Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Τ΄αηδόνι της Εφταλούς


Ο Γιώργος Τσαλίκης γεννήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 1924 στη Μήθυμνα (Μόλυβο) της Λέσβου από γονείς Μικρασιάτες. Μέχρι το 1969 ζούσε στη γενέτειρά του, στην οποία διατέλεσε επί σειρά ετών αναπληρωτής δήμαρχος. Από το 1970 διαμένει στην Αθήνα. Στα Γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1970 δημοσιεύοντας αφηγήματα, χρονογραφήματα, ποίηση και άρθρα σε εφημερίδες και στο φιλολογικό περιοδικό «Αιολικά Γράμματα». Διατέλεσε επίσης συντάκτης στης εφημερίδες «Δημοτικά Νέα Ζωγράφου» και «Βήμα Ζωγράφου». Εχουν εκδοθεί τα παρακάτω έργα του:
«Ανατολή», διηγήματα, 1975, «Μήθυμνα», ποιητική συλλογή, 1976, «Κατοχή», ιστορικά αφηγήματα της γερμανικής Κατοχής, 1977, «Χαραυγή», διηγήματα, 1979, «Ταξίδι στο χρόνο», διηγήματα 1991, «Μορφές και θύμησες», διηγήματα, 1996, Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα πολωνικά και στα ουγγρικά. Επίσης, διηγήματά του περιλαμβάνονται σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες. Εχει τιμηθεί με Α' έπαινο σε λογοτεχνικό διαγωνισμό. Είναι γενικός γραμματέας της Φιλολογικής Στέγης «Εφταλιώτης». Και είναι τακτικό μέλος της ΕΕΛ (Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών).




Η Εφταλού είναι μια εξοχή στα βορινά του Μολύβου, μια πεντακάθαρη ακρογιαλιά με βράχια και ξέρες απ' τη μια μεριά κι ένα μικρό κάβο από την άλλη. Ανάμεσά τους μια όμορφη θάλασσα με χρωματιστά χαλίκια και μια στενή αμμουδιά, γιομάτη μυρωδιές φυκιάδας, αλμυρίκια και σπασμένα θαλασσινά όστρακα. Ενας μικρός παραδεισένιος κάμπος με καταπράσινα δέντρα, φυτεμένος με ζαρζαβατικά μέσα στ' αυλάκια, σειρές βασιλικά, λεβάντες και κατιφέδες, που μοσχομυρίζουν καθώς τ' ακουμπάς περνώντας ανάμεσά τους.
Λεύκες, που ξεχωρίζουν, τ' αψήλου, από τα άλλα δέντρα και τ' ασημένια φύλλα τους σιγοτραγουδούν με το μελτέμι, τον μπάτη και στην κάθε ανασαιμιά του βουνού και της θάλασσας. Ελιές, συκιές, καρυδιές, αμυγδαλιές, πεύκα, πλατάνια και κυπαρίσσια. Χιλιάδες φτεροπούλια, κάνουν στα κλαδιά τους τις φωλιές και πριν χαράξει ακόμα η μέρα χαρούμενες συναυλίες γιομίζουν τον αγέρα. Ψηλότερα προς το βουνό, σκόρπιες βελανιδιές και γύρω - γύρω οι εφτά λόφοι, σκεπασμένοι αστιβιές, θυμάρι και ρίγανη. Κοπάδια πρόβατα βόσκοντας στις πλαγιές, στολισμένα με γλυκόλαλα κουδούνια σκορπάν μια χαμηλή μουσική, που σε συνεπαίρνει και σε ξεκουράζει αφάνταστα.
Από τη μεριά του μαΐστρου ανοιχτό πέλαγος. Κατ' αντίκρυ η Μικρά Ασία με το περήφανο βουνό της το Καζ - Νταγ (αρχαία Ιδη) και τον κάβο Μπαμπά. Ο ουρανός, γλυκά, πρόσχαρα, προστατευτικά σ' αγκαλιάζει ολούθε.
Η πιο όμορφη ώρα της Εφταλούς είναι τ' απόβραδο. Οπου και να βρίσκεσαι, η ματιά σου ξανοίγεται στο πέλαγος. Ο ήλιος γέρνει στον ορίζοντα και βλέπεις να ξεπροβάλλει περήφανο κι επιβλητικό το Αγιον Ορος, μοναδικός άρχοντας, που διαφεντεύει ολόκληρο το βόρειο Αιγαίο. Η δύση χρυσοκίτρινη προς το πορτοκαλί αλλάζει σιγά - σιγά χρωματισμό, σε βαθύτερη απόχρωση. Από τον κάβο Μπαμπά και την Τρωάδα, ξεκινούν θαλασσινές λουρίδες, βαθιά μπλε κι ασημί χρώμα, που σκουραίνουν κι αυτές, κοντά στις καταπράσινες ακρογιαλιές του νησιού μας. Ρέματα κατεβαίνουν αδιάκοπα από τον Ελλήσποντο, σχηματίζοντας πλατιούς ποταμούς, αυλακώνοντας άτσαλα τη θάλασσα, αλλάζουν κι αυτοί γρήγορα χρώμα και να χάνονται στα βαθιά νερά, για να σου θυμίσουν πως πέρασε πάλι μια καλοκαιριάτικη μέρα.
Το σούρουπο αγκαλιάζει σιγά - σιγά τους μπαξέδες και τα γύρω βουνά, κι η νύχτα της Εφταλούς τα μαγεύει όλα στην αγκαλιά της, τα κάνει όνειρο και φαντασία. Αστέρια πέφτουν στη θάλασσα και οι άνθρωποι κάνουν μια ευχή.
-------------------------------------
Στην Εφταλού τρεις τρανές οικογένειες είχαν μεγάλες ιδιοκτησίες, με τους πύργους τους και τα χωράφια τους: του Εφταλιώτη, των Κεπετζήδων και του Σέρεσλη. Πολλές οικογένειες με μικρά χωράφια και πεντακάθαρες κούλες, ζούσαν και εργάζονταν στην Εφταλού. Οι Αγγελήδες, οι Χαδούλες, οι Καράδες, οι Συρλάγγενες κι άλλοι ξωμάχοι και τσομπαναραίοι. Ο μπάρμπα Αντώνης ο Αγγελής είχε εφτά παιδιά. Δούλευε στα κτήματα, δικά του και ξένα, και το καλοκαίρι με τα σφουγγαράδικα. Αυτός ο γελαστός άνθρωπος είχε βαρύ πόνο. Από τότε που σκοτώθηκε ο αδελφός του, ο Αλέκος, προσπαθώντας οι δυο τους να κόψουν μια λεύκα για ξυλεία. Αφησε χήρα τη γυναίκα του τη Σεβαστή, μ' ένα μωρό δύο χρονών, τον Αγγελο. Η Σεβαστή δε θέλησε να ξαναπαντρευτεί. Γι' αυτήν ο κόσμος όλος γυρόφερνε, κοντά στο μοναχογιό της τον Αγγελο.
Τον αγαπούσε αφάνταστα, τον κανάκευε, τον περιποιόταν και χαιρόταν που μεγάλωνε και πρόκοβε μέρα με τη μέρα. Τελείωσε το δημοτικό και το Ελληνικό του Μολύβου με άριστα. Μιλούσε τόσο γλυκά, που χαιρόσουν να τον ακούς και από την πρώτη στιγμή σ' έκανε φίλο. Ο παπά Γιώργης, ο γείτονας τους, είχε κι αυτός ένα κτηματάκι στην Εφταλού. Επαιρνε τον Αγγελο, τον έντυνε παπαδοπαίδι στις λειτουργίες και τον μάθαινε να ψέλνει σωστά, μελιστάλαχτα, μ' εκείνη τη θεσπέσια φωνή του.
Δεκαοχτάχρονο πια παλικάρι γεροδεμένο, ψηλό, ξανθό σαν απριλιάτικος ήλιος με χρυσαφένια σγουρά μαλλιά και γαλάζια φωτεινά μάτια, που σ' έβλεπαν κι έλεγες πως αντίκριζες αρχαίο ελληνικό άγαλμα, τον Απόλλωνα. Είχε φίλους όλα τα παιδιά του Μολύβου, μα ξέχωρα αγαπούσε τον ξάδελφό του τον Γαβριήλ. Ηταν τρία χρόνια μεγαλύτερος του, μαυρόπλουμος ευκίνητος, θαρρείς πως πετούσε σαν βάδιζε. Αγαπούσε ο Γαβριήλ τη ζωή και τη ζούσε δυνατά. Εκαναν παρέα και δούλευαν μαζί στα κτήματα, και το απόγευμα κατέβαιναν στην ακρογιαλιά, να καμαρώνουν το ηλιοβασίλεμα που ζύγωνε. Δούλευε και η θεία Σεβαστή, μάζευε ελιές στα κτήματα των αρχοντάδων, για να έχει ο Αγγελος ό,τι τραβούσε η ψυχή του.
Εφτιαξαν την κούλα τους κι έμειναν πια ολοχρονίς στην Εφταλού. Δουλεύοντας ο Αγγελος τραγουδούσε τόσο γλυκά, που χαιρόσουν να τον ακούς.
Ο λογοτέχνης Χρύσανθος Μολίνος, γράφει στην εφημερίδα «Δημοκράτης» της Μυτιλήνης στις 08/05/1932 για μια εκδρομή που είχε κάνει το καλοκαίρι του 1907 στην Εφταλού. Εκείνο το καλοκαίρι ήταν και ο Εφταλιώτης με τον Πάλλη στην Εφταλού. Ακούγοντας ο Πάλλης να τραγουδά αυτός ο καλόφωνος νέος, λέγει στον Εφταλιώτη; Αργύρη είχες δίκιο όταν έλεγες, πως τ' αηδόνια της Εφταλούς κελαηδούν, πιο γλυκά απ' όλα του κόσμου τ' αηδόνια.
Γράφει λοιπόν ο Χρύσανθος Μολίνος για τον Αγγελο:
«Κατά ευχάριστη σύμπτωση, ζούσε τότε στην Εφταλού, αποτραβηγμένος στα κτήματά του, ένας γλυκόφωνος νέος, - πέθανε ο καημένος πριν την ώρα του - με απλή καρδιά και θρησκευτικό αίσθημα, ζωηρό και πηγαίο. Τραγουδούσε γλυκά, απέριττα, νοσταλγικά. Εψελνε σιγανά, ήμερα, απαλά. Πρόφερε καθαρά το λόγια του και συνέπαιρνε όλους μας με κατανυκτική διάθεση, χωρίς μυστικισμό, αλλά γεμάτη ποίηση, που την αναπολώ και σήμερα νοσταλγικά».
Ηρθε Οκτώβριος, τα πρωτοβρόχια έφτασαν και το βράδυ έκανε ψύχρα. Ο Αγγελος άρχισε να ξεροβήχει και να αισθάνεται κούραση σε κάθε προσπάθειά του.
Εμενε ώρες πολλές στο κρεβάτι, σηκωνόταν αργά κι ένας κρύος ιδρώτας σ' όλο το σώμα, του έκοβε κάθε διάθεση. Η μάνα του ανησύχησε, φώναξε τον γιατρό, τον εξέτασε, κι η όψη του γιατρού έγινε σοβαρή. Πρόωρη ανάπτυξη είπε. Διέταξε δυνατή τροφή, έγραψε δυναμωτικά φάρμακα και του απαγόρεψε κάθε κούραση.
Μέσα στο Νοέμβρη η υγεία του Αγγελου χειροτέρευε. Ξημέρωνε του Αη Αντρέα, πέρασε ο παπά Γιώργης να πάρει τον Αγγελο να λειτουργήσουν. Ο Αγγελος όμως δεν είχε κουράγιο. Τα μεγάλα μάτια του θολά και δακρυσμένα, έβλεπαν τον παπα Γιώργη απόκοσμα. Ενας βήχας βάραινε το στήθος του και ξαφνικά, ένα κόκκινο υγρό, γιόμισε το μαξιλάρι του. Ηταν η πρώτη του αιμόπτυση. Σαν αστραπή διαδόθηκε το άσχημο νέο. Ο Αγγελος χτυπήθηκε από τη φοβερή αρρώστια της εποχής, το χτικιό.
Ετρεξε ο Γαβριήλ με τη φοράδα κι έφερε το γιατρό, Σωκράτη Φωτιάδη. Επεσε στα πόδια του η θεία Σεβαστή και τον θερμοπαρακαλούσε να σώσει το παιδί της. Εχει ο θεός κυρά Σεβαστή, εγώ θα κάνω ό,τι μπορώ, θα βοηθήσετε κι εσείς, νέος είναι θα το ξεπεράσει.
Αρχισαν τα καινούρια φάρμακα, ο θείος του ο Αντώνης του κουβαλούσε τα πιο φρέσκα ψάρια που έπιανε ο ίδιος με τον πεζόβολο. Ο θείος του ο Περικλής, ο άντρας της Ασπασίας άσπρες μελόπιτες, μόλις τις έβγαζε από τις κυβέλες. Αρνάκια, κοτόπουλα, αυγά μόλις τα γεννούσαν οι κότες, γάλα, γιαούρτια κάθε μέρα κι ο Γαβριήλ να μην ξεκολλά από κοντά του.
Η κυρά Σεβαστή τσακιζόταν να τον περιποιείται. Εμειναν όλο το χειμώνα στην Εφταλού. Ετσι το θέλησε ο Αγγελος. Πέρασε το φθινόπωρο με τις ατέλειωτες βροχές και τους νοτιάδες, έγερναν οι λεύκες και φυλλομαδούσαν και η Εφταλού φάνταζε σα ξεμαλλιασμένη γριά. Ηρθε κι ο βαρύς χειμώνας με τους σκληρούς βοριάδες του Καζ - Νταγ κι ο Αγγελος πάλευε με τη χλωμή αρρώστια και δεν ήθελε να πεθάνει, γιατί τότε μόλις πάτησε στα είκοσι χρόνια. Μια μέρα ο Γαβριήλ του έφερε δύο πέρδικες να τις κάνει σούπα. Οχι ξάδελφε, δε θέλω να σκοτώνετε τις πέρδικες. Είναι τόσο όμορφες και θέλω, να χαίρουμε τα κακαρίσματά τους και την ομορφιά τους.
Ηρθε επιτέλους ο Μάρτης. Ανθισαν οι μυγδαλιές, οι ανεμώνες ξεπρόβαλαν στις πλαγιές, μπουμπούκιασαν οι γλάστρες στην αυλή τους κι ο χρυσός ήλιος, μπήκε από τα παράθυρα και χάιδεψε το πρόσωπό του, το αποκαμωμένο.
Η ζωή είναι όμορφη σκέφτηκε τότες ο Αγγελος, είναι κρίμα να πεθάνω. Οχι δεν πρέπει. Μέρα με τη μέρα, άρχισε να παίρνει το καλύτερο με καταπληκτική γρηγοράδα. Βιαζόταν να σηκωθεί μην πάει χαμένο το καλοκαίρι που ερχόταν. Ηρθε ο Απρίλης, η θαλπωρή της Ανοιξης φούσκωσε τα σαλκίμια και τις πασχαλιές, γιόμισε ο τόπος μοσκοβολιά κι ο γιατρός έδωσε στον Αγγελο την άδεια να βγαίνει καμιά βόλτα. Κατέβαινε με το Γαβριήλ στ' ακρόγιαλο, το βάδισμά του άρχισε να γίνεται στέρεο. Αν δεν ήξερε κανένας τι πέρασε κείνον το χειμώνα ο Αγγελος, τίποτα δε μαρτυρούσε πως αυτό το παλικάρι ήταν φυματικό. Μόνο στα μάγουλά του τα ροδάνθια ήταν ακόμα σβησμένα. Θέρισαν οι ζευγάδες τα σπαρτά τους και γιόμισαν θημωνιές τ' αλώνια. Τα παιδιά καβάλα στις αρκάνες με κοφτερές τσακμακόπετρες και τα βόδια τις γύριζαν ακούραστα μέσα στ' αλώνι, τρίβοντας τις θημωνιές και τις κάναν άχυρο και χρυσοκίτρινο - μαλαματένιο σιτάρι. Ηρθαν και οι παραθεριστές, άνοιξαν οι κούλες, οι πύργοι, γιόμισε η Εφταλού φωνές και τραγούδια.
Στου Σέρεσλη τον πύργο ήρθε μια γνωστή τους κοπελίτσα δεκαεννιά χρονών από την Κωνσταντινούπολη, για να περάσει δύο μήνες κοντά τους. Πανέμορφη με δύο τριανταφυλλένια μάγουλα γιομάτη ζωή, καλοσύνη κι ελπίδα. Ακουσε τη νύχτα να τραγουδά ο Αγγελος, μαγεύτηκε από τη φωνή του. Κι έμεινε ξάγρυπνη όλη τη νύχτα. Πρωί - πρωί φρόντισε να δει έστω κι από μακριά τον άξιο τραγουδιστή. Δεν ήταν δύσκολο, ένας χαμηλός μαντρότοιχος χώριζε το κτήμα του Αγγελου. Οταν αντίκρισε αυτόν τον όμορφο νέο, με το πηγαίο χαμόγελο, είδε ξαφνικά τη ζωή, ολοκαίνουρια, αληθινή, όπως την πρωτόπλασε ο Θεός. Ηρθε κοντά στον τοίχο η Αλίκη, έπιασαν κουβέντα, γνωρίστηκαν, μίλησαν οι καρδιές τους. Τ' απόβραδο έκαναν βόλτες στην ακρογιαλιά, ο Γαβριήλ, ο Αγγελος, η Αλίκη και η Ελένη Σέρεσλη, μοναχοκόρη μέσα σε πέντε αδέλφια. (Ατυχη κι αυτή, ύστερα από τέσσερα χρόνια, την προπαραμονή του γάμου της, στην πρόβα του νυφικού της, της φόρεσαν κορσέ πολύ σφιχτό, έπαθε οξύ ειλεό, δε βάσταξε, πέθανε).
Η Αλίκη ξετρελαμένη με τον Αγγελο, ξεμοναχιαζόταν οι δυο τους, βοηθούμενοι από τον Γαβριήλ και την Ελένη. Μα για τον Αγγελο η Αλίκη, ήταν τ' αγέρι του βουνού, το μυρωμένο, ήταν αχτίδα φωτεινή μες στη νυχτιά, ήταν ολάκερος ο ήλιος που φωτούσε την πονεμένη, κουρασμένη του καρδιά. Κι ήταν μερόνυχτα μετά παραμυθένια κι έζησαν οι δυο τους όμορφες στιγμές, περπάτησαν σε κήπους ανθισμένους, στ' απείρου βρέθηκαν τις μάγιες αγκαλιές.
Ζούσε πια ξένοιαστα σε πέλαγα ευτυχίας ο Αγγελος. Ηρεμη αισιοδοξία πλανιόταν στα μάτια του και τα κατάξανθα μαλλιά του ανέμιζαν στο μοσχομυρισμένο αγέρα της θάλασσας. Η ζωή του ήταν πάλι όμορφη. Η αγάπη έλεγε, είναι η δύναμη που συγκρατεί τον κόσμο. Κι ο ήλιος ήταν τόσο χρυσός καθώς μεσουράνιζε και οι σκιές μίκραιναν - μίκραιναν και σχεδόν εξαφανίστηκαν απ' τη ζωή του κι η καρδιά του γιόμισε ζεστό φως, χρυσαφί.
Η Αλίκη ετοιμαζόταν να γυρίσει στην Πόλη. Πώς πέρασαν τόσο γρήγορα οι όμορφες μέρες! Ο Αγγελος της χάρισε μια μισοκαμένη εικόνα της Παναγίας του δεκάτου έκτου αιώνα. Την είχε φέρει ο μπάρμπας του ο Αντώνης που δούλευε βουτηχτής με τα σφουγγαράδικα. Σαν έκαψαν οι Τούρκοι τα Ψαρά και τις εκκλησιές τους, όσα δεν κάηκαν ολότελα τα πέταξαν στη θάλασσα. Εκεί τη βρήκε και του την έφερε να τον φυλάγει η Χάρη της. Από την πόλη η Αλίκη του έγραφε ταχτικά κι εκείνος της απαντούσε σε μια διεύθυνση φίλης της. Η ζωής είχε πάρει το σωστό της νόημα. Η φωτιά του έρωτα είχε ανάψει ξανά τα τριαντάφυλλα στα μάγουλά του. Χαρούμενος αγκάλιαζε με τη ματιά του το πέλαγος. Εβλεπε τα βαπόρια που κατέβαιναν από τη μεγάλη πολιτεία, πιστεύοντας πως θα φέρουν κοντά του την Αλίκη. Ετσι πέρασε ένας χρόνος κι ο Αγγελος είχε γίνει άλλος άνθρωπος μ' αυτή την απαντοχή.
Η Αλίκη όμως δεν ξανάρθε. Οι δικοί της έμαθαν τον έρωτά τους και την εμπόδισαν. Το κακό μαντάτο ήρθε αναπάντεχα με γράμμα από τη φίλη της. Ενα γκριζόμαυρο χάος τον τύλιξε ολούθε. Ενα πούσι γιομάτο παράξενους αχούς φωνές λυπητερές, απόκοσμες, περνούσαν από το μυαλό του και βούλιαξε πια σε απύθμενα βάθη απελπισίας.
Το καλοκαίρι τελείωνε, άρχισαν τα πρωτοβρόχια. Μυρωδιά νοτισμένης γης, κύματα που χτυπούσαν τ' ακρόγιαλο, σύννεφα που άλλαζαν κάθε τόσο χρώματα, κάτι απροσδιόριστο πικραμένο στυφό, γέμιζε την καρδιά του. Ψηλός πυρετός τον βασάνιζε και ξαφνικά κείνος ο ξερόβηχας με συνεχείς αιμοπτύσεις τον ταλαιπωρούσαν αφάνταστα.
Είχε μπει πια ο Δεκέμβρης, οι ταϊφάδες με τους κεχαγιάδες μάζευαν ελιές. Κείνη τη μέρα φυσούσε δυνατός βοριάς. Κοντά στο μεσημέρι τον γύρισε στον γραιγολεβάντε με ψιλόχιονο. Το αηδόνι της Εφταλούς, ο Αγγελος, ζούσε τις τελευταίες ώρες της ζωής του. Δίπλα του ο γιατρός Φωτιάδης, η θεία Σεβαστή, ο Γαβριήλ, φίλοι του και συγγενείς. Τα σύννεφα ακούμπησαν στις κορφές του βουνού, ο αγέρας σταμάτησε, τα πουλιά δεν κελαηδούσαν, μακριά αλυχτούσε λυπητερά ένα σκυλί, μια φλογέρα από τη στάνη του γερο-Δυσσέα σκορπούσε ένα πένθιμο σκοπό κι έκανε τη φύση πνιγερή, φορτωμένη μελαγχολία κι απογοήτευση. Η κρυάδα του θανατικού αγκάλιασε την ορφανεμένη πια Εφταλού. Ο πλάτανος του Σέρεσλη βουβός, παραστεκόταν στην άγρια ώρα. Οι λεύκες έτρεμαν κι όλα τα δέντρα θαρρούσες πως έκλαιγαν σιωπηλά για το χαμό του παλικαριού
* *
Πέρασε από τότες κοντά ένας αιώνας και σ' ένα προσφυγικό σπίτι στην Καισαριανή, μια οικογένεια από την Κωνσταντινούπολη έχει μια μισοκαμένη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Η γυναίκα που την έχει, λέει με καμάρι, πως στη γιαγιά της, την είχε χαρίσει στη Λέσβο ένα αηδόνι.

Από το βιβλίο του «Μορφές και θύμησες». Εκδοση 1996

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου