Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Ο Άδης των Αρχαίων Ελλήνων




Ο Άδης, ο γιος του Κρόνου και της Ρέας, ήταν για τους αρχαίους Έλληνες ο βασιλιάς των

νεκρών. Μόλις γεννήθηκε τον κατάπιε ο πατέρας του μαζί με τα άλλα αδέλφια του, αλλά

αναγκάσθηκε αργότερα από το _Δία να τον εξεμέσει. Στη Τιτανομαχία πολέμησε στο πλευρό

του _ία φορώντας τη περίφημη περικεφαλαία του, τη «κυνή», που τον καθιστούσε αόρατο.

Αυτή είναι και το κυριότερο σύμβολό του (Άιδος κυνή) και ισχυροποιεί την ετυμολογία του

ονόματός του από το στερητικό α και το απερέμφατο ιδείν, δηλαδή ο αόρατος, ο σκοτεινός ή

αυτός που κάνει τους άλλους αφανείς. Αναφέρεται επίσης σαν Αδάμας ή Άδμητος

(Αδάμαστος), Αμείλιχος, Ίφθιμος (ισχυρός), Κρατερός, Πελώριος, Εύβουλος, Κλύμενος,

Ζευς Χθόνιος και Υποχθόνιος, Ζαγρεύς (κυνηγός) και Πλουτεύς ή Πλούτων (παροχός του

πλούτου που κρύβεται στους κόλπους της γης). Από το όνομά του πήρε και την ονομασία της

η κατοικία των νεκρών ή Κάτω Κόσμος, ή κατά τον Όμηρο «_όμος Άιδος».

Όλοι σχεδόν οι λαοί φαντάζονταν αυτό το κόσμο σαν ένα ιδιαίτερα φοβερό χώρο,

απροσπέλαστο στους ζωντανούς, κάτω από τη γη, στα έγκατά της, ή σε ένα νησί στα πέρατά

της. Η Ιλιάδα τον τοποθετεί κάτω από τη γη, ενώ η Οδύσσεια στα πέρατα της γης. Για ναμεταβεί στον Άδη ο Οδυσσέας διαπλέει τον ωκεανό και αποβιβάζεται σε μια ακτή όπου ήσαν

τα άλση της Περσεφόνης με άκαρπα δένδρα, ψηλές μαύρες λεύκες και ιτιές. Εκεί στα πέρατα

του       ωκεανού βρίσκεται ο λαός και η πόλη των Κιμμερίων τους οποίους καλύπτει διαρκώς

σκοτάδι (απόπου και η έκφραση «Κιμμέρια Σκότη») και δεν βλέπουν ποτέ ακτίνα ηλίου. Σε

μια άλλη περιγραφή της Οδύσσειας ο Ερμής οδηγεί τις ψυχές των φονευθέντων μνηστήρων

στον «ασφοδελό λειμώνα», που είναι μέρος του Άδη, κοντά στα ρείθρα του      ωκεανού και τις

πύλες του Ηλίου, όπου παραμένουν οι ψυχές.

Ο χώρος του Άδη είναι σκοτεινός, «ατερπής» και «ευρώεις» (μουχλιασμένος), προκαλώντας

τρόμο σε θεούς και ανθρώπους. Έχει μεγάλες πύλες, γιαυτό και ο βασιλιάς του ονομάζεται

και Πυλάρτης (αυτός που ανοίγει τις πύλες και τις κλείνει πίσω στους εισερχόμενους) και έχει

πολλές φορές σα σύμβολό του τα κλειδιά. Από τις πύλες αυτές εισέρχονται ανεμπόδιστοι οι

νεκροί καλωσοριζόμενοι από τον Κέρβερο, ο οποίος όμως τους απαγορεύει μετά αμείλικτος

την έξοδο.
19ος αι. Alexander Litovchenko, Ο Χάροντας και η βάρκα με τις ψυχές.


Υπάρχουν τέσσερες ποταμοί που ρέουν στον Άδη, χωρίζοντάς τον από τον υπόλοιπο κόσμο:

Η Στύγα, στα ύδατα της οποίας ορκίζονται οι θεοί, ο Αχέροντας (ο ποταμός της θλίψης), ο

Περιφλεγέθων (που διατηρήθηκε στο Χριστιανισμό σαν ο «πύρινος» ποταμός της κολάσεως)

και ο Κωκυτός (ο ποταμός των οδυρμών). Τα νερά της Στυγός τρέχουν κάτω από τα βάθη της

απέραντης γης μέσα στη σκιά της νύχτας και γίνονται ένας βραχίονας του          ωκεανού.

Ομώνυμο ρεύμα με τον Αχέροντα υπήρχε σε μια άγρια περιοχή της Ηπείρου, στη χώρα των

Θεσπρωτών. Αυτός ο Αχέροντας μετά από μια διαδρομή μέσα από μια πλούσια περιοχή

χανόταν για μια στιγμή σε βαθιές αβύσσους για να ξαναεμφανισθεί λίγο παραπέρα, μετά από

μια υπόγεια διαδρομή, στην επιφάνεια και να σχηματίσει κοντά στις εκβολές του, κοντά στη

πόλη της Εφύρας στη Θεσπρωτία, ένα τέλμα με δύσοσμες αναθυμιάσεις. Πολύ νωρίς έτσι το

σπήλαιο της Εφύρας έγινε έδρα μαντείου όπου επικαλούντο τους νεκρούς με επικλήσεις ή και

με αιματηρές θυσίες.

Για να περάσουν τον Αχέροντα οι ψυχές των νεκρών έπρεπε να δώσουν τον απαραίτητο

«οβολόν» στον πορθμέα Χάροντα, ένα κακότροπο και αποκρουστικό γέροντα. Ο Λουκιανός

περιγράφει στους «Νεκρικούς διαλόγους» του μια χαριτωμένη φιλονικία μεταξύ του

Χάροντα και του φτωχού Μένιππου που δεν έχει να του δώσει τον οβολό:

Χάροντας: Δώσε βρε καταραμένε το ναύλο

Μένιππος: Φώναξε όσο θες Χάρο, αν αυτό σε ευχαριστεί

Χάροντας: Δος μου σου λέω το κόπο μου που σέφερα

Μένιππος: Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος

Χάροντας: Κι υπάρχει κανένας που δεν έχει έναν οβολό;

Μένιππος: Αν υπάρχει κι άλλος δεν ξέρω. Εγώ πάντως δεν έχω

Χάροντας: Θα σε πνίξω παλιάνθρωπε αν δεν πληρώσεις

Μένιππος: Κι εγώ θα σου κοπανήσω μια με τη μαγκούρα να σου διαλύσω το κεφάλι

Χάροντας: Δηλαδή μονάχα εσύ θα καυχιέσαι ότι πέρασες τσάμπα;

_Μένιππος: Όχι δα και τσάμπα καημένε! Και νερά έβγαλα και στο κουπί βοήθησα και μονάχος

εγώ δεν έκλαψα απόλους τους επιβάτες.

Χάροντας: Αυτά δεν είναι πληρωμή για βαρκάρη. Τον οβολό να δώσεις

Μένιππος: Ας πληρώσει ο Ερμής που μέφερε!

Ερμής: Αλίμονό μου αν πλήρωνα εγώ για τους πεθαμένους, θα έπρεπε να πουληθώ

ολόκληρος.

Μένιππος: Τότε ξαναγύρνα με στη ζωή

Χάροντας: Καλά λες! Για να φάω και ξύλο δηλαδή από τον Αιακό

Μένιππος: Μη με σκοτίζεις λοιπόν

Χάροντας: Για να δω τι έχεις στη σακούλα!

Μένιππος: Λούπινα, αν θες, και ξεροκόμματα

Χάροντας: Αν σε ξαναπιάσω μωρέ άλλη φορά...!

Μένιππος: Αν με ξαναπιάσεις; δυο φορές δε με πιάνεις, έννοια σου.

_εν είναι όμως μόνον ο Μένιππος, που σύμφωνα με το Λουκιανό πέρασε τον Αχέροντα χωρίς

να πληρώσει τον οβολό στο Χάροντα. Το ίδιο συνέβη και με το μπαλωματή Μίκυλλο, ο

οποίος όταν ο Χάροντας του ζήτησε τον οβολό απάντησε: «Παίζεις ω Χάρων, ουκ οίδα

στρογγύλος εστίν ο οβολός ή τετράγωνος;».



Ο Άδης γενικότερα διαιρούταν σε τέσσερα μέρη: στο Δικαστήριο, το Καθαρτήριο, τον

Τάρταρο και τα Ηλύσια Πεδία. Το Δικαστήριο (Κριτήριο) ήταν σε έναν ελεύθερο τόπο όπου

βρισκόντουσαν και τα ανάκτορα του Πλούτωνα και η κατοικία των Μοιρών, των Κηρών, των

Αρπυιών, των Ερινυών και των άλλων θεοτήτων του Άδη. Το Καθαρτήριο ήταν ο τόπος στο

οποίο έμεναν ορισμένο χρόνο οι ψυχές για να καθαρισθούν, αν δεν είχαν κάνει πολλά και

μεγάλα αμαρτήματα. Ο Τάρταρος ήταν το δεσμωτήριο του Άδη στο οποίο εφυλακίζοντο και

ετιμωρούντο οι αμαρτωλοί. Τέλος τα Ηλύσια Πεδία ήταν ένας πολύ ευχάριστος τόπος που

προοριζόταν για τους δίκαιους.

Ο Ερμής οδηγούσε τους νεκρούς μέχρι την Αχερουσία λίμνη, όπου τους παρέδιδε στον

Αιακό. Μετά αυτοί μπαίνανε στη βάρκα του Χάροντα που τους οδηγούσε στο στόμιο του

Άδη, όπου φύλαγε ο Κέρβερος κι εκεί ο καθένας πλήρωνε έναν οβολό για να βγει από τη

βάρκα. Μετά ο Ερμής και ο Χάροντας επέστρεφαν πίσω και οι νεκροί πορευόντουσαν μόνοι

τους προς το _Δικαστήριο. Από το Δικαστήριο ξεκινούσαν τρεις δρόμοι. Ο ένας οδηγούσε στο

Τάρταρο, ο άλλος στα Ηλύσια πεδία και ο τρίτος, μεταξύ αυτών, στο Καθαρτήριο. Στο

δικαστήριο περιελάμβανε τους νεκρούς η Ερινύς Τισιφόνη. Κριτές ήσαν ο Μίνωας, ο

Ραδάμανθυς και ο Αιακός. Ανάλογα με τη ζωή που είχαν κάνει οι νεκροί στελνόντουσαν σε

έναν από τους τρεις προηγούμενους δρόμους. Όσοι πήγαιναν στα Ηλύσια Πεδία, για να ζουν

εκεί μια ζωή μακάρια έπιναν πριν μπουν από το νερό της Λήθης, ενώ κατάλλους από το

νερό αυτό έπιναν όλοι οι νεκροί όταν κατέβαιναν στον Άδη για να λησμονήσουν τον επάνω

_κόσμο.
 
«Τάνταλος», έργο του Τζοακίνο Ασερέτο, Πινακοθήκη του Όκλαντ, περ. 1630-1640

 Στον Τάρταρο έμεναν αιωνίως μόνον όσοι είχαν καταδικασθεί από τους θεούς για

αιώνια τιμωρία. Αυτοί ήσαν οι Τιτάνες και οι Γίγαντες, καταπλακωμένοι από το όρος Αίτνα,

ο Τυφών, ο Τιτυός του οποίου οι γύπες τρώνε συνεχώς το συκώτι που αναγεννάται, ο

Φλεγύας που απειλείται συνεχώς από μια πέτρα που αιωρείται από πάνω του, ο Ιξίωνας που

είναι δεμένος ανάσκελα στον αεικίνητο τροχό, ο Σαλμωνέας που απειλείται από κεραυνό, ο

Σίσυφος που κυλάει προς τη κορυφή ενός βουνού μια μεγάλη πέτρα, η οποία όμως μόλις

φθάσει στη κορυφή ξανακυλάει κάτω, ο Τάνταλος που δεν μπορεί να ικανοποιήσει τη πείνα

και τη δίψα του, οι Αλωάδες, οι _Δαναϊδες με τον τρύπιο πίθο τους και ο Ασκάλαφος.

Ο Τάρταρος ήταν περιστοιχισμένος από ένα τριπλό χάλκινο τείχος και είχε σιδερένιες πύλες

και χάλκινο έδαφος. Τον περιέζωνε ο ποταμός Περιφλεγέθων. Στη πύλη του εφύλαγαν η

Μέγαιρα και οι Εκατόγχειρες. Στον Τάρταρο τιμωρούσαν τους ασεβείς οι Ερινύες Αληκτώ,

Τισιφόνη και Μέγαιρα κτυπώντας τους με μαστίγια από φίδια και καίγοντάς τους με

αναμμένες λαμπάδες. Τον Άδη φυλούσε ο Κέρβερος, σκύλος με τρία και κατά άλλους με

πενήντα ή εκατό κεφάλια. Αυτός κατεσπάρασσε όσους έβλεπε να βγαίνουν από τον Άδη και

ήταν δεμένος με 1000 αλυσίδες, μέσα σε ένα άνδρο γεμάτο με ανθρώπινα οστά. Όταν

λυνόταν ούτε και οι Άρπυιες δεν τολμούσαν να τον πλησιάσουν. _δεχόταν όμως με προσήνεια

όλους τους εισερχόμενους στον Άδη, γλύφοντάς τους και κολακεύοντάς τους.

Οι αρχαίοι πίστευαν ότι ο Άδης είναι στο κέντρο της γης και γιαυτό έλεγαν ότι από παντού

είναι ίδια η μετάβαση σε αυτόν. Τα κυριότερα τώρα καταβάσια ή «Πλουτώνια» προς τον Άδη

ήσαν τα εξής: ένα στην Ισπανία στο ποταμό Λήθη, από τον οποίο εξαιτίας αυτού του

θρύλου φοβήθηκαν να περάσουν τα στρατεύματα του Βρούτου. Ένα άλλο στην Αφρική και

ένα άλλο στην Ήπειρο, στην Αχερουσία Λίμνη. Ένα επίσης στη Λαοδικεία, όπου ήταν ένα

χάσμα που λεγόταν στόμα του Πλούτωνα και ένα άλλο στο Ταίναρο, όπου υπάρχουν

χάσματα και σπήλαια. Ακόμα ένα στον       ωκεανό των Κιμμερίων απόπου κατέβηκε σύμφωνα

με τον Όμηρο ο Οδυσσέας κι ένα άλλο στη λίμνη της Ιταλίας Άορνο, δυτικά της Νεάπολης

και κοντά σε αυτήν, από το οποίο κατέβασε ο Βιργίλιος τον Αινεία. Εδώ υπήρχε ένα

βαθύτατο σπήλαιο από το οποίο έβγαιναν δυσώδεις αναθυμιάσεις και έπνιγαν τα πουλιά

(όρνεα). Γι αυτό και ονομάσθηκε η λίμνη άορνος (δηλαδή χωρίς όρνια). Ο Στράβωνας

απέδιδε την αιτία αυτής της δυσωδίας στα πολλά και πυκνά δένδρα που σκέπαζαν και

κατασκίαζαν τη λίμνη. Ο Αύγουστος έκοψε τα δένδρα οπότε ο αέρας καθάρισε και η λίμνη

έπαψε να είναι άορνος. Άλλη μία κατάβαση αναφέρεται κοντά στη Ποντιηράκλεια, από την

οποία λένε μερικοί ότι κατέβηκε ο Ηρακλής στον Άδη. Μια άλλη ήταν στην Ερμιόνη της

Πελοποννήσου, την οποία έλεγαν και συντομοτάτη, γιατί απαυτήν ο νεκρός κατέβαινε

αμέσως στον Άδη, χωρίς να περάσει την Αχερουσία λίμνη. Γι αυτό και οι Ερμιονείς δεν

έβαζαν οβολό στο στόμα των νεκρών. Ο Σοφοκλής αναφέρει μια άλλη κατάβαση στην

Αττική από την οποία κατέβηκε ο Θησέας. Αναφέρονται επίσης καταβάσεις στην Ασσυρία,

στη Λέρνη και σε πολλά άλλα μέρη όπου υπήρχαν χάσματα ή βαθιά σπήλαια.

Πολλά Πλουτώνια (ή Χαρώνεια) είχαν νεκρομαντεία όπου μερικά νοσηρά άτομα

προσπαθούσαν είτε από πάθη ή από ιερόσυλη περιέργεια να μάθουν από τις εμφανιζόμενες

με τη δύναμη των μαγικών επικλήσεων και του χυνόμενου αίματος οπτασίες τα μυστικά του

βασιλείου των νεκρών. Μερικά όμως πλουτώνια ή ιερά του Άδη και της Περσεφόνης

χρησιμοποιήθηκαν και σαν ιατρομαντεία. Το γνωστότερο από αυτά βρισκόταν στα Αχάρακα

της Μικράς Ασίας, στο λεκανοπέδιο του Μαιάνδρου ποταμού.



 Μέσα σε ένα δάσος υπήρχε

ένας ναός αφιερωμένος στο Πλούτωνα και τη Περσεφόνη και πιο πέρα «ένας αγωγός από το

κάτω κόσμο». Να τι λέει ο Στράβωνας γιαυτό:__

Λένε ότι οι άρρωστοι και όσοι θεωρούν σπουδαίο αυτό το είδος της θεϊκής ιατρικής, πηγαίνουν

και εγκαθίστανται στο χωριό που είναι κοντά στο σπήλαιο. Εκεί υπάρχουν ιερείς με πείρα που

μπαίνουν οι ίδιοι αντί των ασθενών στο σπήλαιο και ύστερα τους λένε τι θεραπεία να κάνουν,

ανάλογα με τα όνειρα που είδαν εκεί μέσα. Αυτοί οι ιερείς επικαλούνται τη συμπαράσταση των

θεοτήτων. Συχνά επίσης οδηγούν τους πελάτες τους στο σπήλαιο και τους εγκαθιστούν εκεί,

χωρίς τροφή για αρκετές ημέρες. Οι ασθενείς βλέπουν έτσι οι ίδιοι διάφορα όνειρα και

καταφεύγουν μετά στους ιερείς για να τους τα εξηγήσουν και να τους συμβουλεύσουν. Για όλους

τους άλλους αυτό το μέρος είναι απρόσιτο και βλαβερό. Κάθε χρόνο γίνεται στα Αχάρακα

πανηγύρι και τότε βλέπει κανείς και ακούει ανθρώπους που διαφημίζουν αυτά τα θαύματα.

Ο Στράβωνας αναφέρει και ένα άλλο Πλουτώνιο που βρισκόταν στην Ιεράπολη:

Το Πλουτώνιο αυτό βρίσκεται στις ρίζες του βουνού και είναι ένα στενό άνοιγμα, τόσο που

μόλις χωράει ένας άνθρωπος, αλλά είναι πολύ βαθύ. Η προσέγγιση σε αυτό εμποδίζεται από

ένα κιγκλίδωμα που έχει περίμετρο μισό πλέθρο (15 μέτρα). Μέσα η τρύπα είναι γεμάτη από

παχύ και βαρύ ατμό, τόσο που δύσκολα διακρίνει κανείς το έδαφος. Όταν δε φυσάει, εκείνοι

που κάθονται κοντά γύρω - γύρω στο κιγκλίδωμα δεν ενοχλούνται από τον ατμό, γιατί αυτός

δεν ανακατεύεται με τον αέρα. Αλλά όποιο ζώο μπει μέσα στο περίβολο πεθαίνει αμέσως.

Ακόμα και ταύροι που τους μπάσανε εκεί, έπεσαν αμέσως και τους βγάλανε νεκρούς. Εμείς

αφήσαμε να μπουν στο περίβολο σπουργίτες, οι οποίοι όμως την ίδια στιγμή έπαθαν ασφυξία.

Οι ευνούχοι (της Κυβέλης) μπαίνουν στο περίβολο χωρίς να παθαίνουν τίποτα. Πλησιάζουν

μάλιστα στο άνοιγμα, σκύβουν από πάνω και πολλοί μπαίνουν μέσα, κρατώντας όσο μπορούν

την αναπνοή τους, γιατί διαπιστώσαμε στα πρόσωπά τους κάποιες ενδείξεις πνιγμού, στον

οποίο αντέχουν, είτε γιατί οι ευνούχοι έχουν μεγάλη αντοχή, είτε από συγκατάθεση της θείας

Πρόνοιας, δικαιολογημένη όταν πρόκειται για ενθουσιασμό, είτε χάρη σε αντίδοτα.

Το σχήμα του Άδη έμοιαζε με ένα άγριο και φοβερό σπήλαιο στη μέση ενός σκοτεινότατου

δάσους. Αυτός περικυκλώνετο από τα μαύρα νερά της Στυγός, η οποία τον περιέζωνε εννέα

φορές. Στην είσοδό του έμεναν όλα τα άγρια τέρατα: Οι Λύπες, οι Ασθένειες, το Γήρας, ο

Φόβος, ο Θάνατος, ο Ύπνος, η Διχόνοια, οι Ευμενίδες, οι Κένταυροι, η Σκύλλα και η

Χάρυβδη, ο Βριάρεως, η Λερναία Ύδρα, η Χίμαιρα, οι Γοργόνες, οι Άρπυιες, ο γίγαντας

Γηριόνης κ.α. Ο τόπος αυτός ήταν δυσωδέστατος με πολλή πίσσα, άσφαλτο και θείο. Μετά

υπήρχε δρόμος προς τον Αχέροντα ποταμό όπου ήταν και ο Χάροντας. Ο Περιφλεγέθων, που

είχε φωτιά αντί για νερό, έβραζε και επλήθαινε κάθε μέρα από τους στεναγμούς και οδυρμούς

των νεκρών. Ήταν πολύ ορμητικός και έσερνε πέτρες και βράχους καιόμενους με μεγάλη

ορμή. Από την άλλη μεριά το νερό του Κωκετού αύξανε από τα δάκρυα των νεκρών.
Ηλύσια Πεδία,
Arthur Bowen Davies (1862–1928)


Τα Ηλύσια Πεδία

Ο τόπος αυτός είχε αειθαλείς λειμώνες με ιτιές και άλλα διάφορα δένδρα. Σε αυτό δε

συνέβαινε καμιά μεταβολή του καιρού, ποτέ δεν έβρεχε, αλλά έπνεε πάντα ο ζέφυρος που

ερχόταν ήρεμα από τον         ωκεανό. Η γη καρποφορούσε τρεις φορές το χρόνο, έτρεχαν

καθαρότατα ρυάκια, τα λιβάδια ήσαν γεμάτα ρόδια, κελαηδούσαν διάφορα πουλιά, υπήρχαν

ευωδέστατα δάση γεμάτα δάφνες κι επικρατούσε ο Χρυσός Αιώνας, ο οποίος είχε

επικρατήσει για λίγο μόνο καιρό πάνω στη γη. Κατά μερικούς βασίλευε εκεί ο Κρόνος και η

Ρέα. Στο μέρος αυτό υπήρχε ένας ιδιαίτερος ήλιος και άστρα με λαμπρότερο φως. Για τη

θέση του άλλοι λένε ότι ήταν στο κέντρο της γης, άλλοι στην Ανδαλουσία, άλλοι στα πέρατα

της γης, άλλοι στον ήλιο και άλλοι στα νησιά των μακάρων. Τα Ηλύσια Πεδία τα

περιγράφουν ο Όμηρος στην «Οδύσσεια» και ο Βιργίλιος στην «Αινειάδα». Ο Όμηρος τα

θεωρεί όχι σαν ένα μέρος του Άδη, αλλά σα μια χώρα πάνω στην επιφάνεια της Γης όπουζουν άνθρωποι «αγαπητοί του Διός». Ο Βιργίλιος λέει ότι εκεί οι ψυχές των ανθρώπων

έμεναν για 1.000 χρόνια και κατόπιν επανερχόντουσαν στη γη για να κατοικήσουν σε άλλα

σώματα. Ο Όμηρος τα τοποθετούσε στη δυτική εσχατιά της γης κοντά στον       ωκεανό.

ΔΗΜ. ΕΥΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΧΕΤΥΠΟ " ΥΠΟΧΘΟΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ"
φωτογρ. από Αστρολογικόν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου