Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

"Η Κατάρα της Αθηνάς" Λόρδος Βύρων

Μετά τους βανδαλισμούς και τις κλοπές των θαυμαστών γλυπτών του Παρθενώνα από τον αρχαιοκάπηλο Λόρδο ΄Ελγιν και την φυγάδευσή τους στην Βρετανία, ο φιλέλλην και μετέχων της κλασσικής ελληνικής παιδείας Λόρδος Βύρων, έγραψε το ακόλουθο ποίημα, στο οποίο δεν διστάζει και να στηλιτεύσει την θρασύτατη κίνηση του ΄Ελγιν να χαράξει στις ιερά προπύλαια το όνομά του καθώς και της συζύγου του :
                                                           

Μεγαλόπρεπα κι αγάλια τώρα ο ήλιος κατεβαίνει
πάνω στου Μοριά τους λόφους με θωριά χαριτωμένη·
όχι όπως εις τις χώρες του βορρά, σκοτεινιασμένος,
αλλ' αστραφτερός σαν φλόγα, ζωντανός, φωτολουσμένος.
Στα βαθιά νερά μια ρίχνει απαλή, χρυσή αχτίνα
και το πράσινο χρυσώνει, το ρυτιδωμένο κύμα.
Και στης Αίγινας το βράχο τον αρχαίο και στην Ύδρα
ο θεός του κάλλους βάζει του φιλιού του τη σφραγίδα.
Πάνω απ' το βασίλειό του ρίχνει τη φωτοχυσία,
αν κι ο κόσμος έχει πάψει να του κάνει πια θυσία.
Των κοφτών βουνών οι ίσκιοι μες στον κόλπο σου ριγμένοι,
τον φιλούν και τον χαϊδεύουν, Σαλαμίνα δοξασμένη!
Οι γαλάζιες τους οι άκρες μες στην απεραντοσύνη
βάφονται σαν την πορφύρα που ο βασιλιάς τη ντύνει.
Απαλά τα χρώματά του πάνω στις κορφές τα ρίχνει
και στολίζει ό,τι αγγίζει με τα χρυσαφένια ίχνη.
Ώσπου ο ήλιος, χαιρετώντας την πανώρια τούτη πλάση,
πίσ' απ' των Δελφών τα βράχια κρύβεται για να πλαγιάσει.
Τέτοιο, Αθήνα μου, ένα δείλι ήτανε που ο σοφός σου
εχαιρέτησε για πάντα τα' απαλό, το χρυσό φως σου.
Με τι θλίψη οι καλοί σου οι πολίτες τη στερνή του
την αχτίδα την κοιτούσαν που 'παιρνε και την πνοή του...
Όχι ακόμα, όχι ακόμα, στα βουνά ο ήλιος μένει,
ειν' απρόθυμος να δύσει και ακόμα περιμένει.
Αλλά πριν στου Κιθαιρώνα την κορφή να γείρει, πίνει
το πικρό ποτήρι ο γέρος και το πνεύμα παραδίνει.
Κι έφυγε η ψυχή που τα 'χε όλα περιφρονημένα,
που 'χε ζήσει και πεθάνει έτσι σαν άλλου κανένα.
Αλλά και στον κάμπο η νύχτα η βασίλισσα προβαίνει
απ' του Υμηττού τα ύψη, δίχως όμως να υγραίνει
το ωραίο πρόσωπό της και να προμηνάει μπόρα.
Στη μαρμάρινη κολόνα τα φιλιά του στέλνει τώρα
το φεγγάρι. Κι εκεί κάτω, στου τζαμιού τον πύργο, λάμπει
το σημάδι του και γύρω αστραποβολούν οι κάμποι.
Οι πυκνοί μαύροι ελαιώνες κάτω είναι απλωμένοι
και ο Κηφισός κυλώντας απαλά γοργοδιαβαίνει.
Στο τζαμί τριγύρω – γύρω στέκονται τα κυπαρίσσια
και ο τρούλος του γυαλίζει με λαμπρότητα περίσσια.
Κι ένας φοίνικας θλιμμένος, στη θρησκευτική γαλήνη,
εκεί δίπλα στο Θησείο, μόνος έχει απομείνει.
Τί μαγευτικό τοπίο που προσφέρει εδώ η φύση,
και αναίσθητος θα είναι όποιον δεν τον συγκινήσει.
Του Αιγαίου πάλι ο φλοίσβος, που ακούγεται πιο πέρα,
νανουρίζει το περγιάλι μες στον καθαρό αέρα
και το ζαφειρένιο κύμα στη χρυσή ακτή χτυπάει
και τη γλύκα των χρωμάτων αλαργότερα την πάει.
Των νησιών εκεί στο βάθος η σκιά τραχιά μαυρίζει,
όταν απαλού πελάγου το χαμόγελο ανθίζει.
Έτσι αγνάντευα της γης μας και της θάλασσας τα κάλλη,
σαν τα βήματα σε τούτον το ναό με φέραν πάλι,
μόνο, δίχως να υπάρχουν φίλοι ή ανθρώποι άλλοι
στο μαγευτικό ετούτο και πανώριο ακρογιάλι,
που η τέχνη κι η ανδρεία είναι σαν μια οπτασία
και που βρίσκονται μονάχα σε ποιητικά βιβλία.
Κι όπως έστρεψε η ψυχή μου το ναό για να θαυμάσει
της θεάς, που οι ανθρώποι τώρα έχουν ατιμάσει,
οι παλιοί καιροί γυρίσαν, το παρόν πια είχε σβήσει
και ο Δόξα στην Ελλάδα γύριζε να κατοικήσει!
Επερνούσανε οι ώρες. Της Αρτέμιδας τα' αστέρι
είχε φτάσει πια στου θόλου τα ψηλότερα τα μέρη
κι εγώ γύριζα μονάχος δίχως να 'μαι κουρασμένος,
σε θεού ναό που ήταν εντελώς λησμονημένος.
Αλλά πιο πολύ σ' εκείνον τον δικό σου, ω Παλλάδα,
ετριγύριζα, 'κει όπου της Εκάτης η λαμπράδα
στις ψυχρές κολόνες πέφτει απαλά μα και θλιμμένη
κι ήχος την καρδιά παγώνει σαν από νεκρό να βγαίνει.
Ονειροπολώντας είχα για πολύ 'κει απομείνει,
θεωρώντας τι απ' τη δόξα την παλιά είχε απομείνει,
όταν, ξάφνου, εκεί μπροστά μου, μια γιγάντια θεότης,
η Παλλάδα, με σιμώνει πάνω εκεί, μες στο ναό της!
Η Αθηνά ήταν η ίδια, αλλά πόσο αλλαγμένη
από τότε που στα τείχη των Δαρδάνων οπλισμένη
έτρεχε μ' ορμή. Μα τώρα η μορφή της διαφέρει
από κείνη που 'χε πλάσει του Φειδία τα' άξιο χέρι.
Του προσώπου της εκείνον δεν τον δείχνει πια τον τρόμο
κι η γοργόνα της ασπίδας είχε πάρει άλλο δρόμο.
Νά το κράνος της, κομμάτια. Τσακισμένο το κοντάρι,
κι ούτε τους νεκρούς δεν σκιάζει. Της ελιάς το νιο βλαστάρι
π' ολοένα το κρατούσε, νά το, είναι μαραμένο
και ξερό καθώς το σφίγγει με το χέρι παγωμένο.
Αν κι από τους αθανάτους τα λαμπρότερα είχε νιάτα,
δακρυσμένη είναι τώρα η θεά η γαλανομάτα.
Και η γλαύκα της στο κράνος το σπασμένο καθισμένη
την κυρά μοιρολογάει με λαλιά απελπισμένη.
«Ω θνητέ, – έτσι μου είπε – της ντροπής σου αυτό το χρώμα
Βρετανός μου λέει να 'σαι, όνομα ανδρείου ακόμα
μέχρι χτες λαού, ελευθέρου, με ωραία πεπρωμένα,
τώρα περιφρονημένου, και ιδίως από μένα.
Η Παλλάδα πρώτος θα 'ναι της πατρίδας σου εχθρός·
την αιτία θες να μάθεις; Κοίτα γύρω σου κι εμπρός.
Έχω δει πολλούς πολέμους κι ερημώσεις να πληθαίνουν
κι άλλες τόσες τυραννίες να ανεβοκατεβαίνουν.
Απ' του Τούρκου τη μανία γλίτωσα και του Βανδάλου,
μα η χώρα σου έναν κλέφτη μου 'χει στείλει πιο μεγάλο.
Κοίτα, άδειος ο ναός μου, κατοικία ρημαγμένη,
και στοχάσου τι μιζέρια είναι γύρω απλωμένη.
Τούτα ο Κέκροπας, κι εκείνα τα 'χε ο Περικλής στολίσει,
κι ο Αδριανός τις Μούσες για να τις παρηγορήσει,
και ευγνωμονώ και όσους το ναό μου έχουν χτίσει,
μα ο Αλάριχος κι ο Έλγιν μ' έχουν άγρια συλήσει.
Και σαν να 'πρεπε ο κόσμος το κατόρθωμα να μάθει,
ο Ελγίνος στο ναό μου πάει και τα' όνομά του γράφει,
σα να νοιάστηκε η Παλλάδα να δοξάσει τ' όνομά του,
κάτω η υπογραφή του, πάνω το κατόρθωμά του.
Κι ο απόγονος των Πίκτων είναι φημισμένος όσο
ειν' ο αρχηγός των Γότθων, πιθανόν και άλλο τόσο.
Αλλ' ο Αλάριχος τα πάντα είχε αγρίως καταστρέψει
με το δίκιο του πολέμου, μα ο 'Ελγιν για να κλέψει
όσα οι βάρβαροι αφήσαν, που 'τανε απ' ό,τι εκείνος
είναι βάρβαρος πιο λίγο, γιατί το 'κανε ο Ελγίνος;
Το 'κανε όπως τη λεία παρατάει το λιοντάρι
και ακολουθεί ο λύκος ή ο τσάκαλος να πάρει
και να γλείψει κάποια σάρκα που απόμεινε ακόμα
απ' του λιονταριού ή του λύκου το αχόρταγο το στόμα.
Αλλά των θεών το κρίμα τους κακούργους θα τους πιάσει.
Κοίτα τι ο Έλγιν πήρε, κοίτα και τι έχει χάσει.
Τ' όνομά του μ' άλλο ένα το ναό μου τον λερώνει
και το φως της να το ρίξει η Αρτέμιδα θυμώνει.
Αν και έχει η Αφροδίτη τη μισή ντροπή ξεπλύνει,
η Παλλάδα όμως δεν πρέπει χωρίς γδικιωμό να μείνει».
Κι όταν σώπασε για λίγο, έτσι είχα αποτολμήσει,
απαντώντας ν' απαλύνω της οργής της το μεθύσι:
Κόρη του Διός, της λέω, γι' όνομα της Αλβιόνος,
και σαν γνήσιος Εγγλέζος, διαμαρτύρομαι εντόνως.
Μην κακίζεις την Αγγλία. Ξέρεις από ποιο 'ταν μέρος
ο ληστής και συλητής σου; Μάθε, Σκώτος ήταν βέρος.
Τη διαφορά να μάθεις αν το θες και την αιτία,
από της Φυλής το ύψος κοίταξε τη Βοιωτία.
Του νησιού μας Βοιωτία, μάθε, είναι η Σκωτία,
και καλά το ξέρω ότι απ' αυτή τη νόθα χώρα
της σοφίας η θεά μας δεν τιμήθηκε ως τώρα.
Χώρα άγονη, που η φύση απλοχέρα δεν εστάθη,
και που έμβλημά της έχει το ψηλό γαϊδουραγκάθι,
που το μόνο προϊόν της είναι τα πηχτά σκοτάδια
κι οι τσιγκούνηδες κι αχρείοι που γυρίζουν σα ρημάδια.
Των βουνών και των ελών της το υγρό εκείνο αγέρι
στα κεφάλια τα κουτά τους σκοτισμό και άγνοια φέρει.
Τα μυαλά τα νερουλά τους άγονα 'ναι σαν το χώμα
και ψυχρά, όπως το χιόνι που δεν έλιωσε ακόμα.
Για τον πλούτο χίλιους τρόπους μηχανώνται τα παιδιά της
και το κέρδος τα τραβάει και τα πάει μακριά της.
Στην ανατολή, στη δύση, μόνο προς βορράν δεν πάνε:
κέρδη να βρουν δίχως κόπο, γη και θάλασσες περνάνε.
Ά, καταραμένη ώρα και καταραμένη μέρα,
που τον Πίκτο για ληστεία είχε στείλει κι εδώ πέρα!...

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

ΓΕΓΟΝΟΤΑ (KIKH ΔΗΜΟΥΛΑ)


Μόνη, ἐντελῶς μόνη,
περπατῶ στὸ δρόμο
καὶ πέφτω πάνω σὲ μεγάλα γεγονότα:
Ὁ ἥλιος σὰν ἐπειγόντως νὰ ἐκλήθη ἀπὸ τὴ Δύση
ἀφήνοντας ἡμιτελὲς τὸ δειλινό...
Σὲ λίγο ἡ νύχτα,
κρατώντας τοὺς ἀμφορεῖς τοῦ μυστηρίου,
τῶν ἰδιοτήτων της ἐπαίρετο,
ὅταν τὸ ρεμβῶδες μάτι της, τὸ φεγγάρι,
ἕνα ἀπρόδεκτο, λαθραῖο σύννεφο, πάτησε
καὶ τὴν τύφλωσε.
Τοῦ ἀτυχήματος τούτου
ἐπωφελήθηκε
κάποιος παράξενος κατάσκοπος
-τὸ μεσονύχτιο ὑποπτεύονται-
τὸ σύμπαν πυροβόλησε
καὶ τὸ ἄφησε ἀκίνητο...
Μετὰ ἀπὸ τέτοια γεγονότα,
τὸ γεγονὸς πὼς εἶμαι πάλι μόνη
παρελείφθη.

Κική Δημουλά

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Δὲν ξέρω ἐγὼ...

Δὲν ξέρω ἐγὼ κανένα θεὸ Χρέος,
ἕνα θεὸ ἐγὼ ξέρω· τὴν Ἀγάπη.
Ἀγάπη, ἀπὸ τὸ χρέος σου εἶμαι ὡραῖος.
Ἐσὺ μὲ κάνεις δοῦλο, ἐσὺ σατράπη,
φτερὰ τὰ κάνεις τὰ σκοινιὰ τοῦ γάμου·
πότε μὲ δέρνεις, βέργα ἑνὸς ἀράπη,
πότε ἀνθεῖς, περιβόλι ὁλόγυρά μου.
Ἐσὺ μὲ τὰ βαθιά τα καταφρόνια
μὲ γιομίζεις· πλαταίνεις τὴν καρδιά μου,
σὰ θάλασσας ἀγέρας τὰ πλεμόνια.
Ἔρωτα ἐσύ, μονάρχη καὶ γενάρχη!
Ἐσὺ τυφλὴ καὶ ἡ Μοίρα, ἐσὺ καὶ ἡ Πρόνοια.
Ὅ,τι δὲν ἀγαποῦμε, δὲν ὑπάρχει.

 Κωστής Παλαμάς

ΑΕΡΓΙΑ - SOCORDIA

                                                                            


 Για την Αεργία, η οποία ταυτίζεται με την Socordia των Λατίνων μας μιλά ο Γάιος Ιούλιος Υγίνος  , Ρωμαίος γραμματικός του 2ου μ. Χ αι., στο έργο του Fabulae ( Mύθοι).
Οι Fabulae αποτελούνται από περίπου 300 πολύ συνοπτικά και απλά γραμμένους μύθους και ουράνιες γενεαλογίες.Εκεί ο συγγραφέας παραθέτει σε «πρωτόγονη» μορφή ό,τι κάθε μορφωμένος Ρωμαίος της εποχής του έπρεπε να γνωρίζει από ελληνική μυθολογία στο απλούστερο δυνατό επίπεδο. Σήμερα ωστόσο συνιστά ορυχείο πληροφοριών, καθώς οι περισσότερες εκδοχές των αρχαίων μύθων έχουν πλέον χαθεί, όπως λίγο έλειψε να γίνει και με αυτό το έργο: Μόνο ένα χειρόγραφο υπήρχε, ο Codex Freisingensis (περ. 900 μ.Χ., τεμάχιά του φυλάσσονται στο Μόναχο), που μεταγράφηκε από τον Jacob Micyllus το 1535, ο οποίος ίσως έδωσε και τον τίτλο που γνωρίζουμε σήμερα.

Σύμφωνα λοιπόν με τον Υγίνο, οι ΄Ελληνες πίστευαν πως η Αεργία ήταν ένας δαίμων ( κατώτερη θεότητα) , που εκπροσωπούσε την αδράνεια, την τεμπελιά , την ραθυμία και τη νωθρότητα. Η αντίθετη θεότητα ήταν η Hormes ( Προσπάθεια). ΄Ηταν κόρη του Αιθέρος και της Γαίας.
Αδέλφια της ήταν οι:  Dolor (Πόνος), ο Dolus (Δόλος ), Ήρα (Οργή), Luctus (Θρήνος), Mendacium (Ψεύδος), Jusjurandum (Όρκος), Ultio ( Εκδίκηση ) , Intemperantia (Ακράτεια), Altercatio (Φιλονικία), Oblivio (Λησμοσύνη),  Timor (Φόβος), Superbia (Υπερηφάνεια), Incestum (Αιμομιξία), Pugna (Combat). 
Κατά τον  Πούμπλιο Παπίνιο Στάτιο. ρωμαίο ποιητή του 1ου μ. Χ αι. (Publius Papinius StatiusΣτάτιο, (Θηβαΐδα 10 90 κ.ε. (μτφρ. Mozley) (ρωμαϊκού έπους C1st μ.Χ.)  η Αεργία φρουρούσε το βασίλειο του ΄Υπνου. "Στις κοίλες  εσοχές ενός βαθιού και βραχώδους σπηλαίου βρίσκονται οι αίθουσες του τεμπέλη Somnus [' Υπνου] που ανενόχλητος κατοικεί . Το σπήλαιο φρουρείται από την σκιώδη Quies (Hσυχία) την ανιαρή Oblivio [Λήθη ] αλλά και την απαθή Ignavia [Αεργία] με την νυσταλέα όψη, την Οtia (Ευκολία) και την Silentia (Σιωπή)  που με διπλωμένα φτερά κάθεται  σιωπηλή στο προαύλιo"




Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

ΙΥΓΞ , από αντικείμενο μαγείας σε παιδικό παιχνίδι



φωτο από blog.minoas
Η ΄Ιυγξ ήταν ένα παιδικό παιχνίδι στην αρχαιότητα το οποίο κατασκευαζόταν από  έναν ξύλινο -συνήθως -τροχίσκο  με δύο τρύπες όπου  περνούσαν διπλή κλωστή  και  αφού την περιέστρεφαν μία τραβούσαν και μία χαλάρωναν , έτσι που έβγαινε ένας ήχος που θύμιζε το πουλί ΄Ιυγγα απ΄το οποίο πήρε το όνομά του.( Χωρίς να γνωρίζουμε την ιστορία του πολλοί σαν μικρά παιδιά παίζαμε αυτό το παιχνίδι κάποιες δεκαετίες πίσω και στη θέση του τροχίσκου χρησιμοποιούσαμε κουμπί.)

 Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία με το όνομα Ίυγξ είναι γνωστή μία θυγατέρα του θεού Πάνα και της Νύμφης Ηχούς.. Αναφέρεται πως  έδωσε στον Δία να πιει το μαγικό φίλτρο του έρωτα, που του προκάλεσε τον ασίγαστο ερωτικό πόθο για την Ιώ. Για τον λόγο αυτό, η ζηλιάρα ΄Ηρα τη μεταμόρφωσε στο ομώνυμο πουλί (το σημερινό jynx torquilla της οικογένειας των δρυοκολαπτιδών), το οποίο χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες ως  ξόρκι του έρωτα. Π.χ. δίνεται από τη θεά του έρωτα  Αφροδίτη  στον Ιάσονα, ο οποίος περιστρέφοντάς το και απαγγέλλοντας κάποιες μαγικές λέξεις προκαλεί τον έρωτα στη Μήδεια. Αντιλαμβανόμαστε πως το μικρό αυτό πτηνό δεινοπάθησε στα χέρια διαφόρων ερωτοχτυπημένων γυναικών που το χρησιμοποιούσαν ανά τους αιώνες,  προκειμένου με τον ήχο της περιστροφής, ν΄αποκαλυφθεί το ερωτικό τους μέλλον.
Σε μία άλλη παράδοση, η Ίυγξ ήταν κόρη του Πιέρου, που με τις αδελφές της προκάλεσαν σε διαγωνισμό τις Μούσες,  έχασαν και η Ίυγξ μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο πτηνό.(Emmy Patsi-Garin: «Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας»)


jynx torquilla, ή στραβολαίμης
Η ΄Ιυγξ  απ΄ότι μαθαίνουμε από τον Ψελλό στους Χαλδαϊκούς χρησμούς, ήταν και μουσικό όργανο,  με το οποίο οι θεoυργοί κατά τις επικλήσεις τους στην θεά Εκάτη, παρήγαγαν ήχο με δόνηση.  Επίσης με το ίδιο όνομα υπήρχε και ένας κρεμαστός και περιστρεφόμενος ρόμβος, ο οποίος παρήγαγε ήχο με κρούση στις μαγικές και μυστηριακές τελετές ( Θεόκριτος Id, 2 Πίνδαρος, fr. 70b, Αρχύτας fr. 1 Στράβων 10.3.13 και σχετιζόταν με τα γυρίσματα της τύχης και τη Νέμεση.



Εκτός από την έννοια του ηχητικού οργάνου, η ίυγξ εμπεριέχει  και την έννοια του τροχίσκου. Ο Πίνδαρος μας αναφέρει την "τετράκμανο" ίυγγα που δονείται. Ως κρεμμαστή ανεμο-ίυγγα-τροχίσκο θα πρέπει να εννοήσουμε και την αναφερόμενη στο επίγραμμα ανωνύμου ( Ελληνική ΑΝθολογία 5.205)  χρυσοποίκιλτη από αμέθυστο ίυγγα αφιερωμένη στην Αφροδίτη από μιά Λαρισαία Μάγισσα και η οποία κρεμόταν από ένα προφυρό σκοινί έχοντας την ικανότητα να έλκει από μακριά τον επικαλούμενο άνδρα.

 Τροχίσκος ίσως να ήταν και η χάλκινη ίυγγα που χρησιμοποιεί η Φαρμακεύτρια Σιμαίθα στο 2ο Ειδύλλιο του Θεόκριτου προκειμένου να προσελκύσει τον χαμένο εραστή της. " Ἶυγξ, ἕλκε τὺ τῆνον ἐμὸν ποτὶ δῶμα τὸν ἄνδρα " . "Φέρε μου σουσουράδα μου τον άνδρα μου στο σπίτι".
Μιά πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη για τις χρήσεις των ιύγγων είναι αυτή του Χαράλαμπου Β.Χαρίση,  "Η ίυγξ, ο λέβης και η μουσική των θεών" την οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ:

"ΕΝΑΣ ΧΑΛΚΙΝΟΣ ΤΡΟΧΙΣΚΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΔΩΔΩΝΗ"

Λορέντζος Μαβίλης , ΛΗΘΗ






Jacques de Lajoue

Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε  την πίκρια της ζωής.
΄Οντας βυθήση ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,
Μην τους κλαις, ο καϋμός σου ,όσος και νάναι.
Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
Στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση.
Μα ο βούρκος το νεράκι  θα μαυρίση,
΄Αν  στάξη γι΄αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.
Κι΄αν πιουν θολό νερό ξαναθυμούνται.
Διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδήλι,
Πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.
΄Α δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι,
Τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
Θέλουν- μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Αλέκος Σακελλάριος, τραγούδια που αγαπήθηκαν






Ο Αλέκος Σακελλάριος  ( 1913-1991) ήταν ' Ελληνας  θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, δημοσιογράφος και σκηνοθέτης. Εξαιρετικά δημοφιλής και παραγωγικός, υπήρξε από τους σημαντικότερους ανανεωτές της μεταπολεμικής νεοελληνικής κωμωδίας και από τους σημαντικότερους στιχουργούς του ελαφρού ελληνικού τραγουδιού.Τιμήθηκε για όλες τις δημιουργικές πλευρές του με πολλά ελληνικά και ξένα βραβεία. Κατά το τέλος της ζωής του, η αφηγηματική του δεινότητα τον έκανε περιζήτητο σε τηλεοπτικές εκπομπές που μελετούσαν την εποχή του. Πολύ μεγάλη επιτυχία, άλλωστε, είχε και το βιβλίο με τις αναμνήσεις του "Λες και ήταν Χτες."  Απαράμιλλο ήταν το χιούμορ του που τον συνόδευε μέχρι το τέλος της ζωής του , όπως και μιά παλιά φυσαρμόνικα που σε κάθε ευκαιρία  έβγαζε απ΄την τσέπη του για να παίξει κάποιο γνωστό σκοπό.

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Οι μετόπες του Ναού στην Ολυμπία, την "Δέσποινα αλαθείας"

 
Σχεδιαστική αναπαράσταση του 1900


Δέσποινα αλαθείας, έτσι παρουσιάζει ο Πίνδαρος , το ιερό τοπίο της Ολυμπίας. Στο πνεύμα του η Αλήθεια βασίλευε στον τόπο όπου ο αγών αποκάλυπτε αυτό που ο ύμνος έπρεπε να διατηρήσει αλησμόνητο. Οι χριστιανοί , οι σεισμοί , οι πλημμύρες , κάθε είδους  θεομηνία έπληξε τους ναούς που αναπαύονται τώρα εν ειρήνη στο πευκοδάσος , στα πόδια του ιερού λόφου του Κρόνου. 
 
τα ερείπια του Ναού (Ellinikos Politismos)

Από το ναό του Διός δεν σώζονται σήμερα  παρά το κολοσσιαίο κρηπίδωμα, γύρω από το οποίο κείτονται τεράστιοι σπόνδυλοι κιόνων. Ο χρυσελεφάντινος Δίας του Φειδία εξαφανίστηκε από μιά πυρκαγιά στην Κωνσταντινούπολη, το 475 μ. Χ. Τα πάντα σχεδόν χάθηκαν από την καταστροφή. δύο μεγάλες τετράγωνες βάσεις  είναι ό,τι απέμεινε από τα άρματα που οι μεγάλοι Αιγινήτες γλύπτες , Γλαυκίας και Ονάτας ,  και ο Αθηναίος Κάλαμις, έφτιαξαν για τον Γέλωνα των Συρακουσών και τον αδελφό και διάδοχό του Ιέρωνα,  τον αγαπημένο ήρωα του Πινδάρου .



 
Ο ΄Ατλας παραδίδει στον Ηρακλή τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων παρουσία της ΑΘηνάς ( Ellinikos Politismos)


Άμορφα ερείπια  υποδηλώνουν τη θέση του εργαστηρίου  του Φειδία  και την περίφραξη της Καλλιστεφάνου ελαίας, με τους κλώνους της οποίας  έπλεκαν τα στεφάνια των νικητών. Αλλά η Δέσποινα της Αληθείας είναι πάντα εκεί και μας διηγείται ακόμα τους ΄Αθλους του Ηρακλέους, την τρομερή ιστορία της αρματοδρομίας που έδωσε στον Πέλοπα το χέρι της Ιπποδάμειας  και το βασίλειο της Πίσης, τις μάχες των Λαπιθών με τους μεθυσμένους Κενταύρους στους γάμους του Πειρίθου , του φίλου του Θησέα, με τη Δηιδάμεια. 

Οι μετόπες που παριστούν, τους άθλους του Ηρακλέους, είναι ίσως το αριστούργημα και ξεπερνούν, θαρρώ, εκείνες του Παρθενώνα.
Στο  Ανατολικό αέτωμα  αεπικονίζεται η προετοιμασία των αγώνων Πέλοπα και Οινομάου. οι λίγες μορφές που διατηρούνται ανέπαφες, ο Κλαδέος, ο θεός του καταστροφικού ποταμού, ο μάντης , η γριά υπηρέτρια κλπ. μας οδηγούν στα ύψη της κλασικής τέχνης. 

 
. Aπόλλων (e-yliko.gr)


Αλλά αυτό που κυριολεκτικά είναι θαυμάσιο είναι τα θεοφάνεια του Απόλλωνα στο μέσον του οργισμένου συμπλέγματος που ξεδιπλώνεται στο δυτικό αέτωμα. Χαμηλά στις γωνίες, ένας άνεμος τρέλας παρασύρει τους μεθυσμένους και λάγνους Κενταύρους και τους υπερασπιστές των νεαρών Λαπιθίδων, και η αγριότητα της μάχης θαρρείς πως εξυμνείται από την απίστευτη ομορφιά της Δηιδάμειας και των φιλενάδων της. Ψηλότερα κοντά στο κέντρο του αετώματος, το γαλήνιο πρόσωπο του Θησέα, που χτυπά με ένα τσεκούρι στα δυό του χέρια, αναγγέλλει την εγγύτητα μιάς ανείπωτης δύναμης. Και, πράγματι , στο κέντρο του αετώματος, είναι ο ίδιος ο Απόλλων που προβάλλει από μιά άπειρη απόσταση, για να τείνει χείρα σωτηρίας. 

ηλικιωμένος άνδρας , από το ανατολικό αέτωμα(greek-language.gr)

΄Ετσι ανασηκώνεται μπροστά στα μάτια μας  το πέπλο που κρύβει το τραγικό βάθος της απολλώνειας γαλήνης. το θείο μέτρο οφείλει να κατευνάζει την τιτανική ύβρη, πάντα έτοιμη να εκδηλωθεί. Ο Βίνκελμαν είχε την έμπευση να συγκρίνει το "ήρεμο μεγαλείο" των ελληνικών μορφών με τα "βάθη της θάλασσας που μένουν πάντα ήρεμα, όση κι άν είναι η δύναμη της καταιγίδας που λυσσομανά στην επιφάνεια".
Τότε αναφερόταν στον άχαρο Απόλλωνα του Μπελβεντέρε, που θεωρούσε κορυφαία στιγμή της τέχνης. Τί θα έλεγε άραγε, άν είχε δει την Ολυμπία;
 
Συμπλοκή Κενταύρου και Λαπιθίδας από το δυτικό αέτωμα του ναού του Δία στην Ολυμπία, 472-456 π.Χ. Ολυμπία, Αρχαιολογικό Μουσείο.(greek language.gr)  

                                       
Μετά το ασύγκριτο αυτό αριστούργημα , οι μετόπες του Παρθενώνα, οι οποίες παριστούν το ίδιο θέμα, δεν μπορούν παρά να μας φανούν λίγο αδύναμες. Είναι γιατί στο πνεύμα του Ολύμπιου ( έτσι αποκαλούσαν οι σύγχρονοί του τον Περικλή) οι τερατώδεις μάχες ανήκαν σε ένα οριστικά τελειωμένο παρελθόν. Γι΄αυτόν ο Νους, ο ρυθμιστής λόγος του Αναξαγόρα, είχε ήδη κατακτήσει τον κόσμο....

 Τα σχόλια, από το βιβλίο του ΚΩΣΤΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
"ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ"
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ.


Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Η Ζαγρεϊκή Ωμοφαγία




΄Ενα απόσπασμα από τη χαμένη τραγωδία του Ευριπίδη "Κρήτες" χύνει άξαφνο φως στην καταγωγή της ωμοφαγικής στην Ελλάδα πράξης. Η γυναίκα του Μίνωα Πασιφάη έχει γεννήσει ένα τέρας, τον Μινώταυρο, βρέφος με μοσχαρίσιο κεφάλι. Αναστατωμένος ο Μίνως καλεί τους "προφήτας του Διός" , τους Κούρητες που ταυτίζουνται με τους Ιδαίους Δακτύλους. Εκείνοι έρχουνται  ντυμένοι στα κάτασπρα- είναι ο χορός της Τραγωδίας- αφήνοντας τον πανάγιο ναό τους που η σκεπή του δεν έχει καρφιά, κ΄ιστορούν τη μυητική τελετή που τους έκανε μύστες του Ιδαίου Διός και "βουκόλους" της άλλης μορφής , του Ζαγρέα. Μαζί με το νυχτοπλάνητο τούτο θεό δρομίσανε νύχτα στα βουνά, τελέσαν την ωμοφαγική τους μετάληψη, υψώσαν τις λαμπάδες της κουρητικής λατρείας της μεγάλης Θεάς, σαν θεάς των Βουνών, και, οσιωμένοι, πήραν τον τίτλο των "Βάκχων":

 "Ζήση αμόλευτη ξετυλίγοντας αφόντας γίνηκα μύστης του Ιδαίου Διός και "Βούκουλας του νυχτοπλάνητου Ζαγρέα, έχοντας συντροφικά τελέσει του ωμού κρέατος τα φαγώματα και τις λαμπάδες αψηλοσηκώσει της Βουνίσιας Μάνας, τις λαμπάδες των Κούρήτων, ιερώθηκα και πήρα να με λένε "βάκχο" αγνόν δε βίον τείνων εξού / Διός Ιδαίου μύστης γενόμην / και νυκτιπόλου Ζαγρέως  βούτας τας τ΄ωμοφάγους δαίτας τελέσας/μητρί τ΄ορείω δάδας ανασχών/και Κουρήτων/ βάκχος εκλήθην οσιωθείς."

 Μ΄όλο που οι ποιητές αληθεύουνται σταθερά στα ζητήματα των ιερουργιών, το κομμάτι θα ξηγιόταν σαν ποιητική μετάθεση της μαιναδικής "ορειβασίας" κι΄ωμοφαγίας σε κρητικά πλαίσιa πάνω από τη γέφυρα του Ορφισμού, άν η ζαγρεϊκή ωμοφαγία δεν κρατιόταν ζωντανή κάποu αχτακόσια ακόμη χρόνια. Γράφοντας γύρω στο 358 μ.Χ. ο φανατικός πολέμιος της αρχαίας θρησκείας και πολύτιμος πληροφορητής για τα απόκρυφα των μυστηριακών λατρειών, ο Firmicus Maternus, ιστορεί σ΄ευημεριστικό τύπο το μύθο του παιδικού Ζαγρέα που σπαράζεται από τους Τιτάνες , και συνεχίζει : 
" Οι Κρητικοί καθιερώσαν ορισμένες μέρες σα νεκρογιορτή και καταστήσανε μιά χρονιάτικη τελετή με ξεχωριστή ιερότητα την κάθε δεύτερη χρονιά, όπου τα όσα έπραξε ή έπαθε πεθαίνοντας το παιδί τα παρασταίνουν όλα με τη σειρά τους. Ζωντανό ταύρο κομματιάζουνε με τα δόντια τους και δρομίζοντας μέσα στα βάθη των δασών με παράφωνες κραυγές, καμώνουνται πως φρενοκρούστηκαν, για να κάμουν να πιστευτεί πως το κακούργημα δεν ήταν δολερό μαι γίνηκε από τρέλα. Μπροστά τους πάνε το κουτί που μέσα του είχε κρύψει η αδερφή του την κλεμένη του καρδιά, και με τον αχό των αυλών και το χτύπο των κυμβάλων παρασταίνουνε τους ήχους των κροτάλων που μ΄αυτά ξεγέλασαν το παιδί οι Τιτάνες".

 Νυκτιπολική ορειβασία, λαμπηδοφορία, ιερή μανία, ωμοφαγία, αφομοίωση με τον μαινόμενο θεό και τριετηρική τέλεση των οργίων, μαρτυρούν πως η ζαγρεϊκή λατρεία που ξετυλίγουν οι δυό μας πηγές είναι η ίδια με τη διονυσιακή στην Ελλάδα. ΄Οτι στη ζαγρεϊκή παρουσιάζουνται άντρες και στη διονυσιακή γυναίκες να την τελούν, δεν έχει αποφασιστική σημασία. Αν η μαιναδική πλευρά της διονυσιακής λατρείας τονίζεται τόσο πολύ, είναι γιατί η αναβίωση της λατρείας αυτής στους αρχαϊκούς αιώνες, παίρνει το χαρακτήρα γυναικείου κινήματος και δε λείπει η ένδειξη πως με τους γυναίκειους θιάσους συνιερουργούν οι ανδρικοί , δίπλα στις "βάκχες" οι " βάκχοι" που δίνουνται στην ωμοφαγία κι΄αυτοί ( ωμά γαρ είσθιον κρέα οι μυούμενοι Διονύσω) και που οι θίασοί τους δεν είναι , στην τελική λειτουργία τους, ασυγγένευτοι με τους Κούρητες του κρητικού Διός και του Ζαγρέα. ΄Ενας αρσενικός, επικεφαλής της Μαιναδικού θιάσου, παρουσιάζεται στην "πάροδον"των Βακχών και   πέφτει καταγής από την παραζάλη του κυνηγητού, αγρεύων αίμα τραγοκτόνον, ωμοφάγον χάριν.

ΠΑΝΑΓΗΣ ΛΕΚΑΤΣΑΣ
ΔΙΟΝΥΣΟΣ 
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΟ ΜΥΘΟ ΤΟΥ ΔΕΥΚΑΛΙΩΝΑ

Giovanni Maria Bottalla (1613–1644)
Tην εποχή του κατακλυσμού βασίλευε στη Θεσσαλία ο Δευκαλίων. Η Θεσσαλία στα χρόνια του Δευκαλίωνα, δεν κατοικείτο από Αιολείς. Το αρχικό της όνομα, όχι βεβαιως προσδιορισμένο εκτατικά, ήταν ίσως Φθία. Κατά την μυθολογία η Φθία ήταν κόρη του Αμφίονα και της Νιόβης που ήταν κόρη του Ταντάλου του βασιλιά της Λυδίας. Η Νιόβη μας λέει ο ΄Ομηρος στην Ηλιάδα, γέννησε δώδεκα παιδιά, έξι αγόρια και έξι κορίτσια. Ο πατέρας της Αμφίων, για τον ΄Ομηρο , είναι ο ιδρυτής της Θήβας, φημιζόταν δε σαν ισάξιος του Απόλλωνα στη Λύρα. Κατά άλλη παράδοση η Νιόβη ήταν κόρη του Φορωνέα του γιού της Ωκεανίδας Μελίας.
Η Θεσσαλία, οπωσδήποτε μπορεί να θεωρηθεί ως η αρχαιότερη κατοικημένη περιοχή της Ελλάδος. Μινύες, Πελασγοί, Βοιτωτοί που η προέλευσή τους πιθανόν ήταν απ΄το Βουνό της Μακεδονίας, Βάιο, και αργότερα Αιολείς, Δόλοπες, Αχαιοί, Δωριείς, Μάγνητες αποτέλεσαν τους πρώτους πληθυσμούς αυτής της περιοχής. Η  Θεσσαλία τριγυρισμένη από πανέμορφα βουνά τον ΄Ολύμπο και τα Καμβούνια, την ΄Οθρυ, την ΄Οσσα , το Πήλιο, πιστεύω ότι στα προ του κατακλυσμού χρόνια, στο εσωτερικό της σχηματίζονταν μιά τεράστια λίμνη που στεφανώνονταν ολόγυρα από πλούσια βλάστηση και μικρούς πράσινους κάμπους , όπου βοσκούσαν όλα τα ζώα που ο άνθρωπος είχε εξημερώσει και ζούσαν κοντά του. Αυτή η μεγάλη λίμνη έμοιαζε σα θάλασσα και γι΄αυτό , όταν με τους σεισμούς του κατακλυσμού, άνοιξαν τα Τέμπη, τα νερά της λίμνης χύθηκαν στη θάλασσα αποκαλύφτηκε αυτό που βλέπουμε σήμερα. δηλαδή ο μεγάλος Θεσσαλικός κάμπος. Και το όνομα όμως Θεσσαλία, πρέπει να υποδηλώνει αυτή την τεράστια αλλαγή. Οι κατοπινοί ασφαλώς θα μιλούσαν και έδειχναν πως εκεί που σήμερα βόσκουν τα ζώα και χτίζουν πόλεις οι άνθρωποι ήταν πολύ παλιά "θέσις -αλός" δηλαδή ο τόπος που υπήρχε θάλασσα. Η Βοϊβηίς των αρχαίων, η γνωστή σήμερα λίμνη Κάρλα και η Νεσωνίς, είναι ασφαλώς τα εναπομείναντα χνάρια της εξαφανισθείσης μεγάλης Λίμνης. Αυτά , για να ξαναθυμηθούμε τα όσα είπαμε.
Σ΄αυτή την προκατακλυσμιαία περίοδο Βασιλιάς της περιοχής, κατά το μύθο, ήταν ο Δευκαλίων και γυναίκα του η Πύρα. Τότε η Θεσσαλία πιθανώς να ονομαζόταν Πυρραία. Ο Δευκαλίων με την Πύρρα έκαναν τρία παιδιά, τον ΄Ελληνα, τον Αμφικτύονα και την Πρωτογένεια. Ο μύθος του κατακλυσμού είναι πολύ φυσικό να γράφτηκε απ΄τους μεταγενέστερους. Τα αποτελέσματα όμως του κατακλυσμού σε μιά χω΄ρας σαν την δική μας που τα βουνά είναι το κύριο γνώρισμα, αλλά που ταυτόχρονα γίνονται και φυσικά όρια σε τέτοια μεγάλα συμβάντα, είναι επόμενο να έγιναν αιτία πολλών διαφορετικών καταγραφών. Το σημαντικότερο ασφαλώς πρέπει να ήταν αυτό που συνέβη στο Βασίλειο του Δευκαλίωνα με το άνοιγμα των Τεμπών. Στην καταβύθισης της Ατλαντίδας , όπως είπαν οι ιερείς της Νηίθ(Αθηνάς) αλλά και όπως είναι λογικά φυσικό να συνέβη, προηγήθηκαν φοβεροί σεισμοί. Η χώρα μας είναι γνωστό ότι δοκιμαζόταν πάντοτε απ΄τους σεισμούς. Είναι επομένως φυσικό οι προαναγγελίες αυτές του μεγάλου γεγονόταν να έγιναν η αιτία να ξεσηκωθούν πολλοί κάτοικοι και να ζητήσουν ασφάλεια στα γύρω βουνά. ΄Αν ακόμη δεχτούμε ότι την ίδια εκείνη περίοδο οι ΄Ατλαντες είχαν εισβάλλει στη Μεσόγειο και πολεμούσαν με τους ΄Ελληνες, ( βλ. Τϊμαιος, Πλάτωνος) , κάτω απ΄την ηγεσία των Αθηναίων, τότε η αναστάστωση αυτή μαζί με την απουσία των ανδρών θα είχε δημιουργήσει μία εικόνα αλλοφροσύνης και χάους. Η σκέψη ασφαλώς πολλών Διογενών θα στρεφόταν προς τους Δελφούς. Το Μαντείο, πρέπει να έκαναν τη σκέψη, θα μπορούσε να δώσει μιά γενικότερη πρόβλεψη για τα φοβερά φυσικά συμβάντα που συνεχίζονταν. Πλησίαζε ίσως το μεγάλο γεγονός. Εν τω μεταξύ είχαν ανοίξει οι καταρράκτες του Ουρανού και οι χείμαρροι σαν οργισμένα θεριά πλημμύριζαν τον τόπο κι΄επνιγαν στη λάσπη ανθρώπους και ζώα. Ο Δευκαλίων δεν περίμενε άλλο , με συβουλή του πατέρα του μπήκε σε ένα πλοιάριο μαζί με τη γυναίκα του, επήρε τρόφιμα για αρκετό καιρό κι έφυγε για τους Δελφούς.
Το ταξίδι του Δευκαλίωνα δεν πρέπει να το δούμε σαν μιά "κιβωτό Νώε". Ο Δευκαλίων ταξίδευε στη μεγάλη Λίμνη πολλές φορές με τον ίδιο τρόπο. Η μεγάλη Λίμνη ήταν ένας υδάτινος δρόμος προς τον Παρνασσό, κι αυτόν αποφάσισε να ακολουθήσει. Η καταιγίδα εν τω μεταξύ μαινόταν. Επί εννιά μέρες και εννιά νύχτες το ζευγάρι πάλευσε να ζήσει πάνω στο μικρό πλεούμενο. Τη δεκάτη μέρα η παράδοση λεέι πως βγήκε στην ΄Οθρυ και κατ΄άλλους στον Παρνασσό. Το τί είχε συμβεί εν τω μεταξύ είναι αδύνατο ίσως να περιγραφεί από άνθρωπο. Ο Παυσανίας στα Αττικά του γράφει
" Υπάρχει στην πόλη των Μεγαρέων μιά κρήνη που τους την έχτισε ο Θεαγένης. Αυτός είχε παντρέψει την κόρη του με τον Αθηναίο Κόλωνα. Ο Θεαγένης όταν έγινε τύραννος έχτισε την κρήνη που είναι αξιοθέατη για το μέγεθος και τον διάκοσμό της και για το πλήθος των κιόνων της. Το νερό που τρέχει σ΄αυτήν λέγεται των Σιθνίδων νυμφών. Οι Μεγαρείς λένε ότι οι Σιθνίδες νύμφες είναι ντόπιες, ότι με μία απ΄αυτές έσμιξε ο Δίας και ότι ο Μέγαρος , το παιδί του Δία και αυτής της νύμφης, γλύτωσε από τον κατακλυσμό που έγινε έναν καιρό στα χρόνια του Δευκαλίωνα και γλύτωσε καταφεύγοντας στις κορυφές του βουνού Γερανία, που τότε ακόμα δεν είχε αυτό το όνομα, αλλά επειδή αυτός κολυμπούσε ακολουθώντας τις κραυγές των γερανών που πετούσαν, γι΄αυτό και το βουνό ονομάστηκε Γερανία".
΄Ας δούμε ξανά την εικόνα αυτή που η παράδοση των Μεγαρέων διέσωσε. Η Ατλαντίδα μέσα σε μιά φοβερή καταστροφική μανία, γκρεμίζεται στην άβυσσο του Ωκεανού στο ρήγμα που έχει ανοιχθεί κάτω απ΄τις ρίζες των βουνών του ΄Ατλα. Ο Ωκεανός φουσκωμένος, θεόρατος έχει πηδήξει πάνω απ΄τους φράχτες της γής και πνίγει την κάθε ζωή. Το Αιγαίο σπρωγμένο απ΄τα περάστια παλιρροϊκά κύματα ανεβαίνει και πλημμυρίζει καταστρέφοντας τα πάντα. Κι΄όλα αυτά κάτω απ΄ένα μολυβένιο ουρανό που έχει σμίξει με τη θάλασσα ενώ οι ανταύγειες των εκρήξεων των ηφαιστείων δίνουν μιά αίσθηση ότι προσεγγίζει ο θάνατος τη γη.
Οι γερανοί, αποδημητικά πουλιά που περνούν κάθε Φλεβάρη και Σεπτέμβρη απ΄τη χώρα μας, σαν χαμένα έχουν κατέβει πάνω στο βουνό και οι κραυγές τους ξεχωρίζουν μέσα στα κύματα της λαίλαπας. ΄Ενας νέος κολυμπάει να ξεγλυτώσει απ΄το θάνατο που φουσκώνει τη θάλασσα και πνίγει τη ζωή. Οι κραυγές των γερανών τον οδηγούν και τα πόδια του ακουμπάν στις πλαγιές  του βουνού. Σώθηκε!! Κάποτε οι βροχές σταμάτησαν και τα νερά του Αιγαίου άρχισαν να υποχωρούν. Η εικόνα ήταν φρικιαστική. Η ζωή φαινόταν πως είχε παύσει να υπάρχει. ΄Ενας μεγάλος πολιτισμός είχε πνιγεί και θαφτεί μεσ΄τα νερά και τη λάσπη. Αλλά του φάνηκε και κάτι το τρομερό: η μεγάλη λίμνη είχε χαθεί!
Ο Δευκαλίων μαζί με τους κατοίκους των Δελφών που είχαν σωθεί πάνω στον Παρνασσό, οδηγημένοι απ΄τα ουρλιάσματα των λύκων, θυσίασαν στον Φύξιο Δία, στον Δία που προστάτευε τους φυγάδες. " Λένε-γράφει ο Παυσανίας- ότι σ΄αυτό το μέρος ( που σώθηκαν οι κάτοικοι) χτίστηκε μιά πόλη που την ωνόμασαν Λυκώρεια. Εκεί, την εποχή που έγινε ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα,  μερικοί κατάφεραν να σωθούν, έχοντας οδηγό τα ουρλιαχτά των λύκων. ΄Ετσι ακολουθώντας τους λύκους φτάσαν στην κορυφή του Παρνασσού και σώθηκαν".
Ο Δευκαλίων, όταν τα νερά υποχώρησαν, κατέβηκε στους Δελφούς και επήγε στο ιερό της θεάς Θέμιδος. Η φοβερή καταστροφή τον είχε πείσει πως μόνο η θεά της δικαιοσύνης θα μπρούσε να τον συμβουλέψει τί έπρεπε να κάνει. Την καταστροφή την είδε σαν τιμωρία και τη διάσωσή του, σαν θεϊκή εύνοια. Εκεί μέσα στο ιερό της Θέμιδος παρακάλεσε τον Δία να δώσει πάλι ζωή στους ανθρώπους.. Και ο χρησμός της θεάς δόθηκε " Αν θέλουν να ξαγεννηθούν άνθρωποι να ρίψουν πίσω τους τα οστά της μητρός τους". Ο χρησμός ήταν φανερός "Αφήστε πίσω το παρελθόν και φροντίσετε το μέλλον". "Αφήστε αυτά που χάθηκαν και δημιουργήσατε νέα".
Θα κλείσω με μιά ακόμη καταγραφή του κατακλυσμού που η παράδοση διέσωσε στη Βοιωτία. ο Παυσανίας έγραψε γι΄αυτήν "Οι Θηβαίοι λένε (ότι οι πλημμύρες) οφείλονταν στο ότι ο Ηρακλής έστρεψε προς την πεδιάδα του Ορχομενού τον Κηφισό ποταμό. Ως τότε το ποτάμι περνούσε κάτω από το βουνό και χύνονταν στη θάλασσα, προτού ο Ηρακλής φράξει την καταβόθρα που περνούσε από το βουνό". Η άποψη αυτή των Βοιωτών δεν έβρισκε  σύμφωνο τον Παυσανία. Η Κηφισίς λίμνη
( γνωστή Κωπαϊδα) έλεγε, αναφέρεται κι΄απ΄τον ΄Ομηρο που είχε πει σχετικά "πλαγιασμένος στην Κηφισίδα λίμνη". Ο Παυσανίας δηλαδή, στις αιτιάσεις, των Βοιωτών ότι καταστράφηκαν απ΄το έργο του Ηρακλή που έφραξε την έξοδο του ποταμού προς την θάλασσα, επικαλείται και τον ΄Ομηρο που λέει ότι η Κηφισίς λίμνη υπήρχε και προ του Ηρακλή.
Αυτός είναι ο μύθος του κατακλυσμού όπως επέζησε στο δικό μας χώρο. Αυτοί που διασώθηκαν έχοντας έναν προηγούμενο πολιτισμό δεν είδαν σ΄αυτή την καταστροφή τέρατα και σημεία εκδικητών θεών που τιμωρούν τους ανθρώπους. Βεβαίως το ότι κατηγόρησαν τον Ηρακλή είναι κι΄αυτό άγνοια των μεταγενέστερν για το μέγεθος της καταστροφής. Η καταστροφή όμως που προκλήθηκε απ΄τον κατακλυσμό έφερε πάλι το γένος των Ελλήνων στην αρχή. Και η νέα αρχή ξεκινά με τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα....

Η.Τσατσόμοιρος ΑΙΓΑΙΟ ΒΟΥΝΟ,
εκδόσεις ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ