Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

ΘΡΗΣΚΕΙΑ - ΜΑΓΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ και "ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ" του ΑΠΟΥΛΗΪΟΥ

΄Ενα άρθρο του David Jordan , τ. διευθυντή της Γενναδείου Βιβλιοθήκης που δημοσιεύθηκε στο ένθετο "ΙΣΤΟΡΙΚΑ" της  εφημερίδας "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ" στις 5 /2/2004.

 

Το θέμα της μαγείας στην Αρχαιότητα θεωρείται όλο και πιό σοβαρά, ως θέμα άξιο μελέτης. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ο πολλαπλασιασμός των συνεδρίων για τις νέες εξελίξεις και τις νέες μαρτυρίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητος. Σχεδόν αναπόφευκτα, ένα τέτοιο συνέδριο θα αρχίσει με μιά σοβαρή διάλεξη κατά την οποία ο ομιλητής θα προσπαθήσει να ορίσει τη μαγεία και να συζητήσει τη διαφορά μεταξύ αυτής και της θρησκείας. Το αποτέλεσμα δεν φαίνεται να δικαιώνει ποτέ την προσπάθεια, γιατί κάθε συμμέτοχος, συνήθως, έχει τη δική του άποψη για το τί σημαίνει μαγεία, και η άποψη αυτή είναι η άποψη του εξωτερικού παρατηρητή. Κάπως πιό "βιωματική" είναι η άποψη του συμμετόχου για τη δική του θρησκεία. Μιά συζήτηση που διεξήχθη κατά τη διάρκεια ενός συνεδρίου στο Νορβηγικό Ινστιτούτο στην Αθήνα, το 1997, κατέληξε στο γενικό συμπέρασμα ότι η ίδια η ιδέα της διάκρισης μεταξύ μαγείας και θεωρουμένης  μαγείας είναι μεγαλύτερη σε ορισμένες χώρες από άλλες, όπως παρατήρησαν μερικοί συμμέτοχοι από βορειότερες χώρες.Οι ίδιοι και οι συμπατριώτες τους συνήθιζαν να συζητούν το θέμα με μεγαλύτερο ενθουσιασιασμό από τους νοτιότερους Ευρωπαίους.

΄Οσον αφορά τη διάκριση αυτής της μορφής στην αρχαία Ελλάδα, είμαστε σε ακόμη χειρότερη θέση, γιατί ενώ για τη μαγεία έχουμε την περιορισμένη αρχαιολογική μαρτυρία που αναφέρθηκε πριν, και έχουμε σημαντικό υλικό για τη θρησκεία, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να ξέρουμε πώς - αν ξέρουμε- ο μέσος πιστός, σε οποιαδήποτε περίοδο, θεωρούσε τις δικές του πρακτικές διαφορετικές από αυτές της μαγείας.Ούτε βέβαια έχουμε κάποιους αρχαίους μάγους για να ρωτήσουμε πώς ξεχώριζαν οι ίδιοι από εκείνους τους πιστούς. Το αποτέλεσμα είναι ότι σε συνέδρια για την αρχαία ελληνική μαγεία οι συμμέτοχοι έχουν την τάση, να εισάγουν μοντέλα και αντιλήψεις από τη σύγχρονη κοινωνική  ανθρωπολογία, ένα γεγονός που κάνει τη συζήτηση χαοτική.
Εγώ ο ίδιος γίνομαι αρκετά αντιπαθής επιμένοντας ότι επειδή δεν μπορούμε να αποκτήσουμε  μια αρχαία "βιωματική " άποψη για το άν υπήρχε διάκριση, θα έπρεπε να περιορίζουμε τη συζήτησή μας στη λιγοστή καθαρή αρχαιολογική μαρτυρία που υπάρχει. Πρόσφατα ,όμως , διάβασα έναν συγγραφέα που συνεχίζει να τραβά την προσοχή μου, τον Απουλήιο, που έγραψε ένα μυθιστόρημα το 2ο μ.Χ αι. με τίτλο Οι Μεταμορφώσεις, ή ο Χρυσός Γάϊδαρος. Ο ίδιος ήταν από τη βόρεια Αφρική και έγραφε στα λατινικά, αλλά σπούδασε στην Αθήνα, οι ιστορίες του εξελίσσονται στην Ελλάδα και πιστεύω ότι όλοι οι αναγνώστες θα συμφωνήσουν ότι η χροιά τους είναι εντελώς ελληνική.





Αυτό που διακρίνει τον Απουλήιο από τους περισσότερους άλλους αρχαίους είναι  ότι ήξερε τη μαγεία από τα μέσα. Ανεξάρτητα άν άσκησε τη μαγεία, σύρθηκε σε δίκη ως μάγος.Σίγουρα ήξερε το αντικείμενο αρκετά καλά για να το κάνει κύριο θέμα του μυθιστορήματός του, το οποίο αναφέρεται επίσης στη διαφορά μεταξύ μαγείας και θρησκείας. Με άλλα λόγια , στο μυθιστόρημα έχουμε μιά μοναδική αρχαία "βιωματική συζήτηση για τη διάκριση.
Το μυθιστόρημα του Απουλήιου δεν είναι εντελώς πρωτότυπο. Η βασική ιστορία βασίζεται σε μιά πρωτότυπη ελληνική, που τώρα σώζεται σε μικρή περίληψη που έφτασε σε εμάς, κατά λάθος, ανάμεσα στα έργα του Λουκιανού από τα Σαμόσατα.

Οι Μεταμορφώσεις ομιλούν για έναν νεαρό από την Κόρινθο που λεγόταν Λούκιος και επισκέφθηκε την Υπάτη στη Θεσσαλία, ένα μέρος γνωστό για τις μάγισσές του και τη μαγεία του, δύο θέματα  τα οποία ο Λούκιος θέλει να γνωρίσει περισσότερο. Στην Υπάτη μαθαίνει ότι η σύζυγος του οικοδεσπότη είναι μάγισσα που μεταμορφώνεται σε πουλί κάθε νύχτα και πετάει μακριά, και ανακαλύπτει επίσης ότι η βοηθός της, η υπηρέτρια του σπιτιού, είναι πολύ ελκυστική και ελεύθερη με τα θέλγητρά της. Μιά νύχτα του επιτρέπει να δει την κυρά της να μεταμορφώνεται σε πουλί και μετά ο Λούκιος πειθει τη βοηθό να του επιτρέψει να χρησιμοποιήσει μερικές από τις αλοιφές της μάγισσας για να μπορέσει να  πετάξει και αυτός. ΄Οταν βάζουν τις αλοιφές πάνω του, έντρομος διαπιστώνει ότι γίνεται γάιδαρος. Η βοηθός έφτιαξε λάθος αλοιφή! Διαβάζει στο βιβλίο της ότι το γιατρικό είναι να φάει ένα τριαντάφυλλο, αλλά είναι νύχτα και μέχρι να βρεθεί ένα τριαντάφυλλο την επόμενη ημέρα, πρέπει να τον βάλει στο στάβλο.΄Ομως τη νύχτα έρχονται κλέφτες, τον φορτώνουν με ό, τι έχουν κλέψει από το σπίτι και φεύγουν μαί του. Το υπόλοιπο του μυθιστορήματος είναι για την περιπέτειά του ως γαϊδάρου, η οποία συνεχίζεται μέχρι που βρίσκει και τρώει ένα τριαντάφυλλο. Το θέμα, έτσι, είναι πως η περιέργεια για τη μαγεία και τα μυστικά πράγματα, οδηγεί σε ξεπεσμό και πως ο Λούκιος τελικά ξεπερνά την κατάστση αυτή.

Ο Απουλήιος πρόσθεσε τρία στοιχεία που δεν υπήρχαν στο ελληνικό πρωτότυπο 1) στο δρόμο για την Υπάτη ο Λούκιος συναντά έναν ξένο που του λέει μιά ιστορία 2) περίπου στη μέση του βιβλίου, ο Λούκιος ως γάϊδαρος ακούει μιά γριά που λέει την ιστορία " ¨Ερωτας και Ψυχή" και 3) στο τέλος είναι η θεά ΄Ισις που φροντίζει να δοθεί ένα τριαντάφυλλο στο Λούκιο, ο οποίος μυείται στα μυστήριά της και γίνεται πιστός λάτρης της. Στο πρώτο και στο τρίτο από τα στοιχεία του Απουλήιου, παρατηρούμε τις απόψεις του συγγραφέα για τη διαφορά μεταξύ μαγείας και θρησκείας.

Ας συνοψίσω λοιπόν την ιστορία του ταξιδιώτη που είναι σε πρώτο πρόσωπο, και αφορά -ισχυρίζεται ο αφηγητής- τις δικές του περιπέτειες στην Υπάτη. Στο τέλος της πρώτης μέρας εκεί, πήγε στα λουτρά και εκεί προς έκπληξή του βρήκε τον παλιό του φίλο τον Σωκράτη, σκελετωμένα, με ρούχα κουρελιασμένα. Είχε εξαφανιστεί χρόνια και όλοι μαρτυρούσαν ότι ήταν νεκρός. Ο Σωκράτης εξήγησε ότι ταξίδευε προς την Λάρισα, όταν έπεσε πάνω σε κλέφτες που τον λήστεψαν και τον παράτησαν στο δρόμο, νομίζοντας ότι είναι νεκρός. Κατάφερε όμως να φτάσει σε ένα πανδοχείο που διατηρούσε μιά κάπως ελκυστική , γηραιότερη από αυτόν, γυναίκα, που του έδωσε να φάει και να πιεί και τον πήρε στο κρεβάτι της. ΄Ηταν μιά μάγισσα, που λεγόταν Μερόη, γνωστή στην περιοχή, και από τότε ο Σωκράτης ήταν σκλάβος της, αφού έγινε αχθοφόρος και μετά ζητιάνος και της έδινε όλα τα εισοδήματά του. (Δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί σύμπτωση ότι το όνομα της Μερόης, είναι εκείνο της πρωτεύουσας της Νουβίας, μιάς πόλης φημισμένης για τη μαγεία της).


Ο ταξιδιώτης, του οποίου το όνομα  ήταν Αριστομένης, φιλονίκησε με τον Σωκράτη που εγκατέλειψε τη σύζυγό του και τα παιδιά του συντροφεύοντας μιά τόσο αταίριαστη γριά γυναίκα. Ο Σωκράτης τότε ανέφερε παραδείγματα από τις δυνάμεις της γυναίκας. Ο Αριστομένης αποφάσισε ότι οι δυό τους έπρεπε να φύγουν από την Υπάτη και εγκατέστησε τον Σωκράτη στο πανδοχείο όπου έμενε ο ίδιος. Δείπνησαν, κλείδωσαν την πόρτα και πήγαν για ύπνο στο ίδιο δωματιο. Τα μεσάνυχτα , η πόρτα άνοιξε διάπλατα, αναποδογυρίζοντας το κρεβάτι του Αριστομένη, αφήνοντάς τον να κρυφοκοιτάζει κάτω από τα σκεπάσματα, ενώ η Μερόη με την αδελφή της βάδιζαν κρατώντας μιά λάμπα, ένα σπαθί και ένα σφουγγάρι. Πλησιάζουν τον Σωκράτη που κοιμάται. Η Μερόη λέει στην αδελφή της "Να ο αγαπητός Ενδυμίων"(ελληνικά στο πρωτότυπο) και βυθίζει το ξίφος της βαθιά στο λαιμό του. Μετά η Μερόη βάζει το χέρι στην πληγή και βγάζει την καρδιά του Σωκράτη, και η αδελφή της στουμπώνει την πληγή με το σφουγγάρι, λέγοντας "Σφουγγάρι που γεννήθηκες στη θάλασσα θα επιστρέψεις με τον νερό που κυλάει"..Βλέπουν ότι ο Αριστομένης τα βλέπει όλα αυτά, στέκονται από πάνω του, τον ουρούν και μετά φεύγουν, κάνοντας την πόρτα να κλείσει και να κλειδώσει πίσω τους.

Το επόμενο πρωί ο Σωκράτης ξυπναέι, παραπονούμενος ότι είδε ένα κακό όνειρο στο οποίο μάγισσες έβγαλαν την καρδιά του, και ο Αριστομένης υπέθεσε πως ό,τι είδε ήταν όνειρο επίσης, παρά τις οσφρητικές μαρτυρίες για το αντίθετο. Ξεκίνησαν για να φύγουν από την Υπάτη και στο δρόμο ο Σωκράτης που είχε φάει λίγο τυρί, δίψασε πολύ. ΄Εφτασαν σε ένα μοναχικό δέντρο που είχε δίπλα του ένα ρυάκι. Ο Αριστομένης είπε στον Σωκράτη να σκύψει και να πιεί. Το σφουγγάρι έπεσε στο νερό που κυλούσε και ο Σωκράτης πέθανε.

Αυτή είναι η ιστορία, αλλά ο συμβολισμός της είναι μεγαλύτερος απ΄ότι φαίνεται. Το 1879 η Ερσελίνα Λαβατέλι έφερε στο φως της δημοσιότητας μιά μαρμάρινη τεφροδόχο στάμνα, από την Ρώμη , της εποχής του Αυγούστου. Δείχνει τρεις σκηνές που φαίνεται να βασίζονται σε ελληνιστικά ή προγενέστερα ελληνικά πρωτότυπα, που διαβάζονται από δεξιά προς τα αριστερά. Η πρώτη δείχνει τον Ηρακλή να κρατάει ένα γουρούνι πάνω από ένα βωμό, πάνω από τον οποίο ένας ιερέας κάνει μιά εξαγνιστική σπονδή. Η δεύτερη δείχνει τον Ηρακλή πάλι, καθισμένο με το κεφάλι του καλυμμένο με τον μανδύα του, και πίσω από αυτόν στέκεται μιά  ιέρεια με ένα κάνιστρο πάνω από το κεφάλι του, από το οποίο τον ραίνει με ιερούς σπόρους. Η τρίτη δείχνει τη Δήμητρα καθιστή, ανάμεσα στον ΄Ιακχο και την Κόρη, που είναι όρθιοι. ΄Οπως αναγνώρισε η Λοβατέλι, οι σκηνές είναι από τα Μικρά Μυστήρια, που καθιερώθηκαν με σκοπό να εξαγνίσουν Ηρακλή έτσι ώστε να μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια. Λίγο μετά τη δημοσιευσή της Λοβατέλι, ο ΄Αλμπρεχτ Ντίτεριχ, εντόπισε τη δεύτερη σκηνή στις "Νεφέλες" του Αριστοφάνη, όπου ο Στρεψιάδης κάθεται πάνω σε ένα ράντζο με το κεφάλι του καλυμμένο, ενώ οι Νεφέλες οι ίδιες τον ραντίζουν με νερό. Μετά εισάγεται στο φροντιστήριον (ελληνικά στο πρωτότυπο) όπως στο Ελευσίνιο τελεστήριον. Ο κάθε ακροατής θα αναγνώριζε την παρωδία, που υπεδείκνυε ο Ντίτεριχ.

Στην ιστορία του ταξιδιώτη του Απουλήιου βρίσκουμε άλλη μιά τέτοια παρωδία εκείνης της δεύτερης σκηνής. Ο Αριστομένης έχει το κεφάλι του καλυμμένο. Μπροστά του οι μάγισσες εκτελούν μιά τελετουργική θυσία και μετά στέκονται από πάνω του, για να τον ραντίσουν όχι με σταγόνες της βροχής ή με ιερούς σπόρους , αλλά με τα ίδια τους τα ούρα. Χωρίς να το αναγωρίσουμε ως συμβολική αναπαράσταση σκηνής από τα μυστήρια,ο Αριστομένης, έχει την ίδια αντίδραση με το μύστη, στον οποίο η μύηση είναι ένας θάνατος και μιά αναγένννηση, τρομοκρατημένος, αισθάνεται ότι έχει πεθάνει, αλλά επιτρέφει στη ζωή πάλι σαν ένα βρεγμένο νεογέννητο μωρό .Είναι μιά πολύ αηδιαστική διακωμώδηση μιάς ιερής τελετουργίας, μιά μαύρη τελετή, έργο μάγων.

Το μυθιστόρημα τελειώνει αντίθετα, με μιά πραγματική - μη διακωμωδούμενη- τελετουργία των μυστηρίων της θεάς ΄Ισιδος. Ο Λούκιος μοχθεί και δοκιμάζεται. Ο τελευταίος ιδιοκτήτης του ανακαλύπτει ότι ο γάϊδαρος προτιμάει την τροφή των ανθρώπων. Ο Λούκιος μαθαίνει να κάθεται, να τρώει και να πίνει στο τραπέζι του ιδιοκτήτη, και ο ιδιοκτήτης τον διδάσκει ένα είδος νοηματικής γλώσσας με την οποία μπορούν να επικοινωνούν. Ο ιδιοκτήτης επιπλέον δέχεται χρήματα από μιά γυναίκα για τον Λούκιο ως γάϊδαρο προκειμένου να πάει στο κρεβάτι μαζί της. Στο σημείο αυτό μιά γυναίκα δολοφόνοτς συλλαμβάνεται στην Κόρινθο, όπου έχουν φέριε τον Λούκιο τα ταξίδια του. Τα εγκλήματά της είναι τόσο αποτρόπαια ώστε φαίνεται δίκαιο στους δικαστές στην επερχόμενη γιορτή της Αφροδίτης να αναγκαστεί να κάνει έρωτα δημοσίως  με το γάϊδαρο. Η ιδέα τώρα απωθεί τον Λούκιο και καθώς η γυνέκα σύρεται πάνω στη σκηνή και ότα τα μάτια πέφτουν επάνω της, ο Λούκιος ανενόχλητος δραπετεύει.

Τα πόδια του τον οδηγούν μέχρι τις Κεγχριές, όπου , εξαντλημένος, ξαπλώνει και αποκοιμιέται. Ξυπνάει το σούρουπο με την ανατολή της πανσελήνου. "Γύρω μου η νύχτα ήταν γεμάτη από σκιές, σιωπή και μοναξιά, κι΄εγώ ένιωσα τη βεβαιότητα πως η βασίλισσα θεά είναι παντοδύναμη και κυβερνά αυτή μοναχή όλα τ΄ανθρώπινα. Διώχνω τον ύπνο μονομιάς. Τεντώνω τα χαυνωμένα μέλη, σηκώνομαι γεμάτος χαρά κι΄ενθουσιασμό και δίχως άλλο να βραδύνω, τρέχω και βυθίζομαι στη θάλασσα για να εξαγνιστώ. κι έχοντας μπει στο νερό βουτάω το κεφάλι εφτά φορές στα κύματα, κι΄έτσι , με τα δάκρυα να κυλούν στο πρόσωπό μου, αρχίζω να ικετεύω την παντοδύναμη θεά. "Βασίλισσα των ουρανών, είτε είσαι η Δήμητρα η γόνιμη, η μάνα και γεννήτρα των καρπών,  που απ΄τη χαρά σου, όταν ξανάβρες την κόρη σου, κατάργησε τις παλιές και βάρβαρες σοδειές από βελανίδια, για ν΄αποκαλύψεις στους θνητούς άλλες τροφές γλυκύτερες, και τώρα κατοικείς στα χωράφια της Ελευσίνας. είτε είσαι η Αφροδίτη τ΄ουρανού, που από τη γέννηση του κόσμου , ένωσες τ΄αντίθετα φύλα και γέννησες τον Έρωτα εξασφαλίζοντας στο γένος των ανθρώπων τη συνέχιση του είδους , και τώρα λατρεύεσαι στο ιερό σου στην Πάφο, περιστοιχισμένη από τα κύματα, είτε είσαι η αδελφή του Φοίβου , είτε είσαι η Περσεφόνη....
Ώ, εσύ, όποια κι΄αν είναι τα ονόματα, η μορφή ή η προσευχή με την οποία μπορεί κανείς να σε παρακαλέσει, ευδόκησε επιτέλους  να συντρέξεις τη συμφορά μου, διώξε πιά την κακή μου μοίρα. ΄Υστερα από τόσα σκληρά βάσανα, ας μπορέσω ν΄αναπνεύσω εν ειρήνη, ελεύθερος από δουλείες και κινδύνους. Κάνε με να πετάξω πιά την απρεπή μορφή του ζώου, απόδωσέ με στους δικούς μου, απόδωσε τον Λούκιο στον εαυτό του. Και άν η αμείλικτη εκδίκηση ενός θεού που τυχόν τον πρόσβλα με καταδιώκει, ας μου επιτραπεί , άν όχι να ζήσω, τουλάχιστον να πεθάνω".

Η θεά του μιλάει, τον πληροφορεί για τις δυνάμεις της, εξηγεί ότι θα γίνει μιά γιορτή προς τιμήν της την επομένη και στην πομπή θα υπάρχει ένας ιερέας που θα του προσφέρει ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα για να φάει. Τελικά θα γίνει πάλι άντρας. Θα γίνει ο υπηρέτης της για το υπόλοιπο της ζωής του σε αυτόν τον κόσμο και στον επόμενο. Εξαφανίζεται , και "σηκώνομαι κάπως τρομαγμένος, μα εύθυμος και βουτηγμένος στον ιδρώτα. Ενθουσιασμένος από την οπτασία της παντοδύναμης θεάς γεμάτος έγνοια για τις σοβαρές διαταγές της, προσέχοντας να καθαριστώ μέσα στη θάλασσα, στριφογύριζα τις συμβουλές της στο μυαλό μου". 
Την επομένη μέρα τρώει τα τριαντάφυλλα και αποκτά την προηγούμενη μορφή του. Γίνεται ιερέας της ΄Ισιδος και περνάει την υπόλοιπη ζωή του χαρούμενος στη λατρεία της.



Ο Απουλήιος, τότε, στην ιστορία του ταξιδιώτη στο δρόμο για την Υπάτη απέδωσε την παρωδία των ιερών τελετουργικών από δύο μάγισσες, και στην παραλία κοντά στις Κεγχριές μιά σοβαρή εκτέλεση τέτοιων τελετουργιών, όχι από μάγισσες που δρουν ως αυτόκλητοι ιεροφάντες, αλλά από χρισμένους ιερείς. Υπάρχουν ορισμένες ομοιότητες και ορισμένες, εξ΄ίσου σημαντικές διαφορές. 

Η Μερόη και η ΄Ισις εμφανίζονται τη νύχτα ως οράματα στους κοιμωμένους ( ακόμη και άν ο Αριστομένης γρήγορα ξυπνάει και το διώχνει ως όνειρο). Η θεά εμφανίζεται ως η Σελήνη. Η Μερόη αυτοπαρουσιάζεται συμβολικά ως Σελήνη, γιατί αποκαλεί τον Σωκράτη, " ο αγαπητός μου Ενδυμίων". και ο Ενδυμίων, όπως θυμόμαστε από την αρχαία μυθολογία, ήταν ο αγαπημένος της Σελήνης. Η ΄Ισις δίνει πρασταγές, ο Λούκιος να φάει αύριο ένα τριαντάφυλλο. Οι μάγισσες δίνουν προσταγές επίσης ( τις οποίες ο Αριστομένης δεν προσέχει όσο πρέπει ), που απευθύνονται στο σφουγγάρι "σφουγγάρι της θάλασας, φυλάξου από το ποτάμι".Μετά την εξαφάνιση της ΄Ισιδος, ο Λούκιος γίνεται μούσκεμα στον ιδρώτα και περιλούζεται με εξαγνιστικό θαλασσινό νερό. ΄Οταν έφυγαν οι μάγισσες ο Αριστομένης είναι ξαπωλμένος , μουσκεμένος πάλι, αλλά όχι από ιδρώτα ή θαλασσινό νερό ή άλλο εξαγνιστικό. 

Ποιές είναι οι διαφορές μεταξύ των δύο διαδικασιών, που είναι αποτέλεσμα των εμφανίσεων των μαγισσών (μαγεία) και της θεάς (θρησκεία); Αν διάβασα τον Απουλήιο σωστά, η κύρια διαφορά είναι μεταξύ του Αριστομένη και του Λούκιου. Ο Αριστομένης δν ήρθε πρόθυμα στη μυσταγωγία την οποία έζησε-στην πραγματικότητα ούτε και την αναγνώρισε ως μυσταγωγία- και σίγουρα δεν προσφέρθηκε, με τη θέλησή του, να πεθάνει και να ξαναγεννηθεί. Η κύρια σκέψη του ήταν να δραπετεύσει από τις δύο γυναίκες. Με τον Λούκιο συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. πρόσφερε ελεύθερα τον εαυτό του στη θεά, ανυπομονώντας να χάσει την προηγούμενη ζωή του και να αγκαλιάσει την καινούργια υπηρετώντας τη θεά για πάντα.

Με άλλα λόγια, η διαφορά στις δύο συμπεριφορές μπορεί να είναι για τον Απουλήικο ό,τι χαρακτηρίζει τη διαφορά μεταξύ μαγείας και θρησκείας. Αν χρησιμοποιούσε τους όρους της σύγχρονης ανθρωπολογίας, θα έλεγε χωρίς αμφιβολία, ότι η διαφορά εμπλέκει την άποψη του ίδιου του συμμέτοχου. Η διαφορά είναι αυστηρά "βιωματική¨". ΄Αν ένας παθητικός συμμέτοχος σε μιά μαγικοθρησκευτική τελετή συμμετέχει με τη θέλησή του, είναι θρησκεία. ΄Αν όχι , είναι μαγέια.
Ο Απουλήιος θα πρόσθετε πιθανόν ότι αυτή η ανάλυση του μυθιστορήματός του, είναι υπεραπλουστευμένη , και θα συμφωνούσα. Αλλά πιστεύω ότι έρευνες του τύπου αυτού μπορούν να μας βοηθήσουν να δούμε τουλάχιστον ένα μέρος του ελάχιστου που σκεφτόταν ένας αρχαίος για τη διαφορά μεταξύ θρησκείας και μαγείας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου