Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

ΕΛΕΝΗΣ ΕΠΙΘΑΛΑΜΙΟΣ



 
 
   Όταν ο γυιός ο πιο στερνός του Ατρέως, ο ξανθομάλλης
   Μενέλαος, με την ώμορφη κι αγαπημένη Ελένη,
   την κόρη του Τυνδάρεου, παντρεύτηκε στη Σπάρτη,
   δώδεκ' ανθοστεφάνωτα κι απάρθενα κοράσια,
   οι πρώτες και καλλίτερες στη χώρα αρχοντοπούλες,
   έστησαν όλες το χορό κ' εχόρευαν αντάμα
   απ' έξω από την κάμαρα τη μυριοστολισμένη.
   Κ' έπλεκαν τα ποδάρια των και ρυθμικά εκροτούσαν
   κι αντικροτούσε δυνατά κ' η κάμαρα του γάμου·
   κι όλες ετραγουδούσανε κ έλεγαν τέτοια λόγια:
 
   (Υμέναιος)
 
   Τι τόσο βιάστηκες, γαμπρέ, στον ύπνο να το ρίξης;
   δεν σου βαστάν τα γόνατα ή μη αγαπάς τον ύπνο;
   ή μήπως ήπιες πιο πολύ πριν πέσης στο κρεββάτι;
   Αν ήθελες να κοιμηθής, ας διάλεγες την ώρα
   κι ας άφηνες την κορασιά με τάλλα τα κοράσια
   να παίζη ως τα χαράμματα στης μάννας της το πλάι,
   αφού 'δική σου θάν' αυτή και σήμερα και πάντα.
 
   Καλότυχε γαμπρέ, οιωνός καλός θάχε πετάξει
   όταν στη Σπάρτη ερχόσουνα που ήταν κ' οι άλλοι αρχόντοι.
   Μονάχα εσύ, Μενέλαε, από τους ημιθέους
   εσύ θε νάχης πεθερό το Δία, το γυιό του Κρόνου.
   Μαζί σου τώρα επλάγιασε του Δία η θυγατέρα,
   που σαν αυτήν άλλη καμμιά στην Αχαΐα δεν είνε·
   κι ώμορφη θάν' η γέννα της, αν το παιδί της μοιάζη.
   Εμείς οι συνομήλικες που κατά τον Ευρώτα
   σαν άντρες θε να τρέξωμε, διακόσες τόσες κόρες,
   μόλις η Ελένη η ώμορφη προβάλη ανάμεσα μας
   καμμιά από 'μας δε δείχνεται, καμμιά δίχως ψεγάδι.
 
   Αυγή, δείχνοντας ώμορφη τη διάφανή της όψη,
   σελήνη, ωραία βασίλισσα στη σκοτεινιά της νύχτας,
   άνοιξη Ανθοπερίχυτη κ' ύστερ' απ' το χειμώνα,
   τέτοια η χρυσή η Ελένη μας ανάμεσά μας λάμπει.
   Κι όπως στολίδ' είνε της γης ταθέριστο χωράφι,
   στολίδι του περιβολιού τωλόρθο κυπαρίσσι,
   στολίδι στο άρμα η ώμορφη θεσσαλική φοράδα,
   έτσι στη Λακεδαίμονα στολίδι είν' η Ελένη.
 
   Ούτε καμμιά άλλη εργόχειρα με τόση τέχνη κάνει,
   ούτε καμμιά στον αργαλειό, φασμένο με το χτένι
   κόβει πανί τόσο κρουστό απ' τα ψηλά δοκάρια,
   ούτ' άλλη ξέρει να κτυπά τόσο καλά το υφάδι
   κ' υφαίνοντας να τραγουδή την Άρτεμι με χάρη
   και την τεχνήτραν Αθηνά, καμμιά σαν την Ελένη
   που μέσ' στα δυο ματάκια της οι πόθοι είνε κρυμμένοι.
 
   Εσ' είσαι πια στο σπίτι σου, χαριτωμένη κόρη,
   [κ' εμείς κοράσια ελεύθερα θα πάμε στα λιβάδια]
   μόλις χαράξ' η χαραυγή, να μάσωμε λουλούδια,
   να μάσωμε, να πλέξωμε στεφάνια ευωδιασμένα
   και σένα θα θυμώμαστε και θα σε λαχταρούμε,
   όπως ποθούν και λαχταρούν της μάννας το μαστάρι
   τα βυζανιάρικα ταρνιά που τρέφονται με γάλα.
 
   Πρώτες θε να σου πλέξωμε στεφάνι από τριφύλλι
   και θε να το κρεμάσωμε σε σκιερό πλατάνι,
   πρώτες λάδι θα στάξωμεν απ' αργυρό λαγήνι
   γύρω τριγύρω στη σκιά που ρίχνει το πλατάνι
   και τέτοια θα χαράξωμε στη φλούδα του κορμού του
   για να διαβάζη όποιος περνά, για να θωρή γραμμένο
   «Ελένης δέντρον είμ' εγώ, προσκύνα με, διαβάτη».
 
   Χαίρετε, νύφη και γαμπρέ με πεθερό το Δία,
   χαίρετε! κι άμποτε η Λητώ, που τα παιδιά φροντίζει,
   πολλά παιδιά, καλά παιδιά στους δυο σας να χαρίση
   κ' ίσην αγάπη και στους δυο να στείλ' η Αφροδίτη,
   κι ο Ζευς να κάνη αμέτρητο κι αμέτρητο το βιος σας
   για νάνε πάντα ατέλειωτο και πάντα να πηγαίνη
   από φαμίλια αρχοντική σ' αρχοντική φαμίλια.
 
   Αγκαλιαστήτε ερωτικά και γλυκοκοιμηθήτε
   κι ανάλαφρα ξυπνήσετε και πάλι την αυγούλα.
   Εμείς θε να ξανάρθωμε μόλις γλυκοχαράξη
   και κράξη ο πρώτος πετεινός με το λαιμό του ολόρθο
 
   Γι' αυτό το γάμο, Υμέναιε, δείξε χαρά μεγάλη.
 
θΕΟΚΡΙΤΟΥ "ΕΙΔΥΛΛΙΑ"
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΙΚΟΥ ΦΕΞΗ
ΑΠΟΔΟΣΗ: I.ΠΟΛΕΜΗΣ 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου