Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896)







Εἰκόνα


Γεννήθηκε στη Βιζύη (ή Βιζώ) της Ανατολικής Θράκης το 1849. Το 1892 προσβάλλεται από φρενική νόσο και καταλήγει έγκλειστος στο Δρομοκαΐτειο Ψυχιατρείο. Ύστερα από τέσσερα χρόνια εγκλεισμού, πεθαίνει στις 15 Απριλίου του 1896 σε ηλικία 47 ετών.

Ποιητικές συλλογές
§ Ποιητικά Πρωτόλεια (1873)
§ Ο Κόδρος (1874)
§ Βοσπορίδες Αύραι (1876)
§ Ατθίδες Αύραι (1883)
§ Εσπερίδες (1877)
§ Λυρικά
§ Παιδικαί ποιήσεις
Διηγήματα
§ Το αμάρτημα της μητρός μου (1883)
§ Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως (1883)
§ Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου (1883)
§ Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας (1884)
§ Το μόνον της ζωής του ταξίδιον (1884)
§ Πρωτομαγιά (1884)
§ Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα (1885)
§ Ο τρομάρας
§ Ο Μοσκώβ-Σελήμ (1895)
Μελέτες
§ Das Kinderspiel in Bezug auf Psychologie und Paedagogik ("Το παιχνίδι υπό έποψη ψυχολογική και παιδαγωγική"), Λειψία 1881
§ Η φιλοσοφία του καλού παρά Πλωτίνω, Λονδίνο 1883

Ὁ Ἰω. Ζερβὸς στὸ βιογραφικὸ σημείωμα, ποὺ προτάσσει στὴν ἔκδοσι τῶν ποιημάτων τοῦ Γ. Βιζυηνοῦ (ἔκδ. Γ. Φέξη, Ἀθήναι 1916) γράφει γιὰ τὸν ποιητή, ὅτι «παρουσιάζει τὴν πρώτην κατ᾿ ἐπίγνωσιν καὶ γενναίαν ἀπόπειραν εἰς τὸ νὰ λάβη ἡ νεωτέρα μας ποίησις μίαν καθολικότητα ἐθνικῆς διανοήσεως, ἐθνικοῦ αἰσθήματος καὶ πανελληνίου μορφῆς, ἀπόπειραν, ἥτις ὑπῆρξεν ὁδηγὸς εἰς ἄλλους, τοὺς ἐκλεκτοὺς νεωτέρους, ὅπως ἐπιδιώξουν μίαν ἀληθεστέραν, ἀλλὰ καὶ γενικωτέραν διὰ τῆς τέχνης των ἐκδήλωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ συνόλου», κι᾿ ἀναγνωρίζει στὸν ποιητὴ 
ποιητικὴ πρωτοτυπία, λεπτὴ αἰσθητικὴ καὶ καλλιεργημένη σκέψι.

ΤΟ ΜΟΝΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΝ


Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ




ΜΕΛΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ

ΒΟΣΠΟΡΙΔΕΣ
Συνθέτης  Γιώργος Παπαδάκης
Ερμηνεία Μαρία Φαραντούρη




Εκεί στον ουρανό σιμά
σε θέση διαλεχτή
με τα τραγούδια πολεμά
να φτιάξει κάτι τι.
Διαβαίνει  ο κόσμος κι ο Κοσμάςκαι στέκει και ρωτά
"Με τα σωστά σου πολεμάς;
ή κάμνεις χωρατά;"





                 Ο ΦΙΛΟΜΑΘΗΣ ΠΤΩΧΟΣ
 NIKOΣ ΞΥΔΑΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ
 
Αλλοίμονο, αλλοίμονο
είμαι φτωχό, είμαι φτωχό
Σ' αυτού του κόσμου τον τροχό
είμ' ορφανό και ξένο
κι αγράμματο θα μένω

Του κάκου λεν υπομονή
πολλοί σαν 'σένα ορφανοί
και δύστυχοι και ξένοι
δεν έμειναν θαμμένοι

Του κάκου γιατί εκείνοι εκεί
ήσαν της τύχης ειδικοί
μα 'μένα το καημένο
μ' έχει λησμονημένο

Και να, ορφάνεψα μικρό
της ξενητιάς το πικρό
με τράνεψε αγέρι
και του Θεού το χέρι

Αν φταίω τ' άκακο εγώ
φωτιά να πέσει να καώ
Θαρρούσα πως χορταίνει
εκείνος που μαθαίνει

Μου είπαν πως εδώ πολλοί
σα δούν έν' άτυχο πουλί
που αγαπά τα φώτα
δεν του γυρνούν τα νώτα

Ε, να λοιπόν στο αψηλό
κατώφλι σας κι εγώ
δειλό εκάθισα πουλάκι
μ' αυτό το τραγουδάκι

Δεν σας ζητώ λοιπόν ούτε ψωμί
ούτ' ένα ρούχο στο κορμί
διψώ διψώ τη θεία
αληθινή παιδεία

Σ' αυτού του κόσμου τον τροχό
ναι, εγεννήθηκα φτωχό
εις τη γριάν Ελλάδα
της προκοπής τη δάδα

Όσοι 'στε του γένους οι τρανοί
η τύχη όλα τα φθονεί
και τίποτε δε μένει
εδώ στην Οικουμένη

Αφήσατε την απονιά
βαστούν το δίσκο μου απ' τη μια
οι Μούσες κι απ' την άλλη
ο Λυτρωτής και ψάλλει

Είναι δικό μου τ' ορφανό
και πάνω 'κει στον Ουρανό
δε θα μετανοήσει
όποιος το βοηθήσει

Είναι δικό μου τ' ορφανό

Ανθολογία Γιάννη Σπανού , ερμηνεία Γιάννης Πουλόπουλος



 
ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ
Α΄Η ΜΑΝΑ


Φουρτούνιασε η θάλασσα
και βουρκωθήκαν τα βουνά
είναι βουβά τ' αηδόνια μας
και τα ουράνια σκοτεινά
κι η δόλια μου ματιά θολή
παιδί μου ώρα σου καλή

Βουίζει το κεφάλι μου
σαν του χειμάρου τη βοή
ξεράθηκαν τα χείλη μου
και μου εκόπηκε η πνοή
σ' αυτό το ύστερο φιλί
παιδί μου ώρα σου καλή Δις

Να σε παιδέψει ο πλάστης μου
καταραμένη ξενητιά
μας παίρνεις τα παιδάκια μας
και μας αφήνεις στη φωτιά
και πίνουμε τόση χολή
όταν τα λέμε ώρα καλή 
ΝΙΚΟΣ ΞΥΔΑΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ
ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ Β'
ΦΥΣΑΕΙ ΒΟΡΙΑΣ -ΦΥΣΑΕΙ ΘΡΑΚΙΑΣ



Φυσά βοριάς, φυσά θρακιάς,
γεννιέται μπόρα φοβερή
με παίρνουν, μάνα, σαν φτερό
σαν πεταλούδα τρυφερή,
και δεν μπορώ να κρατηθώ·
μάνα μην κλαις
θα ξαναρθώ

Βογγούν του κόσμου τα στοιχειά
σηκώνουν κύμα βροντερό!
θαρρείς ανάλυωσεν η γη
και τρέχ' η στράτα σαν νερό,
και γω το κύμα τ' ακλουθώ
μάνα μην κλαις
θα ξαναρθώ.

Όσες γλυκάδες και χαρές
μας περεχύν' ο ερχομός
τόσες πικράδες και χολές
μας δίν' ο μαύρος χωρισμός!
Ωχ! Ας ημπόργα να σταθώ...
μάνα μην κλαις
θα ξαναρθώ.

Πλάκωσε γύρω καταχνιά
κι ήρθε στα χείλη μ' η ψυχή.
Δος με την άγια σου δεξιά,
δος με συντρόφισσαν ευχή
να με φυλάγη μη χαθώ
μάνα μην κλαις
θα ξαναρθώ.

Ανθολογία Γιάννη Σπανού ,ερμηνεία Μιχάλης Βιολάρης



 
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Εψές είδα στον ύπνο μου
ένα βαθύ ποτάμι
Θεός να μην το κάμει
να γίνει αληθινό

Στην όχθη του στεκόντανε
γνωστό μου παλικάρι
χλωμό σαν το φεγγάρι
σαν νύχτα σιγανό

Δεν είν’ αγέρας σκέφτηκα
κι εσένα που σε δέρνει
η απελπισιά σε παίρνει
κι η απονιά του κόσμου

Και χύθηκα απ’ το θάνατο
τον δύστυχο ν’ αρπάξω
ωιμέ! πριν ή προφθάξω
εχάθηκε από μπρος μου

Στα ρέματα παράσκυψα
να τόνε βρω γυρεύω
στα ρέματα αγναντεύω
το λείψανό μου αχνό

Εψές είδα στον ύπνο μου
ένα βαθύ ποτάμι
Θεός να μην το κάμει
να γίνει αληθινό



΄Ελα μανούλα νύχτα



 Τη νύχτα να την αγαπάς,
ποτέ σου μην την τρέμεις!
Το 'πε παλιά ο Παλαμάς,
το 'γραψε κι ο Πολέμης:

"To φεγγαράκι τ' ουρανού
με της αυγούλας τ' άστρα
είναι πετρούλες του Θεού
για της ψυχής τα κάστρα!"
..................
Έλα, μανούλα-νύχτα,
του κόσμου κόψ' τα δίχτυα
και πάρε με απ' εδώ
σαν άστρο μοναχό
το γιο σου τον τρελό.
................
Η νύχτα είναι πέλαγο,
καράβι το σκοτάδι,
να συνηθίζεις τον καιρό
στις θάλασσες του Άδη.

"To φεγγαράκι τ' ουρανού
με της αυγούλας τ' άστρα
είναι πετρούλες του Θεού
για της ψυχής τα κάστρα!"
....................
Έλα, μανούλα-νύχτα,
του κόσμου κόψ' τα δίχτυα
και πάρε με απ' εδώ
σαν άστρο μοναχό
το γιο σου τον τρελό.


ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ- Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΒΙΖΥΗΝΟΥ 
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΒΙΖΥΗΝΟΥ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου