Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ



                                                                  
                                                                               
 Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ>
 http://www.karagiozismuseum.gr/index.htm  
ΣΠΑΘΑΡΕΙΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Η γέννηση του πασίγνωστου λαϊκού μας ήρωα του ελληνικού θεάτρου σκιών , του αγαπημένου μας Καραγκιόζη, δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένη και έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις πάνω στο θέμα αυτό. Η ιστορία της δημιουργίας του βασίζεται σε προφορικές παραδόσεις από τις οποίες η πιο διαδεδομένη αναφέρεται στον γνωστό θρύλο του Καραγκιόζη και του Χατζηαβάτη που ζούσαν στην Προύσα. Ο Χατζηαβάτης ήταν εργολάβος οικοδομών και είχε αναλάβει να χτίσει το σαράϊ του πασά της Προύσας.

"Η Γέννηση του Καραγκιόζη"
έργο του Ευγένιου Σπαθάρη
Πήρε στο γιαπί εργάτες και αρχιμάστορα έβαλε τον Καραγκιόζη που ήταν μαραγκός, μα είχε μυαλό πρωτομάστορα.
Ο πασάς είδε ότι το σαράϊ αργούσε να τελειώσει κι εφοβέρισε τον Χατζηαβάτη πως θα τον θανατώσει. Ο Χατζηαβάτης φοβήθηκε και φανέρωσε στον πασά ότι φταίχτης ήταν ο Καραγκιόζης που έλεγε αστεία στους μαστόρους και γελούσαν.
Ο πασάς φοβέρισε και τον Καραγκιόζη αλλά εκείνος εξακολούθησε να αστειεύεται. Ετσι ο πασάς τον θανάτωσε.
Ολοι αγανάχτησαν με τον άδικο σκοτωμό του Καραγκιόζη κι ο πασάς για να ημερέψει τον λαό έχτισε ένα ωραίο μνημείο στην Προύσα κι έθαψε εκεί τον Καραγκιόζη με μεγάλες τιμές. Η αδικία όμως αυτή κόστισε πολύ στον πασά κι αρρώστησε βαριά.
Οι άλλοι αγάδες για να διασκεδάσουν τον πασά έφεραν τον Χατζηαβάτη στο σαράϊ να του λέει τα χωρατά του Καραγκιόζη.
Μια μέρα ο Χατζηαβάτης έκοψε έναν χάρτινο Καραγκιόζη, τέντωσε ένα πανί που το φώτισε κι έδωσε παράσταση Καραγκιόζη.
Ο πασάς ευχαριστήθηκε τόσο που του έδωσε άδεια να παίζει παραστάσεις όπου θέλει. Λέγεται, λοιπόν, πως έτσι δημιουργήθηκε ο Καραγκιόζης.

Υπάρχει όμως και ακόμα ένας θρύλος για τον Καραγκιόζη που αναφέρεται στην ιστορία ενός έλληνα από την Υδρα, του Γ. Μαυρομάτη και τοποθετείται χρονολογικά περίπου τον 18ο αιώνα. Ο Μαυρομάτης, λέγεται ότι ήλθε στην Τουρκία από την Κίνα με το θέατρο σκιών του. Αποφασίζοντας να εγκατασταθεί πλέον μόνιμα στην Πόλη, προσάρμοσε τόσο τη ζωή του όσο και το θέατρό του στα ήθη των τούρκων. Ετσι, ωνόμασε τον πρωταγωνιστή του Καραγκιόζ, προέκταση στα ελληνικά Καραγκιόζης, που στα τούρκικα σημαίνει μαυρομάτης. Ο Μαυρομάτης πέθανε στην Τουρκία και πληροφορίες αναφέρουν ότι είχε βοηθό του τον Γιάννη Μπράχαλη, τον πρώτο καλλιτέχνη του είδους που έφερε τον Καραγκιόζη στην Ελλάδα.

Οι πρώτες ιστορικά βεβαιωμένες πληροφορίες για το θέατρο του Καραγκιόζη εντοπίζονται στα μέσα του 17ου αιώνα και μας τον παρουσιάζουν να εκφράζει εικόνες από την ζωή των Τούρκων. Πολλοί υποστήριξαν ότι ο Καραγκιόζης μας ήταν τούρκικο θέατρο, όμως, όποιος γνωρίζει τον πνευματικό χαρακτήρα των λαών που ζούσαν μέσα στην τουρκική αυτοκρατορία, δύσκολο να φαντασθεί τούρκο, ή εβραίο ή αρμένη για δημιουργό του Καραγκιόζη και μάλιστα εμπνευσμένο από τη ζωή δυο ελλήνων: του Χατζηαβάτη και του Μαυρομάτη. Απλώς, η εντύπωση δημιουργήθηκε γιατί, μετά την εμφάνιση του Καραγκιόζη, η τουρκική κυριαρχία απλώθηκε σ'όλες τις χώρες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και επόμενο ήταν το θέατρο σκιών να πάρει μορφή και έκφραση σύμφωνα με τις νέες κοινωνικές συνθήκες, δηλαδή, οθωμανική.
Ηταν, επομένως, λογικό οι ακόλουθοι τέσσερεις σχεδόν αιώνες της τουρκοκρατίας να έχουν σαν αποτέλεσμα να ξεχασθεί τόσο πολύ η ελληνικότητά του, ώστε οι περισσότεροι ερευνητές να χαρακτηρίζουν τον Καραγκιόζη σαν τούρκικο θέατρο σκιών. Παρουσίαζε την τούρκικη ζωή ο Καραγκιόζης επειδή μέσα στην τουρκοκρατία διαμορφώθηκε και προς τους Τούρκους κυρίως απευθυνόταν. Ηταν ανάγκη, επομένως, να καλυφθεί με τούρκικο όνομα ο κεντρικός του ήρωας, γιατί διαφορετικά ήταν αδύνατον να ελέγχει τα φαινόμενα και τους τύπους της τούρκικης κοινωνικής ζωής.
 
Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΣΚΙΩΝ>
Σαν δρώμενο των μουσουλμανικών μοναχικών ταγμάτων, το Θέατρο Σκιών έστησε το τσαντήρι του στα μοναστήρια, στους τεκέδες, αλλά και στα εργαστήρια των βιοτεχνών του Παζαριού, το οποίο κατάργησε τους μεταπράτες, τους εμπόρους και καθιέρωσε να είναι ο παραγωγός ο ίδιος ανταλλάκτης των προϊόντων του ενώ συγχρόνως έγινε το επίκεντρο της πόλης σ'όλη την Ανατολή.
Εδραίωσε μιαν ισότιμη σχέση και διαλεκτική ανάμεσα στην πόλη και στην ύπαιθρο και διαχώρισε όλες τις κοινωνικές ομάδες της οθωμανικής επικράτειας σε τρεις "τάξεις", ανάλογα με τη θέση που έπαιρνε το κάθε άτομο στην παραγωγή:

α) στην τάξη των "ανθρώπων του σπαθιού", όπου κατατάχθηκαν οι εμπειροπόλεμοι των φυλών του βουνού και της ερήμου, κτηνοτρόφοι και διαμετακομιστές,


β) στην τάξη των "ανθρώπων του σφυριού και του δρεπανιού", όπου κατατάχτηκαν οι βιοτέχνες της πόλης και των κεφαλοχωρίων καθώς και οι καλλιεργητές των κάμπων και

γ) στην τάξη των "ανθρώπων της πένας", στην οποία κατατάχτηκαν τα μέλη της μουσουλμανικής και χριστιανικής ιεραρχίας, που αποτέλεσαν τη νομοθετική, δικαστική, διπλωματική και αργότερα διοικητική υπαλληλία και γραφειοκρατία.

Η κατάταξη έγινε στο πανί του Θεάτρου Σκιών. Ο Καραγκιόζης ο Τσιγγάνος, έγινε σύμβολο των ανθρώπων του σφυριού, των βιοτεχνών του Παζαριού γενικά. Ο Χατζηαβάτης έγινε το σύμβολο των γραμματιζούμενων, των ανθρώπων της πένας κι ο Μουσταφάς ο Μπεκρής, σύμβολο των πολεμιστών που είναι συνέχεια μεθυσμένοι από τη δύναμή τους.

Ο Καραγκιόζης δεν ήταν τουρκικός όπως γράφτηκε συχνά. Οι έννοιες "Ελλάδα" και "Τουρκία" δεν υπήρχαν τότε. Το Παζάρι ήταν και ελληνόφωνο και τουρκόφωνο κι ο Καραγκιόζης παιζόταν από την αρχή που εμφανίστηκε και στις δύο γλώσσες του Παζαριού: και στην ελληνική λαϊκή και στην τούρκικη λαϊκή γλώσσα. Καλλιεργούσε τη διαλογική συζήτηση. Δίδασκε στους θεατές το διάλογο, το παζάρεμα, τις έξυπνες ατάκες και το λογοπαίγνιο που επιτρέπει στον καθένα να είναι ετοιμόλογος.
Αυτή η μορφή του Οθωμανικού Θεάτρου Σκιών που γεννήθηκε στη Μικρασία και στην Κωνσταντινούπολη, κυριάρχησε παντού, σε όλη την Ανατολή, στα Βαλκάνια και στη Βόρεια Αφρική. Και απ'αυτήν θα προκύψουν αργότερα οι εθνικές μορφές του Θεάτρου Σκιών, στην Ελλάδα, στην Τουρκία, στη Ρουμανία, στη Γεωργία, στο Ιράκ, στη Συρία, στην Αίγυπτο, στη Λιβύη, στην Τυνησία, στην Αλγερία αλλά και στην Ευρώπη.
 
<Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ >

Ο Καραγκιόζης δεν ήταν άγνωστος στην Ελλάδα πριν από την Απελευθέρωση. Μάλιστα λέγεται ότι, τον καιρό που ετοιμαζόταν η επανάσταση, το θέατρο αυτό εχρησίμευε σαν τόπος συνάντησης των αρχηγών της που κατέστρωναν εκεί τα σχέδιά τους δίχως να τους υποψιαστούν οι Τούρκοι.

Δ. ΜΙΜΑΡΟΣ
έργο του Ευγένιου Σπαθάρη
Παιζόταν, βέβαια, στην ελληνική γλώσσα αλλά αποτελούσε θέαμα ακατάλληλο, χυδαίο ενώ τα βασικά του στοιχεία ήταν τούρκικα.
Επρόκειτο άλλωστε για θέατρο που περιόδευε από περιοχή σε περιοχή ξεκινώντας κυρίως από την Πόλη.
Ανάμεσα στους καλλιτέχνες που περιόδευαν στον ελληνικό χώρο ήταν και ο Μπάρμπα-Γιάννης Μπράχαλης που, όπως αναφέραμε, θεωρείται και ο πρώτος που έφερε την τέχνη του Καραγκιόζη στην Ελλάδα, (μεταξύ 1850 και 1860).
Μετά την απελευθέρωση, ο Καραγκιόζης εγκαθίσταται μόνιμα στην Ελλάδα και από τις αρχές πλέον του 1900 μπορούμε να μιλάμε για καθαρά ελληνικό Καραγκιόζη.
Αν και ο εξελληνισμός του ξεκίνησε από την Ηπειρο, κορυφαίος δημιουργός του ήταν ο Πατρινός ψάλτης Δημήτριος Σαρδούνης, γνωστός με το ψευδώνυμο Μίμαρος ο οποίος μετέτρεψε το θέαμα σε ελληνικό οικογενειακό θέατρο, γι'αυτό και θεωρείται ο πρώτος "δάσκαλος" του Καραγκιόζη (1890).
Το έργο του συνέχισαν οι τρεις βοηθοί και μαθητές του, Γιάννης Ρούλιας, Μέμος Χριστοδούλου και Θόδωρος Θεοδωρέλλος.

Το 1924 ιδρύεται στην Ελλάδα το Σωματείο Ελλήνων Καραγκιοζοπαικτών που αποτελείτο από 120 μέλη, μαθητές του Μίμαρου, του Ρούλια και του Μέμου.
Ιδρυτές του Σωματείου ήταν οι γνωστοί παλιοί καλλιτέχνες του θεάτρου σκιών, Σωτήρης Σπαθάρης και Αντώνης Παπούλιας ή Μόλλας.

Από τους πιο γνωστούς καραγκιοζοπαίκτες και μέλη του Σωματείου ήταν οι: Ανδρέας Αγιομαυρίτης, Γιάννης Μώρος, Μάρκος Ξανθάκης ή Ξάνθος, Κώστας Νταμαδάκης, Χρήστος Χαρίδημος, Παναγιώτης Μιχόπουλος, Γιάννης Παπούλιας, Σπύρος Κούζαρος, Βασίλης Αγαπητός, Ντίνος Θεοδωρόπουλος, Βασίλης Αγαπητός, Βασίλαρος, Γιάννης Πρεβεζάνος, Λευτέρης Κελαρινόπουλος, Μήτσος Μανωλόπουλος και πολλοί άλλοι που εμπλούτισαν τον ελληνικό Καραγκιόζη με έργα και φιγούρες.
Εκείνη την περίοδο και μέχρι το 1940 η τέχνη του Καραγκιόζη ήκμασε πολύ σε όλο τον ελληνικό χώρο. Η γερμανική κατοχή κατόπιν προκάλεσε την πρώτη κρίση του θεατρικού αυτού είδους, αλλά, παρ'όλα'αυτά
δεν χάθηκε χάρη στον αγώνα των δημιουργών του.


Το Πανελλήνιο Σωματείο Καραγκιοζοπαιχτών
Με την εισβολή του έγχρωμου κινηματογράφου ο Καραγκιόζης και η τέχνη του έτεινε να εκλείψει, ωστόσο η επίπονη και επίμονη προσπάθεια του αξιόλογου καλλιτέχνη Ευγένιου Σπαθάρη ξαναζωντάνεψε τον λαϊκό μας ήρωα.
Σήμερα, η θεατρική αυτή παράδοση συνεχίζεται με ενδιαφέρον από διάφορους παίκτες σε όλη την Ελλάδα και οι θεατές εξακολουθούν να την δέχονται με μεγάλη αγάπη και απέραντη νοσταλγία. Πρόκειται για μια κληρονομιά πολύτιμη που δεν πρέπει να χαθεί και αξίζει γιατί ο ήρωάς της είναι ο καθρέφτης της γνήσιας ελληνικής ψυχής. 


<ΟΙ ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΦΙΓΟΥΡΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΣΚΙΩΝ>
Ο Καραγκιόζης
Ο Καραγκιόζης: Είναι ο ιδανικός τύπος του φτωχού Έλληνα, του τόσο φτωχού που έχει πια απαρνηθεί κάθε ιδιωτική φροντίδα κι έχει εξυψωθεί σε εύθυμη φιλοσοφική θεώρηση της ζωής. Είναι αγαθός, σκληρός καμμιά φορά στ'αστεία του, αλλά καλόκαρδος στο βάθος. Γεμάτος τεμπελιά και αισιοδοξία, αλλά και γεμάτος διάθεση ν'ανακατεύεται σε όλα. Τον ενδιαφέρει κάθε τι που γίνεται γύρω του, όλους τους πειράζει και τους κοροϊδεύει και προ πάντων τον ίδιο τον εαυτό του. Το χέρι του είναι εξαιρετικά ευκίνητο και υπερβολικά μακρύ, για σκηνικούς λόγους, για να μπορεί να ξύνει την πλάτη του και το κεφάλι του ή για να χειρονομεί. Επίσης έχει συμβολική σημασία γιατί εκπροσωπεί το έξυπνο πνεύμα του. Καρπαζώνει προθυμότατα, δέρνει αλλά και δέρνεται. Είναι ευφυολόγος, ετοιμόλογος και αστείος, ποτέ όμως γελοίος. Δεν είναι ταπεινός, ούτε όταν δέρνεται. Το δέχεται κι αυτό σαν μια κακοτυχία του και σαν συνέπεια της κακοκεφαλιάς του, με την ίδια εύθυμη εγκαρτέρηση και το ίδιο ειρωνικό του κέφι.
Αγλαΐα : H γυναίκα του Καραγκιόζη. Εκπροσωπεί τον χαρακτήρα της φτωχής Ελληνίδας νοικοκυράς που προσπαθεί να βοηθήσει την οικογένειά της δουλεύοντας σε ευκατάστατες οικογένειες.
Βεζυροπούλα: Είναι η κόρη του Πασά. Καλομαθημένη, και δείχνει να σέβεται τον πατέρα της, ωστόσο, καταφέρνει πάντα να πετυχαίνει  αυτό που επιδιώκει.
Ο Χατζηαβάτης
Ο Χατζηαβάτης: Ο τύπος του ραγιά που ζει ακόμα με την ανάμνηση της τουρκοκρατίας. Παμπόνηρος, ανήσυχος για όλα, αδύνατος, δειλός, κόλακας και γαλίφος, κυρίως απέναντι στους ισχυρούς. Προσποιείται τον μισοκακόμοιρο ενώ ο νους του δουλεύει και ειδικά στις βρωμοδουλειές. Από την άλλη πλευρά, εκπροσωπεί τον τύπο του βιοπαλαιστή αστού. Το επάγγελμά του είναι τελάλης, μεσίτης και ταχυδρόμος που εκτελεί παραγγελίες του μπέη και του πασά. Ωστόσο είναι ευγενικός, αξιοπρεπής και αξιόπιστος. Οικογενειάρχης, αν και δεν παρουσιάζεται αυτό ποτέ στη σκηνή, είναι πιο μορφωμένος κοινωνικά από τον Καραγκιόζη και γνωρίζοντας καλύτερα τον κόσμο προσπαθεί πάντα να διορθώνει τον φίλο του ή να τον δασκαλεύει.
Ο Μπέης
Ο Μπέης: Αντιπροσωπεύει τον εύπορο αστό και γενικά τον άνθρωπο της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Είναι καλός οικογενειάρχης, ηθικός και συνήθως δίνει παραγγελίες στον Χατζηαβάτη για διάφορες υποθέσεις του, χρησιμοποιώντας τον σαν τελάλη ή μεσίτη και ξεκινώντας μ'αυτόν τον τρόπο την πλοκή της υπόθεσης.
Ο Διονύσιος
Ο Διονύσιος: Σατυρίζει τον τύπο του ξεπεσμένου αριστοκράτη από την Ζάκυνθο ή απλά του φαντασιόπληκτου ζακυνθινού που πιστεύει πως κατάγεται από αρχοντική και πλούσια οικογένεια. Είναι όμως αξιοπρεπής, πολιτισμένος, αγαθός, ομιλητικός και εξαιρετικά γρήγορος στην ομιλία του όπως και οι συντοπίτες του. Ειναι καλοντυμένος, φορά ψηλό καπέλο και παρασύρεται εύκολα στις κατεργαριές του φίλου του, Καραγκιόζη.                                     

.                                      Ο Εβραίος

Ο Εβραίος: Το όνομά του είναι Σολομών ή Σολωμός, όπως τον αποκαλεί ο Καραγκιόζης. Είναι χαρακτήρας εμπόρου της πόλης και συγκεκριμένα της Θεσσαλονίκης, αρκετά πλούσιος, πολύ τσιγγούνης, πονηρός και δειλός. Σαν φιγούρα είναι πολύ ευχάριστη γιατί είναι δεμένος σε δυο μεριές και όταν χορεύει κουνιέται η μέση και το κεφάλι του σαν να είναι "ξεβιδωμένος", με αποτέλεσμα να γελάνε οι θεατές.
Ο Μορφονιός
Ο Μορφονιός: Ονομάζεται Ζαχαρίας, είναι νάνος με πελώριο κεφάλι και μακριά μύτη γι'αυτό μιλάει και μ'αυτή. Είναι καλοαναθρεμμένος και πολύ λιγόψυχος, έτσι, όταν τον φοβερίζει ο Καραγκιόζης λιποθυμάει.
Μπαρμπα - Γιώργος
Μπαρμπα - Γιώργος: Εκπροσωπεί τον βουνίσιο έλληνα, τον γνήσιο ρουμελιώτη που ο χαρακτήρας του παρέμεινε αδιάφθορος μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Είναι τύπος αγαθός, ηθικός και δυνατός. Καμαρώνει που είναι θείος του Καραγκιόζη και γι'αυτό του προσφέρει στοργικά την προστασία του.
Ο Σταύρακας
Ο Σταύρακας: Ντυμένος κουτσαβάκικα, ο Σταύρακας, έχει θεωρία παλληκαρά αλλά συνέχεια τρώει ξύλο. Είναι ψεύτης, καυχησιάρης και ονομάζεται Σταυράκης Τζίμης από τον Περαία.
Ο Πασάς
Ο Πασάς: Είναι ο εκπρόσωπος της τούρκικης εξουσίας και την επισημότητά του την εκδηλώνει με το σοβαρό, αυστηρό ύφος του και με τον στόμφο της ομιλίας του. Είναι επιβλητικός, με πλούσιο ντύσιμο και δεν τραγουδάει ποτέ όπως τα άλλα πρόσωπα του θιάσου επειδή θεωρείται αξιοσέβαστος.
Ο Βεληγκέκας
Ο Βεληγκέκας: Αντιπροσωπεύει την εκτελεστική εξουσία της δημόσιας τάξης. Είναι τουρκαλβανός στην καταγωγή, κουτός, απολίτιστος, λιγόλογος και μιλά άσχημα τα ελληνικά με ανάμικτες αρβανίτικες και τούρκικες εκφράσεις.


   

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

ΚΟΤΤΑΒΟΣ

Παίκτης Κοττάβου προσπαθεί να παίξει από όρθια θέση. Ερυθρόμορφη οινοχόη από την Ταρκύνια 440-430 π. Χ, Βερολίνο
Ο κότταβος ήταν παιχνίδι επιδεξιότητας που έπαιζαν οι αρχαίοι Έλληνες στα νυχτερινά συμπόσια για διασκέδαση και για να περνάει η ώρα. Η προέλευσή του τοποθετείται στην Σικελία.
Σκοπός του παιχνιδιού αυτού ήταν να πετύχουν ένα στόχο. Σαν βολή χρησιμοποιούσαν κρασί που το εκσφενδόνιζαν με το στόμα ή το πετούσαν με το χέρι κρατώντας ένα ρηχό πιάτο. Στόχος ήταν η πλάστιγγα, μια πιατέλα που ήταν προσαρμοσμένη ψηλά σε ένα ραβδί, ή έπλεε σε μια λεκάνη με νερό.
Η πλάστιγγα έπρεπε να πέσει κάτω ή να βυθιστεί ή πέφτοντας να γίνει "καπέλο" σε ένα αγαλματάκι που ήταν στημένο από κάτω.
Ανάλογα με την περίπτωση το χρησιμοποιούσαν και ως μαντείο, ερμηνεύοντας την τροχιά του κρασιού ή της πλάστιγγας κατά την ελεύθερη πτώση. Εκτελώντας αυτή την άσκηση δεξιοτεχνίας, ο πότης προφέρει τό όνομα της γυναίκας ή του άντρα που ποθεί. Αν το κρασί πετύχει το στόχο, ο παίχτης είναι βέβαιος για τα αισθήματα του προσώπου  που τον ενδιαφέρει.


Για ανταμοιβή έβαζαν την πλάστιγγα, ή διάφορα άλλα δώρα. Σημασία είχε όχι μόνο να πετύχουν το στόχο, αλλά και η καλαισθησία της κίνησης και της τροχιάς του βλήματος κατά το παιχνίδι. Το παιχνίδι ήταν τόσο δημοφιλές, που κάποιος ονόματι Αθηναίος λένε ότι είχε συγκεντρώσει πλούσια συλλογή βραβείων.
Σε ένα ποίημα ο ΄Ερωτας και ο Υμέναιος  παίζουν κότταβο, ενώ ο Γανυμήδης  με ένα στεφάνι στα χέρια είναι διαιτητής. Ανταμοιβή είναι ένα αγαλματάκι της ΄Ηβης σε έναν αργυρό δίσκο. Ο Υμέναιος έριξε πρώτος, αλλά δεν πέτυχε. Τότε ο Έρως με την σειρά του σημάδεψε, και πριν ρίξει, έκανε από μέσα του προσευχή στην μητέρα του.
Στην Παλατινή Ανθολογία, διαβάζουμε μιά επίκληση προς μιά εταίρα, στην διάρκεια του κότταβου. "Μόλις ο ηχηρός θόρυβος του κρασιού, σαν το πλατάγισμα του "τηλέφιλου" κροτήσει πάνω στο κύρτωμα του προφητικού αγγείου, ξέρω πως μ΄αγαπάς. Θα μου δείξεις αμέσως πως είναι αλήθεια, πλαγιάζοντας μαζί μου ολόκληρη τη νύχτα. ΄Ετσι, θα μου δείξεις την ειλικρίνειά σου. Και θ΄αφήσω αυτούς τους μεθύστακες να γλεντάνε με τον κότταβο, ρίχνοντας με φασαρία πολλή , το κρασί τους στο αγγείο".
Υπήρχαν και διάφορες παραλλαγές του παιχνιδιού , μιά εκ των οποίων είναι γνωστή ως "κότταβος κατακτός".Χρησιμοποιούσαν μιά μεταλλική ράβδο, στημένη κατακόρυφα ,πατώντας σταθερά σε τρία πόδια, όπως τα καντηλέρια, η οποία κατέληγε σε μιά μυτερή αιχμή. Στην κορυφή τοποθετούσαν έναν μικρό δίσκο σε ασταθή ισορροπία. Ο παίκτης έπρεπε να ρίξει τις σταγόνες του κρασιού πάνω στον δίσκο και να τον ανατρέψει. Εκείνος πέφτοντας έκανε έναν χαρακτηριστικό ήχο, αφού χτύπαγε πάνω σ΄εναν μεγαλύτερο που ήταν στερεωμένος στην μέση της κοτταβικής ράβδου. Από τον ήχο εξαγόταν και το μαντικό συμπέρασμα. 
 Η φύση του παιχνιδιού δείχνει την σχέση που είχε με τον Διόνυσο και την Αφροδίτη. Παιζόταν για περίπου τρεις αιώνες από το 600 π. Χ που πρωτοεμφανίστηκε, με τόσο πάθος ,ώστε έφθασαν να κατασκευάζουν ειδικές στρογγυλές αίθουσες , στην μέση των οποίων τοποθετούνταν τα αντικείμενα του παιχνιδιού. Ωστόσο, λόγω της πολυπλοκότητας (πιθανότατα), στην πορεία των αιώνων, οι μεθυσμένοι πότες προτίμησαν πιό εύκολα παιχνίδια και έτσι εγκαταλείφθηκε Παρ΄όλ΄αυτά, γοήτευσε και εξακολουθεί να γοητεύει τους ερευνητές.
 
Σκηνή συμποσίου, με δυό ζευγάρια να παίζουν Κότταβο, 340-330 π.Χ, Βύρτσμπουργκ , Martin Von Wagner Museum.

 κόττᾰβος, ὁ, Ἰων. καὶ ἀρχ. Ἀττ. κόσσαβος (ὡς ἐν Αἰσχύλ. Ἀποσ. 178 πρβλ. Εὐρ. Ἀποσπ. 632)· ― Σικελική τις παιδιὰ ( Ἀνακρ. 52, Κριτίας 1. 1), λίαν συνήθης ἐν τοῖς συμποσίοις τῶν νέων ἐν Ἀθήναις. Ὁ ἁπλούστατος τρόπος τῆς παιδιᾶς ἦτο νὰ ῥίπτῃ ἕκαστος τῶν συμποτῶν τὸν οἶνον τὸν ἐναπολειφθέντα εἰς τὸ ποτήριόν του οὕτως ὥστε νὰ πλήττῃ ἠχηρῶς λεκάνην τινὰ ἐκ μετάλλου, ἐνῷ αὐτὸς ἐπεκαλεῖτο τὸ ὄνομα τῆς ἐρωμένης του, καὶ ἐὰν ὁ ὅλος οἶνος ἔπιπτε μετὰ διακεκριμένου καὶ καθαροῦ ἤχου εἰς τὴν λεκάνην, ἐσήμαινεν ὅτι εἶχε τὴν εὔνοιαν αὐτῆς, πρβλ. Καλλ. Ἀποσπ. 102. Ὁ οἶνος ὁ οὕτω ῥιπτόμενος ἐκαλεῖτο λάταγες ἢ λαταγὴ (ἴδε λάταξ). Ἡ πρᾶξις τοῦ ῥίπτειν (ἀποκοτταβίζειν) περιγράφεται ἐπιτυχῶς ὑπὸ τοῦ Ἀντιφάν. ἐν «Ἀφροδίτης γοναῖς» 1, ἔνθα ἴδε Meineke· πρβλ. ἀγκύλη, ἀγκύλητος. ― Ἡ παιδιὰ αὕτη ταχέως κατέστη πολύπλοκος καὶ ἐπαίζετο κατὰ διαφόρους τρόπους. Ἐνίοτε πολλὰ μικρὰ ποτήρια (ὀξύβαθα) ἐτίθεντο οὕτως ὥστε νὰ ἐπιπλέωσιν ἐν τῇ λεκάνῃ, καὶ ὅστις ῥίπτων τὸν οἶνον ἀνέτρεπε πλειότερα ἐξ αὐτῶν εἰς ὡρισμένον ἀριθμὸν βολῶν ἐλάμβανε τὸ βραβεῖον (κοττάβιον), Κρατῖν. ἔνθ’ ἀνωτ., Πλάτ. Κωμ. ἐν «Διῒ κακουμένῳ» 1· πρβλ. Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 9, Ἰουβενάλ. 3. 102· ἐνίοτε ὁ οἶνος ἐρρίπτετο ἐπὶ πλάστιγγος κρεμαμένης ὑπεράνω ἀγαλματίου (μάνης Ἀντιφ. ἔνθ’ ἀνωτ. γέρων Εὐρ. Ἀποσπ. 566) τεθειμένου ἐντὸς ὕδατος καὶ ἡ ἐπιτυχία τοῦ παιγνιδίου ἔκειτο εἰς τὸ νὰ κάμῃ ὁ ἀποκοτταβίζων τὴν πλάστιγγα νὰ πλήξῃ κατερχομένη τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀγάλματος. Περὶ τῶν ἀρχαιοτέρων περιγραφῶν τῆς παιδιᾶς ἴδε Ἀθήν. 666 κἑξ. (πρβλ. 479), Σχόλ. Ἀριστοφ. Εἰρ. 342, 1243, Πολυδ. Ϛ΄, 109, Σουΐδ. ἐν λέξ. κοτταβίζειν. Τὴν λέξιν κότταβος μετεχειρίζοντο, 1) ἐπὶ τῆς αὐτῆς παιδιᾶς, Ἀνακρ. 52, Κριτίας 1. 1, Πλάτ. Κωμ. ἐν «Λάκωσιν» 1. 4, κτλ. 2) ἐπὶ τοῦ ἄθλου, = κοττάβιον, Εὔπολ. ἐν «Βάπταις» 20, πρβλ. Ἀθήν. 667D 3) ἐπὶ τοῦ ῥιπτομένου οἴνου, = λάταξ, Εὐρ. Ἀποσπ. 632, Ἀντιφ. ἐν «Ἀφροδίτης γοναῖς» 1. 5, πρβλ. Meineke εἰς Κωμ. Ἀποσπ. 5. σ. 44. 7) ἐπὶ τῆς λεκάνης, = κοτταβεῖον. Κρατῖν. ἐν «Νεμέσει» 6, Εὔπολ. ἔνθ’ ἀνωτ., Ἀντιφ. ἔνθ’ ἀνωτ.

Πηγές:

ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ Dr. Wilhelm Richter, επιμ. (1887) (στα Γερμανικά). Die Spiele der Griechen und Römer. Λειψία: E. A. Seemann

Χρήστος Λάζος "παιχνίδια των αρχαίων ελλήνων" εκδόσεις ΑΙΟΛΟΣ

Λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. 

 

Ἄνθος τοῦ γιαλοῦ




Ἐπὶ πολλὰς νύκτας κατὰ συνέχειαν ἔβλεπεν ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, ἐκεῖ ὅπου ἔδενε
τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντὰ στὰ Κοτρώνια τοῦ ἀνατολικοῦ γιαλοῦ, ἀνάμεσα
εἰς δυὸ ὑψηλοὺς βράχους καὶ κάτω ἀπὸ ἕνα παλαιὸν ἐρημόσπιτον κατηρειπωμένον, -
ἐκεῖ ἔστρωνε συνήθως τὴν κάπαν ἐπάνω στὴν πλώρην τῆς βάρκας, κ᾿ ἐκοιμᾶτο
χορευτὸν καὶ νανουρισμένον ὕπνον, τρεῖς σπιθαμὲς ὑψηλότερ᾿ ἀπὸ τὸ κῦμα, θεωρῶν
τὰ ἄστρα, καὶ μελετῶν τὴν Πούλιαν καὶ ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ - ἔβλεπε,
λέγω, ἀνοικτὰ εἰς τὸ πέλαγος, ἔξω ἀπὸ τὰ δυὸ ἀνθισμένα νησάκια, τὰ φυλάττοντα ὡς
σκοποὶ τὸ στόμιον τοῦ λιμένος, ἓν μελαγχολικὸν φῶς - κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ἢ
ἄστρον πεσμένον - νὰ τρεμοφέγγῃ, ἐκεῖ μακράν, εἰς τὸ βάθος τῆς μελανωμένης
εἰκόνος, ἐπιπολῆς εἰς τὸ κῦμα, καὶ νὰ στέκῃ ἐπὶ ὥρας, φαινόμενον ὡς νὰ ἔπλεε, καὶ
μένον ἀκίνητον.
Ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, λεμβοῦχος ψαράς, ἦτον ἀδύνατος στὰ μυαλὰ ὅπως καὶ πᾶς
θνητός. Ἀρκετὸν ἦτο ἤδη ὁποὺ ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ ἐκεῖ, δίπλα εἰς τοὺς
δυὸ μαυρισμένους βράχους, κάτω ἀπὸ τὸ ἐρημόσπιτον ἐκεῖνο, τ᾿ ὁλόρθον ἄψυχον
φάντασμα, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν φήμην, ὅτι ἦτο στοιχειωμένον. Ἐκαλεῖτο κοινῶς «τῆς
Λουλούδως τὸ Καλύβι». Gιατί; Κανεὶς δὲν ἤξευρεν. Ἤ, ἂν ὑπῆρχον ὀλίγα γραΐδια
«λαδικά», ἢ καὶ δυὸ τρεῖς γέροι, γνωρίζοντες τὰς παλαιὰς ἱστορίας τοῦ τόπου, ὁ
Μάνος δὲν ἔτυχεν εὐκαιρίας νὰ τοὺς ἐρωτήση.
Ἔβλεπε, βραδιὲς τώρα, τὸ παράδοξον ἐκεῖνο μεμακρυσμένον φῶς νὰ τρέμῃ καὶ νὰ
φέγγῃ ἐκεῖ εἰς τὸ πέλαγος, ἐνῷ ἤξευρεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐκεῖ κανεὶς φάρος. Ἡ Κυβέρνησις
δὲν εἶχε φροντίσει δι᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς τὰ μικρὰ μέρη, τὰ μὴ ἔχοντα ἰσχυροὺς
βουλευτάς.
Τί, λοιπόν, ἦτο τὸ φῶς ἐκεῖνο; Ἠσθάνετο ἐπιθυμίαν, ἐπειδὴ σχεδὸν καθημερινῶς
ἐπέρνα μὲ τὴν βάρκα του ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πέραμα, ἀνάμεσα εἰς τὰ δυὸ χλοερὰ νησάκια,
καὶ δὲν ἔβλεπε κανὲν ἴχνος ἐκεῖ τὴν ἡμέραν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξηγῇ τὴν παρουσίαν τοῦ
φωτὸς τὴν νύκτα, νὰ πλεύση τὰ μεσάνυχτα, διακόπτων τὸν μακάριον ὕπνον του, καὶ
τοὺς ρεμβασμούς του πρὸς τ᾿ ἄστρα καὶ τὴν Πούλιαν, νὰ φθάση ἕως ἐκεῖ, νὰ ἰδῆ τί
εἶναι, καί, ἐν ἀνάγκῃ, νὰ τὸ κυνηγήση τὸ μυστηριῶδες ἐκεῖνο φέγγος. Ὅθεν ὁ Μάνος,
ἐπειδὴ ἦτο ἀσθενὴς ἄνθρωπος, καθὼς εἴπομεν, νέος εἰκοσαετής, ἐκάλεσεν ἐπίκουρον
καὶ τὸν Γιαλὴν τῆς Φαφάνας, δέκα ἔτη μεγαλύτερόν του, ἀφοῦ τοῦ διηγήθη τὸ
νυκτερινὸν ὅραμά του, διὰ νὰ τοῦ κάμῃ συντροφιὰν εἰς τὴν ἀσυνήθη ἐκδρομήν.
* * *
Ἐπῆγαν μίαν νύκτα, ὅταν ἡ σελήνη ἦτο ἐννέα ἡμερῶν, κ᾿ ἔμελλε νὰ δύση περὶ τὴν
μίαν μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Τὸ φῶς ἐφαίνετο ἐκεῖ, ἀκίνητον ὡς καρφωμένον, ἐνῷ ὁ
πύρινος κολοβὸς δίσκος κατέβαινεν ἤρεμα πρὸς δυσμᾶς κ᾿ ἔμελλε νὰ κρυφθῆ ὀπίσω
τοῦ βουνοῦ. Ὅσον ἔπλεαν αὐτοὶ μὲ τὴν βάρκαν, τόσον τοὺς ἔφευγε, χωρὶς νὰ κινῆται
ὀφθαλμοφανῶς, ὁ μυστηριώδης πυρσός. Ἔβαλαν δύναμιν εἰς τὰ κουπιά,
«ἐξεπλατίσθηκαν». Τὸ φῶς ἐμακρύνετο, ἐφαίνετο ἀπώτερον ὁλονέν. Ἦτο ἄφθαστον.
Τέλος ἔγινεν ἄφαντον ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς των.
Ὁ Μάνος, μαζὶ μὲ τὸν Φαφάναν, ἔκαμαν πολλοὺς σταυρούς. Ἀντήλλαξαν ὀλίγας
λέξεις:
- Gὲν εἶναι φανάρι, δὲν εἶναι καΐκι, ὄχι.
- Καὶ τί εἶναι;
- Εἶναι...
Ὁ Γιαλὴς τῆς Φαφάνας δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ.
Τὴν νύκτα τῆς τρίτης ἡμέρας, καὶ πάλιν δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρας μετ᾿ αὐτήν, οἱ δυὸ
ναυτίλοι ἐπεχείρησαν ἐκ νέου τὴν ἐκδρομήν. Πάντοτε ἔβλεπαν τὴν μυστηριώδη
λάμψιν νὰ χορεύῃ εἰς τὰ κύματα. Εἶτα, ὅσον ἐπλησίαζαν αὐτοί, τόσον τὸ ὅραμα
ἔφευγε. Καὶ τέλος ἐγίνετο ἄφαντον. Τί ἄρα ἦτο;
* * *
Εἷς μόνον γείτων εἶχε παρατηρήσει τὰς ἐπανειλημμένας νυκτερινὰς ἐκδρομὰς τῶν
δυὸ φίλων μὲ τὴν βάρκαν. Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας, ἄνθρωπος πενηντάρης, εἶχε διαβάσει
πολλὰ παλαιὰ βιβλία μὲ τὰ ὀλίγα κολλυβογράμματα ποὺ ἤξευρε, καὶ εἶχεν ὁμιλήσει
μὲ πολλὰς γραίας σοφάς, αἵτινες ὑπῆρξαν τὸ πάλαι. Ἐκάθητο ὅλην τὴν νύκτα,
ἀγρυπνῶν, σιμὰ εἰς τὸ παράθυρόν του, βλέπων πρὸς τὴν θάλασσαν, καὶ πότε ἐδιάβαζε
τὰ βιβλία του, πότε ἐρρέμβαζε πρὸς τὰ ἄστρα καὶ πρὸς τὰ κύματα. Ἡ καλύβη του,
ὅπου ἔρημος καὶ μόνος ἐκατοικοῦσεν, ἔκειτο ὀλίγους βράχους παραπέρα ἀπὸ τὸ σπίτι
τῆς Λουλούδως, ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του ὁ Μάνος, ἀνάμεσα εἰς τὸ σπίτι τῆς
Βάσως τοῦ Ραγιᾶ καὶ τῆς Γκαβαλογίνας.
Μίαν νύκτα, ὁ Κορωνιὸς καὶ ὁ ἐγγονὸς τῆς Φαφάνας ἡτοιμάζοντο νὰ λύσουν τὴν
βάρκαν, καὶ νὰ κωπηλατήσουν, τετάρτην φοράν, διὰ νὰ κυνηγήσουν τὸ ἀσύλληπτον
θήραμά των.
Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας τοὺς εἶδεν, ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν καλύβην του, φορῶν ἄσπρον
σκοῦφον καὶ ράσον μακρύ, ὅπως ἐσυνήθιζε κατ᾿ οἶκον, ἐπήδησε δυὸ τρεῖς βράχους
πρὸς τὰ ἐκεῖ, κ᾿ ἔφθασε παραπάνω ἀπὸ τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκοντο οἱ δυὸ φίλοι.
- Γιὰ ποῦ, ἂν θέλῃ ὁ Θεός, παιδιά; τοὺς ἐφώναξεν. Εἶναι βραδιὲς τώρα ποὺ τρέχετε
ἔξω ἀπὸ τὸ λιμάνι, χωρὶς νὰ γιαλεύετε, χωρὶς νὰ πυροφανίζετε - καὶ τὰ ψάρια σας δὲν
τὰ εἴδαμε. Μήπως σᾶς ὠνείρεψε καὶ σκάφτετε πουθενά, γιὰ νὰ βρῆτε τίποτα
θησαυρό;
Ὁ Μάνος παρεκάλεσε τὸν Κόκοϊαν νὰ κατεβῇ παρακάτω καὶ νὰ ὁμιλῇ σιγανώτερα.
Εἶτα δὲν ἐδίστασε νὰ τοῦ διηγηθῆ τὸ ὅραμά του.
Ὁ Λίμπος ἤκουσε μετὰ προσοχῆς. Εἶτα ἐγέλασε:

7
- Ἀμ᾿ ποὺ νὰ τὰ ξέρετε αὐτὰ ἐσεῖς, οἱ νέοι, εἶπε, σείων σφοδρῶς τὴν κεφαλήν. Τὸν
παλαιὸν καιρὸν τέτοια πράματα, σὰν αὐτὸ ποὺ εἶδες, Μάνο, τὰ ἔβλεπαν ὅσοι ἦταν
καθαροί, τώρα τὰ βλέπουν μόνο οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι. Ἐγὼ δὲ βλέπω τίποτα!.. Τὸ ἴδιο
κι ὁ Γιαλὴς βλέπει αὐτὸ ποῦ λὲς πῶς βλέπεις;
Ὁ Γιαλὴς ἠναγκάσθη μὲ συστολὴν κατωτέραν της ἡλικίας του νὰ ὁμολογήση, ὅτι δὲν
ἔβλεπε τὸ φῶς, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἀλλ᾿ ἐπείθετο εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Μάνου, ὅστις
ἔλεγεν ὅτι τὸ βλέπει.
Ὁ Κόκοϊας, ἤρχισε τότε νὰ διηγῆται:
- Ἀκοῦστε νὰ σᾶς πῶ, παιδιά. Ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπετε, ἔφθασα τὴ γριά-Κοεράνω τοῦ
Ραγιᾶ, τὴν μαννοῦ αὐτῆς τῆς Βάσως τῆς γειτόνισσας, καθὼς καὶ τὴ μάννα τῆς
Γκαβαλογίνας, ἀκόμα κι ἄλλες γριές. Μοῦ εἶχαν διηγηθῆ πολλὰ πρωτινά, παλαιικὰ
πράματα, καθὼς κι αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς πῶ τώρα:
»Βλέπετε αὐτὸ τὸ χάλασμα, τὸ Καλύβι τῆς Λουλούδως, ποὺ λένε πῶς εἶναι
στοιχειωμένο; Ἐδῶ τὸν παλαιὸν καιρὸ ἐκατοικοῦσε μιὰ κόρη, ἡ Λουλούδω, ὁποὺ τὴν
εἶχαν ὀνοματίσει γιὰ τὴν ἐμορφιά της, - ἔλαμπε ὁ ἥλιος, ἔλαμπε κι αὐτὴ - μαζὶ μὲ τὸν
πατέρα της τὸν γερό-Θεριὰ (ἑλληνικὰ τὸν ἔλεγαν Θηρέα), ὅπου ἐκυνηγοῦσε ὅλους
τοὺς Gράκους καὶ τὰ Στοιχειά, μὲ τὴν ἀσημένια σαγίτα καὶ μὲ φαρμακωμένα βέλη.
Ἕνα Βασιλόπουλο ἀπὸ τὰ ξένα τὴν ἀγάπησε τὴν ὄμορφη Λουλούδω. Τῆς ἔδωκε τὸ
δαχτυλίδι του, κ᾿ ἐκίνησε νὰ πάῃ στὸ σεφέρι καὶ τῆς ἔταξε μὲ ὅρκον ὅτι, ἅμα νικήση
τοὺς βαρβάρους, τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός, θὰ ἔρθη νὰ τὴν στεφανωθῇ.
»Ἐπῆγε τὸ Βασιλόπουλο. Ἔμεινεν ἡ Λουλούδω, ρίχνοντας τὰ δάκρυά της στὸ κῦμα,
στὸν ἀέρα στέλνοντας τοὺς ἀναστεναγμούς της, καὶ τὴν προσευχὴ στὰ οὐράνια, νὰ
βγῆ νικητὴς τὸ Βασιλόπουλο, νὰ ἔρθη ἡ μέρα ποὺ θὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός, νὰ γυρίση ὁ
σαστικός της νὰ τὴν στεφανωθῆ.
»Ἔφτασε ἡ μέρα ποὺ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. Ἡ Παναγία μὲ ἀστραφτερὸ πρόσωπο,
χωρὶς πόνο, χωρὶς βοήθεια, γέννησε τὸ Βρέφος μὲς στὴ Σπηλιά, τὸ ἐσήκωσε, τὸ
ἐσπαργάνωσε μὲ χαρά, καὶ τὸ ῾βαλε στὸ παχνί, γιὰ νὰ τὸ κοιμίση. Ἕνα βοϊδάκι κ᾿ ἕνα
γαϊδουράκι ἐσίμωσαν τὰ χνῶτα τοὺς στὸ παχνὶ κ᾿ ἐφυσοῦσαν μαλακὰ νὰ ζεστάνουν
τὸ θεῖο Βρέφος. Νά, τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!
»Ἦρθαν οἱ βοσκοί, δυὸ γέροι μὲ μακριὰ ἄσπρα μαλλιά, μὲ τὶς μαγκοῦρες τους, ἕνα
βοσκόπουλο μὲ τὴ φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿
ἐπροσκύνησαν τὸ θεῖο Βρέφος. Εἶχαν ἰδεῖ τὸν Ἄγγελον ἀστραπόμορφον, μὲ
χρυσογάλανα λευκὰ φτερά, εἶχαν ἀκούσει τ᾿ ἀγγελούδια ποὺ ἔψαλλαν: Gόξα ἐν
ὑφίστοις Θεῷ! Ἔμειναν γονατιστοί, μ᾿ ἐκστατικὰ μάτια, κάτω ἀπὸ τὸ παχνί, πολλὴν
ὥρα, κ᾿ ἐλάτρευαν ἀχόρταγα τὸ θάμα τὸ οὐράνιο. Νά! τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο,
νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!
»Ἔφτασαν κ᾿ οἱ τρεῖς Μάγοι, καβάλα στὶς καμῆλες τους. Εἶχαν χρυσὲς μίτρες στὸ
κεφάλι, κ᾿ ἐφοροῦσαν μακριὲς γοῦνες μὲ πορφύρα κατακόκκινη. Καὶ τ᾿ ἀστεράκι, ἕνα
λαμπρὸ χρυσὸ ἀστέρι, ἐχαμήλωσε κ᾿ ἐκάθισε στὴ σκεπὴ τῆς Σπηλιᾶς, κι ἔλαμπε μὲ
γλυκὸ οὐράνιο φῶς, ποὺ παραμέριζε τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι. Οἱ τρεῖς βασιλικοὶ γέροι
ξεπέζεψαν ἀπ᾿ τὶς καμῆλες τους, ἐμπήκαν στὸ Σπήλαιο, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν

8
τὸ Παιδί. Ἄνοιξαν τὰ πλούσια τὰ δισάκια τους, κ᾿ ἐπρόσφεραν δῶρα: χρυσὸν καὶ
λίβανον καὶ σμύρναν.
- »Νά! τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!
»Πέρασαν τὰ Χριστούγεννα, τελειώθηκε τὸ μυστήριο, ἔγινε ἡ σωτηρία, καὶ τὸ
Βασιλόπουλο δὲν ᾖρθε νὰ πάρη τὴν Λουλούδω! Οἱ βάρβαροι εἶχαν πάρει σκλάβο τὸ
Βασιλόπουλο. Τὸ φουσάτο του εἶχε νικήσει στὴν ἀρχή, τὰ φλάμπουρά του εἶχαν
κυριέψει μὲ ἀλαλαγμὸ τὰ κάστρα τῶν βαρβάρων. Τὸ Βασιλόπουλο εἶχε χυμήξει μὲ
ἀκράτητην ὁρμή, ἀπάνω στὸ μούστωμα καὶ στὴ μέθη τῆς νίκης. Οἱ βάρβαροι μὲ δόλο
τὸν εἶχαν αἰχμαλωτίσει!
»Τὰ δάκρυα τῆς κόρης ἐπίκραναν τὸ κῦμα τ᾿ ἁρμυρό, οἱ ἀναστεναγμοί της
ἐδιαλύθηκαν στὸν ἀέρα, κ᾿ ἡ προσευχή της ἔπεσε πίσω στὴ γῆ, χωρὶς νὰ φθάση στὸ
θρόνο τοῦ Μεγαλοδύναμου. Ἕνα λουλουδάκι ἀόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε
ἀνάμεσα στοὺς δυὸ αὐτοὺς βράχους, ὁποὺ τὸ λὲν Ἀνθὸς τοῦ Γιαλοῦ, ἀλλὰ μάτι δὲν τὸ
βλέπει. Καὶ τὸ Βασιλόπουλο, ποὺ εἶχε πέσει στὰ χέρια τῶν βαρβάρων, ἐπαρακάλεσε
νὰ γίνῃ Σπίθα, φωτιὰ τοῦ πελάγους, γιὰ νὰ φτάση ἐγκαίρως, ὡς τὴν ἡμέρα ποὺ
γεννᾶται ὁ Χριστός, νὰ φυλάξη τὸν ὅρκο του, ποὺ εἶχε δώσει στὴ Λουλούδω.
»Μερικοὶ λένε, πῶς τὸ Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ ἔγινε ἀνθός, ἀφρὸς τοῦ κύματος. Κ᾿ ἡ
Σπίθα ἐκείνη, ἡ φωτιὰ τοῦ πελάγου ποὺ εἶδες, Μάνο, εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ
Βασιλόπουλου, ποὺ ἔλιωνε, σβήσθηκε στὰ σίδερα τῆς σκλαβιᾶς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν
βλέπει πιά, παρὰ μόνον ὅσοι ἦταν καθαροὶ τὸν παλαιὸν καιρόν, καὶ οἱ
ἐλαφροΐσκιωτοι στὰ χρόνια μας».


 Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης -

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Είχαν και στην αρχαιότητα αγιάσματα και αγιασμούς;


.

ΕΠΕΙΔΗ το πιο εύκολο πράγμα σήμερα είναι να λοιδορεί κάποιος τον χριστιανισμό (θυμηθείτε ότι ορισμένοι αρχαίοι Έλληνες τα πρώτα που βρήκαν να σατιρίσουν ήσαν τα … Μυστήρια της Εκκλησίας), σήμερα θα αποκαλύψουμε ότι και ο αγιασμός, που κάνει η Εκκλησία μας, όπως ο Αγιασμός των Υδάτων, που γίνεται σήμερα, γινόταν και στην αρχαιότητα!
Η Ήρων ο Αλεξανδρεύς
Αρχίζουμε, λοιπόν, με τον Ήρωνα τον Αλεξανδρινό, ο οποίος ήταν μαθηματικός και μηχανικός, στο δίτομο έργο του «Περί αυτοματοποιητικής», δύο βιβλία για την κατασκευή των δημοφιλών εκείνη την εποχή αυτομάτων και παιχνιδιών, όπως πόρτες που ανοίγουν μόνες τους, φιγούρες που χύνουν κρασί, φιγούρες που χορεύουν, αυτόματα θέατρα, αλλά και ένα μηχάνημα που δίνει … αγιασμένο νερό (!!).

Ας έλθουμε τώρα κάπου αλλού:
Το σχεδόν πανελλήνιο έθιμο της θυσίας ενός ζώου, συνήθως ενός κόκορα, στη θεμελίωση του σπιτιού, απηχεί τον τρόπο σκέψης των προβιομηχανικών πολιτισμών, όπου το θρησκευτικό στοιχείο επικρατεί του κοσμικού. Η σχέση του ανθρώπου με το ιερό-θρησκευτικό στοιχείο εξασφαλίζεται με τη μίμηση και την επανάληψη κάποιων μυθικών προτύπων, αρχετυπικών πράξεων, με σημαντικότερη την Κοσμογονία.
Έτσι, η εγκατάσταση ή το κτίσιμο νοείται ως δημιουργία του κόσμου σε μικροκλίμακα. Σ’αυτή την αντίληψη, ο χώρος δεν αποτελεί έννοια γεωμετρική, μετρήσιμη ποσοτικά. Αντίθετα, έχει ποιοτικό και υπαρξιακό χαρακτήρα.
Στους περισσότερους λαούς, οι Κοσμογονίες παραπέμπουν στη δημιουργία της ζωής από το θάνατο, στον «κύκλο της ζωής», και αυτό το αρχέτυπο οφείλει να επαναληφθεί, προκειμένου το σπίτι να αποκτήσει ιερότητα, «ύπαρξη».
Και η έκπληξη:
«Στην ιεροποίηση και τον εξαγνισμό στοχεύουν τα μπουκαλάκια με αγιασμό στις τέσσερις γωνίες των θεμελίων ενός σπιτιού, όπως και ο ετήσιος αγιασμός των Θεοφανείων». (Αντρέας Ιωαννίδης: «Θεμελίωση του σπιτιού και οι διαφορές στην αντίληψη του χώρου»)

Η κρήνη της Ακρόπολης
Η κρήνη της Ακρόπολης είναι η πιο σημαντική φυσική πηγή της Ακρόπολης και η συνεχής χρήση της ξεπερνά τα 5.500 χρόνια!.. Στην καρδιά της –λένε-βρέθηκε νεκρός ο Οδυσσέας Ανδρούτσος στις 17 Ιουνίου του 1824.
Η «κλέφτρα» πηγή- η Κλεψύδρα- που μεταμορφώθηκε από πηγή σε πηγάδι, σε εκκλησία με αγίασμα και σε προμαχώνα των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης θα σωθεί χάρη στις επεμβάσεις που εγκρίθηκαν από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο για δεύτερη φορά, καθώς την πρώτη (το καλοκαίρι) χάθηκε μυστηριωδώς ο φάκελος!
Κοντολογίς μια αρχαία κρήνη, σαν συνέχεια της πατροπαράδοτης συνέχειας των εθίμων, την μετέτρεψαν σε αγίασμα!
Η Αρκουδοσπηλιά
Είναι γνωστό ότι η Αρκουδοσπηλιά ή Σπηλιά της Παναγίας Αρκουδιώτισσας στο όρος Ακρωτήρι Κυδωνίας έχει μικρό ξωκλήσι της Παναγίας του 16ου αιώνα που στηρίζεται στο τοίχωμα της εισόδου της. Πήρε το όνομά της από ψηλό σταλαγμίτη που μοιάζει με αρκούδα που κοιτάζει σε μεγάλη λίμνη. Στο κέντρο της πρώτης αίθουσας, το νερό της λίμνης θεωρείται αγίασμα (!!).
Στο σώμα της αρκούδας πολυάριθμα σημάδια δείχνουν ότι, όπως στο Σκοτεινό και αλλού, ένας «εκφραστικός σταλαγμίτης» δουλεύτηκε από χέρι ανθρώπου. Στο σκοτάδι της δεύτερης αίθουσας βρέθηκαν όστρακα αγγείων κυρίως κλασικής και ελληνιστικής εποχής και σύγχρονά τους πήλινα κεφαλάκια της Άρτεμης. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αποκάλυψη τμημάτων μαρμάρινου αγάλματος παιδιού και την ύπαρξη του σταλαγμίτη σε σχήμα αρκούδας συνηγορούν για λατρεία της Άρτεμης Κουροτρόφου την κλασική εποχή. (Paul Faure «Τα ιερά σπήλαια της Κρήτης»)

Τι συμβαίνει στον Κότζινο;
Άλλη μια πληροφορία: Ο Κότζινος, σημερινός Κότσινας, είναι στη μεσοβυζαντινή περίοδο το μεγαλύτερο και ασφαλέστερο λιμάνι της Λήμνου. Ως «τόπος» μαρτυρείται το 1136. Οι Μονές του Αγίου Όρους με μετόχια που καταλαμβάνουν τις ευφορότερες εκτάσεις του νησιού έχουν στραμμένο το μάτι τους πάνω του. Το 1403 η Λήμνος παραχωρείται στον Ιωάννη Ζ΄ Παλαιολόγο. Μετά το θάνατό του, ο Κότζινος παραμένει στη χήρα του Ευγενία, για να καταλήξει το 1440 στην οικογένειά της, τους γενοβέζους Γατελούζους. Το 1479 η Λήμνος εκχωρείται από τους Βενετούς στους Τούρκους. Ανάμεσα στο 1403 και το 1479,το στρατηγικής σημασίας νησί διεκδικούν Τούρκοι και Βενετοί. Με τη μοίρα του νησιού συνδέθηκαν δύο ακόμη Παλαιολόγοι, ο Κωνσταντίνος, που το 1442 απώθησε τους Τούρκους, και ο δεσπότης του Μορέα Δημήτριος. Στο αρχαιολογικό μουσείο της Λήμνου φυλάσσεται μαρμάρινο αρχιτεκτονικό μέλος από τον Κότζινο με μονογράφημα που πιθανότατα αναφέρεται στον Δημήτριο Παλαιολόγο. Ήδη από τον 16ο αιώνα το φρούριο του Κότζινου ήταν ακατοίκητο.
Τι συμβαίνει, λοιπόν, εδώ;
Στο εσωτερικό του φρουρίου, από όπου ξεκινούν τα 64 σκαλοπάτια που πραγματοποιούν την κάθοδο προς το «αγίασμα», στρωματογραφική ανασκαφική έρευνα απέδωσε ελάχιστα κεραμικά δείγματα. Αυτά διακρίνονται σε δυο ομάδες: η πρώτη χρησιμοποιεί την τεχνική της εγχάραξης, λεπτής (sgraffito) και φαρδιάς (incision). Στα διακοσμητικά της θέματα συγκαταλέγονται ομόκεντροι κύκλοι, γοργόνα και άγγελος (;). Στη δεύτερη ομάδα, χρησιμοποιούνται δύο τεχνικές, γραπτή και εγχάρακτη. Οι πιτσιλιές είναι σκουροπράσινες και το γέμισμα της χάραξης καφετί. Και οι δυο ομάδες έχουν εφυάλωση πράσινη και κίτρινη. Χρονολογούνται στα τέλη του 15ου με τις αρχές του 16ου αιώνα. Πήλινος τριποδίσκος προσδιορίζει υστεροβυζαντινό εργαστήρι κεραμικής. (Χαράλαμπος Πέννας «Το μεσαιωνικό φρούριο Κότζινος της Λήμνου»).
Αυτά τα ολίγα, χωρίς να χρειαστεί να πάμε στα αρχαία Μυστήρια, τις Ασκληπιεία κλπ., με τα οποία θα ασχοληθούμε μία άλλη φορά.

Πηγή: Σακκέτος ΄Αγγελος

 

 

Σχόλιο δικό μας :  

Να μην ξεχνάμε και το γεγονός πως στην Αρχαία Αθήνα γινόταν μία φορά το χρόνο η τελετή των γνωστών «Πλυντηρίων». Εν πομπή μετέφεραν στην ακτή του Φαλήρου το άγαλμα της Αθηνάς, όπου το έπλεναν με θαλασσινό νερό για να το… εξαγνίσουν και για να αποκτήσει εκ νέου θαυματουργές δυνάμεις. Τόσο πίσω λοιπόν ...η θρησκευτική αυτή συνήθεια του αγιασμού και του εξαγνισμού δια του ύδατος.

ΚΥΒΕΙΑ



ελληνικά ζάρια του 580-570 π.Χ , από το Σούνιο



Oi “κύβοι» ήταν και είναι τα γνωστά σε όλους «ζάρια». ΄Ηταν μια εφεύρεση του Παλαμήδη, «του επινοητικού με τα μεγάλα μάτια, αλλά άτυχου ήρωα» όπως αναφέρει ο Φιλόστρατος, όταν στην Αυλίδα προετοιμάζονταν οι ΄Ελληνες να πλεύσουν εναντίον της Τροίας. Ο Παυσανίας ανέφερε, ότι τους αφιέρωναν στο ναό της Τύχης.

Οι κύβοι λέγονταν και «πεσσοί και ήταν -όπως  μας λέει ο Σοφοκλής- «μια τερπνή γιατριά της απραγίας».

Λεξικό Ησύχιου ,Διογεν.παροιμ. 5,41 και Σχολιαστή του Πλάτωνα στο Βυζάντιο τομ. 7 σελ. 820 « και πεσσοί δε εισίν κύβοι παρά το πίπτειν αυτούς ούτως  λεγόμενοι»( Γκαζιάνης χ.χρ 18-19 ).


Υπάρχουν στοιχεία που αποδίδουν την πατρότητα του παιχνιδιού στους Αιγυπτίους ή τους Ασιάτες, όμως το  πότε πρωτοεμφανίστηκε παραμένει αδιευκρίνιστο. Κανείς ερευνητής δεν τεκμηριώνει την άποψη πως η Ανατολή γνώριζε το παιχνίδι αυτό πολύ πιο πριν την εποχή του Ομήρου.

Ο Πλάτων στον Φαίδρο αναφέρει ότι το παιχνίδι το είχαν επινοήσει οι Αιγύπτιοι, όμως οι μελετητές σημειώνουν πως δεν αναφέρεται στην κυβεία ή στην πεσσεία, αλλά στο πετευτήριο, δηλαδή έναν άβακα ίδιον με αυτόν της πεσσείας στον οποίο οι Αιγύπτιοι, παρακολουθούσαν και σημείωναν αστρονομικά σημεία, όπως τις κινήσεις ηλίου, σελήνης κλπ.

Έργο του Εξεκία, λεπτομέρεια από έναν Αθηναϊκό μελανόμορφο αμφορέα, από το Vulci της Ιταλίας, γύρω στο 540-530 π.Χ. Μουσείο Βατικανού, Ρώμη. Αχιλλέας και Αίας.


Υπάρχει μια ολόκληρη σειρά από ζωγραφιστά αγγεία,  όπου απεικονίζεται ένα ζευγάρι πολεμιστές, όχι πάντα το ίδιο, να παίζουν κάποιο παιχνίδι , καθισμένοι  ο ένας απέναντι στον άλλον. Πιθανότατα παίζουν ζάρια, κάποια μορφή πεσσείας ή κάτι παρόμοιο. Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για τι ακριβώς παίζουν, επειδή τα αντικείμενα που απεικονίζονται είναι πολύ μικρά και δεν διακρίνονται. Υπάρχουν όμως κάποια άλλα στοιχεία στις απεικονίσεις αυτές, που είναι δηλωτικά του  είδους του παιχνιδιού. Για παράδειγμα, σε μία από αυτές, ανάμεσα στους δύο παίκτες παρεμβάλλεται σε όρθια στάση η Αθηνά, που ως θεά  της γνώσης ποτέ δεν θα επόπτευε ένα παιχνίδι με χαρακτηριστικό την τύχη, όπως η κυβεία. ΄Αρα εδώ οι παίκτες παίζουν κάποιο πνευματικό παιχνίδι, μια μορφή πεσσείας με πιόνια. Σ΄ένα άλλο αγγείο όμως απεικονίζεται ο Αχιλλέας να παίζει με τον Αίαντα. Δίπλα τους υπάρχει η φράση «τέσσερα Αχιλλέως, τρία Αίαντος», έκφραση που αναφέρεται σαφώς σε ζαριές, άρα έπαιζαν κάποιο τυχερό παιχνίδι και όχι κάποιο παιχνίδι με πεσσούς.

Σύντομα η κυβεία και το κυβεύειν έγιναν αγαπητό παιχνίδι που παιζόταν με πάθος από τους μεγάλους και μόνον από άνδρες. Οι Αθηναίοι και οι Σικελοί έγιναν γνωστοί για το πάθος τους παίκτες ζαριών, που ονομάζονταν κυβευταί, για τους οποίους ο Αντιφάνης είχε γράψει σχετικό έργο με τον ίδιο τίτλο. Στην Αθήνα υπήρχε ένα μέρος που το προτιμούσαν ιδιαίτερα οι κυβευτές, το Ιερό της Αθηνάς Σκιράδος, στην Ιερά Οδό προς την Ελευσίνα, όπου συνήθιζαν να μαζεύονται οι παίκτες, και από το γεγονός αυτό τα κυβεία ονομάζονταν και σκιραφεία, ενώ οι παίκτες σκιρευταί. 




Προστάτες όλων των κυβευτών ήταν οι θεοί Ερμής και Παν,

Οι κύβοι είχαν έξι πλευρές. Σε καθεμιά υπήρχαν κάποιος αριθμός  από το 1 έως το 6, έτσι ώστε το άθροισμα των δύο απέναντι πλευρών, να είναι πάντα επτά. Ο άσσος ήταν η πιο κακή ζαριά, «δυσβολώτατος» και μερικές φορές και «κύβος» όπως ολόκληρο το ζάρι. Η καλύτερη ζαριά ήταν φυσικά το έξι , η εξάς που ονομαζόταν και «ευβολώτατος». Ανάμεσα σ’ αυτές τις δυό ζαριές υπήρχε , η δυάς, τριάς, τετράς και πεντάς.


Συνήθως έπαιζαν με τρία ζάρια και το χειρότερο άθροισμα ήταν το τρία, ενώ το καλύτερο το 18, δηλαδή τρία εξάρια,  απ΄όπου επικράτησε η έκφραση «τρις εξ»  που σημαίνει αναπάντεχη εύνοια της τύχης. Η συνήθεια να παίζουν με δύο ζάρια δεν ήταν ελληνική , αλλά ρωμαϊκή και επικράτησε την περίοδο της αυτοκρατορίας, κυρίως στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους,  οπόταν διαδόθηκε και στο Βυζάντιο και έφτασε μέχρι τις μέρες μας. Ποτέ δεν έριχναν τα ζάρια με το χέρι , γιατί φοβόντουσαν κάποια ατασθαλία από τον παίχτη. Στην αρχαία Ελλάδα τα έριχναν , αφού πρώτα τα κουνούσαν , σ΄ένα μικρό δοχείο το κήθιον. Το οποίο στη συνέχεια άλλαξε μορφή και καθιερώθηκε ως πυργίον ή πύργος. Αφού τα κουνούσαν στον κήθιον (διασείειν) , τά έριχναν ( βάλλειν) πάνω σ΄έναν πίνακα, μια τάβλα, αν και το αντικείμενο αυτό δεν ήταν απαραίτητο στην κυβεία, αφού μπορούσαν να παίξουν σε οποιαδήποτε επίπεδη επιφάνεια.


Υπήρχαν και διάφορες ονομασίες για τις ζαριές , τις οποίες παραθέτει ο Πολυδεύκης, οι καλές ζαριές (ευκυβείν) και οι κακές (δυσκυβείν).Ονομασίες τέτοιες ξεχωρίζουμε αρκετές. Για παράδειγμα η καλύτερη ζαριά 3Χ6, ονομοαζόταν «μίδας» ή «Αφροδίτη» , άλλες ονομάζονταν «ευδαίμων», «αντίτευχος» (εχθρός) , «δάκνων», «Λάκωνες», «Αργείος» κλπ.  Μερικές άλλες ονομασίες ταυτίζονται με τις καλές ριξιές των αστραγάλων, όπως «κύων» ή «χίος» για την μονάδα , «κώος» για το έξι κλπ.


Η κυβεία λόγω της μορφής της και δεδομένου ότι όλοι μπορούσαν να παίξουν ζάρια οπουδήποτε και όποτε ήθελαν, εξελίχθηκε στο πιο διαδεδομένο παιχνίδι. Οι κανόνες ήταν πολλοί και μπορούσαν να ορισθούν επιτόπου. Κανόνιζαν την ώρα, το ύψος του ποσού, τον αριθμό των ζαριών κλπ. Αυτό που ενδιέφερε κυρίως ήταν το ύψος του ποσού. Ως εκ τούτου έκαναν μεγάλο θόρυβο στους δημόσιους χώρους, όπου στον θόρυβο των ζαριών προστίθενταν οι κραυγές και οι επικλήσεις των παικτών, καθώς και όσων παρακολουθούσαν μαζεμένοι γύρω- γύρω. Τα επιφωνήματα σε θεούς και δαίμονες, ήταν χαρκτηριστικά, αλλά τα πιο ευτράπελα ήταν όσα επικαλούνταν την προστασία κάποιας ερωμένης τους, συνήθως κάποιας γνωστής εταίρας.
 
Παίκτες ζαριών, τοιχογραφία Πομπηίας.

Από τον ελλαδικό χώρο δεν έχουμε κάποια αρχαιολογική αναφορά, αντίθετα με τον ρωμαϊκό. Μια διασκεδαστική τοιχογραφία της Πομπηίας εικονίζει δύο παίκτες να φιλονικούν. Ανάμεσά τους βρίσκεται μια τάβλα παιχνιδιού, πάνω στην οποία είναι πεταγμένα τα πιόνια. Ο ένας παίκτης, κρατώντας το χωνί στο χέρι, φωνάζει στον αντίπαλό του «κάνε πέρα, κέρδισα» . Ο αντίπαλος απαντά «δεν είναι τρία , αλλά δύο». Σε μια άλλη σκηνή, που έρχεται σαν συνέχεια της προηγούμενης, δύο άντρες είναι όρθιοι και φιλονικούν, ενώ ο ταβερνιάρης τους ζητά να φύγουν.


H χρήση των ζαριών , κάποια στιγμή αξιοποιήθηκε ως μια μορφή μαντείας. ΄Ετσι τα ζάρια, όπως και οι αστράγαλοι (κότσια), χρησιμοποιούνταν στους ναούς για εξαγωγή χρησμών (κληρομαντική μέθοδος) και η κυβομαντεία εξελίχθηκε σε σημαντικό είδος μαντικής τέχνης. ΄Όλα αυτά δεν συνεπάγονταν ότι τα παιχνίδια με τα ζάρια είχαν κάποιο θρησκευτικό χαρακτήρα ή κάποια σχέση με ιερό σκοπό. Μπορούσαν όμως να επηρεάσουν την κρίση των προληπτικών , οι οποίοι κρεμούσαν τα ζάρια στον λαιμό τους σαν φυλαχτό, όπως φαίνεται καθαρά σε έκθεμα του Μουσείου της Σάιντ όπου φυλάσσονται κάποια ζάρια σε σχήμα σφήνας.


 Τα περισσότερα αρχαιολογικά ευρήματα προέρχονται από την ρωμαϊκή περίοδο και από από περιοχές καθαρά ρωμαϊκές, όπως π.χ από την σημερινή Ιταλία, είτε από κτήσεις της Ρώμης, όπως τη Γαλατία και την Ιβηρική. Την σημαντική θέση της κυβείας και των ζαριών επί Ρώμης, την δείχνει η περίφημη φράση του Καίσαρα « ο κύβος ερρίφθη»  ενώ πολλοί λατίνοι συγγραφείς έγραψαν διδακτικά ποιήματα για τα ζάρια.  Υπήρχε μάλιστα και μια πραγματεία σε πεζό , του αυτοκράτορα Κλάυδιου, που ήταν και ο ίδιος μανιώδης παίχτης. Και για τους Ρωμαίους η κυβεία ήταν συνδεδεμένη με τις έννοιες της τύχης και της μοίρας. ΄Αλλωστε η λατινική λέξη για το ζάρι είναι alea  όπως και η τύχη. Η ίδια λέξη αναφέρεται σε όλα τα τυχερά παιχνίδια, ειδικότερα όμως στο παιχνίδι των ζαριών.  Ορισμένοι παχκτς είτε έπαιζαν υπέρογκα ποσά όπως αναφέρει ο Σουητώνιος «έπαιξε στα ζάρια τετρακόσιες χιλιάδες σεστέρσια τον πόντο» , είτε έκλεβαν κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. ΄Όπως μας πληροφορεί και πάλι ο Σουητώνιος, «χωρίς να περιφρονεί το κέρδος που αποκόμιζε από το παιχνίδι των ζαριών ο Καλλιγούλας, κέρδιζε ακόμα περισσότερα κλέβοντας και επιορκώντας».


Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες προσπάθησαν με διάφορους νόμους να περιορίσουν το πάθος των πολιτών τους για την κυβεία ή ακόμα και να την απαγορεύσουν. Οι νόμοι με τους οποίος απογορεύτηκε η κυβεία ήταν οι Lex Titia, Lex Publicia και  Lex Cornelia.

Παρά ταύτα το παιχνίδι εξακολούθησε να παίζεται σε χώρους που προσπαθούσαν να τους κρατήσουν μυστικούς. Μάλιστα οι διευθύνοντες, τα παράνομα αυτά στέκια, έδιναν στους πελάτες τους ειδικές σφραγίδες (από πηλό) ώστε να τους αναγνωρίζουν.
 
Ανθρωπόμορφο ζάρι, Βρετανικό Μουσείο

Τον καιρό της Δημοκρατίας θεσπίστηκε ένας άλλος νόμος, ο Lex Talaria, που τον αναφέρει και ο Πλαύτος, γιατί αφορούσε ειδικά το παιχνίδι της κυβείας. Σύμφωνα με αυτόν, απαγορεύονταν όλα τα τυχερά παιχνίδια  και οι παραβάτες τιμωρούνταν με χρηματικές ποινές, τετραπλάσιες του ποσού που στοιχημάτιζαν.΄Ηταν σημαντικός νόμος γιατί τον επικαλούνται και οι Κικέρων και Οράτιος, όμως η κυβεία δεν ανακόπηκε.



Στην εποχή του Βυζαντίου, δεν βρίσκουμε την αφθονία των αρχαιοελληνικών παιχνιδιών. Ο χριστιανισμός που κατέστρεψε τεράστιο αριθμό μνημείων των Ελλήνων, στιγματιζόμενος για πάντα με το στίγμα του καταστροφέα του Ελληνικού πολιτισμού, συμπαρέσυρε στην ορμή του και τα παιχνίδια των αρχαίων χρόνων.
 Και εάν το Βυζάντιο δεν αποτελούσε συνέχεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, τότε τίποτα το ελληνικό δεν θα είχε διασωθεί. 

Πολλά από τα αρχαιοελληνικά πιχνίδια μεταδόθηκαν στους Ρωμαίους και έτσι παραδόθηκαν στους Βυζαντινούς, με τη διαφορά ότι επέζησαν μόνο δύο τύποι παιχνιδιών, τελείως διαφορετικών μεταξύ τους. Κάποια εντελώς παιδικά και κάποια παιχνίδια μόνο για άνδρες. Για τις γυναίκες ούτε λόγος να γίνεται. Τα ανδρικά παιχνίδια ήταν ή αγωνιστικά ή τυχερά, δηλάδή της κυβείας,  που παίζονταν μόνο με ζάρια. 
 

Τα κυβευτικά παιχνίδια  πρωταγωνιστούσαν στο Βυζάντιο, και κυριαρχούσαν στην καθημερινή ζωή των Βυζαντινών, από τον κοιτώνα του αυτοκράτορα , ως τα στενοσόκακα των λαϊκών συνοικιών ή τα σκοτεινά καταγώγια. Το πάθος είχε καταλάβει όλες τις κοινωνικές τάξεις , από τους δούλους που έχαναν ακόμα και την ελευθερίας τους στα ζάρια και στο τάβλι, τους επαίτες που έχαναν λεφτά  και ρούχα, τους διανοούμενους , τους ποιητές, τους στρατιωτικούς, μέχρι και τους αυτοκράτορες. Είναι γνωστή  στην ιστορία του ταβλιού η παρτίδα που έχασε ο αυτοκράτωρ Ζήνων τον 5ο αι., ενώ είναι το ίδιο γνωστά τα ονόματα πολλών αυτοκρατόρων που έπαιζαν ζάρια μετά μανίας.


Φυσικά η εκκλησία  είχε αντιπαρατεθεί άμεσα κατά της κυβείας, με κανόνες των ιερών συνόδων  και ρητορικούς λόγους από άμβωνος, ενώ παράλληλα οι αυτοκράτορες  με διάφορα διατάγματα και νόμους κατά της κυβείας,προσπαθούσαν  ανεπιτυχώς να εξαλείψουν το φαινόμενο.


 Πηγές: 
Χρήστος Λάζος, "Παιχνίδια των αρχαίων ελλήνων" εκδόσεις ΑΙΟΛΟΣ

Βασιλοπούλου, Ειρήνη (2003, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ)),"Το παιδί και το παιχνίδι στην αρχαία ελληνική τέχνη".

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ

 


Του Δημήτρη του Μπέρδε το μαγαζί ωμοίαζε, την εσπέραν εκείνην, με βάρκαν, κατά το φαινόμενον φουρτουνιασμένην, δευτερόπρυμα πλέουσαν, πληττομένην υπό των κυμάτων την μίαν πλευράν, με το ύδωρ εισπηδών από την κωπαστήν και περιρραντίζον τους δυστυχείς επιβάτας, όπου ο κυβερνήτης και ο ναύτης του φαίνονται περιφρόντιδες, δίδοντες και λαμβάνοντες προστάγματα εις ακατάληπτον γλώσσαν, ο μεν ιθύνων μετά βίας το πηδάλιον, ο δε λύων και δένων τα ιστία, βοηθών διά της κώπης εκ του υπηνέμου, αμφότεροι τρέχοντες από την πρύμνην εις την πρώραν, καταπτοούντες τους απειροτέρους των επιβατών, περιρραινομένους από το αφρίζον κύμα, οσφραινομένους εγγύθεν και γευομένους την άλμην. Εξημέρωναν δε Χριστούγεννα, και έκαστος των πελατών επεθύμει να κάμει τα οψώνιά του. Ο κυρ Δημήτρης ο Μπέρδες έτρεχεν εμπρός, οπίσω, εκέρνα νοθευμένα τους πελάτας, επώλει ξίκικα εις τους αγοραστάς, με την τρικυμίαν εσκορπισμένην εις την όψιν και την γαλήνην ταμιευμένην εν τη καρδία, γοητευόμενος από τας φωνάς των θαμώνων, ενθουσιών από τον κρότον των κερμάτων, των πιπτόντων διά της άνωθεν οπής, ως τα στρουθία εις την παγίδα, εις το καλώς κλειδωμένον συρτάρι του. Το παιδί, ο δεκαπεντούτης Χρήστος, ανεψιός του εξ αδελφής, δεν επρόφθανε να γεμίζει φιάλας εκ του βαρελίου, να κακοζυγίζει βούτυρον εκ του πίθου, να κενώνει μέλι εκ του ασκού, με την ποδιάν υψηλά εις το στήθος περιδεδεμένην, κι εξελαρυγγίζετο να φωνάζει αμέσως! εις οκτώ διαφόρους τόνους και ύψη· λέξιν την οποίαν με τον καιρόν είχε κατορθώσει να κολοβώσει εις αμές! είτα να συντάμει εις ’μες! και τέλος ν’ απλοποιήσει εις ες!
   Εις μίαν γωνίαν του μαγαζείου όμιλος εκ πέντε ανδρών εκάθηντο κι έπιναν την μαστίχαν των, πριν διαλυθώσι και απέλθωσιν οίκαδε διά το δείπνον. Ήσαν όλοι εμποροπλοίαρχοι του τόπου, περιμένοντες την κατάδυσιν του Σταυρού διά ν’ αποπλεύσωσι, κι εδεξιούντο ένα συνάδελφόν των, εκείνην την εσπέραν φθάσαντα αισίως με την σκούναν του, τον καπετάν Γιάννην τον Ιμβριώτην· έκαμαν όλοι με την σειράν τα μουσαφιρλίκια, είτα ο καπετάν Γιάννης ηθέλησε και αυτός να τους κάμει τα σαλαμετλίκια. Είτα είς έκαστος των φίλων επροθυμήθη να κάμει κι εκ δευτέρου τα μουσαφιρλίκια, και πάλιν ο καπετάν Ιμβριώτης εξανάκαμε τα σαλαμετλίκια. Έως εδώ ευρίσκοντο και ωμίλουν ζωηρώς περί πραγμάτων του επαγγέλματός των, περί ναύλων, κεσατίων, περί σταλίας, περί φορτώσεων κι εκφορτώσεων, περί ναυαγίων και αβαριών. Ο καπετάν Γιάννης διηγείτο διά μακρών τα του τελευταίου ταξιδίου του, και είπεν ότι, ακουσίως του, ένεκα δυστροπίας τών τουρκικών αρχών, ηναγκάσθη να διατρίψει επί ημέρας εν Βόλω, όπου είχε προσεγγίσει προς μερικήν εκφόρτωσιν.

-         Α! δεν σας είπα και ένα γιουλτζή που πήρα απ’ το Βόλο, είπε.

-         Επήρες κανέναν επιβάτη απ’ το Βόλο; ηρώτησεν είς των φίλων του.

-         Δεν ηθέλησε να ξεμπαρκάρει, έμεινε μες στη σκούνα. Του είπα να τον πάρω μ’σαφίρη στο σπίτι, και δε θέλησε.

-         Και για πού πάει;

-         Έως εδώ, κατά το παρόν. Τον ηρώτησα, δεν ηθέλησε να μου πει.

-         Και τι δουλειά έχει εδώ;

-         Τι άνθρωπος είναι;

-         Πώς σου φάνηκε; διεσταυρούντο αι ερωτήσεις των πλοιάρχων.

-         Είναι άνθρωπος που έχει ξουραφισμένο το μουστάκι και τα γένεια, κι έχει αφημένες μόνον τρίχες αποκάτ’ απ’ το σιαγόνι και στο λαιμό. Μου φάνηκε σαν Εγγλέζος, σαν Αμερικάνος, μα όχι πάλι σωστός Εγγλέζος ούτε σωστός Αμερικάνος· τα ολίγα λόγια που μου είπε ρωμέικα, τα είπε μ’ έναν τρόπο δύσκολο και συλλογισμένο, όχι και πολύ ξενικό, σαν να ήξερε μια φορά ρωμέικα και τα ξέχασε. Τις πλειότερες φορές συνενοηθήκαμε με κάτι λίγα ιταλικά που ξέρω κι εγώ.

-         Σου είπε τ’ όνομά του;

-         Στα χαρτιά τον επέρασα ως Τζων Στόθισον, με αμερικάνικο πασαπόρτι.

   Την στιγμήν εκείνην ο καπετάν Γιάννης, όστις εκάθητο ερείδων τα νώτα επί του τοίχου, προς την θύραν βλέπων, ακουσίως ανέκραξεν:

-         Α! να τος!

   Όλοι εστράφησαν προς την θύραν.





   Είχεν εισέλθει άνθρωπος υψηλός, καλοφορεμένος, ως σαρανταπέντε ετών, ωραίος, ανοικτοπρόσωπος, εξυρισμένος μύστακα και γένειον, πλην ολίγων τριχών υπό τον πώγωνα και προς τον λαιμόν, με παχείαν χρυσήν καδέναν επί του στήθους, αφ’ ης εκρέμαντο μικρόν εγκόλπιον καί τινες βώλοι χρυσού. Ποίας φυλής, ποίου κλίματος ήτο, δυσκόλως ηδύνατο να εικάσει τις. Εφαίνετο αποκτήσας οιονεί επίχρισμα επί του προσώπου, ως προσωπίδα τινά άλλου κλίματος, ευζωίας και πολιτισμού, υφ’ ην ελάνθανε κρυπτομένη η αληθής καταγωγή του. Εβάδιζε με βήμα αβέβαιον, ρίπτων βλέμμα έτι αβεβαιότερον προς τα περί αυτόν πρόσωπα και πράγματα, ως να προσεπάθει να κατατοπισθεί όπου ήτο.

   Ενώ προ της δύσεως του ηλίου ηρνήθη, ως διηγείτο ο πλοίαρχος Ιμβριώτης, ν’ αποβιβασθεί εις την πολίχνην, άμα ενύκτωσε παρεκάλεσε τον επί του πλοίου μείναντα ναύτην, όστις, επειδή δεν ήτο εντόπιος, δεν είχε πού να υπάγει, κι έμεινε φύλαξ της σκούνας, να τον αποβιβάσει εις την ξηράν. Ο ναύτης υπήκουσεν. Ο ξένος άφησε την αποσκευήν του, συγκειμένην από τρεις υπερμεγέθεις κασσέλας, εις τον θάλαμον της πρώρας, κι εξήλθεν. Άμα αποβιβασθείς, ευρέθη εις την παραθαλάσσιον αγοράν, κι εκοίταξε δεξιά-αριστερά, ως να μη εγνώριζε πού ευρίσκετο. Έξω εις το ύπαιθρον άνθρωποι δεν ήσαν, διότι ήτο ψύχος δριμύ· τα βουνά χιονισμένα ολόγυρα. Ήτο τη 24 Δεκεμβρίου 187… Εκοίταξεν εντός εις δύο ή τρία καπηλεία και καφενεία, είτα εις δύο εμπορικο-παντοπωλεία διφυή, οία τα των χωρίων. Αλλά δεν εφάνη ευχαριστημένος, ως μη αναγνωρίσας αυτά, κι εξηκολούθησε τον δρόμον του. Ανέβη εις την μικράν πλατείαν, έμπροσθεν του ναού των Τριών Ιεραρχών. Εκεί εφάνη ότι ανεγνώρισε το μέρος. Και δεν έκαμε τον σταυρόν του, άμα είδε την εκκλησίαν, αλλ’ εις το σκότος έβγαλε το καπέλον του, και πάλιν το εφόρεσεν, ως να συνήντησε παλαιόν φίλον και τον εχαιρέτα. Είτα προσέβλεψεν αριστερά, είδε το μικρόν οινοπαντοπωλείον του Μπέρδε, κι επλησίασεν. Εστάθη επ’ ολίγας στιγμάς κι εκοίταξεν εντός. Τέλος εισήλθεν. Είναι αληθές ότι δεν είχεν ιδεί τον πλοίαρχον Ιμβριώτην, όστις, καίτοι προς την θύραν βλέπων, εσκιάζετο εν μέρει απ’ αυτούς τους συναδέλφους του, μεθ’ ων συνέπινε, τους στρέφοντας τα νώτα προς την θύραν, κι επεπροσθείτο από άλλον τινά όμιλον ορθών ισταμένων και πινόντων παρά το λογιστήριον, έμπροσθεν του οποίου ίσταντο αι φιάλαι με τα ποτά. Εάν τον είχεν ιδεί, ίσως δεν θα εισήρχετο.

-         Να ο Αμερικάνος, επανέλαβεν ο πλοίαρχος Ιμβριώτης δείξας τον εισελθόντα προς τους συναδέλφους του.

   Οι τέσσαρες εμποροπλοίαρχοι έστρεψαν τους οφθαλμούς προς τον νεωστί ελθόντα και τον εκοίταξαν απλήστως.

-         Μπόνο πράτιγο, σινιόρε, έκραξεν ο Ιμβριώτης· απεφάσισες, βλέπω, κι εβγήκες.

   Ο ξένος έκαμε σημείον χαιρετισμού με την χείρα.

-         Πλήιζ κάπτην(ορίστε καπετάνιε), είπεν είς των εμποροπλοιάρχων, ο καπετάν Θύμιος ο Κουρασάνος, ιδιοκτήτης μεγάλου βρικίου, όστις είχε κάμει δύο ταξίδια εις τον ωκεανόν, μέχρι Λονδίνου, και είχε μάθει οκτώ ή δέκα αγγλικάς φράσεις.

-         Θεγκ-ιού σερ (ευχαριστώ, κύριε), απήντησεν ευγενώς ο ξένος.

   Και έρριψε μίαν δεκάραν εις το λογιστήριον, ειπών εις τον παίδα μόνον την λέξιν ταύτην: «ρουμ!» Λαβών δε εις την χείρα το ποτήριόν του, δια να μη δείξει ότι απέφευγε συστηματικώς τους ανθρώπους, επλησίασε προς τον όμιλον, και είπεν ελληνιστί, μετά τινος παχυστομίας και δυσκολίας περί την προφοράν.

-         Ευχαριστώ, κύριοι· δεν είμαι να καθίσω να κάμω τωκ, και δύσκολο σ’ εμένα να κάμω τωκ ρωμέικα.

-         Τι λέει; είπε συνοφρυωθείς ο καπετάν Θύμιος ο Κουρασάνος· δε θέλει να κάμει τόκα μαζί μας;

   Ο ξένος ήκουσε, κι έσπευσε να επανορθώσει την παρανόησιν.

-         Με συμπάθειο, κύριε· είπα, να κάμω τωκ, να κάμω κονβερσατσιόνε, πώς το λένε;

-         Θέλει να πει, δυσκολεύεται να κάμει κουβέντα στη γλώσσα μας, είπεν εννοήσας ο καπετάν Ιμβριώτης.

-         Α! ναι, κουβέντα, είπεν ο ξένος· ξέχασα τα λόγια ρωμέικα.

-         Αντ χουέρ γιου κομ; είπεν ο Κουρασάνος, σολοικίζων αγγλιστί το: πόθεν έρχεσαι;

-         Στην ώρα εδώ ήρθα, απήντησεν ο Αμερικάνος· ύστερα δεν ξέρω, κι άλλα ταξίδια θα κάμω.

   Ο καπετάν Κουρασάνος τον εκοίταξε μηδέν εννοών.

-         Δεν κάθεσαι, σινιόρε; είπεν ο Ιμβριώτης· πού θα βρεις καλύτερα;

-         Δεν κάθομαι, πάω να κάμω γουώκ, να φέρω γύρο, πώς το λέτε;

-         Να κάμεις σπάτσιο;

-         Α, ναι, σπάτσιο, είπεν ο ξένος· ναι, βλέπω, σαν δεν ειπεί ένας λόγια ιταλικά, δεν καταλαβαίνει άλλος ρωμέικα.

   Έκαμε νεύμα αποχαιρετισμού, κι εστράφη προς την θύραν. Οι πέντε πλοίαρχοι έμειναν πλέοντες, μετά την συνδιάλεξιν ταύτην, εις μεγαλύτερον πέλαγος αγνοίας, ή εις όσον πριν είχον αναχθεί εκ των εξηγήσεων του συναδέλφου των Ιμβριώτη.



   Εξελθών του καπηλείου ο ξένος, διηυθύνθη προς την Κολώναν, την ισταμένην απέναντι των Τριών Ιεραρχών, εξ ης έδενον το πάλαι τα πρυμνήσια των παραχειμαζόντων εις τον λιμένα πλοίων. Έστρεφε το βλέμμα δεξιά και αριστερά, και τέλος το προσήλωσεν επιμόνως είς τινα μικράν οικίαν, την οποίαν εκοίταξεν επί μακρόν, ως να προσεπάθει ν’ αναμνησθεί και ν’ αναγνωρίσει τι.

   Τέλος εισήλθεν εις στενόν δρομίσκον διασχίζοντα την συνοικίαν, κι έγινεν άφαντος.

   Εάν εν τούτοις τον παρηκολούθει τις, θα έβλεπεν ότι, αφού προέβη ολίγα βήματα, εστράφη υψηλότερα και ανήλθε, τέσσαρας οικίας ανωτέρω του μικρού οίκου, τον οποίον επιμόνως εκοίταζε πριν, όπου μεταξύ δύο οικιών εσχηματίζετο κενόν τι, εν μέρει θαπτόμενον από λείψανα δύο τοίχων.

   Εφαίνετο ότι ήτο χάλασμα, ερείπιον οικίας ου προ πολλού κατεδαφισθείσης. Ο ξένος, αφού εκοίταξε τριγύρω, να ίδει μήπως τον παρετήρει τις, εισήλθε δειλός εις το χάλασμα εκείνο, όπου εις την γωνίαν των δύο τοίχων εφαίνετο κόγχη τις μαυρισμένη, ως να υπήρχεν εστία εκεί το πάλαι. Εισήλθεν ασκεπής, κρατών τον πίλον εις τας χείρας, εγονάτισε, κι εστήριξε το μέτωπον επί των ψυχρών λίθων της γωνίας εκείνης, και αφού έμεινεν επί τρία λεπτά γονυκλινής, ηγέρθη, εσπόγγισε τους οφθαλμούς του, και απεμακρύνθη βραδέως.

   Επανελθών πάλιν χαμηλότερον, εστάθη εις το μέσον του δρομίσκου, ου μακράν της οικίας, την οποίαν πριν εφαίνετο ότι εκοίταζεν. Εστάθη, και αφού έρριψε βλέμμα ολόγυρα, ίνα ίδει μή τις τον παρηκολούθει, έτεινε το ούς. Τι ήκουεν άρα γε; Ίσως ήκουε τα διασταυρούμενα και φεύγοντα κατά διαφόρους διευθύνσεις, ως λάλημα χειμερινών στρουθίων, άσματα των παίδων της γειτονιάς, οίτινες επισκεπτόμενοι τας οικίας, έψαλλον τα Χριστούγεννα. Εδώ μεν ηκούοντο οι στίχοι:

            Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου,

                         εβγάτ’, ακούστε, μάθετε, τώρα Χριστός γεννιέται.

εκεί δε αντήχει:

                    Κυρά μ’, τη θυγατέρα σου, κυρά μ’, την ακριβή σου.

και αλλαχού:

                    Ν’ ασπρίσεις σαν τον Έλυμπο, σαν τ’ άσπρο περιστέρι.

φωναί αθώαι, άχροοι, χαρωπαί, φωναί παιδικής χαράς και ευθυμίας.

   Αίφνης ο ξένος ηναγκάσθη να παραμερίσει, διότι ζεύγος παιδίων, ων το έν εκράτει και φανάριον, αρτίως καταβάντα από μίαν κλίμακα, ήρχοντο προς τα εδώ. Επέστρεψε βήματά τινα οπίσω, προς το μέρος οπόθεν είχεν έλθει. Τα παιδία ήλθαν πλησίον, και ουδέ τον παρετήρησαν καν. Ανέβησαν την κλίμακα εκείνης ακριβώς της οικίας, την οποίαν είχε κοιτάξει διά μακρών ο ξένος, Τούτο ιδών έκαμε κίνημα, κι εστράφη οπίσω πάλιν, μετά ζωηρού ενδιαφέροντος. Εστάθη κι έτεινε το ούς.

   Τα παιδία έκρουσαν την θύραν.

-         Να ’ρθούμε να τραγουδήσουμε, θεια;

   Μετά μίαν στιγμήν ηκούσθη ένδοθεν βήμα, ηνοίχθη η θύρα, και γραίά τις με μαύρην μανδήλαν προκύψασα, είπε με θλιβεράν φωνήν:

-         Όχι, παιδάκια μ’, τι να τραγ’δήστε από μας; Έχουμε μεις κανένα; Καλή χρονίτσα να’ χετε, κι σύρτε αλλού να τραγ΄δήστε.

   Τους έβαλε μίαν πενταρίτσαν εις την χείρα, και τα παιδία έφυγαν ευχαριστημένα, διότι, χωρίς άλλον κόπον, ειμή την ανάβασιν και κατάβασιν της κλίμακος, εκέρδισαν μίαν πεντάραν.

   Ο ξένος, αόρατος από τινος γωνίας, είδε την ερρυτιδωμένην εκείνην μορφήν, και ήκουσε την πικραμένην φωνήν εκείνην. Περίεργον δε ότι αφήκε στεναγμόν ανακουφίσεως, εφάνη ως να εχάρει.

   Του ήλθε τότε μία ιδέα, την οποίαν, χωρίς να συλλογισθεί πολύ, έβαλεν εις ενέργειαν. Αφού εκλείσθη η θύρα και η γραία έγινεν άφαντος, τα παιδία κατέβησαν την κλίμακα ανταλλάσσοντα λέξεις τινάς.

-         Τώρα έχουμε, βρε Γληόρ’, μια κι εξηνταπέντε.

-         Κι από πόσα κάνει να πάρουμε; είπεν ο άλλος, όστις ήτο κάσσα. Από ογδόντα λεπτά.

-         Δε θε-μοιραστούμε κι τ’ν πεντάρα αυτ’νής τς γριάς;

-         Ναι, θε-τ’νε-μοιραστούμε, βρε Θανάσ’· ογδόντα ου ένας κι ογδόντα ου άλλους.

-         Τ’νε-παίρνουμε, βρε Γληόρ’, καρύδια, κι τα μοιραζόμαστε.

-         Κι σα μας δώσ’νε πέντε καρύδια, από πόσα θε-πάρουμε;

   Αίφνης ο ξένος επαρουσιάσθη ενώπιον των παιδίων, προτείνων την χείρα και δεικνύων αυτοίς έν τάλληρον.

   Τα παιδία, τα οποία δεν είχαν ιδεί άλλοτε άνθρωπον ξυραφισμένον γένεια-μουστάκια, εξαφνίσθησαν, και το έν, το κρατούν τον φανόν, αφήκε μικράν κραυγήν, ενώ το άλλο, του οποίου η τσέπη εβρόντα, ετρέπετο εις φυγήν. Τότε ο Θανάσης, υποπτεύσας ότι, αν έφευγεν ο Γληόρης, ίσως την επαύριον θα εκρύπτετο και δεν θα του έδιδε λογαριασμόν, αφήκε το φανάρι κατά γης, και ήτο έτοιμος να τρέξει, να κυνηγήσει τον φεύγοντα. Μεθ’ ετοιμότητος τότε ο Αμερικάνος επρόφτασε να δείξει εις το φως του φαναρίου το τάλληρον, το οποίον είχεν εις την χείρα, και να είπει:

-         Στάσου· πάρε αυτό ντόλλαρ.

   Διχαζόμενον μεταξύ δύο φόβων και δύο επιθυμιών, το παιδίον εστάθη απορούν τι να κάμει, και τα μεν γόνατά του έτρεμαν, η δε όψις του εφαίνετο κάπως φοβισμένη.

-         Δυό λόγια να μου ειπείς θέλω, είπεν <ο> ξένος· αυτό σπίτι, επήγατε απάνου, ποιος ζει;

   Το παιδίον δεν ενόησε καλώς.

-         Τι λες, μπάρμπα; είπεν αρχίσαν να λαμβάνει θάρρος.

   Ο ξένος έβαλεν εις την χείρα του το τάλληρον, κι επροσπάθησε να εξηγηθεί ευκρινέστερα.

-         Επήγατε τώρα απάνω σπίτι· η γριά στην πόρτα ήρθε, ποιος άλλος μαζί της ζει αυτό σπίτι;

   Ο παις εδυσκολεύετο να εννοήσει. Εν τούτοις, αφού έλαβε το τάλληρον, πας φόβος έπαυσε παρ’ αυτώ.

-         Εδώ απάνου, είπεν, είναι η θεια-Κυρατσού· μας έδωκε κι μια πεντάρα. Είναι κι άλλη μια, δε ξέρου τι τ’ν έχει.

-         Θυγατέρα της απάνου μαζί της είναι;

-         Θυγατέρα της πρέπει να ’ναι, ναι.

-         Είναι παντρεμένη θυγατέρα της;

-         Δε ξέρου αν είναι παντρεμένη· μα δε φαίνεται να ’χει άνδρα.

-         Και πόσα χρόνια είναι θυγατέρα της;

-         Δε ξέρου πόσα χρόνια είναι· μα πρέπει να ’ναι καθώς γεννήθηκε ως τώρα.

   Και ο παις, αναλαβών τον φανόν του, έφυγε τρέχων, σφίγγων εις την παλάμην του το τάλληρον, μη εμπιστευόμενος να το βάλει εις την τσέπην· έτρεχε δε να εύρει τον Γληόρην, να του ζητήσει το μερίδιόν του. Ο ξένος δεν εδοκίμασε να τον εμποδίσει.



* * *

Από την παράσταση του "Αμερικάνου" της  εταιρείας θεάτρου «Ηθικόν Ακμαιότατον»


   Μετά ταύτα ο Αμερικάνος απεμακρύνθη, κατήλθε <εις> την παραθαλασσίαν αγοράν, όπου δύο ή τρία καφενεία είχαν φως, εκοίταξεν εις ποίον τούτων ήσαν ολιγώτεροι θαμώνες, και εισήλθεν εις έν, όπου ένα μόνον άνθρωπον είδε, τον καφετζήν. Ο γέρων, αρτίως ξυραφισθείς, με τον μύστακα στριμμένον, με την βράκαν κοντήν, με υψηλά υποδήματα, με την ποδιάν καθάριον, ητοιμάζετο, φαίνεται, να κλείσει, αλλ’ άμα είδεν εισελθόντα τον Αμερικάνον, τον εκοίταξε μετά περιεργείας. Ούτος παρήγγειλε να του δώσει ρούμι, ρίψας δεκάραν επί του λογιστηρίου. Ιδών ο μπάρμπ’ Αναγνώστης την δεκάραν, ηθέλησε να του επιστρέψει την πεντάραν, αλλ’ ο άνθρωπος είπε: «Νόου! νόου!», και τότε ο καφετζής του έβαλε κι άλλο ρούμι, διά να κλείσει την πεντάραν, ως ενόμιζεν· αλλ’ ο ξένος έρριψεν επί της τραπέζης και άλλην δεκάραν. «Δε θα ξέρει ρωμέικα, ως φαίνεται», εσυλλογίσθη ο μπάρμπ’ Αναγνώστης, και διά να δοκιμάσει του απέτεινεν τον λόγον:

-         Τώρα, νεοφερμένος είστε;

-         Εγώ σήμερα έφθασα, με καπετάν Γιάννη γολέτα.

-         Του καπετάν Γιάννη του Ιμβριώτη;

-         Ναι, ημπορείς ελόγου σου να κάμεις ποντς;

-         Μετά χαράς, είπεν ο μπάρμπ’ Αναγνώστης.

   Και προσπαθήσας ν’ ανακαλέσει εις την μνήμην τας αρχαίας γνώσεις του, εδοκίμασε να κατασκευάσει πόντσι, αλλά το ρούμι δεν ήναπτε, και ούτω το προσέφερεν όπως-όπως εις τον ξένον. Ούτος δεν έκαμε παρατήρησιν, κι έρριψεν αργυρούν σελλίνι επί της τραπέζης.

   Ο μπάρμπ’ Αναγνώστης το έλαβε.

-         Πόσο πάει αυτό;

-         Δεν ξέρω εγώ μονέδα του τόπου, είπεν ο άγνωστος.

   Ο γέρων ήνοιξε το συρτάρι του, κι εζήτει αν θα είχεν αρκετά κέρματα διά να δώσει τα ρέστα, αλλά δεν έβρισκε πλείονα των ογδοήκοντα λεπτών εις δεκάρες, πεντάρες και δίλεπτα. Εν τούτοις δεν του εσυγχώρει η συνείδησις να δολιευθεί τον πελάτην, και είπε:

-         Σφάντζικο δεν σας βρίσκεται, κύριε;

-         Δεν έχω εγώ μονέδα άλλη από Αγγλία και Αμέρικα, είπεν ο ξένος.

-         Δεν βγαίνουν τα ρέστα, κύριε. Πάρτε το ασημένιο σας. Αυτό θα πάει, πιστεύω, ως μια και τριανταπέντε, μια και σαράντα. Αύριον μου δίνετε είκοσι λεπτά.

-         Κράτησε το σίλλιν, δε θέλω ρέστα.

   Ο μπάρμπ’ Αναγνώστης έμεινε χάσκων, θεωρών απλήστως τον ξένον. Αλλά την στιγμήν εκείνην εισήλθεν όμιλος εκ τριών ανθρώπων, και σταθέντες έμπροσθεν του λογιστηρίου, διέταξαν να τους δώσει από ένα ποτόν. Ο είς των τριών τούτων ανθρώπων, οινόφλυξ, ετραγουδούσεν ατάκτως Ντελμπεντέρισσα Βασίλω, στρώσ’ το μπράτσο σου να γείρω…

   Ο δεύτερος, γυμνός το στήθος και ανυπόδητος, με τοιούτον ψύχος, ήρχισε να κοιτάζει επιμόνως τον ξένον.

-         Κάπου τον είδα εγώ αυτόν, εμορμύρισε μασημένα.

   Ούτοι ήσαν οι αχθοφόροι της πόλεως, οι ίδιοι και διαλαληταί, τριμελής φαιδρά συντεχνία, περνώντες τον καιρόν των να πίνωσι το βράδυ παν ό,τι εκέρδιζαν την ημέραν. Ο τραγουδιστής, αλλάξας αίφνης ρυθμόν και ήχον, επανέλαβεν:

Έβγα να ιδείς, έβγα να ιδείς,

σκύλα, κορμί που τυραγνείς.

-         Εβίβα, παιδιά! και συνέκρουσαν θορυβωδώς τα ποτήρια. Και ο άλλος, ο γυμνόστερνος και γυμνόπους, δεν έπαυε να κοιτάζει επιμόνως τον άγνωστον. Και ο πρώτος εξηκολούθησε να τραγουδεί:

Βασίλω μ’, τα κουμπούρια σου

       με τι τα ’χεις γεμάτα;

                               βαριά, π’ ανάθεμά τα!

   Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη βαρύ βήμα ένδοθεν της αγούσης άνω εις την οικίαν ξυλίνης κλίμακος, ήτις φρακτή με σανίδωμα έκοπτε μίαν των γωνιών του καφενείου. Και εις τα άνω του σανιδώματος υπό το πάτωμα ηνοίχθη θυρίς, και μία κεφαλή με άσπρον σκούφον, με λευκόν μύστακα και με χονδρούς χαρακτήρας επρόβαλεν εκ της θυρίδος.

-         Μα πόσες φορές σ’ το είπα, Αναγνώστη, εξήλθε διά της θυρίδος εκ της κεφαλής της επιφανείσης χονδρή φωνή συμπληρούσα τους χονδρούς χαρακτήρας· δε θα βάλεις γνώση; Χαλνάς την ησυχίαν των νοικοκυραίων! Τι μέρα ξημερώνει αύριο, κι έχουμε τραγούδια και φωνές πάλι; Και <τι> ώρα είναι τώρα;

   Ήτο δε ογδόη και ημίσεια. Ο τραγουδιστής της αχθοφορικής τριανδρίας, λαβών τον λόγον, μετά κωμικής σοβαρότητος, είπε:

-         Τώρα θα φύγουμε, καπετάν Αναστάση, θα κλείσω. Δεν το καταδεχόμαστε μεις να σας χαλάσουμε την ησυχία σας.

-         Σώπα εσύ, ζω! έκραξεν ο Αναστάσης.

-         Τώρα αμέσως, καπετάν Αναστάση, θα κλείσω. Δεν μπορώ, βλέπεις, να διώξω τους ανθρώπους, εφώνησεν ο καφετζής.

-          Τέτοια τίμια μούτρα! ανεκάγχασεν από της θυρίδος ο καπετάν Αναστάσης. Χρειάζονται μεγάλες τσεριμόνιες μαζί τους.

-         Α! εμείς δεν σας προσβάλαμε, καπετάν Αναστάση· η αφεντιά σου, βλέπω, μας προσβάλλεις, είπεν ο αχθοφόρος.

   Και ταπεινή τη φωνή εμορμύρισε:

-         Το νοίκι το θέλεις σωστό, και ξέρεις να το γυρεύεις και μπροστά· μα σα δε βγάλει κι αυτός ο φτωχός μια πεντάρα, πώς θα σ’ το πληρώσει;

-         Σιωπάτε, τώρα έχει δίκιο, γιατί ξημερώνει Χριστούγεννα, είπεν ο ευσυνείδητος καφετζής· άλλες φορές φαίνεται σκληρός, ο βλοημένος.

   Η κεφαλή με τον άσπρον σκούφον εν τω μεταξύ είχε γίνει άφαντος από την θυρίδα, ο δε μπάρμπ’ Αναγνώστης ητοιμάσθη να κλείσει. Οι τρεις αχθοφόροι εξήλθον κρατούμενοι εκ των χειρών και άδοντες. Ο ξένος έκαμε νεύμα αποχαιρετισμού διά της κεφαλής και είχεν εξέλθει προ αυτών, αλλ’ ο καφετζής τον ανεκάλεσε και του είπε:

-         Και πού θα κοιμηθείτε απόψε; έχετε μέρος να μείνετε; Πού είστε, κύριε; εγώ εδώ θα πλαγιάσω. Αν θα πάτε μες στη σκούνα, καλά, ειδεμή, αν αγαπάτε, μείνατε εδώ, έχει ζέστη.

-         Δεν έχω ύπνο, είπεν ο ξένος· εγώ θα φέρω γύρο, και ύστερα, βλέπουμε.

-         Όποτε αγαπάτε, χτυπήστε μου την πόρτα, να σηκωθώ να σας ανοίξω. Έχω και ρούχα να σας δώσω.



* * *



Την φοράν ταύτην ο Αμερικάνος, διευθυνθείς εις την συνοικίαν εκείνην δι’ άλλου μικροτέρου δρομίσκου, έβλεπε την οικίαν εκείνην, ήτις ήτο το αντικείμενον της μερίμνης του, εκ της ετέρας πλευράς, της νοτιοδυτικής. Αντικρύ του μικρού οικίσκου, παρά τινα γωνίαν γειτονικής οικίας, υπήρχε σωρός τις ξύλων και πετρών, αποκείμενος εκεί τις οίδε προ πόσων χρόνων ως εκ κατεδαφισθείσης οικίας ή ερειπίου καταρρεύσαντος. Επί της προς τα εκεί προσόψεως του οικίσκου έφεγγε μικρόν παράθυρον, με το έν φύλλον κλειστόν, με το άλλο ανοικτόν, και διά της υέλου ηδύνατό τις να ίδει το εσωτερικόν, ανερχόμενος επί τινος υψώματος. Ιδών ο ξένος ότι ο δρόμος ήτο έρημος, και ουδέ σκιά διαβάτου εφαίνετο, ανέβη εις το ύψος του σωρού εκείνου, και με παλμόν καρδίας κατεσκόπευσε τα έσω του οικίσκου. Αντικρύ της υέλου του μικρού παραθύρου, του έχοντος το εν παραθυρόφυλλον ανοικτόν, ήτο η εστία, με ασθενές πυρ καίον, με ένα δαυλόν σπινθηρίζοντα, με το κανδήλι ανημμένον προ των ιερών εικόνων εκεί υψηλά. Παρά την εστίαν εκάθητο γυνή τις, νέα ακόμη, ως εφαίνετο, στηρίζουσα την κεφαλήν της επί της χειρός, συλλογισμένη, θλιμμένη. Εκίνει δε τα χείλη, και η φωνή της εψιθύριζε κάτι, και ο ψίθυρος απετέλει ελαφρόν μινύρισμα άσματος με ασθενή φωνήν, καθαράν μεν και παρθενικήν, αλλά μαραμμένην· και εις τα ώτα του ξένου έφθασαν ευκρινώς οι δύο ούτοι στίχοι:

Αλλοίμονον κι αλλοί-καημός!

                                       του γεμιτζή ξενιτεμός…

   Ο ξένος ησθάνθη πόνον εις την καρδίαν και δάκρυ εις το βλέφαρον. Του ήρθε τότε αποτόμως να καταβεί από τον σωρόν, να τρέξει και ανέλθει εις την οικίαν· διά να κάμει τι; Κι αυτός καλά δεν εγνώριζεν. Εν τοσούτω εκρατήθη. Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη ελαφρός κρότος εις το πάτωμα, τριγμός, ως ν’ ανέβαινέ τις εσωτερικήν κλίμακα, ως να εκλείετο κλαβανή τις. Δευτέρα γυνή, κυρτή, με μαύρην μανδήλαν, γερόντισσα, ήλθε πλησίον της εστίας, και γονατίσασα προ αυτής, έρριπτε ξυλάρια εις το πυρ. Ήτο αυτή εκείνη, ήτις είχε δώσει την πεντάραν εις τα δύο παιδία και τα απέπεμψεν.

-   Δε μαζώνεις το νου σ’, θα πω, δυχατέρα; Ούλο θα κλαις, πλιο;… Τα! τι λογάτε;… Σα σ’ ακούω, δυχατέρα!…ξεχωρίσαμε απ’ τον κόσμο, πλιο… Τι, μοναχή σ’ είσι;… Όντις σ’ εγυρεύανε, τότες που ήτανε σ’νέχ’, που πήε σ’ν Αμέρικα ου προκομμένους, γιατί δε θέλησες κανένανε; Δε σ’ τα ’λεγα εγώ; Γιατί δεν ακούς τ’ μάννα; Σ’ τα ’λεγα, ένα κιριμέ. Τώρα, σα μεγάλωσες, ποιος φταίει; Κι μοναχή σ’ τάχα είσι; Είν’ άλλες μεγαλύτερις. Του Μυγδαλιώ τς Μάχους, κι του Κρουσταλλιώ τς Γιώργινας, τι σ’νέριο τς έχεις εσύ;

   Ο ξένος ήτο όλος ώτα, κι εφαίνετο παραδόξως εννοών τι έλεγεν η γραία, μάλλον εξ επιπνοίας και συνειδήσεως, ή από τα ολίγα ελληνικά όσα εφαίνετο να ηξεύρει.

   Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν βήματα και ομιλίαι εις το άκρον της οδού. Δύο άνθρωποι ήρχοντο προς τα εδώ. Ο ωτακουστής έσπευσε να καταβεί από την σκοπιάν του και ν’ απομακρυνθεί. Έφθασεν εις το πέρας του δρομίσκου, και στραφείς δεξιά, ευρέθη πάλιν εις την μικράν πλατείαν προ του ναού των Τριών Ιεραρχών.



* * *



   Το μικρόν καπηλείον, εξ ου ήρχισεν η παρούσα διήγησις, ήτο ανοικτόν ακόμη. Ο Δημήτρης ο Μπέρδες δεν περιεφρόνει και τα μικρά κέρδη, δεν απηξίου καμμίαν πεντάραν ουδέ δίλεπτον. Ωνόμαζε τα τοιαύτα «μικρά δολώματα». Τα άλλα, τα αφ’ εσπέρας, τα ωνόμαζε «παραγαδίσια». Ό,τι βγάλει κανείς , έλεγεν, ή με συρτή, ή με πεζόβολο, καλό είναι. Επεριποιείτο τον κλήτορα και τους χωροφύλακας, εκέρνα νερωμένο κρασί εις την περίπολον ή πολιτοφυλακήν της νυκτός, και του επέτρεπαν να έχει ανοικτά και ως τας ένδεκα, ευρίσκοντες μάλιστα μεγαλυτέραν ζέστην να κάθηνται εκεί, παρά να περιέρχωνται την πολίχνην και να κρυώνωσι.

   Την ώραν εκείνην ο κάπηλος ίστατο εις το λογιστήριόν του, κι εμέτρει δεκάρας, εικοσιπενταράκια του Όθωνος και σφάντζικα. Το παιδί ο Χρήστος, με την ποδιάν σχεδόν υπο τας μασχάλας περιδεδεμένην, εκοιμάτο όρθιον, νευστάζον την κεφαλήν, ως μικρά δίκωπος φελούκα, σαλευομένη υπο ελαφρού νότου εις την πλευράν της ηγκυροβολημένης βρατσέρας. Ενίοτε τον εξύπνα αποτόμως η κρούσις του ποδός του καπήλου, επαναλαμβάνοντος ηχηροτέρα τη φωνή τας διαταγάς των θαμώνων διά κεράσματα. Και τότε, ως εν υπνοβασία, εκινείτο, εκέρνα, ελάμβανε τας δεκάρας, τας έρριπτε μηχανικώς εις το λογιστήριον, κι επιστρέφων εξηκολούθει την συνέχειαν του ύπνου.

   Εν ορχηστρικώ θορύβω, εν φωναίς και αλαλαγμώ, εισήλασεν εις το καπηλείον η εύθυμος συντεχνία των τριών αχθοφόρων της πόλεως, μετά την εκ του καφενείου του μπάρμπ’ Αναγνώστη αποπομπήν της. Ο είς των τριών, ο Στογιάννης ο Ντόμπρος, σερβομακεδών την καταγωγήν, υπεκρίνετο την αρκούδαν, κι εχόρευεν, ο δεύτερος εκείνος όστις πριν έλεγε τα τραγούδια, ο Παύλος ο Χαλκιάς, είχε μουντζουρωθεί κι έκαμνε τον αρκουδιάρην. Απόκρεως, ναι μεν, δεν ήτο ακόμη, αλλ’ αφού αύριον εξημέρωναν Χριστούγεννα, μετά τα Χριστούγεννα «Άις Βασίλης έρχεται», μετά τον Άι Βασίλη Φώτα, και μετά τα Φώτα εμβαίνει το Τριώδι. Ο τρίτος, ο και πρόεδρος της συντεχνίας, ο Βαγγέλης ο Παχούμης, λασιόστηθος, γυμνόπους, με το παντελόνι συνήθως ανασηκωμένον μικρόν κάτω του γόνατος ίσως εκ της μακράς έξεως του να θαλασσώνει προς εκφόρτωσιν των πλοιαρίων, δεν έπαυε του να συλλογίζεται τον Αμερικάνον. «Μες στο νου μ’ γυρίζει», έλεγε.

   Αλλ’ ιδού εισήλθε μετ’ ολίγον κι εκείνος όστις ήτο το αντικείμενον του διαλογισμού του. Διηυθύνθη εις το λογιστήριον, διέταξε ρούμι, κι έρριψεν αργυρούν σελλίνιον επί του κασσιτέρου τού λογιστηρίου. Ο Μπέρδες το έλαβε.

-         Πόσα πάει αυτό;

   Ο Αμερικάνος έκαμε χειρονομίαν αδιαφορίας και είπε:

-         Δεν γνωρίζω του τόπου μονέδα εγώ.

-         Αυτό δεν είναι σύμφωνο με την μονέδα μας και δεν περνάει, είπεν ο κάπηλος· αν θέλετε να σας το πάρω για δραχμή.

-         Άι ντον΄τ κέαρ, εμορμύρισεν ο Αμερικάνος. Και είτα ελληνιστί είπε:

-         Δε με μέλει εμένα αυτό.

   Ο Μπέρδες του επέστρεψεν ενενήντα πέντε λεπτά.

   Εν τούτοις ο Βαγγέλης ο Παχούμης δεν έπαυσε να κοιτάζει τον άγνωστον. Την στιγμήν εκείνην εστράφη προς τους εν τω καπηλείω και είπε μεγαλοφώνως:

-         Βρε παιδιά, θυμάστε, κανένας από σας, το Γιάννη τ’ μπαρμπα-Στάθη τ’ Μοθωνιού, που λείπει στην Αμέρικα εδώ κι είκοσι χρόνια;



* * *



   Ακούσας το όνομα τούτο ο ξένος ανεσκίρτησε κι εστράφη άκων προς τον λαλούντα. Εν τούτοις εκρατήθη, προσεπάθησε να δείξει αδιαφορίαν, κι ελθών εκάθισε παρά τινα γωνίαν του καπηλείου. Ήναψε πούρον κι εκάπνιζεν.

   Ουδείς απήντησεν εις την ερώτησιν του αχθοφόρου, ης η υποκεκρυμμένη έννοια ελάνθανε πάντας. Ο Βαγγέλης εξηκολούθησε:

-         Πού να θυμάστε σεις! Είσθε όλοι μικρότεροί μου, εξόν απ’ τον μπαρμπα-Τριαντάφυλλο, που δεν είναι ντόπιος, κι εγώ κοντεύω τώρα να σαραντίσω. Ήμουν ως δεκαοχτώ χρονών όταν εξενιτεύθηκε ο γυιος του Μοθωνιού, κι εκείνος τότε θα ήτον ως εικοσιπέντε. Μα μου φαίνεται, να τον έβλεπα τώρα-δα, θα τον εγνώριζα. Απέθαναν με τον καημό τού Γιάννη τους, κι ο καημένος ο μπαρμπα-Στάθης, κι η γυναίκα του, Θεός σχωρέσ’ τους! Και το σπιτάκι τους απόμεινε ρείπιο και χάλασμα με δυο μισούς τοίχους εδώ παραπάνου, στης εκκλησιάς το μαχαλά, και μ’ ένα μαύρο βαθούλωμα στη γωνιά που ήτον έναν καιρό η παραστιά τους. Και ο γυιος τους έρριξε πέτρα πίσω του. Μα ως πόσος κόσμος χάνεται, ως τόσο, και στην Αμέρικα! Ξέρετε που ήταν και αρραβωνιασμένος;

-         Και ποια είχε; ηρώτησε μετ’ αδιαφορίας ο κλήτωρ της δημαρχίας, αρχηγός της πολιτοφυλακής της νυκτός.

   Ο ξένος ήκουε μετά βαθυτάτης προσοχής, αλλ’ εφυλάττετο να στρέψει <το> βλέμμα προς τον λαλούντα.

- Είχε το Μελαχρώ της θεια-Κυρατσώς της Μιχάλαινας. Και σαν έφυγε και απέρασαν δυο-τρία χρόνια, την εγύρεψαν πολλοί, γιατί το κορίτσι είχε χάρες κι εμορφιές, και τιμημένη ήτον, και μορφοδούλα, η μόνη κεντήστρα του χωριού μας, και προικιά είχε καλά. Μα το Μελαχρώ δε θέλησε κανέναν, όσο που απέρασαν τα χρόνια κι έγινε κι αυτή γεροντοκόριτσο. Και με το αχ και με το βαχ, αδυνάτισε τώρα κι εχλώμιανε, μα ως τόσο, όταν η γυναίκα έχει καλό σκαρί, δύσκολα γεράζει. Ακόμα το λέει, βρε παιδιά, θα είναι παραπάν’ από τριανταπέντε, και φαίνεται να είναι ως εικοσιπέντε· έτυχε μια μέρα να την ιδώ, που τους κουβάλησα ένα σακκί αλεύρι· όσο την κοιτάζεις, τόσο νοστιμίζει!

-         Έλα, άφ’σέ τα αυτά, Βαγγέλη, είπεν αυστηρώς ο κλήτωρ της δημαρχίας· δεν πάει στα μαγαζιά μέσα να λέμε για φαμίλιες και για κορίτσα.

-         Έχεις δίκιο, μπαρμπα-Τριαντάφυλλε, είπεν ο αχθοφόρος· μα δεν το είπα για κακό.

   Η όψις του Αμερικάνου εφαιδρύνθη, και ακτίς ευτυχίας, διαπεράσασα το επίχρισμα εκείνο και την οιονεί προσωπίδα, περί ης είπομεν εν αρχή, ηγλάισε το πρόσωπόν του.

   Ο μπαρμπα- Τριαντάφυλλος με τον χωροφύλακα και τους δύο πολίτας φρουρούς, με τα τουφέκια των, ηγέρθη και είπεν αποτεινόμενος προς τον κάπηλον:

-         Έλα κάμε γλήγορα, Δημήτρη, κάμετε φρόνιμα, αφήστε τους χορούς και τα τραγούδια, παιδιά, δεν είναι απόκριες. Τι μέρα ξημερώνει αύριο; Κλείσε γλήγορα, Δημήτρη, να κοιμηθούν ο κόσμος, θα σηκωθούν τις δυο απ’ τα μεσάνυχτα να παν στην εκκλησιά. Και ο κύριος έχει μέρος να κοιμηθεί τάχα; ηρώτησε δείξας τον Αμερικάνον.

-         Έννοια σ’, μπαρμπα-Τριαντάφυλλε, είπεν ο Βαγγέλης· του είπε ο μπάρμπ’ Αναγνώστης ο καφετζής να πάει στον καφενέ του να πλαγιάσει. Μη σε μέλει ως τόσο για τον κύριο, προσέθηκε παίξας την ματιά εις τον κλήτορα· αν θέλει μέρος να κοιμηθεί, έχει και παραέχει.

-         Τι τρέχει; ηρώτησε μυστηριωδώς ο κλήτωρ.

-         Είναι από δω, ντόπιος, του είπεν εις το ούς ο Παχούμης.

-         Και πώς το ξέρεις;

-         Είχα δεν είχα, τον γνώρισα.

-         Και ποιος είναι;

-         Εκείνος που σας έλεγα πριν, ο Γιάννης τ’ μπαρμπα-Στάθη τ’ Μοθωνιού. Όταν ήρθες κι αποκαταστάθηκες εδώ τουλόγου σου, ήταν φευγάτος, και γι’ αυτό δεν τον θυμάσαι. Μα τον πατέρα του, το μπαρμπα-Στάθη, τον έφθασες, θαρρώ.

-         Τον έφτασα. Κάμε γλήγορα, Δημήτρη, επανέλαβε μεγαλοφώνως ο κλήτωρ, κι εξήλθεν.

   Οι δύο συναχθοφόροι του Βαγγέλη είχαν παύσει το άσμα και την όρχησιν, και ητοιμάζοντο ν’ απέλθωσιν. Αλλ’ αίφνης ο Βαγγέλης, ελθών πλησίον του Αμερικάνου, του λέγει ταπεινή τη φωνή:

-         Τι μ’ δίνεις, αφεντικό, να πάω να πάρω τα σ’ χαρίκια;



* * *



   Ο ξένος δεν έβαλε την χείρα εις την τσέπην. Αλλά μεταξύ του αντίχειρος, του λιχανού και του μέσου της δεξιάς ευρέθη κρατών μίαν αγγλικήν λίραν. Την έρριψε πάραυτα εις την παλάμην του Βαγγέλη με τόσην προθυμίαν και χαράν, ως να ήτο ο λαμβάνων και όχι ο δίδων.



* * *



   Όταν οι γείτονες της θεια-Κυρατσώς της Μιχάλαινας εξύπνησαν μετά τα μεσάνυχτα διά να υπάγουν εις την εκκλησίαν, της οποίας οι κώδωνες εκλάγγαζον θορυβωδώς, πόσον εξεπλάγησαν ιδόντες την οικίαν της πτωχής χήρας, εκεί όπου δεν εδέχοντο τα παιδία να τραγουδήσουν τα Χριστούγεννα αλλά τα απέπεμπον με τας φράσεις, «δεν έχουμε κανένα», και «τι θα τραγουδήστε από μας;», κατάφωτον, με όλα τα παραθυρόφυλλα ανοικτά, με τας υέλους αστραπτούσας, με την θύραν συχνά ανοιγοκλειομένην, με δύο φανάρια ανηρτημένα εις τον εξώστην, με ελαφρώς διερχομένας σκιάς, με χαρμοσύνους φωνάς και θορύβους. Τι τρέχει; Τι συμβαίνει; Δεν ήργησαν να πληροφορηθώσιν. Όσοι δεν το έμαθαν εις την γειτονιάν, το έμαθαν εις την εκκλησίαν. Και όσοι δεν υπήγαν εις την εκκλησίαν, το έμαθαν από τους επανελθόντας οίκαδε την αυγήν, μετά την απόλυσιν της θείας λειτουργίας.

   Ο ξενιτευμένος γαμβρός, ο από εικοσαετίας απών, ο από δεκαετίας μη επιστείλας, ο από δεκαετίας μη αφήσας που ίχνη, ο μη συναντήσας που πατριώτην, ο μη ομιλήσας από δεκαπενταετίας ελληνιστί, είχε γυρίσει πολλά μέρη εις τον Νέον Κόσμον, είχεν εργασθεί ως υπεργολάβος εις μεταλλεία και ως επιστάτης εις φυτείας, κι επανήλθε με χιλιάδας τινάς ταλλήρων εις τον τόπον της γεννήσεώς του, όπου επανεύρεν ηλικιωθείσαν, αλλ’ ακμαίαν ακόμη, την πιστήν του μνηστήν.

   Έν μόνον είχε μάθει, προ δεκαπέντε ετών, τον θάνατον των γονέων του. Περί της μνηστής του είχε σχεδόν την πεποίθησιν ότι θα είχεν υπανδρευθεί προ πολλού· εν τούτοις διετήρει αμυδράν τινα ελπίδα. Εκ δεισιδαίμονος φόβου, όσον επλησίαζεν εις την πατρίδα του, τόσον εδίσταζε να ερωτήσει απ’ ευθείας περί της μνηστής του, μη δίδων άλλως γνωριμίαν εις κανένα των πατριωτών του, όσους τυχόν συνήντησεν άμα φθάσας εις την Ελλάδα. Επροτίμα ν’ αγνοεί τι έγινεν η μνηστή του, μέχρι της τελευταίας στιγμής, καθ’ ην θ΄απεβιβάζετο εις τον τόπον της γεννήσεώς του και θα προσήρχετο εις ευλαβή επίσκεψιν εις το ερείπιον, όπου ήτο άλλοτε η πατρώα οικία του.



* * *



   Μετά τρεις ημέρας, τη Κυριακή μετά την Χριστού Γέννησιν, ετελούντο, εν πάση χαρά και σεμνότητι, οι γάμοι του Ιωάννου Ευσταθίου Μοθωνιού μετά της Μελαχροινής Μιχαήλ Κουμπουρτζή.

   Η θεια-Κυρατσώ, μετά τόσα έτη, εφόρεσεν, επ’ ολίγας στιγμάς, χρωματιστήν «πολίτικην» μανδήλαν, διά ν’ ασπασθεί τα στέφανα. Και την παραμονήν του Αγίου Βασιλείου εσπέρας, ισταμένη εις τον εξώστην, ηκούσθη φωνούσα προς τους διερχομένους ομίλους των παίδων:

-         Ελάτε, παιδιά, να τραγ’δήστε!



(1891) Α. Παπαδιαμάντης





Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό). 

 www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/ppd_amerikanos.html