Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2015

ΤΑ ΚΑΡΚΑΝΤΖΕΛΙΑ



Τα Καρκαντζέλια είναι οξαποδώ, που θέλουνε να χαλάσουνε τον Κόσμο. Μα δεν έχουνε το ελέφτερο να γυρίζουνε άλλον καιρόν εξόν από τα Δωδεκαήμερα. Για κείνο, ούλον τον άλλο χρόνο δίνουν και παίρνουνε για να κόψουνε την  πλατανήσια στήλα που στηρίζει τον κόσμο και τον βαστάει στον αέρα. Θέλουνε ναν τον γκρεμίσουνε, να μη μείνει ούτε σημάδι, για να κερδίσουνε τον πόντο τους οι αναθεμάτοι!
Πομ πημ, πομ πημ, πομ πημ! Βαρούνε με τα τσεκούρια τους, κι άμα κοντοζυγώνουνε να κόψουνε πέρα πέρα την κολώνα, έρχουνται τα Χριστούγεννα , που είναι η διορία τους να βγαίνουνε στον απάνου κόσμο.
Ετότε παρατάνε τα τσεκούρια κ΄έρχουνται δω για να κάμουνε στους ανθρώπους ό,τι κακό περνάει από το χέρι τους. Μαγαρίζουνε μέσα στα ξεκούπωτα αγγειά , στους ξεπούμωτους φούρνους, στα ξεβούλωτα βαρέλια και στο κανάτι με το νερό, κι όπου αλλού  βρούνε για να χτελέσουνε το σκοπό τους, πα να ειπεί για να κάμουνε τους ανθρώπους να φάνε και να πιούνε από τις μαγαρωσιές τους.
Γιαφτό οι νοικοκυράδες φροντίζουνε κι απιστωμάνε ούλα τα αγγειά, ή τα κουπώνουνε καλά. Μα για να μη ζυγώνουν ολότελα στα σπίτια του κόσμου οι οξαποδώ, καίνε νιτσιές , χαμολιό ή παλιοτσάρουχα. ΄Οπου τους μυρίσουνε απ΄αφτά, δεν πάνε ούτε στο σπίτι, ούτε και στο χωριό , μα φέγουνε και το καταριόνται

« Χαμολιό μυρίζει εδώ;
Να χαθεί τέτοιο χωριό!»

΄Ετσι γλυτώνει ο κόσμος με τη μυρουδιά  τουτουνώνε. Αν γελαστεί όμως κανείς και βάλει στη φωτιά συκόξυλο, μαζώνονται ένα σούκουλο από δάφτα, τα τραβάει η μουρουδιά της συκιάς, και ρίνουνε ποντίκια σε κείνο το σπίτι.
Για να μη μπαίνουνε μέσα και κάνουνε ζημιές, φράζουνε τις φανέστρες του σπιτιώνε με σφερδούκλια. Τα σφερδούκλια τα βάνουνε για να μη μπαίνουνε τα διαβόλια και μαγαρίζουνε τις βροχαλιές τα νέματα και κόβονται.
Αν καταφέρει κανείς και πιάσει ένα καρκαντζέλι και το μυρώσει, μένει με δάφτονε και κάνει ό,τι θέλημα διαταχτεί = είναι καλοποταζάμενος υπηρέτης. Κι αν το βάλουνε να φυλάει πράματα, πάνε βρύση…Για να φύγει και να ξαναπάει με τα καρκαντζέλια δε μπορεί, ά δεν ξαναμυρωθεί στον ίδιο τόπο που το πρωτομυρώσανε.
Να και μια σκετική παράδοση, από το πλήθος που υπάρχουνε:

“Μια βολά, μια γριά ήθελε να πάει στο μύλο, και να βρεί αδειά ν΄αλέσει και να ξαναγυρίσει, σηκώθηκε μπονωρούλια, φόρτωσε και ξεκίνησε. Ο γέρος της της έλεγε να κάτσει να πάρει η μέρα, μα εκείνη δεν τον άκουσε.
-΄Οποιος προγέβεται στο σπίτι, δειπνάει στο μύλο! του κάνει και ξεκίνησε με το γαϊδαράκο της.
Μα καθώς εσκαπέτησε από το χωριό, τηράει , τι να ιδεί! ΄Ένα ψίκι καρκαντζέλια ολόγδυτα εχορέβανε σ ΄ένα σιωματάκι...
Πλιά τι τη θες τη μάβρη γριά! Την εζώσανε τα φίδια…Κάνει γα γυρίσει πίσω τηράει άλλα διαόλια, ο τόπος γιομάτος. Τι να κάμει η κακομοίρα, πούθε να κάμει, για να  γλυτώσει;Οπούθε να στρίψει, το ίδιο είναι , μπροστά βαθί και πίσω ρέμα, που λέει ο λόγος. Η καρδιά της εβάργε σαν κόπανος και τσιοκαλάγανε τα δόντια της από την τρεμούλα…Καλά που δεν τα κακάρωσε, καθώς ερχόσαντε τα΄απόφωνα σαν από χίλιες ζυγές ταβούλια…

Εδεκεί της ήρθε φώτιση να βγάλει τα σκουτιά της. Ο πινιμένος από τα μαλλιά του πιάνεται, που λέει ο λόγος.
- Μπορεί να ξεγελαστούνε, είπε με το νού της η γριά, και να μην καταλάβουνε πως είμαι άνθρωπος, άμα με ιδούνε τσίτσιδο σαν εδάφτα!
Και τόντις η γριά εγδύθηκε, έμεινε όπως την έκαμε η μάννα της , έβαλε τα σκουτιά της απανωγόμι στο βασταγούρι, το κέντησε με το ραβδί της για να προχωρέσει κι ακολούθησε κι αφτή  απόκοντα σκυφτά- σκυφτά και προφυλαχτά. Μα δεν εγλύτωσε η καψερή. Κάποιο αναθεματισμένο την είδε, ξαπολύθηκε από το χορό, έτρεξε πίτι-πίτι, την άρπαξε από το χέρι και την ετράβηξε στο χορό. ΄Όπως ήτανε ζαρωμένη και μαβρομπαριασμένη η γριά, την επέρασε για καρκαντζέλι και την έβαλε να χορέψει.
Η γριά τι να κάμει; Χόρεβε, ήθελε δεν ήθελε. Τι έχεις γέρο, που χορέβεις! Που λέει ο λόγος. Κι όσο πήγαινε και κάρδιεβε κιόλας, γιατί εμ δεν την εγνωρίσανε τα ξωτικά, έμ εζεστάθηκε με το χορό. Αφήνω που κόντεβε να φωτήσει, να μου πάνε κατά καπινού τ΄αναθεματισμένα.
΄Αμα ήρθε η αράδα της γριάς να χορέψει μπροστά, τους εφάνηκε παράξενο που δεν ήτανε όμοια με δάφτα. Μα δεν το πολιαστήκανε πως είναι άνθρωπος και για να χασμουδέψουνε της εσυνταριάξανε μια σάτερα, αντίς μου για τραγούδι του χορού κι ούλο της το λέγανε:’

« Πάνου μαλλάκια,
Κάτου μαλλάκια,
Και στη μέση καρδαμούλες!»

Κι΄όσο χασκαρίζανε κείνα, χοροπήδαγε η γριά και χορομπουλάγανε κ΄οι καρδαμούλες της ( έτσι παραμοιάζανε τα στήθια της γριάς).
΄Έναν καιρό , λαλήσανε τα κοκόρια. Καθώς τ΄ακούσανε τα παγανά, βάλανε τη φωνή:

-Aσπρος κόκορης λαλεί:
-Φέγατε να φύγουμε!
Φέγατε να φύγουμε
Τι έφτας΄ο τουρλόπαπας
Με την αγιαστήρα του
Και με την πλαστήρα του
Να μας αγιάσει τον κ….»

Και μπράσι! Εκάμανε και γινήκανε άρατα και πείρατα ούλα, εξόν από κείνο που χόρεβε κοντά στη γριά, που το κράτησε σφιχτά και δεν τάφηκε να φύγει.
Εκείνο πολέμαγε ναν τη γελάσει τη γριά, πότε καμωνότανε πως εξεράθη κι άξαφνα πεταγότανε να φύγει, πότε την περκάληγε ναν τ’ απολύκει. Μα πού να παμπωθεί η γριά που είχε τα μάτια της τέσερα και δεν τόντωνε τρίχα!
Τ΄αναθεμάτο , σαν είδε κι απόειδε από τη γριά, έβαλε τις φωνές να ρθούνε τα συντρόφια του ναν το γλυτρώσουν από την «παλιόγρια που το τσάκωσε», μα δεν εκότησε να ζυγώσει κανένα κατά κείθε. Μόνο φωνάζανε της γριάς από μακρυά:

" -  Eερε γρριά από τη Σπαρτινού
Κι από τη Σεντεμεντεκλού,
Γιατί μας πήρες το γαμπρό;
Aπόλα τον να ρθεί σιαδώ,
Γιατί μας κλαίει η νύφη!»

Η γριά κοντά στο νού πώς δεν τον απόλυκε. Τον πήρε μαζί της και πήγε και τονε μύρωσε και γίνηκε άνθρωπος. ΄Εμεινε τριάντα χρόνια και της εφύλαγε τα γιδοπρόβατα κι ούλον τον καιρό βγαίνανε καλά πέρα πέρα. Βρύση πηγαίνανε! Και πολλά γινόσαν, και παχιά ήσαντε. Αν ειπείς για γάλα;Ποτάμι!...΄Αλλως τουν ξαλλέωνε!
Μα σε τριάντα χρόνια ο αναθεματισμένος κάπως έκαμε και γέλασε τη νύφη της γριάς και τόδωκε το μύρο και καταμυρώθηκε, στον ίδιο τόπο που τον είχε μυρωμένο η γριά και λύθηκε. Ανέβηκε στο παρεθύρι, έκοψε κάμποσες π..δές και καταράστηκε:

“ ‘Όπως σκορπήσαν οι π..δές μου ,
να σκορπίσουν και τα πράματα που φύλαξα "

Από δεκεί χάθηκε και δεν είδε κανένας τι εγίνηκε.Μα χαθήκανε και τα πράματα που φύλαγε. Τά πιασε κράνη και γινήκανε ήσμου διάσμου!»


Διαβολίτσι, Δεκέβρης 1928
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΑΡΙΝΗΣ
(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ν.Εστία)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου