεφανωμένοι πάνε σ΄αυτόν κολυμπώντας για να προσευχηθούν.............................................................................................................................................................................................................................................................................................................

Εκτεταμένα αποσπάσματα από το χαρακτηριζόμενο ως ψευδεπίγραφο , έργο του Λουκιανού "Περί της Συρίης Θεού" γραμμένο σε Ιωνική διάλεκτο, σε απόδοση  Ιωάννου Κονδυλάκη και Νίκου Σφυρόερα από τις εκδόσεις Γεωργιάδη.

*********************************


Η Ιεράπολη Συρίας ή Ιεράπολη η Κυρρηστική ήταν αρχαία πόλη που βρισκόταν στη βόρεια Συρία και συγκεκριμένα στη περιοχή από τον Ευφράτη ποταμό μέχρι του όρος Αμιανό που ονομαζόταν Κυρρηστική, εξ ού και το όνομά της Ιεράπολη η Κυρρηστική. Κατά τον Στράβωνα, η πόλη λεγόταν και Έδεσσα. Το προηγούμενο όνομα της πόλης ήταν Βαμβύκη.

Η θέση της και η ανάπτυξή της είχε μεγάλη στρατηγική και εμπορική σημασία ιδιαίτερα κατά την ελληνιστική περίοδο. Μετoνομάστηκε σε Ιεράπολη από τη Δυναστεία των Σελευκιδών, στους χρόνους των οποίων αποτελούσε τον ενδιάμεσο σταθμό μεταξύ της Αντιόχειας της Μεγάλης και της, επί του ποταμού Τίγρη, Σελεύκειας.

Η Ιεράπολη της Συρίας περιήλθε διαδοχικά στους Ρωμαίους, τους Βυζαντινούς, τους Τούρκους, τους Σταυροφόρους και τέλος τους Μογγόλους, οι οποίοι και την κατέστρεψαν ολοκληρωτικά.

Τα ερείπια της πόλης βρίσκονται σήμερα κοντά στο χωρίο Μεμβίτζ κοντά στο Χαλέπι (Αλέππο) της Συρίας όπου τα πρώτα ευρήματα ανακαλύφθηκαν το 1879.(ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

ΕΜΠΟΝΗ Η ΓΑΛΑΤΙΣΣΑ (ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ)



Θα ήθελα να σας διηγηθώ μιά ιστορία που συνέβη την εποχή που καίσαρ ήταν ο Βεσπασιανός.
Ο Κιβίλιος που ξεσήκωσε την επανάσταση στη Γαλατία είχε, όπως ήταν φυσικό, πολλούς συνεργάτες. Ανάμεσά τους ήταν κι ο Σαβίνος, ένας άντρας νέος κι από καλή οικογένεια, πλούσιος και με μεγάλη φήμη. ΄Οταν η επανάστασή τους απέτυχε, μερικοί φοβούμενοι την τιμωρία αυτοκτόνησαν και κάποιοι  που προσπάθησαν να φύγουν στο εξωτερικό συνελήφθησαν. Ο Σαβίνος θα μπορούσε , άν ήθελε, να φύγει σε άλλη χώρα και να γλυτώσει, αλλά αυτό που τον κράτησε ήταν το γεγονός πως είχε μιά θαυμάσια σύζυγο. Το Γαλατικό της όνομα ήταν Εμπονή που στα ελληνικά σημαίνει "Ηρωίδα". Τη γυναίκα αυτή , λοιπόν, δεν  μπορούσε να την εγκαταλείψει, αλλά ούτε και να την πάρει μαζί του. Είχε , μάλιστα, υπόγειες μυστικές αποθήκες όπου φύλαγε τους θησαυρούς του και μόνο δυο από τους απελεύθερούς του γνώριζαν το μέρος που βρίσκονταν οι αποθήκες αυτές. ΄Εδιωξε, λοιπόν, όλους τους άλλους δούλους του, λέγοντας ότι σκόπευε να φαρμακωθεί και μαζί με τους δυο έμπιστους απελεύθερους υπηρέτες του κατέβηκε στις υπόγειες αποθήκες. ΄Επειτα έστειλε τον έναν απ΄τους δυο, τον Μαρτιάλιο, στη γυναίκα του, για να της πει ότι είχε φαρμακωθεί και πως το σώμα του είχε καεί στην εξοχική τους έπαυλη. ΄Ηθελε με τον τρόπο αυτό να χρησιμοποιήσει τη γνήσια οδύνη και το πένθος της γυναίκας του ώστε να γίνει πιστευτός ο σκηνοθετημένος θάνατός του.

΄Ετσι και έγινε. Η Εμπονή ρίχτηκε στο δάπεδο και έμεινε εκεί επί τρεις ημέρες και τρεις νύχτες σπαράζοντας  στο κλάμα, χωρίς νερό και φαγητό. ΄Οταν το έμαθε αυτό ο Σαβίνος, φοβήθηκε μήπως πεθάνει κι έστειλε τον Μαρτιάλιο να της μηνύσει μυστικά ότι ήταν ζωντανός και κρυβόταν, και να την παρακαλέσει να εξακολουθήσει να τον πενθεί για ένα διάστημα ακόμη και να μην παραμελεί τα πένθιμα καθήκοντά της. Εκείνη έπαιξε τον ρόλο της πενθούσας συζύγου δραματικά και απόλυτα πειστικά, αλλά επειδή κάποια στιγμή ένιωσε την ανάγκη να τον δει, μια νύχτα τον επισκέφτηκε στην κρυψώνα του και πάλι νύχτα, γύρισε στο σπίτι της για να μην τη δει κανείς. ΄Ετσι για εφτά συνεχείς μήνες, χωρίς κανείς να το ξέρει, εκείνη συζούσε με τον άντρα της στο σκοτεινό υπόγειο.

Μεταμφίεσε η Εμπονή τον Σαβίνο, μεταποιώντας τα ρούχα του και αλλάζοντάς του κόμμωση και τον πήρε μαζί της στη Ρώμη, αφού υπήρχε κάποια μικρή ελπίδα να του δώσουν χάρη. ΄Ομως στην προσπάθειά της αυτή δεν κατόρθωσε τίποτε και γύρισε στην πατρίδα της. Τώρα πια περνούσε όλο και περισσότερο καιρό κάτω από τη γη , ενώ από καιρό σε καιρό κατέβαινε στην πόλη για να τη βλέπουν οι φίλοι και οι συγγενείς της. Και το πιό απίστευτο απ΄όλα, κατόρθωσε να κρατήσει την εγκυμοσύνη της μυστική από τις  φίλες της, παρά το γεγονός ότι συχνά πήγαινε στα λουτρά μαζί τους. Υπάρχει ένα φάρμακο που οι γυναίκες το τρίβουν στα μαλλιά τους για να τα κάνουν ξανθά ή κόκκινα. περιέχει μάλιστα ένα λίπος που δημιουργέι πρήξιμο και διογκώσεις στο δέρμα. Η Εμπονή , λοιπόν , άλειψε μ΄αυτό το φάρμακο όλο της το σώμα εκτός από την κοιλιά της ώστε να φαίνεται πρησμένο και να κρύβει έτσι την εγκυμοσύνη της. Γέννησε μετά από λίγο καιρό, εντελώς μόνη, σαν τη λιονταρίνα στη φωλιά της, δίδυμα αγόρια και κατέβηκε στην υπόγεια κρυψώνα για να πάει στον άντρα της. Μεγάλωσε κρυφά τα αγόρια της κάτω από τη γη. ΄Οταν μεγάλωσαν, ο ένας σκοτώθηκε στην Αίγυπτο, αλλά ο άλλος προσφάτως μας επισκέφτηκε στους Δελφούς. Τον λένε κι΄αυτόν Σαβίνο.

Ο Καίσαρ καταδίκασε τη γυναίκα αυτή σε θάνατο, αλλά πλήρωσε ακριβά για την άδικη αυτή ποινή, αφού η οικογένειά του αφανίστηκε ολόκληρη μέσα σε λίγο διάστημα. Στη διάρκεια της ηγεμονίας του αυτή ήταν η χειρότερη πράξη του. μιά πράξη που έκανε τους θεούς να αποστρέψουν το βλέμμα τους απ΄ αυτόν. Η γενναιότητα και η υπερηφάνεια της Εμπονής προκάλεσε τη συμπάθεια όλων, αλλά ταυτόχρονα θέριεψε την οργή του Βεσπασιανού, αφού όταν της αναγγέλθηκε ότι θα τη θανάτωναν εκείνη τον προκάλεσε ν΄ανταλλάξει άν μπορούσε τη ζωή του με τη δική της, δηλώνοντας πως είχε ζήσει πιό ευτυχισμένα εκείνη στα σκοτάδια κάτω απ΄τη γή, παρά αυτός στο θρόνο του.

Πλουτάρχου "Ερωτικός"
Εκδόσεις "Ενάλιος"