Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

ΙΚΑΡΟΜΕΝΙΠΠΟΣ Ή ΥΠΕΡΝΕΦΕΛΟΣ


ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Λοιπόν από της γης μέχρι της σελήνης, όπου έκαμα τον πρώτον σταθμόν, είνε τρεις χιλιάδες στάδια• από την σελήνην έως εις τον ήλιον πεντακόσιοι περίπου παρασάγγαι• και απ' εκεί έως εις τον ουρανόν και την ακρόπολιν του Διός το διάστημα δι' ένα ευκίνητον αετόν θα είνε μιας ημέρας. ΦΙΛΟΣ. Δι' όνομα των Χαρίτων, Μένιππε, τι σημαίνουν αυτοί οι αστρονομικοί υπολογισμοί και τι μετράς μόνος σου; Διότι προ πολλού σε παρακολουθώ να διατρέχης ηλίους και σελήνας και να μετράς σταθμούς και παρασάγγας ατελειώτους.
ΜΕΝ. Μη εκπλήττεσαι, φίλε μου, διότι ασχολούμαι με αυτά τα μετεωρολογικά και ουράνια• λογαριάζω το διάστημα του ταξειδίου το οποίον έκαμα προ ολίγου.
ΦΙΛ. Και όπως οι Φοίνικες, υπελόγιζες τον δρόμον σου από την κίνησιν των άστρων;
ΜΕΝ. Όχι, αλλ' εις αυτά τα άστρα εταξείδευσα.
ΦΙΛ. Διάβολε, πολύ μακρόν όνειρον θα είδες, αφού ελησμόνησες και εκοιμήθης ολοκλήρους παρασάγγας.
ΜΕΝ. Σου φαίνεται ότι διηγούμαι όνειρον, ενώ εγώ προ ολίγου ήλθα από τα ανάκτορα του Διός.
ΦΙΛ. Πώς είπες; Συ ο Μένιππος μας έπεσες από τον ουρανόν;
ΜΕΝ. Βέβαια εγώ έρχομαι σήμερον από εκείνον τον μέγαν Δία, αφού ήκουσα και είδα θαυμάσια πράγματα. Αν δεν με πιστεύης, και η απιστία σου με κάνει να χαίρω έτι περισσότερον, διότι σημαίνει ότι η ευτυχία μου είνε τόσον μεγάλη, ώστε καταντά απίστευτος.
ΦΙΛ. Και πώς είνε δυνατόν, Θείε και ολύμπιε Μένιππε, εγώ, ο οποίος εγεννήθηκα από ανθρώπους και ζω επί της γης, να δυσπιστήσω προς άνδρα υπερνέφελον και, διά να είπω ως ο Όμηρος, ένα εκ των ουρανιώνων; Αλλ' αν θέλης, εξήγησέ μου κατά ποίον τρόπον ανέβης εκεί επάνω και πού ευρήκες σκάλαν τόσο μεγάλην. Διότι κατά την όψιν δεν ομοιάζεις πολύ μ' εκείνον τον νεαρόν Φρύγα, ώστε να υποθέσω ότι και σένα ανήρπασε μεταμορφωθείς εις αετόν ο Ζευς διά να του χρησιμεύης ως οινοχόος.
ΜΕΝ. Ότι με εμπαίζεις το καταλαμβάνω και δεν απορώ εάν η παράδοξος ιστορία μου σου φαίνεται ως μύθος. Μάθε όμως ότι ούτε κλίμακα εχρειάσθηκα διά την ανάβασιν, ούτε εξ έρωτος με ανήρπασεν αετός. Είχα δικά μου πτερά.
ΦΙΛ. Τούτο υπερβαίνει και όσα διηγούνται περί Δαιδάλου, αφού εκτός των άλλων και χωρίς να το φανταζώμεθα μας έγινες από άνθρωπος γεράκι ή καρακάξα.
ΜΕΝ. Σωστά το εμάντευσες, φίλε μου, διότι και εγώ εμηχανεύθηκα το πτέρωμα εκείνο του Δαιδάλου.
ΦΙΛ. Και δεν εφοβήθης, τολμηρότατε των ανθρώπων όλων, μήπως καταπέσης κάπου εις την θάλασσαν και γίνης αφορμή ν' αποκτήσωμεν και Μενίππειον πέλαγος, όπως το Ικάριον;
ΜΕΝ. Καθόλου• ο Ίκαρος είχε τα πτερά κολλημένα με κερί, επομένως δεν εβράδυνε να τα λυώση ο ήλιος και ούτω εμάδησε και κατέπεσε. Αι δικαί μου όμως αι πτέρυγες δεν ήσαν από κερί.
ΦΙΛ. Τι λες; Αρχίζω σιγά σιγά να πιστεύω αυτά τα οποία διηγείσαι.
ΜΕΝ. Άκουσε τι έκαμα• συνέλαβα ένα μεγάλον αετόν και ένα γύπα από τους πλέον δυνατούς και τους έκοψα τα πτερά ομού με τους ώμους…. αλλά μάλλον πρέπει να σου διηγηθώ πώς μου ήλθεν εξ αρχής η ιδέα, αν έχης καιρόν να με ακούσης.
ΦΙΛ. Ευχαρίστως, αφού από τώρα είμαι μετέωρος και κρέμομαι από τα χείλη σου και ανυπομόνως περιμένω το τέλος της διηγήσεως. Μάλιστα σε παρακαλώ να μη με αφήσης κρεμάμενον από τ' αυτιά εις το μέσον της διηγήσεως.



 
ΜΕΝ. Άκουσε λοιπόν, διότι δεν είνε ευγενές ν' αφήση κανείς ένα φίλον του με το στόμα ανοικτόν και μάλιστα, όπως συ λέγεις, κρεμάμενον από τ'αυτιά. Εγώ εξετάζων τα πράγματα του κόσμου δεν εβράδυνα να εύρω γελοία και ευτελή και αβέβαια όλα τα ανθρώπινα, δηλαδή τα πλούτη, τας εξουσίας και τας βασιλείας• και περιφρονήσας αυτά, έκρινα ότι η περί τούτων ασχολία γίνεται εμπόδιον εις την μελέτην των αληθώς σπουδαίων ζητημάτων κ' επροσπαθούσα να ανυψώσω την σκέψιν μου και να την στρέψω προς το σύμπαν. Αλλ' εδώ έπεσα εις μεγάλην απορίαν• εν πρώτοις δεν ηδυνάμην να εννοήσω πώς έγινεν ο λεγόμενος υπό των σοφών κόσμος• ούτε τον δημιουργόν του ημπορούσα να εύρω, ούτε την αρχήν και τον σκοπόν του. Έπειτα όταν εξήταζα τα καθέκαστα εις έτι μεγαλειτέραν απορίαν έπεφτα• έβλεπα με απορίαν τα άστρα όπως είνε σκορπισμένα εις τον ουρανόν και απόθουν να μάθω τι πράγμα να είνε ο ήλιος• προπάντων δε παράδοξος και αλλόκοτος μου εφαίνετο η σελήνη και εσκεπτόμην ότι αι μεταβολαί των σχημάτων της θα είχαν μυστηριώδη τινά αιτίαν. Αλλά και η ταχεία αστραπή και η κρατούσα βροντή και η βροχή, η χιών και η χάλαζα, η οποία πίπτει με τόσην ορμήν,δεν μου εφαίνοντο ολιγώτερον προβληματικά και σκοτεινά. Ενόμισα λοιπόν ότι το καλλίτερον το οποίον είχα να κάμω ήτο ν' αποταθώ εις τους φιλοσόφους και ζητήσω παρ' αυτών την λύσιν των αποριών μου• διότι τους εφανταζόμην ότι είνε κάτοχοι πάσης αληθείας. Εδιάλεξα τους σοφωτέρους εξ αυτών, ως ηδύνατο κανείς να συμπεράνη από την σκυθρωπότητα και την ωχρότητα του προσώπου και από το μέγεθος της γενειάδος των. Και τωόντι αμέσως μου έκαμαν την εντύπωσιν ανθρώπων οι οποίοι λέγουν υψηλά πράγματα και γνωρίζουν τα θαυμάσια του ουρανού. Εις τούτους παρεδόθην με την υπόσχεσιν μεγάλου ποσού χρημάτων, των οποίων μέρος μεν κατέβαλα αμέσως,μέρος δε θα έδιδα όταν θ' απέκτων την όλην σοφίαν, και εζήτησα να με κάμουν αστρονόμον και να με διδάξουν την τάξιν του σύμπαντος. Αλλ' αυτοί όχι μόνον δεν με απήλλαξαν από την παλαιάν άγνοιαν, αλλά και εις μεγαλειτέρας αμφιβολίας μ' έρριψαν με τας αρχάς, τα τέλη, τας ατόμους,τα κενά, τας ύλας και ιδέας και άλλα τοιαύτα κολοκύθια, τα οποία μου έρριπταν κατά κεφαλής. Αλλ' εκείνο προ πάντων το οποίον με εθύμωνεν ήτο ότι εις όσα έλεγαν δεν συνεφώνουν μεταξύ των, αλλ' αι γνώμαι των αντεμάχοντο και ήσαν εντελώς αντίθετοι• και όμως απήτουν να πεισθώ εις όσα έλεγαν και έκαστος ήθελε να μ' ελκύση προς την γνώμην του.
ΦΙΛ. Παράδοξον αυτό• άνθρωποι σοφοί να μη συμφωνούν περί των μεγάλων αληθειών και να έχουν περί αυτών διαφόρους γνώμας.
ΜΕΝ. Θα γελάσης πολύ, φίλε μου, όταν ακούσης ποίαν αλαζονείαν έχουν και πόσην αγυρτείαν εις όσα λέγουν. Ενώ έζησαν πάντοτε επί της γης και ουδόλως υπερέχουν ημάς τους άλλους οι οποίοι βαδίζομεν εδώ κάτω, αλλ'ούτε η όρασίς των είνε οξυτέρα και μερικοί μάλιστα από γήρας και οκνηρίαν δεν καλοβλέπουν, όμως έλεγαν ότι βλέπουν τα πέρατα του ουρανού,εμετρούσαν το μέγεθος και την απόστασιν του ηλίου, έφθαναν εις τα διαστήματα τα υπεράνω της σελήνης και ως να έπεσαν από τα άστρα ωμίλουν διά τα μεγέθη και τα σχήματά των. Ενώ δε πολλάκις δεν είνε εις θέσιν να ειπούν ακριβώς πόσα στάδια είνε από τα Μέγαρα μέχρι των Αθηνών, ετόλμων να λέγουν πόσων πήχεων είνε η απόστασις μεταξύ σελήνης και ηλίου και υπελόγιζον της ατμοσφαίρας τα ύψη και της θαλάσσης τα βάθη και τας περιόδους της γης ανεμέτρουν. Προσέτι έγραφαν κύκλους και εσχημάτιζον τρίγωνα επί τετραγώνων και σφαίρας διαφόρους με τα οποία δήθεν καταμετρούν τον ουρανόν. Έπειτα δε πώς να μη τους θεωρώ ανοήτους και τυφλωμένους από αλαζονείαν όταν περί πραγμάτων τόσων σκοτεινών δεν ομιλούν με υποθέσεις, αλλ' ισχυρογνωμούν και αποκρούουν με θυμόν πάσαν άλλην γνώμην και σχεδόν με όρκον υποστηρίζουν ότι ο ήλιος είνε σίδηρος πεπυρακτωμένος, ότι η σελήνη κατοικείται, ότι τα άστρα πίνουν υδρατμούς,τους οποίους ο ήλιος ως διά κάδου ανασύρει εκ της θαλάσσης και τους μοιράζει εξ ίσου εις αυτά. Αλλ' η αντιγνωμία των ευκόλως γίνεται αντιληπτή. Σκέψου προς θεού αν δύνανται να συμβιβασθώσι τα δόγματά των και αν δεν είνε εντελώς αντίθετα• εν πρώτοις αι γνώμαι των περί του κόσμου είνε αντιφατικαί• οι μεν λέγουν ότι ο κόσμος είνε αγέννητος και ανώλεθρος• {84} οι δε ετόλμησαν να είπουν και ποίος τον εδημιούργησε και κατά ποίον τρόπον κατεσκευάσθη. Εκείνο δε το οποίον προ πάντων μου εφαίνετο παράδοξον και ακατανόητον είνε ότι, ενώ ωμίλουν περί ενός δημιουργού του παντός, δεν εξήγουν ούτε πόθεν ήλθεν ούτος, ούτε που εστέκετο και κατεσκεύαζε τα καθέκαστα, αφού προ της γενέσεως του παντός αδύνατον να εννοηθή χρόνος και τόπος.



 
 

ΦΙΛ. Φαίνεται, Μένιππε, ότι είνε πολύ τολμηροί εις τα τερατολογήματα αυτοί οι σοφοί.
ΜΕΝ. Και τι θα έλεγες εάν ήκουες τι λέγουν περί ιδεών και ασωμάτων {85}ή περί του πέρατος και του απείρου; διότι και αυτή είνε μία από τας ζωηροτέρας φιλονεικίας των, καθότι οι μεν περιορίζουσι το παν διά τέλους, οι δε φρονούν ότι δεν έχει τέλος. Αλλά και ότι οι κόσμοι είνε πολυάριθμοι {86} υπεστηρίζετο υπό τινων εξ αυτών, οίτινες κατηγόρουν τους άλλους τους διδάσκοντας ότι ο κόσμος είνε ένας. Κάποιος δε άλλος{87} άνθρωπος όχι ειρηνικός έλεγεν ότι ο πόλεμος είνε πατήρ των όλων.Και πού να σου λέγω τας ιδέας τας οποίας έχουν περί των θεών; Κατά τους μεν ο θεός ήτο αριθμός,{88} άλλοι δε ωρκίζοντο εις τους σκύλους, τας χήνας και τους πλατάνους.{89} Τινές καθαιρέσαντες όλους τους θεούς έδωκαν όλην την εξουσίαν του σύμπαντος εις ένα και μόνον, ώστε ήρχιζα και να στενοχωρούμαι από έλλειψιν θεών• άλλοι εξ εναντίας πλέον γενναιόδωροι τους ήθελαν πολλούς, τους διήρουν δε εις τάξεις και απεκάλουν ένα πρώτον θεόν, τους δε άλλους κατέτασσον εις δευτέραν και τρίτην τάξιν θεότητος. {90} Προσέτι οι μεν εθεώρουν το θείον κάτι τι ασώματον και άμορφον, οι δε το εφαντάζοντο με σώμα. {91} Έπειτα δεν ήσαν όλοι της γνώμης ότι οι θεοί προνοούν διά τα εδώ πράγματα, αλλ' υπήρχον μερικοί οίτινες τους εστέρουν την όλην φροντίδα περί του κόσμου, όπως ημείς απολύομεν από τας δημοσίας υπηρεσίας τους φθάνοντας εις βαθύ γήρας ούτω δε τους παρουσιάζομεν ομοίους περίπου προς τα βωβά πρόσωπα της σκηνής. Μερικοί επροχώρουν ακόμη περισσότερον και ουδόλως επίστευον εις την ύπαρξιν θεών, αλλ' άφηνον τον κόσμον να γυρίζη αδέσποτος και ακυβέρνητος. {92}
Εγώ δε ακούων αυτά δεν ετόλμων να δείξω απιστίαν προς σοφούς τόσον μεγαλοφώνους και με τόσον σεβασμίας γενειάδας. Και μου συνέβαινεν ακριβώς εκείνο το οποίον λέγει ο Όμηρος• πολλάκις δηλαδή έκλινα να πιστεύσω προς ένα εξ αυτών.
έτερος δε με θυμός έρυκεν. {93}
Ευρεθείς εις τοιαύτην απορίαν απηλπίσθην ότι θα μου ήτο δυνατόν επί της γης ν' ακούσω τίποτε αληθές περί των ζητημάτων τούτων και τότε εσκέφθην ότι διά μιας θα εύρισκα την λύσιν όλων των αποριών μου, εάν υπήρχε τρόπος ν'αποκτήσω πτερά και ν' ανέβω εις τον ουρανόν. Την ελπίδα δε ότι θα το επετύγχανα μου έδιδε κυρίως μεν ο πόθος μου, αλλά και ο μυθοποιός Αίσωπος, όστις παριστά τους αετούς και τους κανθάρους, ενίοτε δε και τας καμήλους {94} ότι δύνανται να φθάνουν εις τον ουρανόν. Ν' αποκτήσω όμως πτερά δικά μου δεν έβλεπα να υπήρχε κανείς τρόπος• αλλ' εάν προσήρμοζα επάνω μου πτερά γυπός ή αετού διότι μόνον αυτά δύνανται ν' ανθέξουν εις το βάρος του ανθρωπίνου σώματος ίσως το πείραμά μου θα επετύγχανε.Συνέλαβα λοιπόν τα όρνεα και έκοψα σύρριζα του μεν αετού την δεξιάν πτέρυγα, του δε γυπός την αριστεράν• έπειτα τας έδεσα με δυνατά λουριά και τας προσήρμοσα εις τους ώμους μου, εις δε τα άκρα των μακρών πτερών κατεσκεύασα λαβάς διά τα χέρια μου και έπειτα ήρχισα να κάνω δοκιμάς.Κατ' αρχάς έκανα μικρά αναπηδήματα και συγχρόνως εκίνουν τα χέρια μου και κατώρθωνα να χαμηλοπετώ, όπως αι χήνες, ανυψούμενος εις τον αέρα και βαδίζων συγχρόνως. Όταν δε είδα ότι το πράγμα επετύγχανε, έγινα τολμηρότερος εις τας δοκιμάς μου• ανέβηκα εις την Ακρόπολιν και ερρίφθηκα κάτω από τον κρημνόν προς το θέατρον του Διονύσου• επέταξα χωρίς κίνδυνον, και τότε ήρχισα να έχω μεγαλειτέρας φιλοδοξίας. Κατά το επόμενον πείραμα εσηκώθηκα από την Πάρνηθα ή από τον Υμηττόν κ' επέταξα μέχρι Γερανείας, απ' εκεί δε μέχρι του Ακροκορίνθου, υπεράνω του οποίου επέρασα. Έπειτα επροχώρησα άνω της Φολόης και του Ερυμάνθου και έφθασα μέχρι του Ταϋγέτου. Αι ασκήσεις ηύξησαν την τόλμην μου και τώρα πλέον δεν εζήλευα τα πτηνά, αλλ' είχα φιλοδοξίας ακόμη μεγαλειτέρας. Ανέβηκα εις τον Όλυμπον και αφού έκαμα μίαν προμήθειαν τροφών όσον το δυνατόν ελαφροτέραν εξεκίνησα κατ' ευθείαν προς τον ουρανόν. Κατ' αρχάς μ'εζάλιζε το ύψος, αλλ' έπειτα συνείθισα. Όταν δε έφθασα εις την σελήνην,πολύ υπεράνω των νεφών, ησθάνθην ότι είχα κουρασθή, μάλιστα εις την αριστεράν πτέρυγα, την γυπίνην. Επλησίασα λοιπόν εις την σελήνην και εκάθησα διά ν' αναπαυθώ. Παρατηρών δε άνωθεν έβλεπα, καθώς ο Ζευς του Ομήρου, άλλοτε μεν την χώραν των ιπποτρόφων Θρακών, άλλοτε δε την χώραν των Μυσών και μετ' ολίγον, κατά βούλησιν, την Ελλάδα, την Περσίαν ή τας Ινδίας. Όλα δε αυτά τα θεάματα μου επροξένουν ποικίλας και μεγάλας τέρψεις.




 
 

ΦΙΛ. Και αυτά να μου τα διηγηθής, Μένιππε, διά να μάθω όλας τας λεπτομερείας του ταξειδίου, ακόμη και αν είνε επουσιώδεις. Εγώ τουλάχιστον περιμένω ν' ακούσω πολλά περί του σχήματος της γης και όλων των επ' αυτής πραγμάτων, πώς σου εφαίνοντο όταν τα έβλεπες από πάνω.
ΜΕΝ. Η απαίτησίς σου είνε δικαία• λοιπόν να με ακολουθήσης και διά της ακοής ν' ανέβης μαζί μου μέχρι της σελήνης και απ' εκεί θα ίδης μετ'εμού πώς είνε όλα τα επί της γης πράγματα. Και εν πρώτοις να φαντασθής ότι βλέπεις την γην πολύ μικροτέραν από την σελήνην, τόσον ώστε εγώ,όταν έξαφνα έσκυψα και παρετήρουν επί πολύ, ήμουν εις απορίαν και εσκεπτόμην πού είνε τα τόσον μεγάλα βουνά και η τόση θάλασσα, και αν δεν διέκρινα τον κολοσσόν της Ρόδου και τον πύργον της Φάρου, βεβαίως δεν θα εννοούσα ότι αυτό το οποίον έβλεπα ήτο η γη. Αλλ' αυτά με το ύψος των και ο ωκεανός ο οποίος έστιλβεν υπό την λάμψιν του ηλίου μ' έκαμαν να εννοήσω ότι ήτο η γη. Αφού δ' επρόσεξα, ήρχισα να διακρίνω όλην την κίνησιν των ανθρώπων και τον τρόπον κατά τον οποίον ζουν, όχι μόνον κατά έθνη και πόλεις, αλλά διέκρινα καθαρά και τους ταξειδεύοντας, τους πολεμούντας, τους γεωργούντας, τους δικαζομένους, τα γύναια, τα θηρία και εν γένει πάντα όσα τρέφει η ζωοδότειρα γη.
ΦΙΛ. Αυτά τα οποία λέγεις είνε εντελώς απίθανα και αντιφατικά• διότι αφού προ ολίγου μετά δυσκολίας διέκρινες την γην, η οποία εχάνετο εις την απόστασιν, και αν ο κολοσσός δεν σ' εβοήθει να την διακρίνης, θα ενόμιζες ίσως ότι βλέπεις άλλο τι, πώς τώρα, ως να έγινες αίφνης Λιγγεύς, διακρίνεις όλα τα επί της γης, τους ανθρώπους, τα θηρία παρ'ολίγον δε και τας φωλεάς των κουνουπιών;
ΜΕΝ. Η παρατήρησίς σου είνε σωστή και μου ενθυμίζει περιστατικόν το οποίον έπρεπεν εξ αρχής ν' αναφέρω, δεν γνωρίζω δε πώς το παρέλειψα.Όταν ανεγνώρισα την γην, τα δε άλλα δεν ηδυνάμην να διακρίνω ένεκα της αποστάσεως και διότι η όρασίς μου δεν έφθανε, το πράγμα μ' εστενοχώρησε μεγάλως και ευρισκόμην εις πολλήν αμηχανίαν. Ενώ δε ευρισκόμην εις αυτήν την στενοχωρίαν και σχεδόν έκλαια, παρουσιάσθη ο φυσικός Εμπεδοκλής, ο οποίος εφαίνετο ως καρβουνιάρης στακτωμένος και κατακαμμένος. Εγώ, όταν τον είδα, πρέπει να το ομολογήσω— εταράχθηκα ολίγον και ενόμισα ότι έβλεπα φάντασμα της σελήνης, αυτός όμως• Μη φοβείσαι, μου είπε, Μένιππε,
ού τις τοι θεός ειμί, τι μ' αθανάτοισιν εΐσκεις; {95}
Είμαι ο φυσικός Εμπεδοκλής• όταν δ' ερρίφθηκα εις τον κρατήρα της Αίτνης, ο καπνός με ήρπασε και μ' έφερεν εδώ πάνω και τώρα κατοικώ εις την σελήνην και ως επί το πολύ αεροβατώ και τρέφομαι με δρόσον. Έρχομαι λοιπόν να σου διαλύσω την απορίαν εις την οποίαν ευρίσκεσαι• διότι μαντεύω ότι είσαι στενοχωρημένος και λυπείσαι, επειδή δεν δύνασαι να βλέπης καθαρά τι γίνεται επί της γης. Πολύ καλά έκαμες, του είπα,φίλτατε Εμπεδοκλή, και όταν μετ' ολίγον θα πετάξω πάλιν οπίσω εις την Ελλάδα, θα σου κάμω σπονδάς εις την καπνοδόχην μου και κατά την πρώτην του μηνός θα προσεύχωμαι ανοίγων τρεις φορές το στόμα προς την σελήνην.Μα τον Ενδυμίονα, είπεν ο Εμπεδοκλής, δεν ήλθα χάριν της αμοιβής, αλλά σ' ελυπήθη η ψυχή μου όταν σε είδα στενοχωρημένον. Λοιπόν ξέρεις τι πρέπει να κάμης διά να γίνης οξυδερκής; Μα τον Δία, του είπα, δεν υπάρχει άλλος τρόπος παρά να μου αφαιρέσης την ομίχλην η οποία μου σπεπάζει τα μάτια• τώρα μου φαίνεται σαν να είνε κολλημμένα τα μάτια μου από τσίμπλες. Εις τούτο, μου είπεν, ούτε της ιδικής μου συνδρομής έχεις ανάγκην διότι την οξυδέρκειαν την έχεις φέρη από την γην. Δεν σ' εννοώ,του είπα. Λησμονείς, είπε, ότι έχεις επάνω σου την δεξιάν πτέρυγα αετού;Αυτό το ξέρω, απήντησα• αλλά τι κοινόν υπάρχει μεταξύ πτέρυγος και οφθαλμού; Ότι, είπεν ο Εμπεδοκλής, ο αετός έχει την όρασιν πολύ οξυτέραν από τα αλλά ζώα, ώστε μόνος αυτός δύναται να βλέπη ατενώς προς τον ήλιον• διακρίνεται δε ο βασιλικός και γνήσιος αετός εκ τούτου, αν βλέπη προς τον ήλιον χωρίς να κλείη τα βλέφαρα. Αυτά τωόντι λέγονται, είπα,και τώρα μετανοώ διότι ήλθα εδώ χωρίς προηγουμένως να βγάλω τα μάτια μου και να τα αντικαταστήσω με οφθαλμούς αετού. Τώρα ήλθα χωρίς να είμαι καθ' όλα βασιλικώς παρασκευασμένος, αλλ' ομοιάζω με τους νόθους εκείνους και αμφιβόλου γνησιότητος αετούς. Και όμως από σε εξαρτάται, είπεν ο Εμπεδοκλής, να γίνη αμέσως ο είς εκ των οφθαλμών σου βασιλικός• διότι αν θέλησης να πετάξης ολίγον μόνον με την μίαν πτέρυγα και να κρατής ακίνητον την πτέρυγα του γυπός, ο αντίστοιχος προς την κινουμένην πτέρυγα οφθαλμός σου, ο δεξιός, θα γίνη οξυδερκής• ο άλλος όμως δεν υπάρχει τρόπος να μη μείνη ασθενέστερος, αφού ανήκει εις πτηνόν το οποίον έχει την όρασιν αμβλυτέραν. Αρκετόν είνε, είπα εγώ, και αν μόνον ο δεξιός μου οφθαλμός γίνη αέτειος, και μόνον με αυτόν θα βλέπω καλά,αφού πολλάκις, μου φαίνεται, έχω ιδή τους μαραγκούς να παρατηρούν μόνον με τον ένα οφθαλμόν και ούτω να κάνουν ευθύτερα τα ξύλα που κατεργάζονται.





 
Μετά ταύτα εξετέλεσα τας παραγγελίας του Εμπεδοκλέους• αυτός δε απομακρυνόμενος ολίγον κατ' ολίγον διελύθη ανεπαισθήτως εις καπνόν. Και αφού επτερύγισα, με περιέβαλεν αμέσως άφθονον φως και τα αντικείμενα, τα οποία προηγουμένως με διέφευγον, τώρα διεκρίνοντο όλα. Έσκυψα λοιπόν προς την γην και έβλεπα καθαρά τας πόλεις, τους ανθρώπους και όσα συνέβαινον, όχι μόνον εις το ύπαιθρον, αλλά και όσα οι άνθρωποι έπραττον εντός των κατοικιών των, νομίζοντες ότι δεν τους έβλεπε κανείς. Ούτω έβλεπα τον Πτολεμαίον να συνευρίσκεται με την αδελφήν του,{96} τον Λυσίμαχον {97} να επιβουλεύεται την ζωήν του υιού του, τον Αντίοχον του Σελεύκου ν' απευθύνη κρύφια νεύματα προς την Στρατονίκην την μητρυιάν του, τον Θεσσαλόν Αλέξανδρον φονευόμενον υπό της συζύγου του, τον Αντίγονον μοιχεύοντα την γυναίκα του υιού του και τον υιόν του Αττάλου δηλητηριάζοντα τον πατέρα του. Εξ άλλου τον Αρσάκην φονεύοντα την γυναίκα του και τον ευνούχον Αρβάκην ξιφουλκούντα εναντίον του Αρσάκη.Τον δε Μήδον Σπατίνον έβλεπα να σύρουν εκ του ποδός έξω του συμποσίου οι ακόλουθοί του και να έχη το μέτωπον πληγωμένον διά χρυσού ποτηριού.Παρόμοια έβλεπα εις την Λιβύην, εις την Σκυθίαν και την Θράκην να συμβαίνουν εις τα ανάκτορα, μοιχείας, φόνους, ενέδρας, αρπαγάς,επιορκίας, βασιλείς περιφόβους, προδιδομένους υπό των οικειοτάτων αυτών.Και οι μεν βασιλείς τοιαύτα θεάματα μου παρουσίαζον• των δε ιδιωτών αι πράξεις και η διαγωγή ήσαν ακόμη γελοιωδέστεραι• και μεταξύ αυτών έβλεπα τον Ερμόδωρον τον Επικούρειον να επιορκή διά χιλίας δραχμάς, τον δε Στωικόν Αγαθοκλέα να δικάζεται με τον μαθητήν του διά την πληρωμήν των μαθημάτων, τον ρήτορα Κλενίαν να κλέπτη μίαν φιάλην από το Ασκληπιείον,τον δε Κυνικόν Ηρόφιλον να κοιμάται εις το χαμαιτυπείον. Και τι να είπω διά τους άλλους, εκείνους οι οποίοι ετρύπων τους τοίχους διά να κλέπτουν, τους δικαζομένους, τους δανείζοντας, τους απαιτούντας;{98}διότι το θέαμα είχε μεγάλην ποικιλίαν και περιείχεν από όλα.
ΦΙΛ. Καλά έκαμες και μου διηγήθης αυτά, Μένιππε, διότι φαίνεται ότι θα σε διεσκέδασαν πολύ.
ΜΕΝ. Είνε αδύνατον, φίλε μου, να σου διηγηθώ τα πάντα κατά σειράν, αφού και να τα βλέπω μόνον ήτο κοπιώδες. Αλλά τα κυριώτερα των συμβαινόντων εφαίνοντο όπως εκείνα τα οποία λέγει ο Όμηρος ότι ήσαν ζωγραφισμένα επί της ασπίδος. Αλλού μεν ήσαν συμπόσια και γάμοι, αλλού δε δίκαι και συνελεύσεις, από το άλλο δε μέρος κάποιος ετέλει θυσίας και πλησίον άλλος εφαίνετο να πενθή. Και όταν εστρεφόμην προς την Γετικήν έβλεπα τους Γέτας να πολεμούν• όταν δε εστρεφόμην προς τους Σκύθας, τους έβλεπα να πλανώνται με τας αμάξας των• και όταν εγύριζα προς το άλλο μέρος τον οφθαλμόν, έβλεπα τους Αιγυπτίους να γεωργούν, τους Φοίνικας να εμπορεύωνται, τους Κίλικας να ληστεύουν, τον Λάκωνα να μαστιγώνεται και τον Αθηναίον να δικάζεται. Και επειδή όλα αυτά συνέβαιναν συγχρόνως,δύνασαι να φαντασθής ποίος κυκεών παρουσιάζετο προ των οφθαλμών μου.Όπως αν κανείς συναθροίση πολλούς χορευτάς, ή μάλλον πολλούς χορούς,έπειτα δε διατάξη ν' αφήση έκαστος εκ των αδόντων το κοινόν άσμα και να ψάλλη ιδιαίτερον άσμα, έκαστος δε να φιλοτιμήται να φέρη εις πέρας το ιδικόν του και να υπερβή τους άλλους κατά την δύναμιν της φωνής,φαντάζεσαι τι έχει να γίνη;
ΦΙΛ. Πολύ γελοία και συγκεχυμένη συναυλία.



 
 

ΜΕΝ. Λοιπόν, φίλε μου, τοιούτοι είνε όλοι όσοι χορεύουν επί της γης και από τοιαύτην δυσαρμονίαν αποτελείται η ζωή των ανθρώπων. Όχι μόνον αι φωναί των δεν συμφωνούν, αλλά και οι τρόποι των είνε ανόμοιοι και αντιθέτως κινούνται και αι σκέψεις των συγκρούονται, έως ου ένα έκαστον εξ αυτών αποπέμψη εκ της σκηνής ο χορηγός λέγων ότι δεν τον χρειάζεται πλέον• μετά τούτο σιωπούν όλοι ομοίως και παύουν να τραγουδούν παραφώνως το συγκεχυμένον εκείνο και άτακτον άσμα. Εν γένει πάντα όσα έβλεπα εις το ποικίλον εκείνο και πολύμορφον θέατρον ήσαν γελοία. Αλλ' εκείνοι προ πάντων μου εκίνουν τον γέλωτα, οι οποίοι εφιλονείκουν περί συνόρων κτηματικών και όσοι υπερηφανεύοντο διότι εκαλλιέργουν την πεδιάδα της Σικυώνος ή είχον ιδιοκτησίαν των τα μέρη του Μαραθώνος τα πλησίον της Οινόης ή επειδή είχον χίλια πλέθρα γης εις τας Αχαρνάς• διότι, αφού η Ελλάς όλη, όπως την έβλεπα τότε, είχε μέγεθος τεσσάρων δακτύλων,αναλόγως, υποθέτω, η Αττική ήτο κάτι τι ελάχιστον. Και εσκεπτόμην πόσον μικρόν και ασήμαντον πράγμα ήτο εκείνο διά το οποίον οι πλούσιοι εκείνοι υπερηφανεύοντο• διότι και ο έχων τας μεγαλειτέρας εκτάσεις γης εξ αυτών μου εφαίνετο ως να εκαλλιέργει μίαν εκ των ατόμων του Επικούρου.Στραφείς έπειτα προς την Πελοπόννησον και ιδών την Κυνοσουρίαν {99}εθυμήθηκα πόσοι Αργείοι και Λακεδαιμόνιοι εφονεύθησαν εντός μιας ημέρας διά μίαν έκτασιν γης, η οποία δεν ήτο πολύ μεγαλειτέρα από φακήν της Αιγύπτου. Αλλά και αν έβλεπα κανένα ο οποίος να υπερηφανεύεται διότι είχεν οκτώ δακτυλίους και τέσσαρα ποτήρια χρυσά, πολύ θα εγελούσα και με αυτόν. Διότι το Πάγκειον όρος {100} ολόκληρον με τα μεταλλεία του είχε το μέγεθος ενός κεχριού.
ΦίΛ. Πόσον σε ζηλεύω, Μένιππε, δι' όσα παράξενα είδες. Αλλά δεν μου λες,σε παρακαλώ, αι πόλεις και οι κάτοικοι των πόσοι εφαίνοντο από πάνω;
ΜΕΝ. Θα έχης ιδή βέβαια μυρμηκυιάν και τους μύρμηκας άλλους μεν να περιφέρωνται, άλλους να εξέρχωνται και άλλους να επιστρέφουν εις την πόλιν των• και ο μεν εξάγει από την μυρμηκυιάν μίαν ακαθαρσίαν, ο δε ευρών κάπου φλούδαν κουκιού ή μισό σπιρί σίτου το σύρει διά να το μεταφέρη εις την μυρμηκυιάν. Είνε δε επόμενον ότι αναλόγως του τρόπου κατά τον οποίον ζουν θα υπάρχουν μεταξύ αυτών και κτίσται και δημαγωγοί και άρχοντες και μουσικοί και φιλόσοφοι. Λοιπόν αι πόλεις ομού με τους κατοίκους των ωμοίαζαν πολύ με τας μυρμηκυιάς. Εάν δε σου φαίνεται ότι το παράδειγμα δεν είνε κατάλληλον και ότι δεν ταιριάζει να παρομοιάσωμεν ανθρώπους προς μύρμηκας, να ενθυμηθής τους παλαιούς μύθους των Θεσσαλών,κατά τους οποίους οι πολεμικώτατοι Μυρμιδόνες έγιναν άνθρωποι εκ μυρμήκων. Αφού λοιπόν παρετήρησα τα πάντα επαρκώς και εγέλασα δι' όλα,ετίναξα τας πτέρυγάς μου και επέταξα•
δώματ' ες αιγιόχοιο Διός μετά δαίμονας άλλους. {101}


 
 

Δεν είχα δε φθάση εις ύψος σταδίου, ότε ήκουσα την Σελήνην να μου φωνάζη με γυναικείαν φωνήν• Μένιππε, σε παρακαλώ να μου κάμης μίαν χάριν, όταν θα ίδης τον Δία, και σου εύχομαι να επιτύχης τον σκοπόν του ταξειδίου σου. Λέγε, αρκεί να μη μου δώσης τίποτε να σηκόνω. Η παραγγελία μου,είπεν η Σελήνη, δεν είνε δύσκολος• θα σε παρακαλέσω να πης εκ μέρους μου προς τον Δία, ότι απέκαμα πλέον ν' ακούω ύβρεις και ανοησίας από τους φιλοσόφους, οι οποίοι δεν έχουν άλλην ασχολίαν παρά να εξετάζουν με αδιακρισίαν τα αφορώντά με, τι είμαι, τι μέγεθος έχω και διά ποίον λόγον φαίνομαι μισή ή ως δρέπανον. Και άλλοι μεν εξ αυτών λέγουν ότι κατοικούμαι, άλλοι δε ότι κρέμαμαι ως κάτοπτρον επί της θαλάσσης και άλλοι μου αποδίδουν ό,τι τους έλθη εις την κεφαλήν. Επ' εσχάτων δε ήρχισαν να λέγουν ότι και αυτό το φως μου είνε κλοπιμαίον και ψεύτικον και ότι μου έρχεται άνωθεν από τον Ήλιον. {102} Και δεν θα παύσουν,φαίνεται, έως ότου με φέρουν εις έχθραν και διάστασιν προς τούτον τον αδελφόν μου• δεν νομίζουν, φαίνεται, αρκετά όσα έχουν είπη και περί αυτού, ότι είνε λίθος και μύδρος διάπυρος.
Εν τοσούτω πόσας γνωρίζω εγώ από τας αισχρότητας και ατιμίας τας οποίας πράττουν κατά τας νύκτας αυτοί οι οποίοι κατά την ημέραν φαίνονται σκυθρωποί και αυστηροί το βλέμμα και σεμνοί κατά το ήθος και θαυμάζονται υπό των απλών ανθρώπων, και όμως σιωπώ• διότι δεν νομίζω πρέπον ν'αποκαλύψω και να φωτίσω τας νυκτερινάς εκείνας πράξεις και να εκθέσω τον ιδιαίτερον βίον εκάστου, αλλά και αν ίδω κανένα εξ αυτών να μοιχεύη ή να κλέπτη ή να πράττη άλλην απόκρυφον ατιμίαν, ευθύς σύρω νέφος και σκεπάζομαι διά να μη δείξω εις το πλήθος ανθρώπους γέροντας υβρίζοντας την πυκνήν των γενειάδα και την αρετήν την οποίαν υποκρίνονται. Αλλά αυτοί δεν παύουν να μ' ενοχλούν με τους λόγους των και κατά πάντα τρόπον να με υβρίζουν, ώστε, μα την Νύκτα, πολλάκις εσκέφθην να μετοικήσω και ν' απομακρυνθώ όσον το δυνατόν περισσότερον, διά ν' αποφύγω την κακογλωσσιάν και την αδιακρισίαν των. Μη λησμονήσης λοιπόν να είπης αυτά εκ μέρους μου προς τον Δία και προσέτι ότι είνε αδύνατον να μένω εις την θέσιν την οποίαν μου έχει ορίση, εάν δεν συντρίψη τους φυσικούς εκείνους και κλείση το στόμα των διαλεκτικών και ρίψη εκ θεμελίου την Στοάν και πυρπολήση την Ακαδημίαν και παύση τας συζητήσεις των Περιπατητικών•διότι μόνον ούτω θα εύρω ησυχίαν και θα παύσουν να με καταμετρούν, καθ'εκάστην. Η παραγγελία σου θα εκτελεσθή, της απήντησα, και εξηκολούθησα την πτήσιν μου προς τα ύψη του ουρανού,
ένθα μεν ούτε βοών ούτ' ανδρών φαίνετο έργα. {103}




 
 

Μετ' ολίγον και η σελήνη μου εφαίνετο μικρά και την γην απέκρυπτε.Αφήσας δε τον ήλιον δεξιά και πετών διά μέσου των άστρων έφθασα μετά τρεις ημέρας πλησίον του ουρανού. Και κατ' αρχάς εσκέφθηκα ότι ηδυνάμην ευθύς και όπως ήμουν να εισέλθω• διότι ενόμιζα ότι ευκόλως θα διέφευγα την προσοχήν, αφού κατά το ήμισυ ήμουν αετός, εγνώριζα δε ότι προ πολλού ο αετός ήτο φίλος του Διός• αλλ' έπειτα εσκέφθην ότι θα μ' εννοήσουν,αφού είχα μίαν πτέρυγα γυπός. Έκρινα λοιπόν ότι το καλλίτερον ήτο να μη εκτεθώ εις τοιούτον κίνδυνον και πλησιάσας εκτύπησα την θύραν. Ο Ερμής ήκουσε και αφού ηρώτησε το όνομά μου έτρεξε να ειδοποιήση τον Δία, μετ'ολίγον δε εκλήθην να εισέλθω και εισήλθα περίφοβος και τρέμων. Ευρήκα όλους τους θεούς συναθροισμένους, δεν ήσαν δε και αυτοί ήσυχοι• τους είχε ταράξη ολίγον η παράδοξος άφιξίς μου, καθότι εφοβούντο μήπως μετ'ολίγον ίδουν και τους άλλους ανθρώπους να φθάσουν εις τον ουρανόν κατά τον αυτόν τρόπον. Ο Ζευς μου έρριψε φοβερόν βλέμμα οργής και μου είπε•
Τις πόθεν είς ανδρών, πόθι τοι πόλις ηδέ τοκήες; {104}
Εγώ δε όταν ήκουσα την φωνήν του Διός παρ' ολίγον ν' αποθάνω εκ του φόβου και έμενα άναυδος και ξεκουφαμένος υπό της βροντώδους εκείνης φωνής. Όταν δε μετ' ολίγην ώραν συνήλθα διηγήθηκα τα πάντα εξ αρχής, πώς επεθύμησα να μάθω τι συμβαίνει εις τον ουρανόν, πώς απετάθην προς τους φιλοσόφους και εις ποίαν ασυμφωνίαν τους ευρήκα, πώς απέκαμα ελκόμενος αντιθέτως, και κατόπιν την επινόησίν μου και τα πτερά και όλα τα άλλα μέχρις ου έφθασα εις τον ουρανόν• έπειτα δε ανέφερα και όσα μου παρήγγειλεν η Σελήνη.
Τότε ο Ζευς εμειδίασε και χαλαρώσας ολίγον το συνοφρύωμά του, είπε• Τι να λέγωμεν τώρα περί του Ώτου και του Εφιάλτου όταν και ο Μένιππος ετόλμησε ν' ανέλθη εις τον ουρανόν; {105} Αλλά θα σε φιλοξενήσωμεν αφού ήλθες, αύριον δε θα σου δώσωμεν τας πληροφορίας διά τας οποίας ήλθες και θα σε αποπέμψωμεν. Και αφού είπεν αυτά εσηκώθη και επορεύθη προς το μέρος του ουρανού οπόθεν καθαρώτατα ακούονται τα λεγόμενα εκ της γης,διότι ήτο η στιγμή κατά την οποίαν έπρεπε ν' ακροασθή τας ευχάς. Ενώ δε επροχώρει με ηρώτα περί των συμβαινόντων εις την γην• κατ' αρχάς ποία είνε η τιμή του σίτου εις την Ελλάδα, εάν ο περυσινός χειμών μας έκαμε πολλάς ζημίας και εάν τα λάχανα έχουν ανάγκην περισσοτέρας βροχής.Έπειτα με ηρώτα εάν ζη κανείς εκ των απογόνων του Φειδίου και διά ποίον λόγον οι Αθηναίοι έπαυσαν να τελούν την εορτήν των Διασίων επί τόσα έτη,αν σκέπτωνται να τελειώσουν το Ολύμπιον {106} και αν συνελήφθησαν οι συλήσαντες τον ναόν της Δωδώνης. Αφού δε του απήντησα εις όλα ταύτα, μου είπε• Δεν μου λες, Μένιππε, και περί εμού τι ιδέαν έχουν οι άνθρωποι;Ποίαν άλλην, δέσποτα, απήντησα, παρά ότι είσαι ο βασιλεύς όλων των θεών και τρέφουν διά σε τον μεγαλείτερον σεβασμόν; Μη αστειεύεσαι, μου είπε,διότι γνωρίζω καλά και χωρίς να μου το πης πόσον αρέσκονται εις τας μεταβολάς. Άλλοτε μ' εθεώρουν και μάντιν και ιατρόν και το παν δι'αυτούς ήμουν εγώ,
ήσαν δε πλήρεις του Διός πάσαι αι οδοί και πάσαι αι αγοραί.
Και τότε η Δωδώνη και η Πίσσα ήσαν λαμπραί και περίφημοι εις όλον τον κόσμον και τόσος ήτον ο καπνός των θυσιών, ώστε ούτε τα μάτια μου ν'ανοίγω δεν με άφηνεν. Αλλ' αφ' ότου ο μεν Απόλλων ίδρυσε το μαντείον του εις τους Δελφούς, εις την Πέργαμον δε το ιατρείον ο Ασκληπιός και το Βενδίδιον έγινεν εις την Θράκην, το Ανουβίδειον εις την Αίγυπτον και το Αρτεμίσιον εις την Έφεσον, όλοι τρέχουν εις αυτά και τελούν πανηγύρεις και θύουν εκατόμβας, εμέ δε ως να παραγήρασα νομίζουν ότι αρκετά με τιμούν αν κάθε πέντε έτη μου προσφέρουν μίαν θυσίαν εις την Ολυμπίαν.Και ούτω οι βωμοί μου κατήντησαν ψυχρότεροι από τους νόμους του Πλάτωνος και τους συλλογισμούς του Χρυσίππου.




 
 

Με αυτάς τας ομιλίας εφθάσαμεν εις το μέρος, όπου έπρεπε να καθήση διά ν' ακούση τας ευχάς των ανθρώπων. Ήσαν δε εκεί θυρίδες κατά σειράν όμοιαι προς τα στόμια των φρεάτων, αι οποίαι είχαν σκεπάσματα, και πλησίον εκάστης ήτο θρόνος χρυσούς. Ο Ζευς εκάθησεν επί της πρώτης και αφαιρέσας το σκέπασμα έδωκεν ακρόασιν εις τας ευχάς των ανθρώπων.Ηύχοντο δε εξ όλων των μερών της γης και εζήτουν πολλά και διάφορα•διότι έσκυψα και εγώ και ήκουα συγχρόνως με τον Δία τας ευχάς, αι οποίαι ήσαν τοιαύται• Ω Ζευ, βοήθησε με να γείνω βασιλεύς. Ώ Ζευ κάμε να φυτρώσουν τα κρεμμύδια και τα σκόρδα μου. Ω θεοί, θέλω ν' αποθάνη ταχέως ο πατέρας μου. Κάποιος έλεγεν• είθε να κληρονομήσω την γυναίκα μου.Αλλος δε ηύχετο να μη αποκαλυφθή η παγίς την οποίαν είχε στήση κατά του αδελφού του• τρίτος εζήτει να κερδίση μίαν δίκην και άλλος ηύχετο να νικήση εις τα Ολύμπια. Εκ των ταξειδευόντων δε ο μεν ηύχετο να πνεύση βορράς, ο δε να πνεύση νότος• ο γεωργός εζήτει βροχήν, ο δε γναφεύς ήλιον. Ο δε Ζευς ακροώμενος και εξετάζων ακριβώς πάσαν ευχήν δεν υπέσχετο τα πάντα,
αλλ' έτερον μεν έδωκε πατήρ, έτερον δε ανένευσε, {107}
τας μεν δικαίας ευχάς έσυρεν άνω του στομίου και τας ετοποθέτει δεξιά του, τας δε παρανόμους απέπεμπεν απράκτους, τας εφύσα προς τα κάτω και ούτε να πλησιάσουν προς τον ουρανόν τας άφηνε. Τον είδα δε και να απορή διά μίαν ευχήν• δύο άνθρωποι εζήτουν τα αντίθετα και υπέσχοντο ίσας θυσίας, ο δε Ζευς ευρέθη εις αμηχανίαν μη γνωρίζων τίνος εκ των δύο να εισακούση• έπαθε κάτι ανάλογον προς τους δισταγμούς των Ακαδημαϊκών και δεν ηδύνατο ν' αποφανθή, αλλά καθώς ο Πύρρων εδίσταζε και εσκέπτετο.
Αφού δε αρκετά εφρόντισε διά τας ευχάς, επήγεν εις τον επόμενον θρόνον και ανοίξας την δευτέραν θυρίδα ήρχισε ν' ακούη τους όρκους και τους ορκιζομένους. Τακτοποιήσας δε και τούτους και κεραυνοβολήσας τον Επικούρειον Ερμόδωρον, μετέβη εις τον επόμενον θρόνον διά να φροντίση περί των μαντείων, των φημών και των οιωνών. Απ' εκεί μετέβη εις την θυρίδα των θυσιών διά της οποίας ο καπνός ανερχόμενος ανέφερεν εις τον Δία το όνομα εκάστου εκ των θυσιαζόντων. Αφήσας έπειτα και τούτους,έδωκε διαταγάς εις τους ανέμους και εις τας ώρας δι' όσα έπρεπε να πράξουν. Σήμερον να βρέξη εις την Σκυθίαν, εις την Λιβύην ν' αστράψη,εις την Ελλάδα να χιονίση, συ δε ο Βορράς να φυσήσης εις την Λυδίαν και συ, Νότε, να ησυχάσης• ο δε Ζέφυρος να ταράξη τον Αδρίαν και έως χίλιοι μέδιμνοι χαλάζης ας σκορπισθούν εις την Καππαδοκίαν. Αφού δε περί όλων σχεδόν εμερίμνησε, μετέβημεν εις την αίθουσαν του συμποσίου, διότι ήτο καιρός του δείπνου. Εκεί ο Ερμής με παρέλαβε και με έβαλε να κατακλιθώ πλησίον εις τον Πάνα, τους Κορύβαντας, τον Άττην και τον Σαβάζιον, τους μετοίκους τούτους και αμφιβόλους θεούς.{108}




 
 

Μας παρείχε δε άρτον η Δήμητρα, οίνον ο Διόνυσος, κρέατα ο Ηρακλής,μύρτα η Αφροδίτη και ο Ποσειδών μαρίδες. Αλλά κρυφίως εδοκίμασα και την αμβροσίαν και το νέκταρ• διότι ο καλός Γανυμήδης εκ φιλανθρωπίας, οσάκις ο Ζευς έστρεφεν αλλού τα βλέμματα του, εγέμιζε και μου έδιδεν ένα ή δύο ποτήρια με νέκταρ. Οι δε θεοί, ως λέγει κάπου ο Όμηρος, ο οποίος βέβαια θα είδε τα εκεί όπως εγώ, «ούτε σίτον έδουσιν, ούτε πίνουσιν αίθοπα οίνον», αλλ' ως τροφήν έχουν την αμβροσίαν και με το νέκταρ ευθυμούν• η τροφή όμως την οποίαν προτιμούν είνε ο καπνός των θυσιών, ο οποίος ανεβαίνει εις τον ουρανόν ομού με την οσμήν των ψηνομένων κρεάτων, και το αίμα των σφαγίων το οποίον οι θυσιάζοντες χύνουν γύρω εις τους βωμούς. Αφού δε το δείπνον ετελείωσεν, ο μεν Απόλλων έπαιξε κιθάραν, ο δε Σειληνός εχόρευσε κόρδακα και αι Μούσαι ηγέρθησαν και μας έψαλαν μέρη εκ της Θεογονίας» του Ησιόδου και την πρώτην ωδήν του Πινδάρου.{109}Αφού δε από όλα εχορτάσαμεν και όλοι ήμεθα αρκετά μεθυσμένοι,ανεπαύθημεν όπως ευρέθη έκαστος,

άλλοι μεν ρα θεοί τε και ανέρες ιπποκορυσταί εύδον παννύχιοι, εμέ δ' ουκ έχε νήδυμος ύπνος, {110}
διότι εσκεπτόμην και πολλά άλλα, αλλά προ πάντων πώς ο Απόλλων τόσον καιρόν δεν έβγαλε γένεια ή πώς νυκτώνει εις τον ουρανόν αφού ο Ήλιος είνε πάντοτε παρών και συντρώγει με τους άλλους θεούς. Έπειτα όμως μ' επήρεν ολίγος ύπνος. Ο δε Ζευς εξύπνησεν από την αυγήν και διέταξε να κληθούν οι θεοί εις συνέλευσιν. Όταν δε συνήλθον όλοι,ήρχισε να λέγη τα εξής• Την αιτίαν διά την οποίαν σας συνεκάλεσα έδωκεν ο ξένος ο οποίος μας ήλθε χθες. Προ πολλού εσκεπτόμην να συζητήσωμεν και να λάβουμεν μίαν απόφασιν διά τους φιλοσόφους, τώρα δε τα παράπονα της Σελήνης με ηνάγκασαν να μη αναβάλλω περισσότερον αυτήν την σύσκεψιν.Υπάρχει είδος τι ανθρώπων το οποίον όχι προ πολλού ενεφανίσθη εις τον κόσμον, ανθρώπων οι οποίοι ρέπουν προς την φιλονεικίαν, είνε κενόδοξοι,οξύθυμοι, λαίμαργοι, μωροί, φαντασμένοι και πλήρεις θράσους και, διά να μεταχειρισθώ την φράσιν του Ομήρου, «Ετώσιον άχθος αρούρης».{111} 





Ούτοι λοιπόν διαιρεθέντες εις συστήματα και επινοήσαντες διαφόρους σκολιάς σκέψεις ωνομάσθησαν οι μεν Στωικοί, οι δε Ακαδημαϊκοί, άλλοι Επικούρειοι, άλλοι Περιπατητικοί και άλλοι με πολύ γελειωδέστερα ονόματα. Έπειτα εστολίσθησαν με το σεπτόν όνομα της αρετής, ύψωσαν τα φρύδια των, αφήκαν γενειάδας μεγάλας και ούτω περιφέρονται κρύπτοντες υπό ψευδή εξωτερικήν αυστηρότητα αισχρότατα ήθη και ομοιάζουν πολύ με τους τραγικούς εκείνους ηθοποιούς, από τους οποίους άμα αφαιρεθή το προσωπείον και η χρυσοκόσμητος στολή, μένουν ανθρωπίσκοι γελοίοι, οι οποίοι υπηρετούν εις το θέατρον με μισθόν επτά δραχμών. Ενώ δε είνε τοιούτοι, περιφρονούν όλους τους ανθρώπους, περί δε των θεών λέγουν αλλόκοτα πράγματα και συναθροίζοντες ευπείστους και ευαπατήτους νέους ομιλούν προς αυτούς κατά κόρον περί της αρετής και τους διδάσκουν να κάμνουν συλλογισμούς σκοτεινούς και γριφώδεις. Όταν όμως μένουν μόνοι των, δεν δύναμαι να σας παραστήσω πόσον τρώγουν, εις ποίας δε ασελγείας παραδίδονται και πώς γλύφουν των οβολών την βρώμαν, και το φοβερώτερον είνε ότι, ενώ μήτε εις την δημοσίαν, μήτε εις την ιδιωτικήν ωφέλειαν συντελούν, αλλά ζουν άχρηστοι και περιττοί, ούτε ποτ' εν πολέμω εναρίθμιοι ούτ' ενί βοιλή, {112} όμως κατακρίνουν τους άλλους και αναμιγνύοντες ύβρεις και λόγους πικρούς, επικρίνουν και υβρίζουν τους πάντας• και εκείνος εξ αυτών θεωρείται πρώτος, ο οποίος έχει την μεγαλειτέραν αναισχυντίαν και το μεγαλείτερον θράσος εις τας βλασφημίας. Αλλ' αν ερωτήση κανείς ένα εξ αυτών, ο οποίος φωνάζει περισσότερον και δεικνύει το περισσότερον θράσος και κατακρίνει τους άλλους, συ δε τι πράττεις και κατά τι, προς θεού,δυνάμεθα να είπωμεν ότι συντελείς εις την κοινήν ωφέλειαν; θ' απαντήση,εάν θέλη να είπη δίκαια και αληθή• να ταξιδεύω ή να γεωργώ, ή να υπηρετώ ως στρατιώτης ή να επαγγέλλωμαι μίαν τέχνην μου φαίνεται περιττόν• το έργον μου είνε να φωνάζω, να είμαι ρυπαρός, να λούωμαι με ψυχρόν νερόν και να περιφέρωμαι ανυπόδητος τον χειμώνα και καθώς ο Μώμος να κατηγορώ όσα οι άλλοι πράττουν• και αν κανείς εκ των πλουσίων κάμνη πολυτελείς προμηθείας διά την τράπεζάν του ή συντηρή εταίραν, το σχολιάζω και αγανακτώ• εάν δε κανείς εκ των φίλων ή των συναδέλφων μου κατάκειται άρρωστος και έχει ανάγκην βοηθείας και θεραπείας το αγνοώ. Τοιαύτα είνε,ω θεοί, αυτά τα θρέμματά μας. Εκείνοι δε εξ αυτών οίτινες ονομάζονται Επικούρειοι είνε οι πλέον αυθάδεις• υβρίζουν ασυστόλως, κατηγορούν δε φοβερά και ημάς τους θεούς, λέγοντες ότι ούτε φροντίζομεν διά τα ανθρώπινα, ούτε παντάπασιν επιτηρούμεν τα συμβαίνοντα εις τον κόσμον•ώστε καιρός να σκεφθήτε σοβαρώς, διότι αν αυτοί κατορθώσουν να πείσουν τους ανθρώπους, έχετε να πεινάσετε πολύ. Διότι ποίος πλέον θα σας προσφέρη θυσίαν, αφού δεν θα ελπίζη τίποτε από σας; Ηκούσατε τι παραπονείται η Σελήνη, όπως διηγήθη χθες αυτός ο ξένος• λοιπόν σκεφθήτε τι πρέπει να γίνη και διά την ωφέλειαν των ανθρώπων και διά την ασφάλειαν ημών των θεών.


   
Οι λόγοι ούτοι του Διός επρόξένησαν ταραχήν και θόρυβον εις την συνέλευσιν και ήρχισαν να φωνάζουν όλοι• Κεραύνωσε, κατάκαυσε, σύντριψε,εις το βάραθρον, εις τον Τάρταρον όπως τους Γίγαντας. Ο Ζευς διέταξε πάλιν να γείνη ησυχία και είπεν• Ας γείνη λοιπόν όπως θέλετε• όλοι οι φιλόσοφοι θα συντριβούν ομού με την διαλεκτικήν των• αλλ' επί του παρόντος δεν επιτρέπεται να τιμωρηθή κανείς• διότι έχομεν, ως γνωρίζετε,ιερομηνίαν του τετραμήνου και ήδη εκήρυξα διακοπήν πάσης εχθροπραξίας.Κατά το νέον έτος λοιπόν και κατά την αρχήν της ανοίξεως θα λάβουν τα επίχειρα της κακίας των διά του φοβερού μου κεραυνού. Η και κυανέησιν επ' οφρύσι νεύσε Κρονίων. {113} Διά δε τον Μένιππον, είπεν έπειτα, αποφασίζω τα εξής• να του αφαιρεθούν τα πτερά, διά να μη μας έλθη και πάλιν εδώ, {114} να τον παραλάβη δε ο Ερμής και να τον κατεβάση εις την γην σήμερον. Και ο μεν Ζευς αφού είπεν αυτά διέλυσε την συνέλευσιν, εμέ δε έλαβεν ο Κυλλήνιος {115} από το δεξιόν αυτί και περί την εσπέραν μ' έφερε και με απέθηκεν εις τον Κεραμεικόν. Αυτή, φίλε μου, είνε όλη η ιστορία του ταξειδίου μου εις τον ουρανόν•και τώρα πηγαίνω να δώσω εις τους φιλοσόφους τους περιπατούντας εις την Ποικίλην αυτάς τας καλάς ειδήσεις.


 **************************************
 {84} Ούτε αρχήν είχε, ούτε τέλος θα έχη.
{85} Εννοεί τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη.
{86} Ο Δημόκριτος.
{87} Σκώπτει τον Εμπεδοκλή διά την περί του νείκους θεωρίαν.
{88} Κατά τον Πυθαγόραν.
{89} Εννοεί τον Σωκράτην.
{90} Τους Σωκρατικούς υπαινίσσεται.
{91} Εμπαίζει τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα.
{92} Γνώμη του Διαγόρα του επικληθέντος αθέου.
{93} Άλλη δε επιθυμία επεκράτει εις την ψυχήν μου.
{94} Εις ένα μύθον ενάγεται κάμηλος συνδιαλεγομένη με τον Δία.
{95} Δεν είμαι Θεός• διατί μ' εκλαμβάνεις ως ένα εκ των αθανάτων;
{96} Ο Πτολεμαίος ο ξάδελφος είχε σύζυγον την αδελφήν του Στρατονίκην.
{97} Ο Λυσίμαχος, είς των διαδόχων του Αλεξάνδρου, εφόνευσε τον υιόν του συνεπεία διαβολής.
{98} Τινές διορθώνουν «απατώντες» ή «επαιτούντες».
{99} Πεδιάς μεταξύ των κτήσεων των Αργείων και των Λακεδαιμονίων, διά την κυριότητα της οποίας εμάχοντο οι δύο ούτοι λαοί.
{100} Όρος της Μακεδονίας, πλησίον των Φιλίππων, το οποίον είχε μεταλλεία χρυσού.
{101} Ιλιάδος Α'. Προς τ' ανάκτορα όπου κατοικεί ο Ζευς μετά των άλλων θεών.
{102} Ο Αναξιμένης μαθητής του Αναξιμάνδρου ανεκάλυψε πρώτος ότι το φως της σελήνης είναι δάνειον και εξήγησε τας εκλείψεις.
{103} Ομήρου Οδυσ. Όπου ούτε βοών ούτε ανθρώπων εφαίνοντο ίχνη.
{104} Ποίος και πόθεν είσαι, άνθρωπε, ποία η πατρίς σου και τίνες οι γονείς σου; (στίχος ομηρικός εκ της Οδυσσείας).
{105} Ο Ώτος και ο Εφιάλτης επεχείρησαν ν' ανέλθουν εις τον ουρανόν επιθέτοντες όρη επί ορέων, έως ου ο Απόλλων τους ετόξευσε.
{106} Ο ναός του Ολυμπίου Διός, του οποίου το σχέδιον ήτο τόσον μέγα,ώστε οι Αθηναίοι δι' έλλειψιν χρημάτων δεν ηδύναντο να τον αποπερατώσουν, έως ου ο Αυτοκράτωρ Αδριανός τον συνεπλήρωσε.
{107} Άλλα μεν έδιδεν, αλλά δε ηρνείτο ο πατήρ των θεών.
{108} Οίτινες εξ ανθρώπων έγιναν θεοί.
{109} Άριστον μεν ύδωρ.
{110} Και οι μεν άλλοι Θεοί και άνθρωποι εκοιμώντο καθ' όλην την νύκτα αλλ' εγώ δεν ηδυνάμην να κλείσω μάτι.
{111} Περιττόν βάρος της γης.
{112} Ούτε εις τον πόλεμον χρησιμεύουν ούτε εις τα συμβούλια. Εκ της Ιλιάδος.
{113} Είπε και ένευσε με τας μαύρας του οφρύς ο υιός του Κρόνου. Ιλιάς.
{114} Ο σχολιαστής παρατηρεί πολύ λογικώς• και τι θα τον ημπόδιζε να προσαρμόση πάλιν πτέρυγας αετού και γυπός και εκ νέου να πετάξη προς τον ουρανόν;
{115} Επίθετον του Ερμού ως τιμωμένου εις Κυλλήνην.



ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ 
ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ ΑΠΑΝΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΙΩ. ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ
ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου