Μάνα μου, εγώμαι τʼ άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι,
όπου το δέρνει ο άνεμος, βροχή που το πληγώνει
Το δόλιο! όπου κι αν στραφή κι απʼ όπου κι αν περάσει,
δε βρίσκει πέτρα να σταθή, κλωνάρι να πλαγιάσει.
Εγώ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλʼ αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό, σε θάλασσʼ αφρισμένη,
παλαίβω με τα κύματα χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκουρα πλην την ευχή σου μόνη.
Στην αγκαλιά σου τη γλυκειά, μανούλα μου, νʼ αράξω,
μες στο βαθύ το πέλαγο αυτό πριχού βουλιάξω.
Μανούλα μου, ήθελα να πάω, να φύγω, να μισέψω
του ριζικού μου από μακρυά τη θύρα νʼ αγναντέψω.
Στο θλιβερό βασίλειο της Μοίρας να πατήσω,
κι εκεί να βρω τη μοίρα μου και να την ερωτήσω.
Να της ειπώ: είναι πολλά, σκληρά τα βάσανά μου,
ωσάν το δίχτυ που σφαλνά θάλασσα φύκια κι άμμο
είναι κι η τύχη μου σκληρή, σαν την ψυχή τη μαύρη,
πʼ αρνήθηκε την Παναγιά κι οπώλεος δεν θαύρει.
Κι εκείνη μʼ αποκρίθηκε κι εκείνη απελογήθη:
“ήτον ανήλιαστη, άτυχε, η μέρα που γεννήθης
άλλοι επήραν τον ανθό και συ τη ρίζα πήρες
όντας σε έπλασʼ ο Θεός δεν είχεν άλλες μοίρες”
Α.Παπαδιαμάντης
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου