Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

ΕΙΡΩΝΕΙΑ


Ἡ εἰρωνεία, διὰ νὰ τὴν ὁρίσωμεν
γενικῶς, ἠμπορεῖ νὰ φανῇ ὅτι εἶναι
προσποιητὴ ἐλάττωσις πράξεων καὶ
λόγων. Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος
εἶναι ὁ εἴρων. 
Πλησιάζει τοὺς
ἐχθρούς του καὶ θέλει νά μὴ φανῇ
ὅτι τοὺς μισεῖ·— ἐπαινεῖ, ὅταν εἶναι
παρόντα, ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα ποὺ
κρυφὰ τὰ ἔχει προσβάλει·— ἐὰν
ἔχουν χάσει δίκην εἰς τὸ δικαστήριον
τοὺς συλλυπεῖται·— φαίνεται ὅτι
συγχωρεῖ ἐκείνους ποὺ τὸν
κακολογοῦν καὶ ὅτι δὲν θυμώνει δι'
ὅσα λέγονται ἐναντίον του·—εἰς
ἐκείνους που ἔχουν ἀδικηθῆ ἀπὸ
αὐτὸν καὶ ἔρχονται νὰ
παραπονεθοῦν ὁμιλεῖ μὲ πραότητα·

—εἰς τοὺς ἐπιμένοντας νὰ τὸν ἶδουν
ἀμέσως λέγει νὰ ἐπιστρέψουν
ἀργότερα.—Διὰ τὰς ὑποθέσεις του
δὲν φανερώνει τίποτε, ἀλλὰ λέγει
ὅτι δὲν ἔλαβε ἀκόμη ἀπόφασιν καὶ
προσποιεῖται ὅτι δὲν εἶναι πολὺς
καιρὸς ποὺ ἐπανῆλθε, ὅτι ἔφθασε
ἀργά, ὅτι ἦτο ἀσθενής·—εἰς ἐκείνους
ποὺ ζητοῦν δανεικὰ χρήματα ἢ
ἔρανον.
Ὅταν εἰς τὴν ἀγορὰν
πωλῇ κάτι, λέγει ὅτι δὲν πωλεῖ· ὅταν
δὲ πάλιν δὲν πωλεῖ, λέγει ὅτι πωλεῖ.

— Ἂν ἤκουσε κάτι, προσποιεῖται ὅτι
δὲν ἤκουσε, ἂν εἶδεν, ὅτι δὲν εἶδεν,
ἂν ἐσυμφώνησε, λέγει ὅτι δὲν
ἐνθυμεῖται.— Ἄλλοτε λέγει ὅτι θὰ
σκεφθῇ, ἄλλοτε ὅτι δὲν γνωρίζει,
ἄλλοτε ὅτι ἀπορεῖ, ἄλλοτε ὅτι καὶ
αὐτός ἔκαμε αὐτὴν τὴν σκέψιν.

—Καὶ ἐν γένει εἶναι ἄνθρωπος ποὺ
μεταχειρίζεται μὲ ἰδιαιτέραν τέχνην
τὰς φράσεις· “δὲν πιστεύω”, “δὲν
νομίζω”, “θαυμάζω”, “φαίνεται
κατὰ τὰ λόγια σου ὅτι αὐτὸς ἤλλαξε
πολὺ”, “καὶ ὅμως δὲν μοῦ παρέστησε
ἔτσι τὸ πρᾶγμα”, “μοῦ φαίνεται
παράδοξον”, “εἰς ἄλλον νὰ τὰ πῇς”,
“εὑρίσκομαι εἰς ἀπορίαν πῶς νὰ μὴ
σὲ πιστεύσω ἢ νὰ καταδικάσω
ἐκεῖνον”, “πρόσεξε μήπως εἶσαι
εὐκολόπιστος”.

Αὐτὴ εἶναι ἡ γλῶσσα καὶ τὰ
κλωθογυρίσματα καὶ αἱ ἀντιλογίαι
ποὺ εὑρίσκει κανεὶς εἰς τὸν εἴρωνα·
ἀπὸ αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς ὄχι ἁπλοὺς
ἀλλὰ πονηροὺς χαρακτῆρας πρέπει
νὰ προφυλάττεσαι περισσότερον
παρ' ὅσον ἀπὸ τὰς ἐχίδνας.

Θεόφραστος (372 π.Χ. –  287/5 π.Χ.)
"ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ"
απόδοση στη νέα Ελληνική, Εμμανουήλ Δαυίδ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου