Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

O ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ (Α' ΜΕΡΟΣ)





Ποτέ δεν πρόκειται να τελειώσει η ανθρώπινη περιπέτεια αλλά και η ανθρώπινη ευπιστία. Πάντα ο άνθρωπος θα πιστεύει πως τα όνειρά του θα δικαιωθούν. Αλλά και πάντα θα αγνοεί πως ο ίδιος καταστρέφει τα όνειρά του με το να ξυπνά κάθε πρωί. Κάθε πρωί κι όχι για πάντα, μια και μόνη φορά.

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ “Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

Βιογραφικό σημείωμα σε πρώτο πρόσωπο

Γεννήθηκα στις 23 του Οκτώβρη του 1925 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες. Η συνύπαρξη εκείνο τον καιρό ενός αντιτύπου της μπελ-επόκ, με αυθεντικούς τούρκικους μιναρέδες, έδιναν χρώμα και περιεχόμενο σε μια κοινωνία-πανσπερμία απ’ όλες τις γωνιές της Ελλαδικής γης, που συμπτωματικά βρέθηκε να ζει σε ακριτική περιοχή και να χορεύει τσάρλεστον στις δημόσιες πλατείες. Σαν άνοιξα τα μάτια μου είδα με απορία πολύ κόσμο να περιμένει την εμφάνισή μου (το ίδιο συνέχισα κι αργότερα να απορώ σαν με περίμεναν κάπου καθυστερημένα να φανώ). Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη, κόρη του Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη, και ο πατέρας μου απ’ την Μύρθιο της Ρεθύμνου, απ’ την Κρήτη. Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ΄ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι’ αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την λεγόμενη «ευρωπαϊκή», φέραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.

Προσπάθησα όλον το καιρό που μέναμε στην Ξάνθη να γνωρίσω σε βάθος τους γονείς μου και να εξαφανίσω την αδελφή μου. Δεν τα κατάφερα και τα δύο. Έτσι μετακομίσαμε το ’32 στην Αθήνα όπου δεν στάθηκε δυνατόν να λησμονήσω την αποτυχία μου.

Άρχιζα να ζω και να εκπαιδεύομαι στην πρωτεύουσα ενώ παράλληλα σπούδαζα τον έρωτα και την ποιητική λειτουργία του καιρού μου. Έλαβα όμως την αττική παιδεία όταν στον τόπο μας υπήρχε και Αττική και Παιδεία. Μ’ επηρεάσανε βαθιά ο Ερωτόκριτος, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το Εργοστάσιο του Φιξ, ο Χαράλαμπος του «Βυζαντίου», το υγρό κλίμα της Θεσσαλονίκης και τα άγνωστα πρόσωπα που γνώριζα τυχαία και παρέμειναν άγνωστα σ’ όλα τα χρόνια τα κατοπινά. Στην κατοχική περίοδο συνειδητοποίησα πόσο άχρηστα ήτανε τα μαθήματα της Μουσικής, μια και μ’ απομάκρυναν ύπουλα απ’ τους αρχικούς μου στόχους που ήταν να επικοινωνήσω, να διοχετευθώ και να εξαφανιστώ, γι’ αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την Κατοχή. Έτσι δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς εγλύτωσα απ’ το να μοιάζω με τα μέλη του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου. Έγραψα ποιήματα και πολλά τραγούδια, και ασκήθηκα ιδιαίτερα στο να επιβάλλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες, πράγμα που άλλωστε με ωφέλησε τα μέγιστα σαν έγινα υπάλληλος τα τελευταία χρόνια. Απέφυγα μετά περίσσιας βδελυγμίας ότι τραυμάτιζε το ερωτικό μου αίσθημα και την προσωπική μου ευαισθησία.

Ταξίδεψα πολύ και αυτό με βοήθησε ν’ αντιληφθώ πώς η βλακεία δεν ήταν αποκλειστικόν του τόπου μας προϊόν, όπως περήφανα ισχυρίζονται κι αποδεικνύουν συνεχώς οι έλληνες σωβινιστές και της εθνικοφροσύνης οι εραστές. Παράλληλα ανακάλυψα ότι τα πρόσωπα που μ’ ενδιαφέρανε έπρεπε να ομιλούν απαραιτήτως ελληνικά, γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γινότανε οδυνηρή και εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο.

Το ’66 βρέθηκα στην Αμερική. Έμεινα κι έζησα εκεί κάπου έξι χρόνια, τα χρόνια της δικτατορίας, για λόγους καθαρά εφοριακούς – ανεκαλύφθη πως χρωστούσα τρεισήμισι περίπου εκατομμύρια στο δημόσιο. Όταν εξόφλησα το χρέος μου επέστρεψα περίπου το ’72 και ίδρυσα ένα καφενείο που το ονομάσαμε Πολύτροπον, ίσαμε τη μεταπολίτευση του ’74, όπου και τόκλεισα γιατί άρχιζε η εποχή των γηπέδων και των μεγάλων λαϊκών εκτονώσεων. Κράτησα την ψυχραιμία μου και δεν εχόρεψα εθνικούς και αντιστασιακούς χορούς στα γυμναστήρια και στα γεμάτα από νέους γήπεδα. Κλείνοντας το Πολύτροπο είχα ένα παθητικό πάλι της τάξεως περίπου των τρεισήμισι εκατομμυρίων – μοιραίος αριθμός, φαίνεται, για την προσωπική μου ζωή.

Από το ’75 αρχίζει μια διάσημη εποχή μου που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε, υπαλληλική, που μ’ έκανε ιδιαίτερα γνωστό σ’ ένα μεγάλο και απληροφόρητο κοινό, βεβαίως ελληνικό, σαν άσπονδο εχθρό της ελληνικής μουσικής, των ελλήνων μουσικών και της εξίσου ελληνικής κουλτούρας. Μέσα σ’ αυτή την περίοδο και ύστερα από ένα ανεπιτυχές έμφραγμα στην καρδιά, προσπάθησα πάλι, ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω τις ακριβές καφενειακές μου ιδέες πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού, εννοώντας να επιβάλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες. Και οι δύο όμως τούτοι οργανισμοί σαθροί και διαβρωμένοι από τη γέννησή τους κατάφεραν να αντισταθούν επιτυχώς και, καθώς λεν, να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ΄ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό γεννήθηκε το Τρίτο κι επιβλήθηκε στη χώρα.

Και τώρα καταστάλαγμα του βίου μου μέχρι στιγμής είναι :

Α δ ι α φ ο ρ ώ για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.

Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ’ αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας.

Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα.

Έτσι κατάφερα να ολοκληρώσω την τραυματισμένη από την παιδική μου ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να πουλώ «λαχεία στον ουρανό» και προκαλώντας τον σεβασμό των νεωτέρων μου μια και παρέμεινα ένας γνήσιος Έλληνας και Μεγάλος Ερωτικός.

Μάνος Χατζιδάκις, http://www.mousikesebeeries.gr/?p=22709

ΌΛΑ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ, ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ, ΓΙΑ ΝΑ ΤΙΜΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ, ΟΧΙ ΜΟΝΟ,  ΣΑΝ ΣΥΝΘΕΤΗ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΣΑΝ ΠΟΙΗΤΗ ΔΕΚΑΔΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ, ΠΟΥ ΟΙ ΠΑΛΙΟΤΕΡΟΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ, ΣΙΓΟΤΡΑΓΟΥΔΗΣΑΜΕ ΚΑΙ ΝΤΥΣΑΜΕ ΜΕ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΥΩΔΙΕΣ ΤΟΥΣ. ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΑΣ...
ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΕΙΝΑΙ ΚΟΚΚΙΝΟ , ΚΑΠΟΤΕ ΧΑΡΤΙΝΟ, ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ. ΣΥΝΑΝΤΑΜΕ ΕΝΑ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΟΡΙΤΣΙ, ΤΗ ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ, ΕΝΑΝ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ, ΤΗΝ  ΤΡΕΛΛΗ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ, ΤΑ ΜΑΙΝΟΜΕΝΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ, ΤΟΝ ΚΥΡ΄ΑΝΤΩΝΗ , ΑΛΛΑ  ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΑ  ΠΑΙΔΙΑ ΑΠ΄ΤΟ ΣΕΙΡΙΟ..Ω! ΤΙ ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ! ΑΠΟ ΜΙΑ ΜΑΥΡΗ ΦΟΡΝΤ ΚΑΤΑΛΗΓΟΥΜΕ  ΣΕ ΜΙΑ ΒΑΡΚΟΥΛΑ, ΠΟΥ ΠΛΕΕΙ Σ΄ΕΝΑ ΒΑΘΥ ΠΕΛΑΓΟΣ.  ΡΙΧΝΟΜΑΣΤΕ ΣΕ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΣΤΗ ΝΟΤΙΑ ΚΑΡΟΛΙΝΑ  ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΠΙΣΩ..ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΠΟΥ ΗΧΕΙ ΜΙΑ ΛΑΤΕΡΝΑ, ΠΙΟ ΚΑΤΩ ΕΝΑ ΜΑΝΤΟΛΙΝΟ, ΑΛΛΟΥ ΓΕΛΙΑ, ΑΛΛΟΥ ΛΥΓΜΟΣ ..ΟΛΑ ΑΝΑΚΑΤΕΜΕΝΑ ΓΛΥΚΑ, ΟΠΩΣ  ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ, ΖΩΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ, ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΘΗ, ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟΙ ΠΟΘΟΙ, ΑΣΤΡΑ ΚΑΙ ΓΙΑΣΕΜΙΑ..Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ , ΕΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΤΟΝ   ΟΥΡΑΝΟ, ΑΠ΄ΟΠΟΥ ΠΛΕΟΝ,
ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΦΩΤΕΙΝΟ, ΣΧΗΜΑΤΙΖΕΙ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΚΑΙ ΜΑΣ ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΤΡΥΦΕΡΑ, ΨΙΘΥΡΙΖΟΝΤΑΣ "ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ!"


 ΤΟ ΠΕΛΑΓΟ ΕΙΝΑΙ ΒAΘΥ
 ΕΡΜΗΝΕΙΑ :  Στέλιος Καζαντζίδης & Μαρινέλλα



Το πέλαγο είναι βαθύ,
κι η αγάπη είναι μεγάλη
έχω έναν πόνο στην ψυχή
και ποιος θα μου τον βγάλει

Το πέλαγο είναι γλυκό,
χάδι μαζί και δάκρυ
και με κυλάει αφρίζοντας
στου ορίζοντα την άκρη.

Το πέλαγο είναι παιδί,
τρέχει και δεν το φτάνω
παιδί και στην αγάπη του,
που σαν παιδί το χάνω.




ΕΓΙΝΕ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ ( Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ : ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ


 Έγινε παρεξήγηση κι εξήγηση δε δώσαμε
το φίλο μας προδώσαμε μια δύσκολη στιγμή

Ήταν η ώρα τέσσερις κι οι τέσσερις χαθήκανε
τα λόγια ξεχαστήκανε κι ακόμα να φανεί

Κυλάει το δαχτυλίδι σου μέσα από το μαντήλι σου
μα το `δαν κάποιοι φίλοι σου κι είπαν πως θα βρεθεί

Στείλε μου μιαν εξήγηση να φύγει η παρεξήγηση
γιατί η καρδιά μου λύγισε κοντεύει να χαθεί


ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΕΙΝΑΙ ΚΟΚΚΙΝΟ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΩ



Το φεγγάρι είναι κόκκινο
το ποτάμι είναι βαθύ
κι η αγάπη μου στα χέρια σου
είναι κάτασπρο πουλί.

Το φεγγάρι είναι πράσινο
το ποτάμι είναι γαλάζιο
έλα αγάπη μου και χόρεψε
ίσα μ’ αύριο το πρωί.

Το φεγγάρι πήγε κι έπεσε
στο ποτάμι το βαθύ
κι η αγάπη μου κιτρίνισε
σαν τη φλόγα στο κερί.

Έλα αγάπη μου και χόρεψε
ίσα μ’ αύριο το πρωί.

Το φεγγάρι πήγε κι έπεσε
στο ποτάμι το βαθύ
κι η αγάπη μου κιτρίνισε
σαν τη φλόγα στο κερί.

Έλα αγάπη μου και χόρεψε
ίσα μ’ αύριο το πρωί.


ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
ΕΡΜΗΝΕΙΑ : ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΖΟΡΜΠΑΛΑ


Μες στο κρύο μες στ’ αγιάζι
το κορίτσι μου βουλιάζει
το σκεπάζει τ’ αναφιλητό.

Χύθηκαν τα ξεροβόρια
σπάν’ τα ζάρια τρία αγόρια
το κορίτσι κλαίει σαν το Χριστό.

Μεθάει κι ανοίγει μια τρελή πηγή
το στόμα γίνεται πληγή
έχει το μίσος φτιάξει φυλαχτό
παίζει στο θάνατο κρυφτό.

Έχει στα μαλλιά κορδέλες
στο κορμί της χίλιες βδέλλες
και στο πλάι το Χάροντα σκυφτό.

Απ’ τα μάτια της δυο στάλες
κι απ’ τα χέρια πέφτουν κι άλλες
ο καημός χτυπάει σαν κεραυνός.

Ποιος της έδωσε μαχαίρι
ποιος αγέρας θα τη φέρει
για ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός;

Με το μαχαίρι κόβει τη σιωπή
κι είναι σαν πέτρα σκυθρωπή
μπλέκει τα χέρια κάνει προσευχή
ποιος θα της δώσει μιαν ευχή;

Μες στο κρύο μες στ’ αγιάζι
το κορίτσι μου τρομάζει
πεθαμένο τρέχει στη βροχή.


Η ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ :ΝΕΝΑ ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΥ



 Μέσα από άγνωστο χωριό κοντά στον Παρνασσό
ξεκίνησα για να δοκιμαστώ
κι αυτούς που με παιδέψανε σαν άγιο και Χριστό
τους έκοψα τον ένα τους μαστό
περπάτησα και πάτησα σε ζώντες και νεκρούς
ξεπέρασα τους δίσεκτους καιρούς
κι απόκτησα τον μύθο μου με στοχασμούς πικρούς
σε υπόγειους δρόμους άδειους και υγρούς

Με λεν Μαριάνθη κι είμ’από τρελή γενιά
μισώ του κόσμου τη βία κι απονιά
χιλιάδες μάτια με κοιτούν από μακριά
και μου μετράνε της ζωής μου τα κεριά

Μια χήρα από την Έφεσο δεν ήμουνα ποτές
δεν είχα στρατιώτες για εραστές
τα ζάρια μου τα έπαιξα στις φτωχογειτονιές
και κέντησα τον πόνο με πενιές
δεν μπόρεσα να γίνω ούτε γυναίκα ούτε ευτυχής
δεν δούλεψα σε οίκους ανοχής
και μες την αναδίπλωση της νέας εποχής
απόμεινα μια ανάμνηση ατυχής

Με λεν Μαριάνθη κι είμαι από τρελή γενιά
μισώ του κόσμου τη βία κι απονιά
χιλιάδες μάτια με κοιτούν από μακριά
και μου μετράνε της ζωής μου τα κεριά


H ΠΕΤΡΑ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ :ΦΛΕΡΥ ΝΤΑΝΤΩΝΑΚΗ


Η πέτρα είν’ ο θάνατος
η πέτρα είν’ η ζωή μου,
φυτρώσαν άσπρα γιασεμιά
μεσ’ την αναπνοή μου.

Είν’ ένα δέντρο έρημο
στην πέτρα σπάει η φωνή μου,
δεν μπαίνει αγέρας μήτε φως
πετρώνει το κορμί μου.

Είναι η κραυγή της μάνας
είναι η πληγή του κόσμου,
φέρτε κρασί φέρτε φωτιά
να κάψω τον καημό μου.


 ΚΑΘΕ ΤΡΕΛΛΟ ΠΑΙΔΙ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΦΛΕΡΥ ΝΤΑΝΤΩΝΑΚΗ


 
Κείνο το πρωί του είπα καλημέρα
Κάθε τρελό παιδί
έχει στο χέρι
φιλί της Παναγιάς
κι ένα μαχαίρι.

Κι η μάνα του δεν τραγουδά


Κάθε που σφάζονται
δυο περιστέρια
η νύχτα καίγεται
στα δυο του χέρια.


Και το κορίτσι δε μιλά.



TA ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΤΩ ΣΤΟΝ ΚΑΜΠΟ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:  ΕΛΛΗ ΠΑΣΠΑΛΑ

 


Τα παιδιά κάτω στον κάμπο
δεν μιλάν με τον καιρό
μόνο πέφτουν στα ποτάμια
για να πιάσουν τον σταυρό.

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο
κυνηγούν έναν τρελό
τον επνίγουν με τα χέρια
και τον καίνε στον γιαλό.

Έλα κόρη της σελήνης,
κόρη του αυγερινού.
Να χαρίσεις στα παιδιά μας
λίγα χάδια του ουρανού.

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο
κυνηγάνε τους αστούς
πετσοκόβουν τα κεφάλια
από εχθρούς και από πιστούς.

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο
κόβουν δεντρολιβανιές
και στολίζουν τα πηγάδια
για να πέσουν μέσα οι νιες.

Τα παιδιά μες τα χωράφια
κοροϊδεύουν τον παπά
του φοράνε όλα τα άμφια
και το παν στην αγορά.

Έλα κόρη της σελήνης,
έλα και άναψε φωτιά.
Κοίτα τόσα παλληκάρια
που κοιμούνται στη νυχτιά.

Τα παιδιά δεν έχουν μνήμη
τους προγόνους τους πουλούν
και ο, τι αρπάξουν δε θα μείνει
γιατί ευθύς μελαγχολούν.



ΦΕΡΤΕ ΜΟΥ ΕΝΑ ΜΑΝΤΟΛΙΝΟ 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:  ΖΩΗ ΦΥΤΟΥΣΗ




 Φέρτε μου ένα μαντολίνο
για να δείτε πως πονώ
κι ύστερα θα γίνω κρίνο
κι ύστερα πια θα χαθώ
Τι με νοιάζει κι αν χαθώ
αφού θα `χω γίνει κρίνο
φέρτε μου  ένα μαντολίνο

Το παιδί που μ’ αγαπάει
όλο θέλει να ρωτά
τι σημαίνει Κυριακή
Σκέφτομαι γιατί ρωτάει
και φοβάμαι ότι ξεχνά
πως τον είδα Κυριακή

Φέρτε μου ένα μαντολίνο
για να δείτε πως πονώ
κι ύστερα θα γίνω κρίνο
κι ύστερα πια θα χαθώ
Τι με νοιάζει κι αν χαθώ
αφού θα `χω γίνει κρίνο
φέρτε μου ένα μαντολίνο

Το παιδί που μ’ αγαπάει
όλο θέλει να ρωτά
που πηγαίνουν τα πουλιά
Μα το δάκρυ μου κυλάει
και καθώς αυτός κοιτά
τον σκεπάζω με φιλιά




Μάνος Χατζιδάκις – Το Νησί των Συναισθημάτων

 

 

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα Συναισθήματα.

Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.

Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.

Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.

Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.

Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.

Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»,

«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα»

Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.

«Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη.

«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία.

Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.

«Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου».

«Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.

Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία.

Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.

Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!».

Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του.

Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.

Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση:

«Γνώση, ποιος με βοήθησε»;

«Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση.

«Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε o Χρόνος;»

Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με τη βαθιά σοφία της είπε:

«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».

επιμέλεια ΑΜΑΛΙΑ ΚΑΤΣΟΥΛΑ
(AKOΛΟΥΘΕΙ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου