Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΠΕΡΣΕΑ ΣΤΟΝ ΩΚΕΑΝΟ (Γ)




Θα προχωρούσαν σιγά σιγά κατά ομάδες με σκεπασμένες ασπίδες και κράνη για να μην τους προδώσει το καθρέφτισμα απ΄το ασημένιο φως της σελήνης. Οι αρχηγοί θα πιάναν τις αποθήκες και με τους τοξότες θα ΄κλειναν τους δρόμους του λιμανιού.΄Αλλοι , δηλαδή οι "δορυφορούντες" με τις μακριές ασπίδες θα φρουρούσαν τις αποθήκες και οι σβέλτοι και πιό γεροί πολεμιστές με τις μακριές σπάθες και τις κοντές ασπίδες, αφού θα πιάναν σαν πρώους αιχμάλωτους, αουτούς που μέναν στα δύο αραγμένα πλοία θα τους φέρναν στον Περσέα και μετά θα περίμεναν κι΄άλλες διαταγές. Ο Περσέας αφού τα κανόνισε όλα αυτά έδωσε εντολή στον Σεριφιανό να μπει στα πλοία με μόνο τους θαλαμίτες και το πρωί να βρεθεί κατά μεσίς του λιμανιού με υψωμένο, το έμβλημα του μεγάλου Δία και ν΄ανεβάσει όλους επάνω στη σκέπη του πλοίου να κρατούν τα δόρατα και τις ασπίδες. ΄Ετσι μόλις αντιληφθεί πως ο Περσέας με τους άντρες του κινιούνται στο λιμάνι να φωνάζουν κατά διαλείμματα απ΄τα πλοία τη γνωστή κραυγή "Ζευς, Σωτήρ, Νίκη". Αλλά και για το κακό είχε βρεθεί  ο τρόπος ν΄αντιμετωπιστεί. Ο Σεριφαινός άν έβλεπε ότι οι άντρες των πλοίων μαζεύονταν στο μώλο απειλούμενοι από τους πολεμιστές των νησιών, θα έφερενε τα πλοία κοντά και χτυπώντας πάνω απ΄τα πλοία με βέλη θα έδινε τον καιρό στους άντρες του Περσέα να πηδήσουν μέσα ή να κολουμπήσουν και ν΄ανεβούν απ΄τα σχοινιά που τα είχαν αφήσει απλωμένα  στις πλευρές των πλοίων. Σαν αλεπούδες με ελαφρά πηδήματα οι άντρες του Περσέα άρχισαν να εφαρμόζουν το σχέδιο. Τα πράγματα φαινόντουσαν εύκολα. καμμιά αντίσταση. ύπνος βαθύς σ΄όλα τα νησιά. Ο Περσέας είχε πιάσει ένα επίκαιρο σημείο του λιμανιού εκεί που ήταν το νερό!, κοντά εκεί ήταν μεγάλος σωρός από κορμούς δέντρων. Αυτό το μέρος διάλεξε σαν προσωρινό στρατηγείο. Πάνω στους κορμούς μπορούσε να βλέπει όλο το λιμάνι και είχε πίσω του τα πλοία. Κι΄ο ανατολίτης ΄Ηλιος φάνηκε να βγαίνει πέρα στον Ωκεανό. Ο Περσέας είχε δώσει διαταγή να μην κινηθεί κανείς έξω απ΄το λιμάνι. Ο σκοπός δεν ήταν να χτυπηθού, θα περίμεναν με υπομονή και φιλική διάθεση να δουν την εξέλιξη των πραγμάτων και τότε θ΄αποφάσιζε.Χρειάζεται σωφροσύνη να κυβερνάς τόσους ανθρώπους τόσο μακριά απ΄τα σπίτια τους. Οι κάτοικοι των νησιών άρχισαν να φαίνονται στους δρόμους του λιμανιού, με απορία μεγάλη κύταζαν τα λαμπερά και παράξενα πλοία που μοιάζουν σαν θαλάσσια τέρατα με λαιμούς μακριούς και κεφάλια άγρια που στα πλάγια τους τα υψωμένα οριζόνται κουπιά έδειχναν σαν φτερούγες ανοιγμένες. Και το έμβλημα; ποιανού άρχοντα έμβλημα ήταν αυτό; ένας Αίγαγρος ορθόστηθος μαύρος πάνω σε μιά κατπράσινη ασπίδα. Κι΄αυτοί οι λαμπροί άντρες που κρατούσαν λαμπρά όπλα χωρίς καμμιά ειδοποίηση χωρίς να ξέρει κανείς τίποτα; Κάποιος έπρεπε να τρέξει στο Φόρκυ να του το αναγγείλει να έρθει αυτός ο ίδιος στο λιμάνι. Αυτός μπορεί να ξέρει ή να μάθει τί γυρεύουν οι ξένοι στον τόπο τους, έτσι που ήρθαν στο ξημέρωμα. Και ο Περσέας αυτό γύρευε να κάνει, ήθελε να δημιουργήσει φοβερή εντύπωση. Ο αιφνιδιασμός έλεγε και η προσμονή ξαρματώνει και τους πιό δυνατούς. ΄Αμα δεν δείξεις τα όπλα σου και περιμένεις επιδεικτικά έτσι σαν σε γιορτή, σελογαριάζουν πιό πολύ, και η στάση σου τους κάνει να πιστεύουν ότι κρατάς δύναμη μεγάλη, πως δεν φοβάσαι τίποτα. Ο κόσμος του νησιού, άνθρωποι φιλήσυχοι που μοιάζαν από μακριά σαν τους νησιώτες της Σέριφος, αλλά παράξενα ντυμένοι, μαζεύονταν σιγά-σιγά στο λιμάνι να δουν από κοντά τους ξένους, τα πλοία, και να μάθουν, να μάθουν περισσότερα. Τους έτρωγε η περιέργεια, από πού έρχονταν οι ξένοι.Επισκέψεις βέβαια δεχόντουσαν απ΄το δικό τους μεγάλο βασιλιά αλλά πάντα το ήξεραν τον περίμεναν προετοιμάζονταν γιορτές και χαρές και το πιό σημαντικό. τούτα τα πλοία δεν μοιάζαν με τα δικά τους ήταν αλλοιώτικα, με άλλα πανιά , πιό ψηλά , πιό φαρδιά. Τούτα μοιάζαν σαν φτερωτά άλογα τώρα το έβλεπαν, τα κεφάλια που υψώνονταν σε περήφανους λοιμούς , ήταν κεφάλια αλόγων μ΄ανοιχτά ρουθούνια κατακόκκινα και χαίτες που ανέμιζαν στον αέρα. ΄Ηταν άλογα θαλασσινά φτερωτά που μέσα στα σπλάχνα τους έκρυβαν λαμπροφορεμένους πολεμιστές παράξενα ήσυχους. Επιτέλους Να! ΄Ερχεται ο βασιλιάς με τη συνοδεία του λαμπροστολισμένος και γεμάτος ερωτηματικά. Τα πλοία που βλέπει στο λιμάνι δεν είναι του μεγάλου Βασιλιά του δικού τους. Κάποιοι ξένοι πρέπει να είναι αυτοί ίσως απ΄την απέναντι γη. Γι΄αυτούς πίστευε ότι άλλοι ήταν πολιτισμένοι κι΄άλλοι άγριοι. Τώρα έβλεπε ότι στο λιμάνι του είχε φτάσει ένας όμοιος πολιτισμός με ανθρώπους αποφασισμένους αλλά και σιωπληλούς. Αυτό τον φόβιζε περισσότερο. Μ΄αυτές τις σκέψεις έφτασε κοντά στους πρώτους πολεμιστές του Περσέα. Ο Περσέας τον είδε κι΄εδωσε προσταγή ν΄ανοίξουν δρόμο στον άρχοντα. Ταυτόχρονα τα πλοία χαιρέτησαν με μιά κραυγή, που έφερε ρίγη στους φιλήσυχους νησιώτες "Ζευς, Σωτήρ, Νίκη" ακούστηκε απ τα πλοία και μετά ησυχία.Ο Περσέας λαμπροστολισμένος χωρίςς ασπίδα, αλλά με το κράνος του και έχοντας στο πλάι του τους υπασπιστές του προχώρησε προς τον Φόρκυ. Απ΄τους ναυτικούς που είχαν πιάσει το βράδυ στα πλοία μέσα στο λιμάνι ήξερε πως η γλώσσα που  μιλούσαν ήταν λίγο διαφορετική απ΄την δική του. Είχε σκεφθεί όμως πως μπορούσε να δείξει την φιλιά του δίνοντας στον Φόρκυ ένα στολισμένο από χρυσάφι σπαθί με παραστάσεις που τεχνίτες των Αιγαιοπελαγίτικων νησιών είχαν κάνει.  ΄Ετσι αφού τον χαιρέτισε με μιά κίνηση της κεφαλής του έτεινε το δεξί χέρι και ο άρχοντας ανταποκρίθηκε. Ο Περσέας το έσφιξε φιλικά και ο άρχοντας έκανε το ίδιο. ΄Ενα χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπο και των δύο αντρών και ο Περσέας έδωσε με τα δύο του χέρια στο βασιλιά το χρυσό σπαθί. Ο βασιλιάς για μιά στιγμή δίστασε , η χειρονομία αυτή ήξερε τί σημαίνει, το γελαστό πάλι πρόσωπο του ξένου δεν άφηνε αμφιβολίες, ότι ήταν μιά φιλική πράξη και άπλωσε τα χέρια του και το πήρε. Μιά νέα κραυγή πάλι ακούστηκε απ΄όλους τους πολεμιστές "Ζευς, Σωτήρ, Νίκη". Και τα πρόσωπα τα σοβαρά και σκληρά των πολεμιστών έγιναν χαρούμενα γελαστά και φιλικά. Την ταραχή την αρχική την διαδέχθηκε η χαρά και οι άνθρωποι του νησιού μιλούσαν, γελούσαν, τα παιδιά έτρεχαν χαρούμενα κι΄όλος ο κόσμος άκουγε με μεγάλη χαρά πως οι ξένοι είναι άνθρωποι πολιτισμένοι, μιλάν την ίδια γλώσσα με το βασιλιά Φόρκυ.Αυτή ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη του Περσέα που η θεά της Σοφίας και της σωφροσύνης Αθηνά του είχε διδάξει στα πριν χρόνια. Ο Περσέας μίλησε με τον άρχοντα και δέχτηκε να πάει στο ανάκτορό του χωρίς να διστάσει ούτε στιγμή. Οι διαταγές άλλωστε είχαν δοθεί και γ΄αυτή την εξέλιξη των πραγμάτων. Οι πολεμιστές δεν θα εγκατέλειπαν το λιμάνι και οι φρουρές θα συνέχιζαν να κρατούν τις αποθήκες χωρίς να εμποδίζουν τους ανθρώπους του νησιού να  κάνουν τις δουλειές τους. Αλλά και η προσοχή τους πρέπει να είναι άγρυπνη. Μέχρι να εξακριβώσει ο Περσέας πολλά άγνωστα και να πετύχει την βοήθεια του άρχοντα έπρεπε η απειλή, που οι στρατιώτες κατάλαβαν απ΄τηνκατοχή του λιμανιού, που ήταν οι αποθήκες με τα τρόφιμα, να συνεχιστεί διακριτικά αλλά και αποφασιστικά. Αυτή τη διαταγή εκτελούσε τώρα ο Σεριφιανός, όταν ο Περσέας χάθηκε απ΄τα μάτια του στη στροφή ενός δρόμου που ασφαλώς, θα οδηγούσε  στ΄ανάκτορα του βασιλιά, παιδί κι΄αυτό του Ποσειδώνα. Οι μέρες που ακολούθησαν αποζημίωσαν τους μεγάλους ταξιδευτές. Ο βασιλιάς Φόρκυς είχε νοιώσει την απειλή αλλά τη θεώρησε σαν μέτρο προστασίας και σωφροσύνης και έδειξε την κατανόησή του στον Περσέας, που έλεγε πως το μέτρο αυτό δεν ήταν επιθετικό μιά και ζήτησε απ΄τον Φόρκυ βοήθεια και σε τρόφιμα και οδηγούς που ξέραν από εδώ και πέρα τις θάλασσες για να φτάσει στα νησιά των Γοργόνων.Τη βοήθεια αυτή έδειξε πως θα την αντάμοιβε με χρυσά σκεύη που είχαν έξοχες παραστάσεις, και υφάσματα και άλλα δώρα και προσκάλεσε τον Φόρκυ, να τον επισκεφθεί στο πλοίο του και να διαλέξει ότι θέλει. Ο Φόρκυς έδειξε πως θα βοηθούσε και χωρίς ανταμοιβή τον αδελφό που ήθελε ν΄ανοίξει και πάλι το δρόμο του Ωκεανού και για τους απέναντι λαούς και του έδειξε με τον τρόπο του ότι δεν θα πάρει τα δώρα αλλά θα του δώσει βοήθεια.



' Ετσι το ταξίδι του Περσέα συνεχίστηκε στα επόμενα νησιά που βασίλευαν πάλι γυναίκες η Σθενώ, Ευρυάλη, Μέδουσα. Στα νησιά αυτά κατοικούσαν οι Γοργόνες. Οι Γοργόνες ήταν μιά άλλη ράτσα, οι μορφές τους δεν έμοιαζαν μ΄αυτές που στη Μεσόγειο γνώριζε ο Περσέας, το χρώμα τους ήταν χαλκοκίτρινο και σκληρό. Ας ξαναγίνουμε όμως και πάλι ταξιδευτές. Με πλοηγούς τώρα  απ΄το βασιλιά Φόρκυ και με την βοήθεια μικρών πείρεγων πλεούμενων που αντί κουπιά είχαν μικρά φτερά που κινούνταν με τα πόδια και φαίνονταν σαν να πετούσαν πάνω στα κύματα, προχώρησαν μ΄ένα μόνο καράβι να επισκεφτούν και να γνωρίσουν και τ΄άλλα νησιά. Αυτά τα δεύτερα νησιά που βασιλιάς ήταν ο Χρυσάωρ ήταν πολύ πλούσια, χιλιάδες πρόβατα (μήλα) έβοσκαν σε κατπράσινα λιβάδια. Λουλούδια και δέντρα παντού. Νησιά των Εσπερίδων τα έλεγαν.
Η κτηνοτροφία σ΄αυτά ήταν μεγάλη πηγή πλούτου και μάλιστα όταν από μακριά είδε τα κοκινόμαλλα γελάδια με τους καμαρωτούς ταύρους νόμισε ότι ήταν μιά τεράστια φλόγα που αργοκινιώταν μεσ΄τους αγρούς. Να μπορούσε σκεφτόταν να πάρει στην πατρίδα μερικά γελάδια και ταύρους να γεμίσει τους κάμπους θα τον αναγνώριζαν αμέσως σαν ήρωα και θα γινόταν Διογενής με την τόλμη του και την εξυπνάδα του.
Οι συμβουλές όμως του Φόρκυ και το χειρότερο τα γνωστά σ΄όλα τα νησιά του ΄Ατλαντα πλεούμενα που είχε πάρει για την επίσκεψή του στη χώρα του Χρυσάωρα δεν έστεψαν μ΄επιτυχία την δεύτερη εξόρμησή του. Η επιχείρηση αυτή δεν έγινε με αντρεία και σοφία αλλά με πονηριά και θάρρος κατάσκοπου. Ο Χρυσάωρ όμως είχε τον δικό του τρόπο να φυλάει τα κοπάδια του απ΄τους άρπαγες. Την επιχείρηση του Περσέα την είδε σαν κλεψιά που ο βασιλιάς Φόρκυς έκανε σε βάρος του. Πολλές φορές είχε πιάσει ανθρώπους του Φόρκυ που έρχονταν μ΄αυτά τα διαβολεμένα φτερωτά πολιάρια κι΄άρπαζαν πρόβατα και γελάδια απ΄τα νησιά του. Αυτή τη φορά όμως θα τους τσάκιζε. Ο Περσέας αγνοώντας αυτή την αλήθεια έπεσε θύμα του Φόρκυ. Του είχε πει βέβαια να προσέξει γιατί ο Χρυσάωρ ήταν απολίτιστος, θεριό που δεν έπαιρνε από αδελφικά αισθήματα. Γι΄αυτό δεν του συνιστούσε να τον επισκεφθεί επίσημα , αλλά, να πάει να δει και να φύγει γιατί αλλοιώς κινδύνευε να μην ξαναγυρίσει στην πατρίδα του. Ο Φόρκυς πρέπει να σκεφτόταν πως, σαν ο πιό κοντινός προς τη θάλασσα των ξένων, θα μπορούσε να πάρει αυτός το εμόριο που είχε σταματήσει, κι΄ο Χρυσάωρ να μην οφεληθεί τίποτα. Γι΄αυτό συμβούλεψε τον Περσέα να πάει μόνο ένα πλοίο και να σταθεί μακριά σε κάποιο κόλπο μιάς απόμερης ακτής και να βγουν έξω με τα δικά του φτερωτά πλοιάρια που δεν μπορούσε να τα προλάβει κανείς στο τρέξιμο, και να αδει τα νησιά και μάλιστα το πιό πλούσιο τη Μέδουσα, αυτό ήταν αρκετό. Σ΄αυτές τις συμβουλές του Φόρκυ, που η φιλική του περιποίηση τον είχε πείσει τον Περσέα ότι του έλεγε την αλήθεια, υπάκουσε ο Περσέας κι΄έφυγε ακολουθώντας τις υποδείξεις των πλοηγών με μόνο το μπροστοκάραβο για να επισκεφθεί τα νησιά του βασιλιά Χρυσάωρα. Κι΄αυτό που είδε τον άφησε άφωνο. Είδε να πετούν στον ουρανό τέρατα που τα κεφάλια τους ήταν τυλιγμένα με φίδια, είχαν δόνται κάπρων και χρυσά φτερά. Ο Περσέας διέταξε τους άντρες του να φύγουν γλήγορα και με τα φτερωτά πλοία του Φόρκυ γύρισε στο πλοίο του και με βοηθό τη νύχτα που έπεφτε ξέφυγε και το ταξίδι της επιστροφής άρχισε.
Η επιστροφή των πλοίων προς την πατρίδα είχε ακόμη μιά μικρή περιπέτεια μ΄ένα ευχάριστο τέλος. Ο Περσέας κατέβηκε ίσως πιό χαμηλά στον Ωκεανό απ΄την Ιβηρική και βρέθηκε στη χώρα του Κηφέα που βρίσκονταν στην Βόριεα Αφρική τη χώρα των μαυροπρόσωπων παιδιών του Ηλίου (Αιθιοπία).Εκεί ακολουθώντας πιά τη δική του κρίση και τον δικό του τρόπο, έπεισε τον Κηφέα να του δώσει γυναίκα του, την πεντάμορφη Ανδρομέδα και έτσι αφού ξεκουράστηκε και πήρε εφόδια για το ταξίδι του γύρισε, νικητής και τροπαιούχος στη Σέριφο. Τα λάφυρα απ΄τα νησιά που επισκέφτηκε ήταν πολλά αλλά το πιό περίεργο ήταν ένα πέτρινο κεφάλι μιάς γοργόνας που ο Φόρκυς του έδωσε και που του είχε πει ότι έτσι έμοιαζαν οι κάτοικοι τούτων των νησιών. Ο Περσέας που είχε δει τους κατοίκους συμφώνησε πως το κεφάλι αυτό ήταν ένα σχετικό δείγμα των υπηκόων του Φόρκυ. Στη Σέριφο εν τω μεταξύ τα πράγματα είχαν αλλάξει. Ο αδελφός του Πολυδέκτη, ο Δίκτυς και η μητέρα του η Δανάη, είχαν καταφύγει στους βωμούς των θεών για να σωθούν απ΄την οργή του ερωτευμένου Πολυδέκτη. Ο Περσέας αποκατέστησε αμέσως τα πράγματα στη θέση τους όπως και πριν. ΄Αφησε όλα τα λάφυρα και τη φτερωτή λέμβο στους συντρόφους του.Στο ιερό του Ερμή το σάκκο με τις εμπορικές του παρατηρήσεις. Στο ιερό της Αθηνάς την πέτρινη κεφαλή της Μέδουσας και αφού χαιρέτησε όλους στο νησί, πήρε τη μητέρα του τη Δανάη και γύρισε στο ΄Αργος.
Στη συνέχεια θα δούμε πώς άλλος μύθος κατοπινός με ήρωα τον Ηρακλή, επιβεβαίωσεν τα αφηγήματα αυτά. Εκείνο που δεν μπορεί να ερμηνευθεί στην πρώτη αυτή εξερεύνηση του Ωκεανού στα νησιά του ΄Ατλα είναι τα "τέρατα που πετούν" και που η θέα τους άφησε αφωνους , τους πέτρωσε, όπως διηγήθηκε ο Περσέας. Να μιλούσε άραγε για προϊόντα εξελιγμένου τεχνολογικά πολιτισμού; ή τα τέρατα μπήκαν στον μύθο του Περσέα αργότερα και είναι φαντασίες παραμυθάδων τραγουδιστών; Τελειώνοντας το ταξίδι του Περσέα θέλω να ολοκληρώσω λέγοντας ότι : Η αφήγηση του ταξιδιού είναι βέβαια κεντημένη με στολίδια που θεώρησα ότι μας βοηθούν να πάρουμε μιά γεύση εκείνου του πρώτου μεγάλου ταξιδιού. Σαν αιώνια όμως παιδιά μας αρέσουν οι λεπτομέρειες και οι εξηγήσεις. Νομίζω ότι κανενός η νοημοσύνη δεν προσβάλλεται άν απομυθοποιείς τα παραμύθια  μ΄ένα άλλο παραμύθι πιό λογικό , για μεγάλα παιδιά. 

 ΤΕΛΟΣ
Peter Paul Rubens



ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ "ΑΙΓΑΙΟ ΒΟΥΝΟ"
Η.Λ.ΤΣΑΤΣΟΜΟΙΡΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου