Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

1453 μ.Χ "ΤΑ ΥΣΤΕΡΑ"



φωτο :http://synodoiporia.blogspot.gr
' Οταν έπεσε και το τελευταίο βυζαντινό όπλο στην  Πύλη του Ρωμανού-το σπαθί του Κωνσταντίνου, πήραν οι γενίτσαροι και την Πύλη της Αδριανούπολης, που την υπερασπίζονταν οι αδελφοί Μοκιάρδι. Αυτοί κατάφεραν με τ΄άλογά τους καλπάζονας, να φτάσουν ως το Γαλατά και να σωθούν . Η τρίτη ρημαγμένη πόρτα, της Σηλυβρίας, κυριεύτηκε από τον Αλβανό Ηλία Μπέη, που τον αντάμοιψε ο σουλτάνος για την παλληκαριά του, με το να τον ονομάσει Ιμραχόρ (σταυλάρχη του) και να του χαρίσει όλα τα χτήματα της μονής Ιωάννου του Στουδίτη.
Οι γενίτσαροι άνοιξαν ύστερα διάπλατα κι΄όλες τις άλλς πύλες. Τώρα η οργή του Προφήτη πέφτει πάνω στη νικημένη Πόλη.....Τρέξανε στο κοντινό παλάτι της Βλαχέρνας και το κούρσεψαν, ύστερα πήγαν στη μονή της Χώρας κι΄έβαλαν χέρι στη θαυματουργό εικόνα της Οδηγήτριας. Οι καλόγεροι δοκίμασαν να τους την πάρουν πίσω, μα το εικόνισμα είχε πολύ χρυσάφι και πλούσια πετράδια κι΄ οι Αγαρηνοί σκότωσαν τους ιερωμένους που αντιστέκονταν και ξήλωσαν τους θησαυρούς που είχε πάνω της η πάναγνη εικόνα. Τέλος με το τσεκούρι σπάσανε σε τέσσερα κομμάτια το ξύλο της και το ποδοπάτησαν, εμπρός στα μάτια μερικών καλογερων που, κατάπληκτοι , δεν βρίσκαν άλλη εξήγηση για τ΄απίστευτα που συνέβαιναν, παρά την οργή του Θεού για τα κρίματά τους. Μετά την μονή της Χώρας στράφηκαν οι πλιατσικολόγοι προς το ναό της Αγίας Θεοδοσίας, που τον είδανε κατάφωτο, επειδή οι Βυζαντινές τον λιτάνευαν, κρατώντας αναμένα κεράκια , όπως την Ανάσταση. Εκεί βρήκανε τις ομορφότερες αριστοκράτισσες και παρθένες που δεν τις είχε αγγίξει αντρικό χέρι. Η μανία τους για γυναίκα τους έκανε να τις βιάσουν μέσα στονι ερό χώρο. Πριν το μεσημέρι εκατόν πενήντα χιλιάδες Τούρκοι σκορπίστηκαν στη Βασιλεύουσα. Ούτε μάγερας, ούτε καμηλιέρης απέμεινε στο στρατόπεδό τους. ΄Εμπαιναν στα σπίτια, άρπαζαν ό,τι πολύτιμο πετύχαιναν, σκότωναν μπροστά στα μάτια συγγενών τους γέροντες, τα νήπια και τους άρρωστους, επειδή αυτοί δεν άξιζαν παράδες, δούλωνάν τις νέες νοικοκυρές, τα κορίτσια και τα παιδιά, τα δένανε πιστάγκωνα και, σαν κοπάδια πρόβατα, τα σέρναν να τα κλείσουν στη σκηνή τους ή τα πουλούσαν στους σωματεμπόρους του Μωάμεθ που αγόραζαν αμέσως μετρητοίς τα ομορφότερα πλάσματα....Οι ναύτες πάλι του εχθρικού στόλου, ενώ είχανε διαταγή να μείνουν στα πλοία τους, όταν είδαν τους πεζούς να ξαφρίζουν παλάτια κι΄εκκλησιές, δεν κρατήθηκαν, ανέβηκαν τά άδεια πια θαλασσινά τείχη και ρίχτηκαν να λεηλατήσουν τις αποθήκες του λιμανιού. μόλις κατάλαβε ο Βενετός λιμενάρχης Αλοίσιος Διέδος πως κανένα τούρκικο πολεμικό δεν μπορούσε να κουνηθεί δίχως ναύτες, άνοιξε την αλυσίδα του λιμανιού κι έκανε σήμα , στα πλοία να σαλπάρουν. Τότε διαδραματίστηκαν σκηνές φρίκης. Πλήθος λαού που βρέθηκε κοντά στις βάρκες, δοκίμασε να πάει ως τις γαλέρες που τις έβλεπε ν΄ανοίγουν τα πανιά τους. Αλλά εκείνοι που είχανε γεμίσει κιόλας τις βάρκες, από αίσθημα αυτοσυντήρησης, τους έσπρωχναν και τους ρίχνανε στη θάλασσα. Κανένας δε νοιαζόταν για όσους πνίγονταν και καλούσαν σε βοήθεια. Οι πλούσιοι πρόσφεραν πανάκριβα κοσμήματα για να σωθούνε, μα δε σκοτιζόταν κανείς κείνες τις ώρες για θησαυρούς, παρά μόνο για τη ζωή του.....
.....Σαν έφυγαν τα πλοία ο ανθρώπινος ποταμός που κυλιότανε κατά τη θάλασσα, στράφηκε πανικόβλητος προς την Αγιά Σοφιά.Με την παιδιάστικη φαντασία του μεσαίωνα πίστεψαν οι βυζαντινοί την προφητεία πως οι Τούρκοι θα κατέβαιναν το πολύ ως τη Μητρόπολη γιατί εκεί ο αρχάγγελος Μιχαήλ με την πύρινη ρομφαία του θα τους έδιωχνε. Κάμποσες χιλιάδες κλείστηκαν στο μεγάλο ναό και περίμεναν το θαύμα της θεικής προστασίας.Με τα τσεκούραι σπάζουν οι Αγαρηνοί τις πόρτες και ξεχύνονται μέσα. Πριν καν προφτάσουν να φωνάξουν τα πρόβατα του Χριστού σφάζονται απ΄όσους βάρβαρους διψάν αίμα, ενώ η πλεονεξία άλλων τους κάνει να τρέξουν στις ΄Αγιες εικόνες με τα διαμαντικά. ΄Αλλοι πάλι διαλέγουν όμορφες κοπέλες, τις γυμνώνουν και τις βιάζουν, αδιαφορώντας για το τί γίνεται γύρω τους. Κι΄άν καμμιά τολμούσε ν΄αντισταθεί , της έσπαζαν το κεφάλι στις πλάκες και τη βιάζανε νεκρή.Η φρίκη της πραγματικότητας ήταν πολύ πιό τρομαχτική από κάθε περιγραφή. Τρεις ώρες χρειάστηκαν για να χορτάσουν τ΄άγρια ένστικτά τους οι Τούρκοι, κατόπιν βάλθηκαν ν΄ατιμάσουν την εκκλησία. Με χατζάρια άρχισαν να καταστρέφουν όσα μωσαϊκά και τοιχογραφίες έφταναν τα χέρια τους.΄Ενας γενίτσαρος κατέβασε από το Ιερό Βήμα, το Σταυρό του Αγίου Κωνσταντίνου με χαραγμένο το "Εν τούτω Νίκα", έβαλε πάνω το τουρμπάνι του κι΄αρχισε να χορεύει φωνάζοντας "Δέστε το Θεό των χριστιανών", ύστερα τσάκισε το σταυρό και κόπρισε πάνω του.Μόνο κατά τ΄απόγεμα σταμάτησαν οι φοβερές σκηνές στη Μητρόπολη, κι΄απλώθηκε στο ναό νεκρική σιγή. Ενώ σπάραζε η Βασιλεύουσα από την εκδίκηση των μουσουλμάνων, κάλεσε ο Μωάμεθ κοντά του το Λουκά Νοταρά Μέσα στη χαρά της θαυμαστής επιτυχίας του, ότι αυτός πέτυχε κείνο που δεν κατόρθωσαν επί αιώνες τόσοι διάφοροι λαοί, δύο έννοιες τον σκότιζαν. Πού βρίσκεται ο βασιλιάς Κωνσταντίνος; Πώς θα διοικήσει την κληρονομιά των Γκιαούρηδων: Ο Νοταράς παρουσιάστηκε περήφανος, μα όχι προκλητικός, μπροστά στον παντοδύναμο νικητή."Γιατί δεν ήρθες να συννενοηθείς μαζί μου για να σωθεί η πόλη σας, παρά προτίμησες τον πόλεμο;" ρώτησε ο σουλτάνος.
Ο μέγας δούκας απάντησε πως δεν ήταν στο χέρι του ν΄αποφασίσει , αλλά στο χέρι του αυτοκράτορα.
-"Ωστόσο είχες εσύ μεγάλη δύναμη και ξέρω πως μισούσες τους Φράγκους. Γιατί δε με βοήθησες;Καλύτερα είναι τώρα που σας σφάζουν;"
" ' Ήμουν υποχρεωμένος να υπακούσω στην απόφαση του αφέντη μου Κωνσταντίνου"........
......Ζήτησε ύστερα ο σουλτάνος από τον μέγα δούκα να του ονομάσει ποιοί Ρωμιοί είχανε σημαντικές θέσεις κι έδωσε εντολή να τους εξαγοράσουν από τους στρατιώτες, πληρώνοντας χίλια άσπρα για τον καθένα.
"Εσένα Νοταρά , θα σε χρειαστώ για να συνεργαστούμε,είπε. ¨Εμαθα πως η γυναίκα σου είναι άρρωστη. Πες της να μη λυπάται για τις συμφορές σας , εγώ θα σας δώσω περισσότερα απ΄οσα χάσατε".
΄Υστερα πρόσταξε τον Ζαγανό πασά , να στείλει τον μέγα δούκα σπίτι του και να βάλει πιστή φρουρά να μην αφήσει κανέναν, ούτε να μπει , ούτε να βγεί. Τέλος έδωσε διαταγή να ψάξουν τους νεκρούς έναν-έναν , μήπως βρούνε το πτώμα του Κωνσταντίνου. ΄Οποιος του έφερνε το κεφάλι θ΄ακριβοπληρωνόταν.
Την άλλη μέρα, αφού πλύθηκαν πολλές άσχετες νεκροκεφαλές, ένας γενίτσαρος Σέρβος στην καταγωγή, πήγε το πραγματικό σώμα του Κωνσταντίνου στο Μωάμεθ. Είχε οδηγηθεί από τα κόκκινα πέδιλα, με τον αυτοκρατορικό αετό χρυσοκέντητον απάνω. Το καταματωμένο πουκάμισο του βασιλιά μιλούσε για τις τελευταίες τους στιγμές. Ο Μωάμεθ διάταξε να κόψουν το κεφάλι, να το καθαρίσουν και να του φέρουν αμέσως τον Νοταρά και τον Πατριαρχεύοντα. Τους έδειξε το κεφάλι και τους ρώτησε άν μπορούν να ορκιστούν πως αυτός είναι ο Κωνσταντίνος. Το πρόσωπο φαινόταν τυλιγμένο στην ομορφιά του θανάτου. Ναι αυτός ήταν. Τότε ο Μωάμεθ, που τιμούσε τα παλληκάρια, ασπάστηκε το μέτωπο του βασιλιά , ύστερα πρόσταξε να στήσουν το κεφάλι στην κολώνα του πορφυρίτη που έστεκε μπροστά στο Αυγουσταίο, να το δει όλος ο στρατός. Το σώμα το παράδωσε στον Πατριαρχεύοντα να το θάψει με τιμή.......
.....Ο αδιόρθωτος Γεννάδιος, δόξαζε την θεία πρόνοια που με τους Τούρκους έσωσε την Ορθοδοξία από τον Πάπα. Δεν νοιάστηκε για τις εξισλαμίσεις που έκανε ο σουλτάνος, οπότε πολλοί ΄Ελληνες τούρκεψαν για ν΄ανεβούν, από την τάξη του νικημένου σκλάβου, στην τάξη του νικητή.
Την άλλη μέρα ο Μαχμούδ πασάς, άνθρωπος καλλιεργημένος με ελληνική καταγωγή, που έγραφε ποιήματα και σπαταλούσε τα χρήματά του μ΄ευγένεια, εξήγησε στο σουλτάνο πως ήτανε τρέλα ν΄αφήσουν άγρια στίφη από ανατολίτες να καταστρέφουν την "Βασίλισσα των πόλεων" και τον έπεισε να πάει να σταματήσει τις καταστροφές. Τότε μπήκε ο Μωάμεθ στην Πόλη, νωρίς τ΄απόγεμα της 30ης Μαίου. Καβάλα στο μαύρο αράπικο άλογό του, με τις δυό μεγάλες σημαίες του Χαλιφάτου δίπλα του, κι΄ολους τους χρυσοστόλιστους βεζύρηδες, πασάδες και στρατηγούς πίσω, πέρασε τα τείχη και προχώρησε προς την πόλη- τ΄όνειρό του. Τηνε βρήκε έρημη. Δεν άκουγε μήτε σκύλου γάβγισμα , μήτε λαλιά πετεινού, μήτε κλάμα μωρού. Σιωπή τάφου, τη σκέπαζε.
Στ' ανάκτορα των Βλαχερνών στάθηκε ο σουλτάνος και , βλέποντας το κατάντημα του βομβαρδισμένου και λεηλατημένου παλατιού, απάγγειλε στίχους του Πέρση ποιητή:
" Η αράχνη απόμεινε μόνος φρουρός του αυτοκρατορικού παλατιού, κι΄απο τα βασιλικά μνήματα του Εφράζ αντηχεί φωνή κουκουβάγιας".΄Υστερα κατέβηκε από τη Λεωφόρο "Μέση " προς την Αγορά. Δεξιά κι΄αριστερά ωραίες βίλλες , με φουντωμένους κήπους και συντριβάνια, δήλωναν ευτυχισμένες μέρες ειρήνης, μαλίγο παρέκει τα ξεκοιλιασμένα μαγαζιά, με τα πτώματα των εμπόρων και τις χυμένες πραμάτειες, φανέρωναν την κατάρα του πολέμου.
Στην πλατεία του Εμβόλου πρόσεξε αγάλματα παλιών βασιλιάδων. Εντύπωση του έκανε το χάλκινο μνημείο του Ιουστινιανού που τον παρίστανε καβάλα, με το δάχτυλο τεντωμένο, να δείχνει κατά την Ανατολή.
"Ποιός είναι αυτός;"ρώτησε τη συνοδεία του, μα κανένας από τους ολιγογράμματους πασάδες δεν ήξερε ιστορία.
"Στείλτε να μου φέρετε κείνον τον νεαρό γραμματέα τον Κριτόβουλο. Αυτός θα μας τα ξηγάει", είπε και τράβηξε το δρόμο του.
Στην Αγιά Σοφιά μπήκε από το Νάρθηκα με τ΄άλογό του, μα τέτοιο θάμπος τον συνεπήρε από την μεγαλοπρέπεια του ναού, που ξεπέζεψε, γονάτισε, μάζεψε λίγη σκόνη από το βρώμικο δάπεδο , την έριξε στο κεφάλι του, δείγμα ταπεινότητας , κι΄είπε:
" Σ΄ευχαριστώ, Αλλάχ, που μ΄εξίωσες να πάρω τέτοια πόλη". ΄Υστερα είδε ένα φανατικό μουσουλμάνο, να κοπανά με το τσεκούρι τα μαρμαροστολίδια του Ναού.
"Τί κάνεις εκεί ;" τον ρώτησε.
-"Χαλάω την εκκλησία των απίστων".
Με το χρυσό ραβδί του έδωσε μιά γερή στο κεφάλι, για να τον τιμωρήσει και φώναξε δυνατά να τον ακούσουν όλοι
-"Τους ανθρώπους και το βιός τους τα παραχώρησα στο στρατό, όμως οι οικοδομές είναι δικές μου. Κανένας να μην τις πειράξει!".
Ο Μαχμούτ του έδειξε, στην άλλη άκρη της Μητρόπολης, κάτι στρατιώτες να ψήνουν κρέατα πάνω σε φωτιά που την έτρεφαν με ζωγραφισμένα ευαγγέλια και παλιές εικόνες. Τους έδιωξε με τις κλωτσιές. Στο κέντρο του ναού σταμάτησε κάμποσην ώρα και αποθαύμαζε το κάλλος της οικοδομής. Κατάπληξη του έκανε ο θαυμαστός ναός που άστραφτε πρασινόχρυσος. ΄Επιασε το χέρι του Μαχμούτ κι ομολόγησε
-" Δίκιο είχες να με κατεβάσεις να σώσω τα μνημεία".
Ο Κριτόβουλος γράφει "Οίκτος κατέλαβε τον Μωάμεθ δια την φθοράν και τας λεηλασίας και δακρύσας είπεν " Οίαν πόλην εις διαρπαγήν και απώλειαν δεδώκαμεν".
΄Υστερα ανέβηκε, σαν κατακτητής την Αγία Τράπεζα, κάλεσε ένα Χότζα ν΄απαγγείλει προσευχή, γιατί από κείνη τη στιγμή την Αγιά Σοφιά την έκανε Τζαμί, και πρόσταξε να μαζέψουν αμέσως τα πτώματα και να κάνουν καθαρμούς, για να εξαγνιστεί ο τόπος απ΄ότι ανόσιο συνέβηκε.
Καθώς κίνησε ο σουλτάνος να βγει από την εκκλησία , τον πλησίασε κάποιος αράπης βαζιβουζούκος και του είπε:
"Πολυχρονεμένε μου Πατισάχ, θέλω να μάθεις, πως εγώ, με το χέρι μου , σκότωσα το βασιλιά των γκιαούρηδων".
Ο Μωάμεθ σούφρωσε τα φρύδια του
-"Εσύ, μωρέ , τον σκότωσες; Τ΄ορκίζεσαι;"
Χαρούμενος  ο Αράπης για το μεγάλο μπαξίς που θα πάρει, ορκίζεται κι΄αρχίζει να διηγάται την ιστορία του. Ο σουλτάνος αγριεμένος τον σταματάει:
-"Τόλμησες , αχρείε, να σηκώσεις χέρι σε βασιλιά;"
-"Πάρε του το κεφάλι!"
Τούτο το έκαμε για να χαρακτηρίσει τον εαυτό του διάδοχο της βυζαντινής αυτοκρατορίας, που τιμωρούσε εκείνον που έκανε την ατιμία να σκοτώσει τον νόμιμο βασιλιά.
Από την Μητρόπολη ο σουλτάνος πέρασε στο στίβο του Ιπποδρόμου. Σταλμάτησε μπροστά στο χάλκινο τρίποδα των Δελφών με τις τρεις κεφαλές φιδιών και ρώτησε τον Κριτόβουλο
-"Τί σημαίνουν τούτα τα φίδια;"
Ο νεαρός του εξήγησε πως ήταν αφιέρωμα των Αρχαίων Ελλήνων στον Απόλλωνα από τα περσικά λάφυρα της νίκης των Πλαταιών. ΄Αμα κατάλαβε πως το μνημείο δεν είχε σχέση με την Κωνσταντινούπολη, έσπασε με το ρόπαλό του το κάτω σαγόνι ενός φιδιού και τράβηξε προς την Ακρόπολη........
Κάθησε σταυροπόδι με τη συνοδεία του , πρόσταξε το τσογλάνι του να του ανάψει τσιμπούκι κι΄άρχισε να εξηγά στους βεζύρησες ότι δεν πρέπει ν΄αδειάσει η Πόλη από τους γραμματισμένους Ρωμιούς. Θ΄αναλάβαιναν κοντά του υπηρεσία για να μπορέσει να διοικηθεί ο τόπος.....
Πραγματικά ο σουλτάνος ξόδεψε πολλά χρήματα για να εξαγοράσει κάπου τριακόσιους Βυζαντινούς άρχοντες, λογοθέτες και σοφούς. Οι πασάδες του όμως, που φοβήθηκαν την ανωτερότητα των Ελλήνων, έπεισαν τον Μωάμεθ, αντί να τους μεταχειριστεί , να τους θανατώσει. Δεν είχαν άδικο. Η νικημένη ελλήνική φυλή νίκησε πνευματικά τον κατακτητή. Επί 48 μεγάλων βεζύρηδων που διηύθυναν ως τα 1900 την Οθωμανική αυτοκρατορία, μόνο 14 ήταν πραγματικοί μουσουλμάνοι, όλοι οι άλλοι κατάγονταν από χριστιανούς.
Την ώρα που τσιμπολογούσε μεζέδες ο Μωάμεθ, άκουσε κανονιές. Του είπαν πως σε τρεις πύργους της παραλίας, του Αλεξίου και του Λέοντος, Κρητικοί τοξότες πολεμούσαν ακόμα, αρνούμενοι να παραδοθούν και στον Πύργο του Αγίου Ευγενίου κάτι καλόγεροι αμύνονταν απελπισμένα. Ενώ είχαν δικό τους πλοίο οι Κρητικοί συνέχιζαν τον αγώνα και σκότωναν εχθρούς. Επειδή θαύμασε το θάρρος τους , έστειλε το Ζαγανό πασά να κάμει σύμβαση μαζί τους και να τους αφήσει να φύγουν οπλισμένοι. Οι Κρητικοί το δέχθηκαν και γύρισαν στην πατρίδα τους, οι καλόγεροι όμως εξακολούθησαν με φανατισμό τον αγώνα τους,,κι΄όταν παραβιάστηκε τ΄όχυρό τους, έπεσαν όλοι από ψηλά, από τα έντεκα μέτρα του Πύργου τους και αυτοκτόνησαν. Αυτοί οι 40 καλόγεροι , έσωσαν την τιμή απ΄τις χιλιάδες απόλεμους ιερωμένους της Πόλης.....
.....΄Υστερα νοιάστηκε για τη νεκροκεφαλή του Κωνσταντίνου. Πρόσταξε να την κατεβάσουν από την πορφυρένια κολώνα, να την βαλσαμώσουν, γιατί σκόπευε να την στείλει τρόπαιο στην Ανατολή, να την δούν όλοι οι μπέηδες , σύμμαχοι και εχθροί του. Στράφηκε προς τον αρχιευνούχο του και τον ορμήνεψε να πάει στο στρατόπεδο ν΄αγοράσει 40 κορίτσια και 40 αγόρια , τα ομορφότερα που θα βρει , να στείλει από είκοσι μαζί, με το κεφάλι του Κωνσταντίνου, στους τέσσερες μεγάλους Εμίρηδες, της Περσίας, του Μαρόκου, της Αραβίας και της Αιγύπτου για να πιστοποιήσει το θρίαμβό του. Πίνοντας το δυνατό κρασί της αφάνταστης νίκης, ο σουλτάνος των είκοσι-τεσσάρων χρόνων, μέθυσε. Είχεν ακούσει για την καλλονή της ΄Αννας Νοταρά. Παράγγειλε του αρχιευνούχου να πάει να του τη φέρει αμέσως. ΄Οταν γύρισε αυτός με την πληροφορία ότι δεν την βρήκε, γιατί έλειπε στην Ιταλία, καθώς έλεγε ο πατέρας της, ο Μωάμεθ δεν πίστεψε και ρώτησε θυμωμένος:
-" Ψάξατε, μωρέ , όλο το σπίτι μήπως την κρύβουνε;"
-"Αφέντη , σκαλίσαμε ως τα κελλάρια και τα σεντούκια. Την κόρη την φευγάτισαν".
Αλλάζοντας ύστερα ύφος ο ευνούχος του ψιθύρισε:
-" Είδα , αφέντη μου, το αδελφάκι της, μόλις έκλεισε τα δεκατέσσερα. Τέτοιο πλάσμα δε ματάγινε. Το θέλεις;"
-"Φέρτο!"
Πάλι γύρισε ο αρχιευνούχος με άδεια χέρια.
-"Δεν το δίνει το παιδί ο Νοταράς. Αντί να καταλάβει την τιμή του του κάνεις, λέει πως η θρησκεία του το απαγορεύει. Τον συμβούλεψα να μη σε θυμώνει κι΄αυτός  μου απάντησε πως προτιμάει να τους πάρεις το κεφάλι παρά τ΄αγόρι".
Ο Μωάμεθ εξαγριώθηκε. Πρόσταξε να δέσουν όλη την οικογένεια του Νοταρά και να την φέρουν αμέσως εκεί. Σε λίγο έσυραν μπροστά του το μέγα δούκα και τα τρία αγόρια του. Η αρχόντισσα Νοταρά, για να μην εξευτελειστεί, προτίμησε ν΄αυτοκτονήσει, καθώς ιστορεί ο σύγχρονος Αδάμ Μοντάλδο. Ο Μωάμεθ πρόσεξε πρώτα το μικρότερο παιδί , τον Ιάκωβο, πραγματικά πανέμορφο, ίδιο αρχαίο άγαλμα, και το παρέδωσε στους ευνούχους. ΄Υστερα κάλεσε το δήμιο ν΄αποκεφαλίσει τους άλλους. Ως τ΄άκουσε ο μεγαλύτερος γιός, άρχισε τα κλάματα, μα ο πατέρας τονε ψύχωσε "Χτες παιδί μου, χάσαμε τα πάντα σε μιά μέρα, και πλούτη και τη δόξα που είχαμε σ΄όλο το Βυζάντιο. Από δω και πέρα θα ζουμε τυραννισμένη ζωή σκλάβου. Καλύτερος ο θάνατος. ΄Ετσι ο Χριστός θα μας δεχθεί, σαν μάρτυρες κι ελεύθερους, στην αγκαλιά του". Κατόπιν ο μέγας δούκας στράφηκε προς τον σουλτάνο και τον ρώτησε:
-"Μπορώ να σου γυρέψω μιά χάρη;"`
 Πίστεψε ο Μωάμεθ πως ο Νοταράς είχε δειλιάσει και θα πάσχιζε να σώσει τη ζωή του.
"Λέγε" του αποκρίθηκε.
'Παρακαλώ εμένα να με σκοτώσετε τελευταίο".
Απόρησε ο σουλτάνος. Θέλησε να καταλάβει.
"Γιατί το ζητάς αυτό;"
"Tα παιδιά είναι νέα,  φοβάμαι μήπως λυγίσουν".
"Καλά, συμφώνησε ο Μωάμεθ, άς κοπούνε πρώτα τα κεφάλια των παιδιών", κι έκανε νόημα να παν να τους σφάξουν πιό πέρα.
Ακίνητοι, χωρίς να δέιξουν πιά φόβο, χωρίς να προφέρουν λέξη , αποκεφαλίστηκαν οι νεαροί Νοταράδες. Καθώς τους έπαιρνε τα κεφάλια ο δήμιος, ο πατέρας έλεγε "Δίκαιος ει , Κύριε. Δίκαιος ει, Κύριε". ΄Οταν ήρθε η σειρά του στράφηκε προς το δήμιο και παρακάλεσε να τον αφήσει να προσευχηθεί . Του επέτρεψαν και αφού δεήθηκε στον Ιησού γονατιστός, σηκώθηκε ήσυχος και περήφανος, δίνοντας στους  Τούρκους παράδειγμα για την αξιοπρέπεια και το θάρρος της βυζαντινής αυτοκρατοράις. Κι΄ο δήμιος τον αποκεφάλισε.
Η τύχη των Νοταράδων στιγματίζει τον Μωάμεθ. Δε φέρθηκε πρόστυχα από έπαρση, γιατί επανάλαβε την ίδια ατιμία, λίγα χρόνια αργότερα , με την οικογένεια του νικημένου αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Δαυίδ Κομνηνού.
Ο Μωάμεθ πρόσεξε πως οι δημόσιες οικοδομές της Βασιλεύουσας είχανε στη στέγη τους μισοφέγγαρο και ρώτησε τον Κριτόβουλο τί σήμαινε. Εκείνος εξήγησε:
-" 'Οταν ο πατέρας του Μ. Αλεξάνδρου, Φίλιππος ο Μακεδόνας, πολιόρκησε το Βυζάντιο, στα 340 π.Χ και δεν κατάφερε να το υποτάξει, οι κάτοικοι απόδωσαν τη λύτρωσή τους στη Θεά Εκάτη, που είχε σύμβολά της το μισοφέγγαρο. Αφού ο πρώτος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος έκαμε πρωτεύουσα των Ρωμαίων την Πόλη, διατήρησε  το έμβλημα αυτό, με την ιδέα πως είχε τη δύναμη ν΄αποκρούει τους εχθρούς. ΄Ετσι το μισοφεγγαρο, που οι βυζαντινοί τ΄ονόμαζαν "σεληνίσκο", στήθηκε παντού, ακόμα και στις εκκλησιές. Ο ΄επαρχος της Κωνσταντινούπολης, και η γυναίκα του, είχαν κεντημένα στα σαντάλια τους την ημισέληνο, για να φαίνονται πως ήταν άρχοντες της Πόλης¨.
΄Αρεσε του Μωάμεθ ακυτό το σύμβολο. Πρόσθεσε το δικό του αστέρι και όρισε από τότε, να τα βάλουν στον κόκκινη τουρκική σημαία. 
Η σημαία του με το μισοφέγγαρο τρομοκράτησε πολλά χρόνια την Ευρώπη, όπως είχε μαντέψει ο Κωνσταντίνος. Τέτοιο φόβητρο είχε γίνει ο Μωάμεθ για τη χριστιανοσύνη, που ο Πάπας Πίος ο Β΄, ο σοφός Αινέας Πικολόμινι, του έγραψε γράμμα για να τον ημερέψει
- " Αι σκέψεις που μας ωθούν να Σου γράψωμεν, αφορούν την σωτηρία και τη δόξα Σου, καθώς και την παρηγοριά που περιμένουν από Σένα, όλοι οι λαοί-την Ειρήνην".
Αλλά στο νου του Μωάμεθ δε χωρούσε καμιά ειρήνη.
΄Οπως ο Μέγας Αλέξανδρος όταν κυρίευσε την Περσέπολη είπε στους σταρτηγούς του, "Ετοιμαστήτε, άμα τελειώσουμε με την Ανατολή, να πάμε κατά τη Ρώμη", έτσι και ο χριστιανομάχος Μωάμεθ, λίγους μήνες μετά την είσοδό του στην Κωνσταντινούπολη, σύναξε τους αρχηγούς του στρατού και τους παράγγειλε να μελετήσουν την απόβαση στην Ιταλία. Ωστόσο άλλες κατακτήσεις τον εμπόδισαν να εκτελέσει αμέσως το σχέδιό του, αλλά το 1480 έκαμε απόβαση στο Οτράντο της Ιταλίας και ο  στρατηγός του Καδούκ πασάς πήρε τον Τάραντα που έσφαξε 12.000 κατοίκους.
Τούς δύο αρχηγούς της Επαρχίας, τον Διοικητή και τον Επίσκοπο, για να τρομοκρατήσει τους Ιταλούς, τους έκοψε σε φέτες με το πριόνι. Ο πρόωρος θάνατος του Μωάμεθ σταμάτησε την εκστρατεία της Ρώμης, ειδάλλως το Βατικανό θα πλήρωνε ακριβά την αδιαφορία του να βοηθήσει στον θανάσιμο αγώνα του, τον ηρωϊκό Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.

"Κωνσταντίνος Παλαιολόγος"  Χρήστου Ζαλοκώστα (βιβλιοπωλείον της "ΕΣΤΙΑΣ".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου