Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

ΚΑΘΕ ΟΜΗΡΟΣ ΚΙ ΕΝΑΣ ΑΡΧΗΓΟΣ


ΘΕΜΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ


Γεννήθηκε στο χωριό Σίβα Μεσαράς της Κρήτης το 1907 και πέθανε το 1970. Μεγάλωσε στη φτώχεια. Άφησε το χωριό του για να δουλέψει ως εργάτης όταν κτιζόταν το Εθνικό Θέατρο. Στα θεμέλια της οικοδομής τον είδε ο Φώτος Πολίτης όταν μια μέρα πήγε για να επιθεωρήσει τις εργασίες και τον ξεχώρισε καθώς είχε ένα βιβλίο ανάμεσα στο λιγοστό ψωμί του.
Ύστερα από λίγο τον παρουσίασε στο αναγνωστικό κοινό ως νέο πεζογράφο. Στην Κατοχή συνελήφθη και βασανίσθηκε από τους Γερμανούς στο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Για το βιβλίο του «Αγύρτες και κλέφτες στην εκκλησία» τιμωρήθηκε με δύο χρόνια φυλακή. Μετά τη απελευθέρωσή του εξορίσθηκε λόγω των αριστερών επαναστατικών του απόψεων. Ταξίδεψε στις σοσιαλιστικές χώρες καταγράφοντας με ιδεολογική μονομέρεια τα όσα είδε. Στα κείμενά του ο κόσμος είναι χωρισμένος στα δυό, σε καλούς και κακούς, σε πατριώτες και προδότες.
Ως συγγραφέας παίρνει θέση για να δικαιώσει τους καλούς και να στηλιτεύσει τους κακούς. Γράφει με πάθος, αλλά με ειλικρίνεια προκειμένου να επικρατήσει η αλήθεια. Στέκεται επιδεικτικά κοντά στον αδικούμενο και στο φτωχό. Δημοσιογραφεί αγγίζοντας την τέχνη. Εχθρός του είναι η απάνθρωπη κοινωνία. Περιγράφει με ρεαλισμό, που ορισμένες φορές περνάει στα όρια της ωμότητας, όπως είναι το βιβλίο του για τη ζωή των λεπρών.
Έργα του:
Έρωτας η αναισθησία, 1929
Το Άγιον Όρος, 1933
Σπιναλόγκα, 1933
Ο αλήτης, 1935
Καλοί και κακοί, 1940
Δε θα πεθάνουμε, 1943
Ο δαίμονας, 1940
Ο σταυρωμένος λαός μας, 1945
Αγύρτες και κλέφτες στη εξουσία, 1945
Με τα παιδιά της θύελλας, 1955
Στάχτες και φοίνικες, 1957



ΚΑΘΕ ΟΜΗΡΟΣ ΚΙ ΕΝΑΣ ΑΡΧΗΓΟΣ
 

Το πιο εύκολο πράμα είναι το να μεταποιήσεις σε άγριο έναν πολιτισμένο άνθρωπο. Δε χρειάζεται μεγάλες προσπάθειες όταν έχεις εκπαιδευτεί να μην ακούν τη φωνή της καρδιάς και την κραυγή της συνείδησης.
Όταν μπορείς να μη σέβεσαι τίποτα, να μη σου θυμίζουν τίποτα η φωνή κι η ματιά κι η λογική σκέψη του ανθρώπου, τότε κάνεις για δάσκαλος της ζούγκλας.
Εύκολο πράμα! Κι ας μην υπάρχει πιο σπαραχτική κι απάνθρωπη ιστορία. Βλέπεις τον κακομοίρη τον άνθρωπο να κολυμπά, εκατομμύρια χρόνια στον πόνο. Για να μπορέσει να πατήσει τα ματωμένα πόδια του στην άσφαλτο του πολιτισμού. Κι όταν πια η μνήμη του πόνου υποχωρούσε στους τρίσβαθους κόσμους του και μόνο μέσ’ από το αίμα και τις σκοτεινές σπηλιές του υποσυνείδητου εμούγκριζ’ αόριστα, κάποια σατανική δύναμη τον αρπάζει ολάξαφνα, τον στριφογυρίζει στο κενό και τον σφενδονίζει στον άπειρο χρόνο του χθες γυμνό, ολομόναχο, χωρίς λογική σκέψη, χωρίς ελπίδες, ανίσχυρο μέσα στα στοιχειά. Στα φοβερά στοιχειά, που σαρκάζοντας, περιτριγυρίζουνε τον αντάρτη, αυτόν που πριν από αμέτρητους καιρούς εσήκωσε παντιέρα και πορεύτηκε να γίνει του κόσμου ο άρχοντας.
Οι Άνεμοι, οι Κεραυνοί κι οι Χιονομπόρες κι η Δίψα κι η Πείνα τον βάζουν στη μέση. Κι αυτός, γυμνός, τουρτουρίζοντας, θωρεί ετούτα τα στοιχειά να τονε περιγελούνε, να τον παίζουνε, το ένα να τον πετάει στ’ άλλο και να προσέχουνε μη βγει η ψυχή, για να κρατήσει πιο πολύ το παιχνίδι της εκδίκησης.
Τις πρώτες στιγμές ζαλίζεται. Δεν υπολογίζει σε τίποτα. Οι ελπίδες απόμειναν πίσω στη φωτεινή ιστορία μιας ομαδικής ζωής. Τεντώνει τις δυνάμεις του και προσπαθεί να ζήσει όσο παραπάνω γίνεται στην προπατορική τούτη ζούγκλα.
Δεν έχει σημασία αν έπεσε μέσα σ’ ένα πυκνό τροπικό δάσος ή μέσα σ’ ένα δεκεμβριανό συμμαχικό στρατόπεδο ομήρων που το δέρνουν οι πέντε άνεμοι και το ’χουν στόχο σφαίρες και όλμοι στη θέση των θεριών και των κεραυνών του δάσους.
Σημασία έχει η δύναμη που τον σφεντόνισε πίσω κι ο σκοπός της πράξης αυτής.
- Όσο οι μνήμες του λειτουργούν, θα πολεμά! Λέει ο «δάσκαλος» της ζούγκλας.
- Να σταματήσουν! του αποκρίνεται η Κόλαση.
- Και πώς;
- Κάνε τον να μη θωρεί κανένα, παρά μονάχα τον εαυτό του!
- Μα πώς γίνεται, όταν σ’ ένα χώρο που παίρνει 50, μου λες και στοιβάζω περισσότερους;
- Πέταξε πέρα τα παραθυρόφυλλα. Κάψε τις πόρτες. Άφησε τους πέντε δεκεμβριανούς ανέμους να χυμήξουνε μέσα. Βρέξε το χωματένιο πάτωμα με μπόλικο νερό. Στοίβαξε στο χώρο των 50 άλλους 200. Κι ύστερα παράτησέ τους 4 μερόνυχτα χωρίς να γνοιαστείς. Τότε θα δεις που τα νεύρα θα τεντώσουνε. Η αγρύπνια, το κρύο κι η πείνα θα φέρουν την ανάγκη του μίσους. Η δίψα θα τσακίσει τη θέληση. Εσύ, μη φανερώνεσαι. Κι αν φανερωθείς, πάντα να είσαι ήμερος και γελαστός. «Όχι», ποτέ να μην τους λες σ’ ό,τι σε παρακαλούν. Απόφυγε το μίσος τους. Η ανάγκη να μισήσουνε κάποιον θα τους σπρώξει στον πιο κοντινό! Ναι, ο διπλανός τους θα νομίσουνε πως είναι η αφορμή του κακού.
«Στα σκοτεινά θα τρέχουν, σαν κολασμένοι, για να ζεσταθούνε τα αίματα και να μην πεθάνουν από το κρύο. Θα τσαλαπατηθούνε, θ’ αρχίσουν να βρίζονται, να σπρώχνονται και να μισούνται. Καθένας θα παλεύει και θα βρίζει για ν’ αποχτήσει λίγο τόπο παραπάνω για τα παγωμένα του τα κόκαλα και τα τεντωμένα νεύρα.
«Η νύχτα, ο συνωστισμός, η ανάγκη του ύπνου, του φαγιού και του νερού είναι μίσους πηγές. Και το μίσος φέρνει όλα τ’ άλλα. Ποτέ δε συνεννοούνται δυο άνθρωποι που μισούνται. Ποτέ!»
- Μα η νύχτα κρατάει τόσο λίγο! Την ημέρα και πάλι θα γνωριστούν, θα ζεσταθούνε κάπως, θα σιμώσουνε κοντά κοντά και θα μιλήσουνε…
- Μην τους αφήσεις καιρό!
- Θα με πνίξουνε…
- Όχι. Βάλε τους να πνιγούνε αυτοί, στην αγανάχτησή τους, στα νεύρα τους, μεταξύ τους. Η πείρα σου θα σ’ οδηγήσει. Από δω και πέρα είν’ εύκολη η δουλειά. Το δύσκολο είναι να κάνεις τον άνθρωπο ν’ αμφιβάλλει και υποπτεύεται την ομάδα του. Την παρέα του…
Κι ο «δάσκαλος» παραδέχτηκε πως δεν είναι και τόσο δύσκολο πράμα να συμπαίνεις την αγανάχτηση, να δημιουργείς συνωστισμούς κι αδιέξοδα κι αφορμές μίσους.
Μόλις ξημέρωσε, πάνω στα 4 μερόνυχτα, πήγε κι επισκέφθηκε την ανθρώπινη κόλαση. Οι φάτσες των ανθρώπων είναι παραμορφωμένες από την ένταση της πάλης με την ανάγκη. Κάτι έξαλλο πλανιότανε μέσα στις ματιές. Κάποιο θανατικό ψαχούλευε τα χλωμά μάγουλα. Κι εκεί στο μέτωπο το συννεφιασμένο έβλεπες ξεκάθαρα ένα μαύρο νύχι καρφωμένο, λες και ζητούσε να βρει της λογικής τη φωλιά για να τη χαλάσει.
Πήγε γελαστός, με 5 – 6 βοηθούς φορτωμένους ψωμιά, κονσέρβες, τυριά και νερό! Οι κολασμένοι τέντωσαν τους λαιμούς, γούρλωσαν τα μάτια. Και μηχανικά στριμώχθηκαν γύρω στα τρόφιμα.
- Στη γραμμή! φωνάζει ο «δάσκαλος».
Προσπαθούνε να κάνουνε μια κάποια γραμμή. Μπερδεύονται, δίνουν οδηγίες όλοι μαζί, μα τα μάτια δεν ξεκολλούνε από τα πακέτα κι από την πρώτη θέση της σειράς. Υπνοβάτες σου κάνουν την εντύπωση πως είναι και δεν έχουν τη δύναμη να ξεκουβαριαστούνε, να βάλουν μια τάξη. Όσο πάνε να συνεννοηθούν, τόσο οι φωνές πληθαίνουνε, αγριεύουνε κι ο ανθρωποσωρός μπερδεύει τρισχειρότερα.
Σε λίγα λεπτά βλέπεις ξαναμμένα μάγουλα, φλογισμένα μάτια, οργή και σύγχυση να ξεχειλούνε και το μίσος να τρέχει από κάθε εκδήλωση σαν από κρουνό.
Ο «δάσκαλος» της ζούγκλας στέκεται παρέκει ήρεμος, χαμογελαστός, υπομονετικός, φύλακας κι αφέντης στα πολύτιμα αγαθά της ζωής. Περιμένει ακόμα λίγο. Άναψε ένα τσιγάρο. Το κάπνισε όλο, με το πάσο του, περιμένοντας. Σαν τέλειωσε το πέταξε χάμω. Όλα τα μάτια πέσανε απάνω σ’ αυτό το τιποτένιο αποτσίγαρο. Κι όλα τα πόδια μυρμηδίζουν ανυπόμονα. Αυτός κόβει απότομα τις καινούριες ελπίδες και αφήνει στους ανθρώπους θεριό το ξυπνημένο πάθος. Πατά τ’ απομεινάρι του τσιγάρου, τρίβει το πόδι του στο χώμα και κάνει τσιγάρο και λάσπη κι ανθρώπινες ελπίδες ένα σιχαμερό ανακάτωμα.
Με σίγουρες κινήσεις και μαλακιά φωνή δίνει στους βοηθούς του τη διαταγή να σηκώσουν τα πακέτα. Και στο διερμηνέα:
- Πες τους πως άμα μάθουνε να μπαίνουνε στη γραμμή, θα τους δώσω να φάνε!..
Έτσι είπε κι έφυγε. Ποιος να θυμώσει μαζί του;
- Μη δεν έχει δίκιο ο άνθρωπος!
- Εμείς φταίμε!...
- Σαν τα ζώα κάνουμε…
- Μιλάς και του λόγου σου που ελύσσαξες να πας πρώτος…
- Η αφεντιά σου τα πρόκοψες!
Κι από λόγο σε λόγο, αρχίζουν χειρότερα. Κι η καινούργια νύχτα ήρθε να σκεπάσει περισσότερο μίσος απ’ όσο γέννησε η χτεσινή.
Η μάχουλα για τις ευθύνες εκράτησε ένα μερόνυχτο. Και μέσα σε κείνη την άσκημη ώρα ακούστηκε μια ανθρώπινη φωνή:
- Παιδιά! Τέσσερα χρόνια πολεμήσαμε πλάι πλάι, αγκαλιασμένοι κάθε στιγμή με το θάνατο. Και βγάλαμε πέρα τον πιο φριχτό πόλεμο της ιστορίας. Τη δύναμη τη βρήκαμε στην καλή μας οργάνωση. Τώρα παν να μας χωρίσουν. Να μας κάνουνε να μισηθούμε. Προσέξτε να δείτε που σχεδόν το ’χουν καταφέρει! Παιδιά: Πέντε πέντε σε ομάδες. Μόλις ξαναφανεί με τα τρόφιμα, χωρίς μιλιά, πρέπει να ’χουμε μπει στη γραμμή. Της κάθε ομάδας η σειρά θα πάει με κλήρο. Αλλά ο κλήρος… θαρρώ πως δεν πρέπει να προβάλει αγωνιστές της περιωπής της δικής σας!
- Όχι κλήρο! Όχι κλήρο!..
- Έχετε λοιπόν εμπιστοσύνη να ορίσω εγώ τη σειρά και ν’ αναλάβω με τρεις βοηθούς τη διανομή; Σε δέκα λεπτά σας υπόσχομαι να τελειώσω τη διανομή.
Μπράβο! Μπράβο λεβέντη! φωνάζει η μάζα.
Στα σκοτεινά πρόσωπα άστραψε η ανώτατη αστραπή του πολιτισμού: Το γέλιο.
Στις φλογισμένες ματιές αρχίζει να χαράζει η ανώτατη αρετή: Η απαλότητα της αγάπης.
Κι ένα σβέλτο παλικάρι κοκκινομάγουλο, με κουρασμένα μάτια απ’ την αγρύπνια, πετάχτηκε απάνω σαν λάστιχο. Από χέρια σε χέρια φέρνεται απάνω ψηλά, για να τον καμαρώσουν όλοι. Ποιος είναι; Δεν έχει νόημα. Είναι ο πρώτος αρχηγός του Στρατοπέδου του Γουδιού κι ας μην έχει πατήσει ακόμα τα 18 χρόνια.
Τα τρόφιμα ξανάρθαν. Η ματιά του αρχηγού πετά σπίθες. Σ’ ένα λεπτό η γραμμή είναι εντάξει. Σπάγκος καλά τεντωμένος! Μια μιλιά δεν ακούγεται.
Κι ο δάσκαλος κοιτάζει σαστισμένος! Συνέρχεται, αποφασίζει και λέει στο διερμηνέα.
- Έγινε … λάθος! Τα τρόφιμα τούτα προορίζονταν για τους Γερμανούς αιχμαλώτους… Πάντως τους… συγχαίρω για την παραδειγματική τάξη!
Η φωνή του είχε τόνο σαρκασμού. Πάει να φύγει. Ο αρχηγός τινάζετ’ ομπρός.
- Πες του, λέει στο διερμηνέα σε τόνο προσταγής, πως αν μας χαρακτηρίζει για ομήρους, έχουμε πείρα από τους Γερμανούς. Αν είμαστε αιχμάλωτοι, η πείρα μας δε φτάνει για να χαραχτηρίσει το σαδισμό το δικό σας. Κι αν είναι σύμφωνος πως εκαταλάβαμε καλά, να μοιράσει αμέσως τα τρόφιμα. Αλλιώς θα αρνηθούμε τροφή οριστικά, ώσπου να μας μεταχειριστεί σαν ανθρώπους και με το σεβασμό που μας πρέπει. Θα κάνουμε απεργία πείνας. Κι όλη η ευθύνη είναι δική του…
Το τι ακολούθησε δεν έχει πια σημασία για το θέμα μας. Η μάχη δόθηκε και κερδίστηκε από τη στιγμή που οι άνθρωποι ξαναντάμωσαν μέσα στην τεχνητή ζούγκλα και ξαναβάδισαν ενωμένοι προς την οργανωμένη ομαδική ζωή του πολιτισμού.
Ο αρχηγός απομονώθηκε σ’ ένα κελί. Μα για τον εχθρό το παιχνίδι είχε χαθεί. Κι όσες μάχες κι αν έδωσε δεν μπόρεσε να κάνει ρήγμα στην ομάδα των ομήρων του στρατοπέδου του Γουδιού. Κάθε όμηρος ήτανε κι ένας γερός αρχηγός.
 AΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ¨ΡΟΪΔΗ ΕΜΜΟΝΕΣ»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου