Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Ο ΛΕΩΝ ΤΟΥ PORTO-LEONE Ή ¨ΔΡΑΚΟΛΙΜΑΝΟΥ"

ο Λέων του Πειραιώς , στη Βενετία.
Γνωστόν τυγχάνει ότι κατά τους σκοτεινούς του μεσαίωνος χρόνους, καθ΄ούς μετά του μαραθέντος της Ελλάδος κλέους είχεν εξαφανισθεί εκ του εδάφους αυτής και αυτή των τέως περικλεών γεωγραφικών ονομάτων η μνήμη, ο Πειραιεύς εκαλείτο Porto- Leone , ή κοινώς "Δράκο-λιμάνι". ΄Ωφφειλε  δε την ονομασίαν ταύτην εις κολοσσιαίον μαρμάρινον λέοντα, όστις άγνωστον πώς και πότε εις την θέσιν εκείνην ιδρυθείς και φέρων επί της ράχεως επιγραφάς μυστηριώδεις ομοιαζούσας προς Σκανδιναυικούς Ρούνους, είχεν απομείνει επί της ερήμου εκείνης παραλίας, ως έσχατον λείψανον  της ποτέ καλλιμαρμάρου πόλεως και δια των λιθίνων αυτού οφθαλμών εξηκολούθει ατενίζων ορφανήν πλέον, την προ των ποδών αυτού ρυτιδουμένην γλαυκήν επιφάνειαν, ήν άλλοτε ώργουν αλαζόνες τριήρεις. μέχρις ού ελθών ο επάρατος Μοροζίνης ο τον Παρθενώνα εις τον αέρα ανατινάξας, απέσπασεν εκ του βάθρου αυτού και τον ατυχή κολοσσόν, και ίδρυσεν αυτόν προ του ναυστάθμου της πατρίδος αυτού Βενετίας, όπου και νυν έτι ευρίσκεται.
Χάρις τη προφρόνω ευγενία του κ. Νικ. Βαρότζη, διευθυντού του εν Βενετία Μουσείου Κορέρ, περιήλθεν εις χείρας ημών σύγγραμα περιεργότατον επιγραφόμενον Guida per l; Arscualle di Venezia, 1829 , " , ;ήτοι "Οδηγός δια τον ναύσταθμον της Βενετίας" δημοσιευθείς εν τη πόλει εκείνη κατά το ρηθέν έτος. Εν αυτώ υπάρχει εικών παριστώσα την πρόσοψιν του εν λόγω καθιδρύματος, εφ΄ής φαίνεται και ο ημέτερος λέων μεθ΄ενός ετέρου, ως και ακριβές σχέδιον επί των νώτων του κολοσσού οφιδοειδούς επιγραφής, της περιεχούσης τους προμνησθέντας ρούνους. Λέγει δε περί αυτών ο σοφός του φυλλαδίου συγγραφεύς τα εξής:
"Oι δύο λέοντες προσήχθησαν εις την πόλιν ημών το 1687, ότε τα Βενετικά όπλα υπό τον Φραγκίσκον Μοροζίνην, τον μετέπειτα Δόγην, κατέλαβον την Αχαίαν, επεφάνησαν εν Ευβοία και κατέκτησαν την όλην Πελοπόννησον. Ο μείζων, δεξιώς της Πύλης ίστατο εν Πειραιεί, καλουμένω ακόμη, τούτου ένεκεν, Porto Leone . ο έτερος κεκλιμένος αριστερώς της αυτής πύλης, ελήφθη εκ της οδού, ήτις φέρει εκ του λιμένος εκείνου εις την πόλιν, ανεκαίνισε δε την κεφαλήν αυτού τεχνίτης ήκιστα δεξιός.
¨Ο πρώτος καθήμενος επί των οπισθίων ποδών τυγχάνει περιεργότατος, ως εξ΄αρχαιοτάτων τινών επιγραφών, ή κάλλιον ειπείν, ως εκ  χαρακτήρων τινών ελικοειδώς επιφαινομένων υπό τον τράχηλον και κατά τα νώτα του θηρίου. Σπανίως εκεντήθη η περιέργεια των σοφών και ησχολήθη η γλώσσα και ο κάλαμος των αρχαιολόγων, ως τούτο συνέβη προς εξήγησιν των παραδόξων εκείνων σημείων. επενοήθησαν δε περί αυτών, ελέχθησαν και δια του τούτου υπεστηρίχθησαν εικασίαι τόσον επιτήδειαι,, όσον και αλλόκοτοι τοσούτον δε προέβη η μανία αύτη, περί την εξιχνίασιν του μυστηρίου και την υποστήριξιν των διαφόρων γνωμών, ώστε κατά τινας δημοσεύσεις, οι εν λόγω λέοντες εκηρύχθησαν έργον μη ελληνικόν, καίτοι λαξευθέντες εκ μαρμάρου του Πεντελικού όρους, κειμένου παρά τας Αθήνας και ληφθέντες εκ της πόλεως εκείνης, γεγονότων, άπερ επαρκώς διαψεύδουσιν την ματαιόσχολον ταύτην υπόθεσιν.

αντίγραφο του Λέοντος στην είσοδο του λιμένος Πειραιώς

¨Ερανιζόμεθα περί της φιλολογικής ταύτης έριδος τα εξής εκ του προσφάτου (1815) συγγράμματος του ελλογιμοτάτου κ. Jiannantonio Moshiini, συνενούντος προς την βαθείαν μάθησιν, ευρείαν αγχίνοιαν και λεπτοτάτην οξυδέρκειαν. Διχογνωμούσι, λέγει , περί του αντικειμένου τούτου οι αρχαιολόγοι. Κατ΄άλλους πρόκειται περί ρουνικών επιγραφών , και  κατ΄άλλους περί Πελασγικών. Την πρώτην γνώμην υπεστήριξεν ο Σουηδός κ. Akerblad  γράψας περί αυτού εν έτει 1803 , και μετ΄αυτόν ο μεταφραστής και σχολιαστής αυτού κ. d΄ Ause de Villoison. Κατά τον εν λόγω σοφόν ο λέων τυγχάνει μεταγενέστερος της εποχής των Αντωνίνων και η επιγραφή έτι νεωτέρα οφειλομένη ίσως εις τους Βαριάγους οίτινες αργότερον κατά τον δέκατον αιώνα επωνομάσθησν  Αγγλοι (;) Την γνώμην δε ταύτην παραδέχεται και ο σοφός Filiasi.
Απ΄εναντίας ο κ. d; Harcanville κηρύττει την επιγραφήν Πελασγικήν και τον λέοντα έργον μη ελληνικόν, εις ο εν τούτοις ουδόλως συμφωνεί ο ημέτερος διάσημος Κανόβας (αναφέρεται προφανώς στονAntonio Canova ,τον οποίο γνωρίζουμε ως Βενετό γλύπτη, αυτό το "ημέτερος" όμως, μήπως σημαίνει πως ήταν ελληνικής καταγωγής, άν και πουθενά δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο;), αναγνωρίζων εν αυτώ την μεγαλοφυίαν της ελληνικής σμίλης. Ο εκ Μιλάνου κ. Bossi  παραδέχεται την γνώμην του d΄ Harcanville , αλλά φρονεί, ότι αι επιγραφαί τυγχάνουσι σύγχρονοι του λέοντος , ον θεωρεί ως έργον μεταγενέστερον των κλασικών εν Ελλάδι χρόνων. Ταύτα δε πάντα επικυροί η γνώμη του κ. Rink  όστις νομίζων ότι διακρίνει τας λέξεις  ΑΘΕΝΕΙΕΡ ως και σκιάν τινα της λέξεως ΛΕΟΝ αποφαίνεται τον λέοντα Ιερόν της Αθηνάς.
¨Εν τοίτοις, υπάρχει και ο υποστηρίζων ότι ο λέων ημών ελαξεύθη εις ανάμνησιν της εν Μαραθώνι μάχης. Εάν τούτο αληθεύει, κατέχομεν έργον αριθμούν 2.308 έτη, και υπομιμνήσκον την ανδρείαν του Μιλτιάδου, του Αριστείδου και του Αισχύλου, μεγάλου συνάμα ποιητού και μαχητού.
" Ο εν λόγω κολοσσός φέρει προσέτι και μεταγενεστέρας επιγραφάς. Πέντε έτη μετά την άλωσιν επεσκέφθη άγνωστός τις την Ελλάδα, χαράξαν επ΄αυτού τα εξής BIEF VIT NICHO LAUS BRES DIE XXVII MARCI 1458.

οι επιγραφές

"Επί δε της βάσεως εύρηται η κατωτέρω επιγραφή, ήτις μέχρι του έτους 1797 ήν εκ χαλκού FRANCISCUS MAYROGENUS PELOPOSIACUS EXPUGNATIS ATHENIS MARMOREA LEOMUM SIMULACRA. TRIUMPHALI MANU E PIREO DIREPTA IN PATRIAM TRAN STULIT FUTURA VENETI LEONIS QUAEFUERANT MINERVAE ATTICAE ORNAMENTA ( Περιεργοτάτη εν τη επιγραφή ταύτη τυγχάνει ιδίως η γραφή MAUROGENUS,  εξ΄ής προκύπτει ότι ο Μοροζίνης περί ού καταφανώς πρόκειται , αληθώς Μαυρογένης καλούμενος, και πιθανώς εκ Πελοποννήσου καταγόμενος, ήν καταγωγής ελληνικής).
"Και υπό τον έτερον δε λέοντα αναγιγνώσκονται σήμερον τα εξής, αφαιρεθέντος του χαλκού  ATHENIENSIA VENETAE CLASIS TROPHEA VENETI SENATUS DECRE TO IN NAVALIS VESTIBULO CONSTITUNA..
μετ΄αυτόν υπάρχει τρίτος, όστις, καθ΄άς δοκεί κατετέθη όπου ευρίσκεται κατά το 1716, καθ΄όσον επ΄αυτού αναγινώσκομεν ANNO CORCURAE LIBERATAE.
" Τέλος δ΄επί τετάρτου τινός, προς την τάφρον, υπάρχουσιν απλώς οι λέξεις ΕΧ ATTICIS' 
Εκ πάντων δε των προμνησθέντων συγγραμμάτων σπουδαιότερον εστί το του Akerblad , επιγραφόμενον   Notia sur deux inscriptions en caracteres runiques trouvees a Venise"  και καταχωρισθέν εις το  Magazin Encyclopedique  του Α. L.Millia  έτος Θ΄τόμ.Ε΄σελ.55. Παρίσιοι 1804
Βερολίνον                                                               Κλέων Ραγκαβής

(Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό και φιλολογικό περιοδικό ΣΦΑΙΡΑ το 1903)
Ο Κλέων Ρίζος Ραγκαβής (1842 - 1917) ήταν Έλληνας λόγιος, θεατρικός συγγραφέας και διπλωμάτης.)



ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ
.. Πρώτος ο Δανός Akerblad το 1799 επικεντρώθηκε στο θέμα και εξέδωσε τα αποτελέσματα της έρευνάς του σε μια φιλολογική εσπερίδα στην Κοπεγχάγη. Πολλοί μετά απ’ αυτόν χρησιμοποίησαν ή τροποποίησαν τη συγκεκριμένη εργασία. Αξίζει να επισημάνουμε ότι ο πρώτος Έλληνας που ασχολήθηκε με τη μετάφραση των επιγραφών ήταν ο Α. Μουστοξύδης. Το πότε χαράχτηκαν οι επιγραφές αυτές είναι ένα ερώτημα που απασχόλησε πολλούς μελετητές. Ο Laborde υποστήριξε ότι οι επιγραφές χαράχτηκαν την εποχή κατά την οποία το λιοντάρι μεταφέρονταν από το Μαραθώνα στην Αθήνα. Υποστηρίζει δηλαδή ότι το μνημείο είναι δημιούργημα των Αθηναίων σε ανάμνηση της νίκης των Ελλήνων στο Μαραθώνα. Αντιθέτως, με βάση τον Bugge, οι επιγραφές χαράχτηκαν γύρω στα μέσα του 11ου αιώνα. Με αυτή την άποψη συμφωνεί και ο Γρηγορόβιος και προσθέτει πως οι επιγραφές χαράχτηκαν από την ακολουθία του Βασίλειου του Βουλγαροκτόνου κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα το 1018.
O Grimm τοποθέτησε χρονικά τη χάραξη των επιγραφών αυτών το 12ο ή το 13ο αιώνα. Οι λόγιοι της Άρκτου υποστηρίζουν την άποψη του Γρηγορόβιου και προσθέτουν ότι οι επιγραφές χαράχτηκαν κατ’ εντολή του κόμη Καίνιξμαρκ (Konigsmark) ή από στρατιώτη του για διασκέδαση το 1688.
Οι Akerblad, Kopish, Grimm, Bugge, Γρηγορόβιος, Αρβανιτόπουλος, Χιωτέλης υποστήριξαν ότι οι επιγραφές χαράχτηκαν από Σουηδό μισθοφόρο, ο οποίος υπηρετούσε στη φρουρά των Βαράγγων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας τον 11ο αιώνα. Ο Laborde αντιτίθεται με την εκδοχή αυτή υποστηρίζοντας ότι οι Βάραγγοι δεν είχαν ούτε τη συνήθεια αλλά ούτε και την γνώση που απαιτείται για τέτοιου είδους επιγραφές.
Η γλώσσα των επιγραφών υπήρξε πεδίο πολλών αντιπαραθέσεων και διαφωνιών. Ο Bossi και ο αρχαιολόγος D’ Hancarville διακρίνουν πελασγική γραφή. Ο Laborde υποστήριξε ότι μοιάζουν με ελληνικά, φοινικικά, σιναϊτικά γράμματα σε πρωτόγονη μορφή. Υπήρξαν πολλοί όμως, με επικεφαλής τον Akerblad, οι οποίοι έχουν την άποψη ότι τα γράμματα είναι ρουνικά. Ρουνικό αλφάβητο χρησιμοποίησαν διάφοροι βόρειοι λαοί, κυρίως σκανδιναβικοί, για πάρα πολλούς αιώνες. Δεδομένου ότι η επίσκεψη τέτοιων φύλων ήταν συνεχής στο πέρασμα των αιώνων, στον ελλαδικό χώρο, ενισχύεται η θεωρία με βάση την οποία έγιναν οι διάφορες μελέτες.
Ο πρώτος ο οποίος έδωσε πλήρη ερμηνεία των επιγραφών είναι ο Σουηδός Rafn το 1856. Μετάφραση της επιγραφής αυτής υπάρχει αυτούσια στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» του Κων. Παπαρηγόπουλου και είναι η εξής:
  • Για την αριστερή πλευρά «Ο Χάνων με τον Ουλφ, Ασμούνδ και Οέρν κυρίευσαν αυτό το λιμάνι. Αυτοί μαζί με το Χάραλδ τον Μακρό επέβαλαν βαριές χρηματικές ποινές εξαιτίας της αποστασίας του ελληνικού λαού. Ο Δαλκ αιχμαλωτίστηκε, ο Έγιλ και ο Ραγνάρ εκστράτευσαν σε Ρουμανία και Αρμενία».
  • Για τη δεξιά πλευρά «Ο Άσμουνδ με τον Ασγείρ, Θορλείφ, Θορ και Ιβάρ χάραξαν τις επιγραφές αυτές κατόπιν παραγγελίας του Χάραλδ του Μακρού παρά την οργή των Ελλήνων να τους εμποδίσουν».
Οι ερμηνείες αυτές έχουν υιοθετηθεί από πολλούς, αλλά έχουν απορριφθεί επίσης από πολλούς. Ωστόσο το μόνο υπαρκτό πρόσωπο στην επιγραφή είναι ο Χάραλδ ο Μακρός, για τον οποίο όμως δεν υπάρχει μαρτυρία για την εμφάνισή του στον Πειραιά, παρά μόνο για τις δραστηριότητές του στην ευρύτερη περιοχή. (ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου