Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2015

ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΙ ΔΙΚΑΙΩΤΕΣ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ (Φ.ΝΙΤΣΕ)



H φιλοσοφία έχει εχθρούς. Και καλό θάταν να τους ακούει κανείς, ιδιώς όταν συμβουλεύουν τους Γερμανούς  ν΄απαλλάξουν τ΄άρρωστα μυαλά τους απ΄τη μεταφυσική, συστήνοντάς τους, μάλιστα, να στραφούν στη Φύση για  να εξαγνιστούν, όπως έγραφε ο Γκαίτε, ή στη μουσική για να λυτρωθούν, όπως διακήρυττε ο Βάγκνερ. Οι ιατροί του λαού, απορρίπτουν τη φιλοσοφία. Συνεπώς, όποιος θέλει να τη δικαιώσει, θα πρέπει να δείξει για ποιό σκοπό οι υγιείς λαοί τη χρησιμοποίησαν και τη χρησιμοποιούν. Τούτο ίσως ν΄αποβεί ωφέλιμο και για τους άρρωστους : μπορεί έτσι να καταλάβουν κι ΄αυτοί, γιατί επιτέλους τους έβλαψε!

Υγεία υπάρχει και χωρίς Φιλοσοφία, ή έστω με μιάν όλως μετριoπαθή, σχεδόν  «παδιαριώδη» χρήση της. Πάμπολλα τα παραδείγματα: οι Ρωμαίοι, λ.χ, στην ακμή τους, έζησαν χωρίς αυτήν. ΄Όμως, όταν αρρώστια πλήττει έναν λαό, πώς γίνεται η Φιλοσοφία να του δώσει τη χαμένη του υγεία; -τέτοιο παράδειγμα πού θάβρισκε κανείς ; Χρήσιμη, σωτήρια κ΄ευεργετική φάνηκε στους υγιείς λαούς. Τους άρρωστους τους χειροτέρευε. ΄Οποτε ο κοινωνικός ιστός ξέφτιζε, η φιλοσοφία ποτέ δεν αποκατάστησε τη φθαρμένη κλωστή, δε δυνάμωνε την αίσθηση του ΄Ολου ξανά. ΄Οποτε κάποιος αποφάσιζε να σταθεί εκτός, στήνοντας γύρω του το φράχτη της  αυτάρκειας, η φιλοσοφία τον περιόριζε κι άλλο, τον απομόνωνε – τον συνέτριβε! Γίνεται επικίνδυνη όταν στερείται των βασιλικών δικαιωμάτων της- κι αυτά δεν της τα εξασφαλίζει ο οποιοσδήποτε, παρά μόνον ο υγιής λαός…

Ας πάμε όμως στο άφθαστο πρότυπό μας, να δούμε τι σημαίνει «λαός υγιής». Οι ΄Ελληνες, κατεξοχήν υγιείς, δικαίωσαν τη φιλοσοφία εσαεί με την ίδια τη σκέψη τους : καταπιάστηκαν μαζί της περισσότερο απ΄όποιον άλλο λαό. Δε μπόρεσαν να σταματήσουν όταν έπρεπε : ακόμα και στα ισχνά τους γεράματα παρέμειναν φλογεροί λάτρεις της, έστω κι αν «φιλοσοφία»τότε έλεγαν πιά μονάχα τις θεοσεβείς σοφιστείες και τα πανιερώτατα ψιλολογήματα της χριστιανικής δογματικής. Μείωσαν έτσι πολύ τ΄όφελος που θ΄αποκόμιζαν απ΄αυτήν όλοι οι βάρβαροι μεταγενέστεροί τους που, τυφλωμένοι απ΄την ορμή της νιότης τους, δίχως νου, γλίστρησαν κατευθείαν στις παγίδες και τα λεπτεπίλεπτα δίχτυα της…

΄Όμως οι ΄Ελληνες κατάλαβαν πότε έπρεπε ν΄αρχίσουν – κι αυτό το  διδάσκουν πιο ξεκάθαρα απ΄όλους :φυσικά, όχι μες στη θλίψη, όπως θάλεγαν ορισμένοι, θαρρώντας πως η φιλοσοφική ορμή πηγάζει απ΄τη δυσαρέσκεια! Απεναντίας: μες στη χαρά, την πλήρη ακμή, κάτω από τον ζέοντα ήλιο της πιο γενναίας και νικηφόρας ηλικίας. Τότε ακριβώς βάθυναν τη σκέψη τους. Γι ΄αυτό δε μας διδάσκουν απλώς τι εστί φιλοσοφία, αλλά και τι υπήρξαν οι ίδιοι. Αν ήταν τέτοια ανιαρά  γερόντια  με έφεση για πρακτικά ζητήματα- όπως φαντάζονται οι «καλλιεργημένοι» φιλισταίοι του καιρού μας-, ή απλώς και μόνο μετεωρίζονταν μες στους ήχους, τις ανάσες και τις αισθήσεις μιάς διαρκούς ευωχίας- καταπώς θέλουν να πιστεύουν κάποιοι αμόρφωτοι φαντασιοκόποι-, τότε η πηγή της φιλοσοφίας δε θ΄ανάβρυζε ποτέ ανάμεσά τους. Το πολύ- πολύ να κυλούσε κάνα ρυάκι- που σύντομα θα βούλιαζε στην άμμο ή θα εξατμίζονταν- αλλ΄όχι βέβαια εκείνος ο πλατύς κι ορμητικός χείμαρρρος με τους μεγαλοπρεπείς παφλασμούς κυμάτων, που ονομάζουμε αρχαία Ελληνική φιλοσοφία.

Μολαταύτα αρκετοί επισημαίνουν με ζήλο πόσα πολλά έμαθαν κ΄έφεραν οι ΄Ελληνες απ΄την Ανατολή. Τοποθετούν τον ΄Ελληνα «μαθητή» δίπλα στον εξ΄Ανατολής «δάσκαλﻨτο «μαθητή» Ηράκλειτο δίπλα στον τάχα «δάσκαλό του» το Ζωροάστρη. Τους Ελεάτες δίπλα στους  Ινδούς, τον Εμπεδοκλή δίπλα στους Αιγύπτιους. Θεωρούν ότι ο Αναξαγόρας τελεί υπό την επίδραση των Εβραίων και ο Πυθαγόρας των Κινέζων. Παράδοξο θέαμα, το δίχως άλλο! «Στα σημεία», λιγοστές οι καινοτομίες των Ελλήνων- να το δεχτούμε: Αρκεί να μη μας «φορτώνουν» και  το συμπέρασμα ότι τάχα η φιλοσοφία δεν ήταν φύτρο γνήσιο της γής τους, αλλά «εισαγόμενο προϊόν», κάτι ξένο, που περισσότερο τους έβλαψε παρά τους ωφέλησε. Θάμαστε ανόητοι αν ισχυριζόμαστε ότι οι ΄Ελληνες αυτομορφώθηκαν. Απεναντίας, αφομοίωσαν τη ζώσα καλλιέργεια άλλων λαών, κι αν προχώρησαν τόσο μακριά, ήταν γιατί μπόρεσαν, ακριβώς, να πετάξουν μακρύτερα το ακόντιο που κάποιος άλλος λαός είχε αφήσει καταγής.΄Ηξεραν πώς να μαθαίνουν – ήταν αξιοθαύμαστοι στην τέχνη αυτή. ΄Ετσι, πρέπει κ΄εμείς να μαθαίνουμε απ΄τους γείτονές μας, για να ζούμε, όχι για να σωρεύουμε «γνώσεις», κι ό,τι μαθαίνουμε, σκαλί σκαλί για ν΄ανεβαίνουμε όλο και ψηλότερα.

Το ζήτημα της ιστορικής αρχής της φιλοσοφίας είναι όλως αδιάφορο, αφού εν αρχή το καθετί είναι χοντροκομμένο, άμορφο, ρηχό και άσχημο, κι΄αφού, τελικά σ΄όλα τα πράγματα ενδιαφέρουν μόνο οι κορυφές.΄Οποιος προτιμά να καταπιάνεται όχι με την αρχαιοελληνική φιλοσοφία παρά με την αιγυπτιακή και την περσική ( επειδή τάχα ετούτες είναι ίσως πιο « αυθεντικές», κι΄οπωσδήποτε αρχαιότερες) , είν΄όμοια πλανημένος μ΄εκείνους που παλεύουν ν΄αναγάγουν σώνει και καλά, την τόσο εξαίσια και πλούσια σε νοήματα αρχαιοελληνική μυθολογία σε κοινότοπα φυσικά σύμβολα- τον ήλιο, την αστραπή, τον αέρα και την ομίχλη, σα να οδηγούσαν αυτά στην πρώτη- πρώτη αρχή της φιλοσοφίας!- , ή με κάποιους άλλους που φαντάζονται πως ξαναβρήκαν λ.χ στους γενναίους Ινδογερμανούς και τη λατρεία τους προς τον κοινό τοις πάσι Ουρανό, μιάν αγνότερη θρησκεία απ΄τον πολυθεϊσμό των Ελλήνων.

Ο δρόμος προς την ιστορική αρχή, απ΄όπου και να τον πιάσεις, οδηγεί πάντοτε σε βαρβαρισμούς. Ο μελετητής των Ελλήνων ας έχει πάντα κατά νουν ότι η αδάμαστη ορμή για γνώση είναι στη ρίζα της εξίσου βάρβαρη με το  μίσος προς τη γνώση. Μα οι΄Έλληνες είχαν το βλέμμα στραμμένο στη ζωή, διψούσαν για ζωή, τιθασεύοντας έτσι και την ακόρεστη δίψα τους για γνώσεις- γιατί ό, τι  μάθαιναν, ήθελαν αμέσως και να το ζήσουν! Καλλιεργημένοι οι ίδιοι, άγονταν απεκυθείας στην ουσία της πνευματικής καλλιέργειας. Δεν βάλθηκαν να εφεύρουν εκ νέου τα στοιχεία της φιλοσοφίας και της γνώσης, αλλά, ελεύθεροι από σωβινιστική έπαρση, ξεκίνησαν πάραυτα να τα συμπληρώνουν , να τα επαυξάνουν, να τα εξυψώνουν και να τα΄αποκαθαίρουν, κ΄έγιναν, έτσι, κατά μια διαφορετική έννοια, εφευρέτες κι΄αυτοί, και μάλιστα γνησιότεροι.

Εφηύραν τους αντιπροσωπευτικούς τύπους του φιλοσοφικού νού. Οι μεταγενέστεροι δεν είχαν τίποτα ουσιώδες να προσθέσουν.
Κάθε λαός, όσο νάναι, κοκκινίζει από ντροπή μπροστά σε μια τόσο εξαίσια κοινωνία φιλοσόφων: το Θαλή, τον Αναξίμανδρο, τον Ηράκλειτο, τον Παρμενίδη, τον Αναξαγόρα, τον Εμπεδοκλή, το Δημόκριτο και το Σωκράτη. ΄Ηταν άνδρες εντελείς- κομμένοι από την ίδια πέτρα. Ανάγκη αυστηρή έδενε τη σκέψη και το ήθος τους. Αγνούσαν κάθε σύμβαση, αφού την εποχή εκείνη δεν υπήρχε «τάξη» φιλοσόφων ή λογίων εν γένει.Μες στη μεγαλόπρεπη μοναξιά τους, ήταν οι μόνοι που ζούσαν με μια άσβεστη δίψα γνώσης. Ρέκτες όλοι τους- κατεξοχήν γνώρισμα των Αρχαίων, που τους τοποθετεί πάνω απ΄όλους τους μεταγενέστερους-, λάξευαν τον  εαυτό τους ως την πιο λεπτή και μεγαλειώδη πτυχή του, μεταμορφώνοντάς τον διαρκώς, για να πετύχουν την εντελή μορφή του. Ο συρμός διόλου δεν τους βοήθησε, δε διευκόλυνε το έργο τους. ΄Ετσι συνδιαμόρφωσαν αυτό που ο Σοπενάουερ ονόμασε, σε αντίθεση με τη Δημοκρατία των Λογίων, Δημοκρατία των Μεγαλοφυών: o ένας γίγαντας φωνάζει στον άλλον μέσα από τα αχανή διάκενα των εποχών, κ΄ενώ χαμοσερνάμενοι νάνοι θορυβούν, ατάραχοι αυτοί συνεχίζουν τον υψηλό πνευματικό τους διάλογο.
Από τούτον το διάλογο έχω προτάξει στον εαυτό μου να δώσω όσα η κουφαμάρα μας μπορεί κάπως να «πιάσει» - ελάχιστα ασφαλώς. ΄Εχω την εντύπωση πως μες απ΄το διάλογο των αρχαίων σοφών- από Θαλή ίσαμε Σωκράτη- αναφαίνεται , έστω και σε γενικές γραμμές, η μορφή αυτού που εμείς ονομάζουμε Αρχαιοελληνικό. Στα λόγια, μα και στην προσωπικότητά τους, αχνοδιαγράφονται τα μεγαλειώδη  του χαρακτηριστικά- ολόκληρη η αρχαιοελληνική ιστορία δεν είναι παρά το σκιώδες αποτύπωμά του, ένα θαμπό και δυσδιάκριτο αντίγραφό του…Ακόμα κι αν «φωτίζαμε» απ΄τη σωστή οπτική γωνία την αρχαιοελληνική ζωή στο σύνολό της και πάλι δε θα βρίσκαμε παρά έναν λαμπρό, ζωηρόχρωμο αντικατοπτρισμό των ανώτερων πνευμάτων της.
Το πρώτο κιόλας «φιλοσοφικό γεγονός» , η ανακήρυξη των Επτά Σοφών, ιχνογραφεί από μόνο του πειστικά κι ανεπανάληπτα τη μορφή του Αρχαιοελληνικού.

‘ Αλλοι λαοί έχουν αγίους, οι ΄Ελληνες , Σοφούς. Λένε πολύ σωστά ότι ένας λαός δε χαρακτηρίζεται τόσο από τους μεγάλους άνδρες του, όσο από τον τρόπο που τους αναγνωρίζει και τους τιμά. Σ’άλλες , κατοπινές εποχές, ο φιλόσοφος ήταν ένας μοναχικός οδοιπόρος που βρέθηκε τυχαία σ΄εχθρικό έδαφος. Άλλοτε ξεγλιστρούσε λαθραία, άλλοτε πορεύονταν μες απ΄την οχλοβοή με σφιγμένες γροθιές. Μόνο στην αρχαία Ελλάδα η ύπαρξή του δεν είναι κάτι τυχαίο: νάτον, λ.χ τον 6ο και 7ο αιώνα εν μέσω των τεράστιων κινδύνων και των θελγήτρων μιάς κοσμικής ζωής. Σα νάχει βγεί απ΄το άντρο του Τροφώνιου, βαδίζει μες στην αφθονία, την ευτυχία που φέρνει το νέο, τη χλιδή και την καλοζωία των ελληνικών αποικιών. Κάτι μας λέει ότι φτάνει σαν ευγενής αγγελιαφόρος, όπως κ΄η τραγωδία , που γεννιέται την ίδια ακριβώς εποχή, κομίζοντας το ίδιο μήνυμα- κείνο που αποπνέουν και τα ορφικά μυστήρια με τα τραχιά ιερογλυφικά τους..

Οι κρίσεις των παλιών εκείνων φιλοσόφων για τη ζωή και την ύπαρξη εν γένει, μας λένε πολύ περισσότερα απ΄ό,τι κρίσεις σημερινών, γιατί τότε η ζωή ξετυλιγόταν πλούσια και μεστή, κι΄ο στοχαστής δε διχαζόταν, όπως σήμερα, ανάμεσα στην επιθυμία για ελευθερία, ομορφιά και μεγαλείο, και στην ορμή για την Αλήθεια, που ρωτάει επίμονα: τι αξίζει η ζωή; Δε μπορούμε εύκολα να μαντέψουμε τι έργο επιτελεί ένας φιλόσοφος στους κόλπους ενός υφολογικά ενιαίου πράγματι πολιτισμού – οι καταστάσεις και τα βιώματά μας μας εμποδίζουν- γιατί η εποχή μας τέτοια συμπάγεια δεν έχει. Την απάντηση μπορεί να μας τη δώσει μόνο ένας πνευματικός πολιτισμός σαν τον αρχαιοελληνικό. Μόνο αυτός – καθό κατεξοχήν δικαιωτής της φιλοσοφίας, όπως είπα- μπορεί ν΄αποδείξει περίτρανα γιατί – και υπό ποιες προϋποθέσεις, ο φιλόσοφος δεν είν΄ένας οδοιπόρος που ξεκόβει απ΄το κοπάδι και προβάλλει τυχαία, πότ΄εδώ και πότ΄εκεί, μες στον κόσμο.

Σιδερένια Ανάγκη τον δένει σ΄έναν γνήσιο πολιτισμό, κ΄εκεί δεσπόζει σαν υπέρλαμπρο άστρο. Όμως αν πολιτισμός δεν υπάρχει , μοιάζει μ΄έναν απρόβλεπτο, τρομακτικό κομήτη. Οι ΄Ελληνες λοιπόν είν΄οι δικαιωτές του φιλοσόφου, γιατί μόνο ανάμεσά τους αυτός δεν ήταν ποτέ κομήτης…

Από το έργο  του Φρ. Νίτσε "Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ"
εκδόσεις GUTENBERG

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου