Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

Ανεμοξουριά κι΄ ανεμοξούρι





 Ανεμοξουριά ( Αρκαδία)
Στην ανεμοξουριά μέσα βρίσκονται Νεράϊδες, πότε μιά, πότε τρεις και κάποτε πλειότερες, και τρέχουν και χορεύουν, και συνεπαίρνουν ό,τι τους τύχει μπροστά, μα άνθρωπος είναι, μα ζώ, μα ξύλο, μα ό,τι κι΄άν είναι. Γι΄αυτό όταν ιδεί κανείς την ανεμοξουριά να έρχεται καταπάνω του, πρέπει να τρέξει ν΄αγκαλιάσει δέντρο, κι΄άν δεν εύρει δέντρο τότε να δράξει ένα ριζιμιό λιθάρι, και να βασταχτεί καλά, κι΄άν δεν υπάρχει κι΄αυτό να πέσει ταπίστομα χάμου. Και άν τύχει να βαστά απάνω του μαυρομάνικο μαχαίρι να το μπήξει στη γή, ή άν έχει απήγανο να τον βγάνει και να φωνάξει "Σ΄εξορκίζω με τον απήγανο!" Και άν δεν έχει τίποτα να κάμει σταυρό με δυό δάχτυλα των χεριών του και να ειπεί ό,τι αγικό ξέρει.
΄Αν θέλει κανείς να ιδεί τη Νεράϊδα της ανεμοξουριάς να φανερωθεί μπροστά του μ΄όλη της την ομορφιά, πρέπει το καλοκαίρι να σούρνει πάντα κοντά του αλάτι, κι ΄όντας ιδεί ανεμοξουριά να ρίξει τ΄αλάτι, και η Νεράϊδα θα ξεφυτρώσει και θαν την ιδεί. Τότες, αν μπορέσει, ναν της αρπάξει το κόκκινο φεσάκι ή το μεταξωτό μαντήλι, που φορεί στο κεφάλι της, και ναν της γυρέψει ό,τι θέλει.Το καλύτερο απ΄όύλα είναι ναν της γυρέψει το αθάνατο νερό, ή κανένα ρούχο της Νεράϊδας, γιατί αυτό γιατρεύει κάθε λογής αρρώστια.
Μερικοί που δεν έχουν ή δεν προφτάνουν να κάμουν τίποτα για να φυλαχτούν, άν είναι δύο ή περισσότεροι, άμα έρθει καταπάνω τους η ανεμοξουργιά, λέν μεταξύ τους για ν΄ακούσει η Νεράϊδα και να φοβηθεί "Ρε Μήτρο" ( να ειπούμε), φωνάζει ο ένας "νιά ανεμοξουργιά! να, να! και νιά Νεράϊδα χορεύει μέσα!" Ο άλλος τότες του λέει "Ρίξε αλάτι για να φανεί". Σαν ακούσει αυτό η Νεράϊδα, φεύγει και πάλι φεύγει, και δεν κάνει κανένα κακό σ΄αυτούς.
Μπορεί κανείς, άν κάμει όσα πρέπει, κι΄από μέσα από την ανεμοξουριά ν΄αρπάξει το φεσάκι ή το μαντήλι της Νεράιδας και να της γυρέψει ό,τι θέλει.

Το ανεμοξούρι 
(Αλωνίσταινα Μαντινείας)
Νιά βολά είμαστε πηγαιμένοι στη Χιονότρουπα με τον ψυχογιό μας, για να τον βοηθήσουμε να ωγάνει ρόβες, γιατ΄είχαμε σπαρμένη ρόβη εκεί κοντά. Το μεσημέρι νά σου κι΄ακούμε νιά βουή, που κοντέψαμε να μείνουμε απ΄το φόβο μας. ΄Ηταν ένα ανεμοξούρι, που συνέπαιρνε κοντά ξύλα πέτρες λατούφια, ό,τι απάνταγε μπροστά του και το σήκωνε ψηλά σαν αλετροπόδες. Ο ψυχογιός μας ήξερε από τέτοια, και μας λέει "Χάμου της κοιλιάς πέστε καταής, και μιλιά! γιατ΄εχαθήκαμε. μα ηδέ άχνα!". Εγώ σαν επέρασε τανεμοξούρι, εσήκωσα το κεφάλι μου, κ΄ετήραξα τον ανήφορο, και είδα εκατομμύρια Νεράϊδες, που χορεύανε ψηλά στα σύγνεφα. εψηλώναν εψηλώνανε, και σαν εχαήκανε του ψήλου, ξέρω πως ΄, ήρθανε πάλι σαν αιτοί και πέρδικες μεγάλες, εκρατήγανε άλλες λιθάρια, άλλες ξύλα, και τα ρήνανε κάτου σα βροχή. Οι Νεράϊδες γίνονται ότι θέλουνε, και πουλιά κι΄αιτοί κι πέρδικες. Κάτι καλό είχαμε καμωμένο και δεν μας επήρε κανένα λιθάρι. α δεν πέφταμε χάμου καταής, ο θεός ξέρει τί θα παθαίναμε από δαύτες.

Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του Ελληνικού λαού
ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ
Νικόλαος Πολίτης

Σημειώσεις:
Aνεμοξουριά,  από το ρήμα εξορίζω. Αναφέρεται στα καράβια, στα εξοριζόμενα καράβια, που τα ρίχνει έξω ο δυνατός  άνεμος.

Ρόβη ή Ρόβι ,  κοινή ονομασία τού φυτού Ervum ervilia τού γένους όροβος, που ανήκει στην οικογένεια φαβίδες τής τάξης φαβώδη και το οποίο καλλιεργείται από την αρχαιότητα για τους καρπούς και μερικές φορές για τον σανό του, που αποτελούν αξιόλογη ζωοτροφή για τα βοειδή και τα πρόβατα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου