Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ



.............
Στεκόταν μπροστά στο παρεκκλήσι του Αγίου Λεοπόλδου. Ο κόσμος περνούσε διαβατικός κι ανέμελος για όλα. ΄Ωρα βραδινή, χαμένη μέσα στα λυκόφωτα του Μάρτη...Ετοιμαζόταν να γείρει τη σκέψη του και την ψυχή του για να λουστούν μέσα στο έξαλλο σκιόφωτο, που σκορπούσαν τα περίφημα τζαμωτά του παρεκκλησιού. Δεν είναι μόνος; Απόκανε πιά απ΄τα πετάματα των τελευταίων ημερών και θέλει να σκύψει χαμηλά,- να γίνει αφή και πέτρα.
Ποιός είπε τον πλαϊνό μας όμοιο και την ψυχή μας ουσία του Θεού;
Εκείνη τη στιγμή πέρασε μπροστά του το  μικρό καλογεράκι με τη θλιμένη όψη, που σα να το είχεν απαντήσει κάποτε ανάμεσα στους ανθώνες του Ριγκ. Τα καταμαυρα μάτια του φλόγιζαν απ΄ την αγωνία. Είχε νικήσει. Είταν ένδοξο. Χωρίς καμιά προφύλαξη, έσκυψε ανάμεσα στον κόσμο, κράτησε τη φωνή του μέσα στα χέρια και σα να του ψιθύρισε μυστικά:
-΄Ερχεται η ΄Ανοιξη. Εγώ ενίκησα μεγάλη νίκη.
-Με ποιόν;
- ΄Εκανα το κορμί μου ψυχή και τις επιθυμίες μου ιδέες...
-Πόνεσες πολύ;
-Μην το ρωτάς αυτό. Σκάψε βαθύ λάκκο και ρίξε τα! Μην μπαίνεις στο ναό. Κάνει πιό πικρή τη μνήμη. Τί ωφελεί ν΄ακουσεις :Lacrymosa dies illa, qua resurget ex favilla judicandus homo reus?.(1)
Σκάψε βαθύ λάκο και ρίξε τα! ΄Υστερα σκόρπισε πάνω τους λίγη στάχτη, για να τα σώσεις απ΄τον καιρό. Τότε θα γίνει ένα θαύμα! Εσύ θα επιστρέψεις στον εαυτό σου και κείνος θα γυρίσει σε σένα. ΄Υστερα πιά θα ταξιδέψετε στη μοναξιά. Μη μιλήσεις σε κανέναν γι΄αυτό το ταξίδι,-γιατί κανείς δε θα μπορέσει να νιώσει το θαύμα του. Νά, άρχισε! Σιωπή-σιωπή...
..............................

Τ΄αμάξι έτρεχε μεσ΄ στην ανοιξιάτικη νεροποντή. Χωμένος στο βάθος και τυλιγμένος ως το λαιμό με το παλτό, άφηνε τον εαυτό του να πλανιέται λεύτερος, χωρίς πυξίδα, πάνω στα φτερά της στιγμής,- που δεν ξέρει το "αύριο", και που περιφρονεί το "ποτέ"....
Τώρα είναι λεύτερος. Τώρα είναι μονάχος. Τώρα μπορεί να τα τολμήσει όλα.Αφήνοντας πίσω τις ακτές της πρώτης πείρας, ξέρει καλά, πως το τελευταίο ταξίδι, το πιό θεαματικό, το κάνομε πάντοτε μονάχοι. Πέρα απ΄την ηδονή, τη χαρά και τη θυσία, ο εαυτός μας παραμονεύει στον ακραίο σταθμό, για να μας συντροφέψει στον υπόλοιπο δρόμο. Η μοναξιά ψιχαλίζει πάνω μας σαν ευλογία τη σιωπή της, ενώ ο πλαϊνός μας κηδεύει τόσο ανέλεα και΄απλά τα συντρίμμια της μνήμης του,- εμάς! Σηκώνομε το μαντήλι σ΄εν΄απελπισμένο διάνεμα του πλαϊνού.απορούμε, γιατί τόσο τίμια μας αποφάσισε και τόσο ήρεμα μας κηδεύει. Μα, αλοίμονο, μέσα στην αιωνιότητα της στιγμής,- την ώρα που καλπάζαμε πάνω στα φτερά της ηδονής, στην αγκαλιά της χαράς, στο προσκεφάλι της θυσίας,- τον είχαμε κι΄εμείς λησμονημένο, δεν υπηρχε πιά για μάς!
Ποιός μόρεσε να δει κατάματα τον άλλο, την ώρα που ζήτησε παντού μα πουθενά δε βρήκε;
Ο Εξάγγελος φώναξε πως η ΄Ανοιξη μπήκε με βροχή.
Μα το ταξίδι τώρα αρχίζει...


***********************************
Σχόλιο (1)
(Δακρύβρεχτη εκείνη η ημέρα όταν θα σηκωθεί από τη στάχτη
ένοχος άνθρωπος που θα κριθεί.)

Lacrimosa ονομάζονται οι δυο τελευταίες στροφές (18η και 19η) του Λατινικού ύμνου Dies Irae γνωστού από τη χρήση του παλαιότερα στη νεκρώσιμη λειτουργία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Τάσου Αθανασιάδη "ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ"
(Χρονικό από τη ζωή του Καποδίστρια.)
βιβλιοπωλείο της "ΕΣΤΙΑΣ"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου