Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

ἡμείς δ΄οἷά τε φύλλα....(Μίμνερμος)






ημεῖς δ᾽, οἷά τε φύλλα φύει πολυάνθεμος ὥρη
ἔαρος, ὅτ᾽ αἶψ᾽ αὐγῇς αὔξεται ἠελίου,
τοῖς ἴκελοι πήχυιον ἐπὶ χρόνον ἄνθεσιν ἥβης
τερπόμεθα, πρὸς θεῶν εἰδότες οὔτε κακὸν
οὔτ᾽ ἀγαθόν· Κῆρες δὲ παρεστήκασι μέλαιναι,
ἡ μὲν ἔχουσα τέλος γήραος ἀργαλέου,
ἡ δ᾽ ἑτέρη θανάτοιο· μίνυνθα δὲ γίνεται ἥβης
καρπός, ὅσον τ᾽ ἐπὶ γῆν κίδναται ἠέλιος.
αὐτὰρ ἐπὴν δὴ τοῦτο τέλος παραμείψεται ὥρης,
αὐτίκα δὴ τεθνάναι βέλτιον ἢ βίοτος·
πολλὰ γὰρ ἐν θυμῷ κακὰ γίνεται· ἄλλοτε οἶκος
τρυχοῦται, πενίης δ᾽ ἔργ᾽ ὀδυνηρὰ πέλει·
ἄλλος δ᾽ αὖ παίδων ἐπιδεύεται, ὧν τε μάλιστα
ἱμείρων κατὰ γῆς ἔρχεται εἰς Ἀΐδην·
ἄλλος νοῦσον ἔχει θυμοφθόρον· οὐδέ τίς ἐστιν
ἀνθρώπων ᾧ Ζεὺς μὴ κακὰ πολλὰ διδοῖ.


      ..............................



Όπως τα φύλλα που η άνοιξη φέρνει η πολύανθη 
-τότε είν᾽ η εποχή που γοργά ο ήλιος τα θρέφει-
 κι εμείς λίγον καιρό, πολύ λίγο, της νιότης χαιρόμαστε τ᾽ άνθη
δίχως θεϊκών συμφορών να ᾽χουμε πείρα, ούτε δα
τι είναι καλό. Σκοτεινές πλάι μας έπειτα στέκονται μοίρες·
των θλιβερών γερατειών η κυβερνήτρα είν᾽ η μια
και του θανάτου είν᾽ η άλλη· ο καρπός λίγο μένει της νιότης,
όσο μονάχα στη γη του ήλιου σκορπιέται το φως.
Όταν της πλέριας ακμής την κορφή ξεπεράσει κανένας,
απ᾽ τη ζωή πιο καλός τότε είν᾽ ο θάνατος πια·
πίκρες πολλές την καρδιά φαρμακώνουνε ο ένας το βιος του

βλέπει να ρέβει, κι αυτόν φτώχεια τον σφίγγει βαριά·
άλλος δεν έχει παιδιά, και μ᾽ αυτό τον καημό πάνω απ᾽ όλους
στον άλλον κόσμο περνά, κάτω απ᾽ τη μαύρη τη γη·
λιώνει η αρρώστια αλλουνού την καρδιά, και δεν είναι στον κόσμο
ένας, που ο Δίας τα δεινά να μην του δίνει σωρό.

(μετάφραση Θρασύβουλος Σταύρου)© 2012 Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου